Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 2. Οι αποδόσεις του Π. Α. Σινόπουλου (1/3)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ

2. Οι αποδόσεις του Π. Α. Σινόπουλου (1/3) 

Η αρίθμηση των ύμνων με ελληνικά στοιχεία παραπέμπει αντίστοιχα στην αθηναϊκή έκδοση (Τωμαδάκης 1952-1961), με λατινικά στοιχεία στην έκδοση του Grosdidier de Matons (1964-1981), και με αραβικoύς αριθμούς στην έκδοση Maas and Trypanis (1963). Το πρωτότυπο κείμενο που σε δεξιά στοίχιση παραθέτουμε αμέσως μετά την απόδοση προέρχεται από την έκδοση Grosdidier de Matons, Romanos le Mélode: Hymnes.
Για ένα γενικό εισαγωγικό σημείωμα στο ποιητικό έργο του Ρωμανού και τη δεξίωσή του στη νεώτερη Ελλάδα βλ. την πρώτη ανάρτηση της σειράς εδώ.

Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο σημείωμα, πρώτος ο Π. Α. Σινόπουλος αποτόλμησε την ποιητική απόδοση στα νεοελληνικά των ύμνων του Ρωμανού. Είχαν προηγηθεί οι φιλολογικές αποδόσεις των εκδοτών του τρίτου και τέταρτου τόμου της αθηναϊκής έκδοσης Τωμαδάκη, οι οποίες ούτε ποιητικές μα ούτε και φιλολογικά πιστές μπορούν να χαρακτηριστούν. Γράφει σχετικά ο ίδιος ο Σινόπουλος: «Σα μεταφραστική εργασία δε μπορεί να θεωρηθή η μετάφραση των ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού που προσπάθησαν να κάμουν οι εκδότες τους στον Γ΄ και Δ΄ τόμο στην Αθηναϊκή έκδοση. Γιατί οι μεταφραστές δεν εφιλοδόξησαν να παρουσιάσουν μια μετάφραση σαν αυθυπόστατο κείμενο. Γι’ αυτό λένε ότι “την μετάφρασιν αυτήν δεν ηθελήσαμεν ούτε λογοτεχνικήν ούτε πάλιν σχολαστικώς πιστήν”, αλλά τέτοια, ώστε “να διευκολυνθούν οι αναγνώσται της εκδόσεως” (Π. Α. Σινόπουλος, Ρωμανού του Μελωδού: Κοντάκια Α΄, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1974, σ. 15, υπ. 17). Η μεταφραστική εργασία του Σινόπουλου στους ύμνους του Ρωμανού ξεκίνησε με πρώτο τον εδώ παρουσιαζόμενο ύμνο «εις τας δέκα παρθένους» τον Απρίλιο 1970, στο περιοδικό Ακτίνες, και συνεχίστηκε με δημοσιεύσεις στη Νέα Εστία και αλλού, μέχρι την κορύφωσή της στην επίτομη έκδοση δέκα ύμνων του Ρωμανού το 1974. Η υποσχετική αναφορά του τίτλου για τη δημοσίευση μεταφράσεων όλων των ύμνων, εντέλει δεν ευοδώθηκε, για άγνωστους λόγους. Ένας από τους ύμνους που δεν συμπεριλήφθηκε σε εκείνη την έκδοση είναι και αυτός, ο πρωτομεταφρασμένος. Ο Σινόπουλος σε όλες τις μεταφραστικές του απόπειρες αποδίδει τον κάθε ύμνο αυτόνομο, χωρίς τη συνοδεία του πρωτοτύπου, και –το σημαντικότερο– κρατώντας, κατά δύναμιν, το μέτρο και τον ρυθμό του αρχικού κειμένου ώστε να μπορεί να ψάλλεται. Γι’ αυτό τον λόγο, ενώ ακολουθεί την αθηναϊκή έκδοση παραλλήλως με αυτή του Grosdidier de Matons, δεν διστάζει να προτείνει δικές του λύσεις όπου κρίνει σκόπιμο.

Δυο λόγια για τον ανθολογούμενο ύμνο. Ο συγκεκριμένος ύμνος, εκτός του να σηματοδοτεί την πρώτη ποιητική απόδοση ρωμανικού κοντακίου στα νεοελληνικά, παρουσιάζει και τα εξής ενδιαφέροντα. Αποτελεί το τελευταίο διαπιστωμένο χρονολογικό όριο της συγγραφικής δραστηριότητας του Ρωμανού, λόγω της αναφοράς στους σεισμούς που συντάραξαν την Κωνσταντινούπολη στις 9 Ιουλίου 552 και 15 Αυγούστου 555. Ο συγκλονισμός που ένιωσαν οι κάτοικοι της Πόλης από τους σεισμούς δονεί το μεγαλύτερο μέρος του ύμνου, ο οποίος παράλληλα εκφράζει και τους εσχατολογικούς φόβους τους, με συχνόχρηστες εικόνες συντέλειας και εκφραστικής αποκαλυπτικής πρόγνωσης. Η αιτιολογική δε διασύνδεση των δεινών με παλαιοδιαθηκικά παράλληλα γίνεται αφορμή για τον Μελωδό να συμπλέξει δεξιοτεχνικά την ετοιμότητα των πιστών για το τέλος και «του νυμφίου τον ερχομό τον ξαφνικό» με την παραβολή των δέκα παρθένων.

~•~

ΥΜΝΟΣ ΛΘ΄
( «κοντάκιον εἰς τὰς δέκα παρθένους» LI-48  )

Ἀπόδοση: Π. Α. Σινόπουλος 

Προ­οί­μι­ο
Ἦ­χος πλ. α΄.

Λαμ­πά­δα ἄ­σβυ­στη τὴν ψυ­χὴ
στὸ νυμ­φί­ο ἂς δεί­ξου­με, στὸ Χρι­στό,
για­τὶ ὁ νυμ­φώ­νας κλεί­νε­ται.
Μὴν ἀ­πο­μεί­νουμ’ ἀ­πέ­ξω
φω­νά­ζον­τας: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 1.
Για­τί ’σαι ἀ­ρά­θυ­μη, ψυ­χή μου τι­πο­τέ­νια;
Για­τί με­ρι­μνᾶς γιὰ κεῖ­να ποὺ δὲν πρέ­πουν;
καὶ ἀ­σχο­λεῖ­σαι μ’ ὅ­σα εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λα
στοὺς μέλ­λον­τες και­ρούς, καὶ στέ­κεις στὸ πα­ρὸν
καὶ σὰν αἰ­ώ­νι­ο τὸ προ­σέ­χεις;
Ἡ ἔ­σχα­τη στιγ­μὴ φτά­νει.
Πρέ­πει ν’ ἀρ­χί­σης
νὰ βλέ­πης τὴ μα­ται­ό­τη­τα.
Ἀ­να­ση­κώ­σου τό­τε στὸν Ἰ­η­σοῦ, σὰν τὴ ρα­χη­τι­κή.
Ἐ­λύ­θη­κες ἀπ’ τὰ δε­σμά σου, μὴ λυ­γᾶς τὴν πλά­τη σου.
Τὸ θό­λω­μα τοῦ νοῦ δὲν ἔ­χει τέ­λος.
Καὶ κύτ­τα νὰ συ­νέρ­θης, ξύ­πνη­σε σὰν ἀ­πὸ ὕ­πνο,
ὁ νυμ­φί­ος ἔρ­χε­ται, ἂς μὴν ξε­μεί­νουμ’ ἔ­ξω
φω­νά­ζον­τας: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 2.
Τὰ ἴ­δια κά­πο­τε καὶ οἱ μω­ρὲς παρ­θέ­νες
ἔ­πα­θαν, ὅ­ταν δὲν κα­τά­λα­βαν
τοῦ νυμ­φί­ου τὸν ἐρ­χο­μὸ τὸν ξαφ­νι­κό.
Γι­᾽ αὐ­τό, ψυ­χή, ὅ­σο κρα­τᾶ ἡ μέ­ρα,
ἂς βγοῦ­με γιὰ τὸ ἔρ­γο μας,
για­τὶ ἔρ­χε­ται νύ­χτα, ὅ­πως εἶπ’ ὁ Χρι­στός,
καὶ τό­τε πιὰ κα­νεὶς νὰ ἐρ­γα­στῆ δὲ θὰ μπο­ρέ­ση.
Καὶ μέ­νου­με φτω­χοὶ καὶ ἄ­πο­ροι, για­τὶ δὲν ἐ­κο­πι­ά­σα­με.
Στὸ μέλ­λον τοὺς φτω­χοὺς δὲν θὰ τοὺς λυ­πη­θοῦν οἱ πλού­σι­οι,
οὔ­τε καὶ οἱ σο­φὲς ἐ­λυ­πη­θή­καν τὶς μω­ρὲς παρ­θέ­νες.
Ἡ κρί­σις ἐ­κεῖ ἀ­νε­λέ­η­τη γιὰ κεῖ­νον ποὺ δὲν ἐ­λε­εῖ.
Ἀλ­λὰ ἐ­δῶ ἂς προ­φτά­σου­με
τὸν πυ­λώ­να τοῦ Εὔ­σπλα­χνου,
φω­νά­ζον­τας: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 3.
Ὕ­πνος σὲ πῆ­ρε, ψυ­χή μου, ἄ­χρη­στος.
Κοι­μᾶ­σαι καὶ ρο­χα­λί­ζεις· μέ­χρι πό­τε;
Ξύ­πνα τώ­ρα του­λά­χι­στον
μ’ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­που­με:
Ἀ­πει­λὲς φο­βε­ρὲς καὶ σει­σμοὶ συ­νε­χεῖς
καὶ τῶν πο­λέ­μων χτύ­ποι ἀλ­λε­πάλ­λη­λοι
συν­τά­ρα­ζαν τὴ γῆ κι ὅ­λα πά­νω σ’ αὐ­τὴ
κι ἀ­κό­μη στρέ­ψαν πί­σω καὶ τὴ θά­λασ­σα.
Φο­βή­σου πιά, σὰν τὸν Ἰ­ω­νᾶ, καὶ ξύ­πνη­σε.
Ἠ­χοῦν μέ­σα στὸν κό­σμο τῶν ση­μεί­ων οἱ σάλ­πιγ­γες
προ­μη­νῶν­τας τὸ Χρι­στὸ σ’ ὅ­σους τὸν πε­ρι­μέ­νουν,
για­τὶ θὰ ’ρθῆ, θὰ μεί­νη ἐ­δῶ καὶ θὰ σφρα­γί­ση
τὴν ἅ­γι­α εἴ­σο­δο μὲ τὰ ση­μά­δια, γιὰ ὅ­σους
φω­νά­ζουν: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 4.
Αὐ­τὰ καὶ τώ­ρα τ’ ἀν­τι­κρύ­ζου­με, ψυ­χή,
ἔ­φτα­σαν στὴν πόρ­τα μας, δὲν εἶ­ναι πιὰ ἐ­πὶ θύ­ραι­ς,
εἶ­ναι κον­τά μας, εἶν’ ἐμ­πρός μας ἕ­τοι­μα.
Δὲ λεί­πει τί­πο­τα ἀπ’ αὐ­τά, ποὺ εἶ­πε ὁ Χρι­στός,
ἀλλ’ ὅ­πως τὰ προ­εῖ­πε, θὰ γί­νου­νε τὰ πάν­τα:
καὶ πεῖ­να καὶ θα­να­τι­κὸ
κι ἀ­δι­ά­κο­ποι σει­σμοὶ
καὶ τό ’να ἔ­θνος θὰ χτυ­πή­ση τ’ ἄλ­λο.
Μέ­σα στὴ χώ­ρα φό­βος,
ἔ­ξω ἔ­χει πέ­σει φα­γω­μά­ρα.
Δὲν ἔ­χει τό­πο νὰ σω­θῆς, παν­τοῦ ὁ κίν­δυ­νος.
Που­θε­νὰ κα­τα­φύ­γι­ο, φεύ­γουν οἱ πάν­τες.
Ἡ πύ­λη κλεί­στη­κε,
ἡ εὐ­σπλα­χνί­α σφρα­γί­στη­κε,
για­τὶ δὲν ἐ­θε­λή­σα­με
μέ­σα νὰ βρε­θοῦ­με,
καὶ φω­νά­ζου­με: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 5.
Ἄ­κου­σε τοῦ­τα καὶ κλά­ψε, ψυ­χή,
στέ­να­ξε μέσ’ ἀπ’ τὴν καρ­διά σου,
πρὶν σὲ προ­λά­βου­νε καὶ κλά­ψης ἄ­θε­λά σου,
ὅ­ταν ὀ­λό­κληρ’ ἡ γῆ στὴ φω­τιὰ πα­ρα­δο­θῆ
κι ὁ οὐ­ρα­νὸς σὰ χάρ­της [1] θὰ τυ­λί­γε­ται,
ὅ­ταν θὰ φεύ­γη ὁ για­λὸς καὶ φα­νῆ ὁ βυ­θός,
ὅ­πως ἐ­φά­νη­κε ἄλ­λο­τε!
Τὰ φῶ­τα τ’ οὐ­ρα­νοῦ δὲν ὑ­πάρ­χου­νε
για­τὶ τ’ ἀ­στέ­ρια πέ­φτου­νε σὰ φύλ­λα,
τό­ση θὰ εἶν’ ἡ θλί­ψη, ὅ­ταν θὰ ’ρθοῦν αὐ­τά.
Θὰ τα­ρα­χτοῦν οἱ ἐ­που­ρά­νι­ες δυ­νά­μεις,
μὲ φό­βο θὰ φω­νά­ζου­νε.
Ὅ­που θὰ βρί­σκε­ται τὸ πτῶ­μα
θὰ μα­ζευ­τοῦν οἱ ἀ­ε­τοὶ
κι ἀπ’ ἔ­ξω θ’ ἀ­φή­σου­νε τὰ ὄρ­νια
νὰ φω­νά­ξου­νε: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 6.
Πό­ση ὀ­δύ­νη φέρ­νει ἡ φω­νὴ
στοὺς ἀ­με­λεῖς καὶ σ’ ὅ­λους τους ἁ­μαρ­τω­λούς,
κι ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ πρῶ­τος.
Θὰ μᾶς ξερ­ρι­ζώ­ση
κα­θὼς μιὰ φο­ρὰ τὴ συ­κιά,
ποὺ δὲν τὄ­χε σκο­πὸ καρ­πὸ νὰ κά­μη.
Θὰ κο­ποῦ­με ὅ­πως μὲ ἀ­ξι­νι­ὰ
καὶ θὰ γί­νου­με τῆς γέ­ε­να­ς φα­γο­πό­τι,
ὅ­πως τὸ εἶ­πε ὁ Ἰ­η­σοῦς,
τῶν ψυ­χῶν ὁ κύ­ρι­ος.
Ψυ­χή μου, ἂς ξα­να­νι­ώ­σου­με
Κι ἂς κά­μου­με κα­λὸν καρ­πό, σὰ σπό­ρος
ἀ­πὸ κα­λὸν σπο­ριά,
ὥ­στε σὰν ἔρ­θη νὰ μα­ζέ­ψη
στὶς ἀ­πο­θῆ­κες τοὺς κα­λοὺς καρ­πούς του,
νὰ μὴ μεί­νουμ’ ἀ­πέ­ξω
φω­νά­ζον­τας: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 7.
Ἔ­φτασ’ ἔ­φτα­σε ὁ θέ­ρος,
τῆς συν­τε­λεί­ας τὸ δρε­πά­νι ἕ­τοι­μο
καὶ ὅ­σο παίρ­νει ἀ­κο­νι­σμέ­νο.
Σὰ ζέ­στη δυ­να­τὴ οἱ σει­σμοὶ πνι­χτι­κοὶ
πά­νω στὴ γῆ ξε­χύ­θη­καν.
Οἱ γορ­γοὶ θε­ρι­στὲς τὰ σύ­νερ­γα κρα­τοῦν
γιὰ τὸ ἔρ­γο τους
καὶ πε­ρι­μέ­νουν νὰ δοῦν,
τί ὁ κα­λὸς χτη­μα­τί­ας βού­λε­ται.
Ψυ­χή μου, τί νὰ κά­μου­με;
Γε­μά­τοι ζι­ζά­νι­α εἴ­μα­στε.
Θὰ μᾶς χω­ρί­σουν ἀπ’ τὸ στά­ρι πρὶν τὸ δε­μα­τί­σουν,
καὶ θὰ μᾶς ρί­ξουν στὴ φω­τιά.
Ἐμ­πρὸς λοι­πόν, οἱ πάν­τες νὰ προ­λά­βου­με μὲ δά­κρυ­α
φω­νά­ζον­τας: ἄ­νοι­ξε.

Οἶ­κος 8.
Γιὰ κύτ­τα, οἱ τω­ρι­νοὶ και­ροὶ τί δύ­σκο­λοι!
Τί πε­ρι­μέ­νου­με, ψυ­χή μου;
Ἡ­μέ­ρα εἶ­ναι γιὰ ἐκ­δί­κη­ση.
Θυ­μὸς ἐ­φούν­τω­σε ἀ­πο­πά­νω μας γιὰ μᾶς,
για­τὶ ἐ­μεῖς τὸν ­ἐξα­νά­ψα­με.
Κι ἡ φω­τιὰ ποὺ θὰ ’ρθῆ,
ἀ­πὸ μᾶς, γιὰ ἐ­μᾶς.
Βέ­βαι­α ὑ­λι­κὸ ἀ­πὸ ξύ­λα δὲν ὑ­πάρ­χει,
οὔ­τε φαί­νε­ται στοί­βα,
μὰ τὸ κα­μί­νι θὰ τὸ ἀ­νά­ψη ἡ ἀν­τα­μοι­βή.
Κα­θε­νὸς ἡ κα­κί­α
σὰν τὴ βά­το θὰ γί­νη
νὰ καί­γε­ται χω­ρὶς νὰ κα­τα­καί­γε­ται.
Ἀ­νά­βει πάν­τα καὶ πο­τὲ δὲν τε­λει­ώ­νει
ἂν δὲν φτά­σουν δά­κρυ­α
ἀπ’ τοὺς ἐ­δῶ­θε, ποὺ μὲ θλί­ψη
φω­νά­ζουν: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 9.
Ἄ­ξαφ­να πά­νω σ’ ὅ­λους ἔ­πε­σε
νύ­χτω­μα πρὶν τὴ νύ­χτα
καὶ πρὶν ἀπ’ τὸ σκο­τά­δι, κα­τα­χνιά!
Κι εἴ­μα­στε τώ­ρα, ὅ­πως πρὶν οἱ Αἰ­γύ­πτι­οι,
σὲ ὁ­μί­χλη πλη­γῶν καὶ θύ­ελ­λα σει­σμῶν
κι ὁ ζό­φος τῶν πο­λέ­μων μᾶς κρα­τά­ει.
Κι οὔ­τε ὣς ἐ­δῶ παύ­ει ἡ ὀρ­γή,
για­τὶ ἡ Ἐ­ρυ­θρὰ τοὺς πάν­τες πε­ρι­μέ­νει.
Ἡ γέ­ε­να ἐ­κεῖ δὲν εἶ­ναι πρό­σκαι­ρη,
ἀλ­λὰ αἰ­ώ­νι­α,
για­τὶ πο­λὺ ὠρ­γί­στη­κε ὁ Ἰ­η­σοῦς,
ὁ Σω­τή­ρας μας,
ποὺ θαύ­μα­τα κι ἂν ἔ­κα­με
δὲν τὸν πι­στέ­ψαν.
Κι ἔ­τσι μὲ συ­φο­ρὲς ἐ­πλή­ρω­σε
τὶς ἀ­δι­κί­ες τῶν ἀ­πί­στων,
ἔ­στω μ’ αὐ­τὲς γιὰ νὰ πει­στοῦ­με
φω­νά­ζον­τας: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 10.
Ὅ­σοι λοι­πὸν ξε­φύ­γα­με
ἀ­πὸ τὸν νο­η­τὸ Φα­ρα­ὼ
κι ἀπ’ τὴν πι­κρὴ σκλα­βιά του,
ἂς τὰ μι­σή­σου­με ὣς τὸ τέ­λος.
Γί­να­με τώ­ρα τοῦ Θε­οῦ ὁ Ἰσ­ρα­ήλ,
ἂς μὴν ξα­να­γυ­ρί­σου­με στὴν Αἴ­γυ­πτο.
Δὲ λέ­ω στὴ χώ­ρα ποὺ ἦρ­θε ὁ Χρι­στός,
ἀλ­λὰ σ’ ἐ­κεί­νη, στὸ Μω­υ­σῆ ποὺ δὲν ἐ­πίστεψε.
Αἴ­γυ­πτο λέ­με τὴ σκλη­ρὴ καρ­διά, τὴν ἀ­νυ­πά­κο­η,
καρ­διὰ ποὺ τή­νε πιά­νει φό­βος
ὅ­ταν οἱ συ­φο­ρὲς ἐρ­θοῦν,
μὰ πού, σὰν φύ­γου­νε, σκλη­ραί­νει.
Τέ­τοια εἶν’ ἀ­κρι­βῶς, κι ὅ­τι εἶ­ναι τέ­τοια
τὰ ἔρ­γα μας τὸ φα­νε­ρώ­νουν.
Στὶς ἀ­νάγ­κες μο­νά­χα
φω­νά­ζου­με: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 11.
Πάν’ ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι ἡ συ­φο­ρὰ
κι ἡ καρ­διὰ δὲ λυ­πᾶ­ται.
Πο­νᾶ ἡ σάρ­κα,
καὶ ὁ νοῦς δὲν αἰ­σθά­νε­ται.
Μα­στι­γώ­νον­ται οἱ πάν­τες,
καὶ κα­νεὶς ἀ­πό μας
δὲν πα­ρα­κα­λεῖ θερ­μὰ
τὸ μα­στι­γω­τή.
Σὰ λου­ρὶ ὁ Χρι­στὸς
τὸ σει­σμὸ κατ’ ἀ­πά­νω μας σή­κω­σε,
για­τὶ θέ­λη­σε
ὅ­πως πρὶν στὸ ἱ­ε­ρὸ
φραγ­γέ­λι­ο νὰ πιά­ση ὁ Κύ­ρι­ος.
Κι ἐ­μεῖς σὰν τὰ παι­διὰ
γί­να­με  στὰ μυα­λά,
φρον­τί­ζον­τας γιὰ τὸ φα­ΐ, τὸ πιο­τό, καὶ τὴ δι­α­σκέ­δα­ση.
Στὶς ἀ­γο­ρὲς κα­θό­μα­στε καὶ λέ­με:
«Ἂν κι ἔρ­χε­ται ἡ κρί­σις, ἂς δι­α­σκε­δά­σου­με
καὶ τό­τε
φω­νά­ζου­με: ἄ­νοι­ξε».

Οἶκος 12.
Ρί­ξε, ψυ­χή μου, χά­μω τα λό­για
πά­τα τὴ σκέ­ψη τῶν ἀ­πεί­θαρ­χων,
για­τί, ὅ­πως λέ­νε οἱ Γρα­φές, ἡ κρί­ση
ὅ­που καὶ νά ’ναι φτά­νει.
Δὲ θὰ κρί­νη ὁ Πα­τέ­ρας,
γιὰ νὰ μὴν πῆ κα­νέ­νας
ὅ­τι λυ­πᾶ­ται τὰ δι­κά του τὰ παι­διά..
Ὁ Γιὸς θὰ κρί­νη
καὶ θὰ μᾶς δεί­χνη
τὰ ὅ­σα ἔ­πα­θε γιὰ μᾶς.
«Κυτ­τᾶ­τε», θὰ λέ­η,
«τί χρώ­στα­γα ποὺ τέ­τοια πά­θη πέ­ρα­σα!
Ἂς εἶ­χε κι ἄλ­λος τέ­τοια ἀ­γά­πη, σὰν κι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­δει­ξα,
δί­νον­τας τὴ ζω­ή μου γιὰ τοὺς φί­λους!
Θα­να­τω­νό­μουν, καὶ γιὰ τοὺς μα­θη­τές μου φρόν­τι­σα
καὶ τὰ κλει­διὰ τὰ ἔ­δω­σα στὸν Πέ­τρο
λέ­γον­τας: Ἐ­σὺ ἄ­νοι­γε
σ’ ὅ­σους φω­νά­ζουν: ἄ­νοι­ξε».

Οἶκος 13.
Τί ἐ­λε­ει­νὸ χα­λι­νά­ρι καὶ φί­μω­τρο
εἶ­ναι γιὰ μέν’ αὐ­τὰ τὰ λό­για!
Τί­πο­τα δὲν ἔ­χω νὰ τοῦ πῶ.
Ἂν πῶ στὸ Χρι­στὸ πὼς τὸ θέ­λη­σες
κι ἀ­νάγ­κη γιὰ νὰ σταυ­ρω­θῆς δὲν ἦ­ταν,
θὰ μοῦ ἀ­παν­τή­ση:
«Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α πὼς τὸ θέ­λη­σα,
ἀλ­λὰ γιὰ χά­ρη σου ἔ­γι­νε, ἄν­θρω­πε,
ἐ­σὺ ἐ­χρώ­στα­γες, δὲ χρώ­στα­γα ἐ­γώ».
Ψυ­χή μου, σκέ­ψου μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α,
ἐ­κει­πέ­ρα, στὸ Θε­ό, νὰ τὴν φέ­ρου­με,
γιὰ νὰ μᾶς δώ­ση δί­κιο.
Ἀλ­λὰ δὲ βρί­σκου­με.
Μό­νο ἂς σκε­φτοῦ­με νὰ σω­θοῦ­με
καὶ τοῦ Χρι­στοῦ ἂς φω­νά­ξου­με:
«Ἐ­σὺ ποὺ θέ­λεις οἱ πάν­τες νὰ σω­θοῦ­νε
καὶ σὲ μᾶς ἄ­νοι­ξε».

Οἶκος 14.
Μά­θε, ψυ­χή μου, τὴ σκέ­ψη τοῦ κρι­τῆ,
τί συλ­λο­γί­στη­κε, τί εἶ­πε
στοὺς μα­θη­τές,
ὅ­ταν βρι­σκό­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του:
«Μὴ λεί­ψη» λέ­ει, «ἀπ’ τὶς καρ­διές σας
ἡ προσ­δο­κί­α τῆς πα­ρου­σί­ας μου.
Για­τὶ μα­ζί σας εἶ­μαι,
ὥ­σπου νὰ σβή­σουν οἱ σπο­ρὲς αὐ­τοῦ τοῦ αἰ­ώ­να
κι ἔρ­χο­μαι πά­λι ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νοὺς μὲ δύ­να­μη».
Τό­τε για­τί κο­πιά­ζου­με:
Κι ἐ­νῶ μο­χθή­σα­με, για­τί
τί­πο­τα στὸ βα­λάν­τι­ο δὲ βά­λα­με;
Μα­κά­ρι, νά ’ταν ἄ­δειο
κι ὄ­χι ἀ­δι­κί­α γε­μά­το,
για­τὶ ἔ­τσι, δὲ θὰ ἐμ­πό­δι­ζε τὸ νοῦ
νὰ φω­νά­ζη: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 15.
Ἄ­νοι­ξε, Κύ­ρι­ε, ἄ­νοι­ξέ μου
τῆς εὐ­σπλα­χνί­ας σου τὴ θύ­ρα
πρὶν ἔρ­θη ὁ και­ρὸς τῆς ἀ­πο­δη­μί­ας μου.
Για­τὶ πρέ­πει νὰ φύ­γω
καὶ κον­τά σου νὰ ’ρθῶ
καὶ γιὰ τὰ πάν­τα ν’ ἀ­πο­λο­γη­θῶ,
ὅ­σα λέ­ω μὲ τὰ λό­για μου
καὶ κά­νω μὲ τὰ ἔρ­γα μου
κι ὅ­σα μέ­σα στὴν καρ­διά μου κρύ­βω.
Για­τὶ καὶ θρό­ϊ­σμα γογ­γυ­σμῶν
ἀπ’ τὸ δι­κό σου αὐ­τὶ δὲν κρύ­βε­ται.
«Κυ­βερ­νᾶς τὴν καρ­διά μου»,
στοὺς ψαλ­μούς του σοῦ φω­νά­ζει ὁ Δαυ­ίδ.
Γραμ­μέ­να στὸ βι­βλί­ο σου τὰ πάν­τα,
διά­βα­σε μέ­σα τ’ ἁ­μαρ­τή­μα­τά μου
καὶ χά­ρα­ξέ τα στὸ σταυ­ρό σου,
για­τὶ σ’ αὐ­τὸν στη­ρί­ζο­μαι
ὅ­ταν φω­νά­ζω: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 16.
Ναί, ἀ­δελ­φοί μου, τὰ ἴ­δια κι’ ἐ­μεῖς
ὅ­λοι ἂς ποῦ­με στὸν Πλά­στη,
ὅ­σο ὑ­πάρ­χει μέ­σα μας πνο­ή,
πρὶν πέ­ση πά­νω μας στὰ ξαφ­νι­κὰ ἡ ὀρ­γή,
σὰν πό­νος ἀ­βά­στα­χτος
ποὺ ἁρ­πά­ζει ἐ­κεί­νη ποὺ γεν­νά­ει.
Στὴν Τύ­ρο δὲν ἦ­σαν πι­ὸ κα­κοὶ ἀ­πὸ μᾶς,
οὔ­τε στὸν Κάρ­μη­λο χει­ρό­τε­ροι,
γι’ αὐ­τὸ κι ἐ­μεῖς πα­ρό­μοι­α θὰ ἐ­ξο­λο­θρευ­τοῦ­με,
ἂν δὲν συ­νέρ­θου­με.
Ἀρ­κοῦν τῶν Πτο­λε­μαί­ων τὰ πα­θή­μα­τα
γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξου­με τὴ σκλη­ρό­τη­τα
καὶ τὴν ἀ­νυ­πα­κο­ή μας.
Ἂς με­τα­νι­ώ­σου­με
βλέ­πον­τας τὰ ὅ­σα ἔ­γι­ναν,
γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γω­με ὅ­σα ἔρ­χον­ται, ὅ­ταν μὲ θλί­ψη
θὰ φω­νά­ζου­με: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 17.
Τό­τε ἡ σκέ­ψη μας ἐ­σκλή­ρυ­νε,
Ποὺ ἀ­κό­μη κι ἂν ἀ­κού­σα­με
τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τῶν ἄλ­λων,
τί­πο­τα δὲ διωρ­θώ­σα­με.
Δὲ συ­νῆρ­θε κα­νείς,
τὸ Θε­ὸ δὲν τὸν ἀ­να­ζη­τᾶ κα­νείς,
ἐ­ξε­στρα­τί­σα­με, γί­να­με δι­ε­φθαρ­μέ­νοι.
Οἱ Νι­νευ­ῖτες μιὰ φο­ρά, μὲ μιὰ φω­νή,
μό­νο μὲ τοῦ προ­φή­τη τὴ φω­νή,
ἐ­με­τα­νό­η­σαν!
Ἐ­μεῖς οὔ­τε φω­νή, οὔ­τε ἀ­πει­λὴ δὲ λο­γα­ρι­ά­σα­με.
Ὁ Ἐ­ζε­κί­ας μὲ τὸ θρῆ­νο
τοὺς Ἀσ­συ­ρί­ους τοὺς ἐ­δι­ά­λυ­σε,
για­τί ξε­σή­κω­σε κα­τα­πά­νω τους
τὴν ἄ­νω­θεν δι­και­ο­σύ­νη.
Νὰ ποῦν οἱ Ἀσ­σύ­ρι­οι
καὶ πρὶν ἀπ’ αὐ­τοὺς οἱ Ἰ­σμα­η­λῖτες
μᾶς αἰχ­μα­λώ­τι­σαν καὶ δὲν ἐ­κλά­ψα­με, οὔ­τε
φω­νά­ζου­με: ἄ­νοι­ξε.

Οἶκος 18.
Ὕ­ψι­στε Δέ­σπο­τα, κρι­τὴ στὰ πάν­τα,
μὴν πε­ρι­μέ­νης τί­πο­τα ἀ­πὸ μᾶς!
Κι οὒτ’ ἔ­χεις ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ τὴν κα­λω­σύ­νη μας
για­τὶ ὁ κα­θέ­νας εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νος στὴν κα­κί­α
καὶ μὲ τὴ σκέ­ψη
καὶ μὲ τὴ θέ­λη­ση.
Γι­᾽ αυ­τό, τὴν κά­θε μέ­ρα μας,
στὸ θέ­λη­μά Σου ὁ­δή­γη­σέ τη,
καὶ τὸ δι­κό μας γυ­ρι­σμὸ μὴν πε­ρι­μέ­νης,
για­τὶ δὲν ἔρ­χε­ται.
Κι ἂν ἔρ­θη γιὰ λι­γά­κι,
δὲ μέ­νει ὣς τὸ τέ­λος,
ὁ­λό­ι­δια μὲ τὸ σπο­ρὸ πού ’πε­σε στὶς πέ­τρες
καὶ σὰ χορ­τά­ρι σὲ τα­ρά­τσα, ποὺ ξε­ραί­νε­ται
πρὶν με­γα­λώ­ση.
Ἀλ­λὰ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α Σου
ἅ­πλω­σέ τη σὲ μᾶς καὶ στὸν κα­θέ­να
ποὺ φω­νά­ζει: ἄ­νοι­ξε.

Π. Α. ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἀ­κτί­νες, τ. 310 (Ἀ­πρί­λι­ος 1970), σ. 139-142.

[1] Εννοεί το ειλητάριο βιβλίο από πάπυρο, που τυλίγεται γύρω από έναν άξονα.

~•~

ΥΜΝΟΣ ΛΘ΄
( «κοντάκιον εἰς τὰς δέκα παρθένους» LI-48  )

Το πρωτότυπο κείμενο

Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ τρίτῃ κοντάκιον ᾀδόμενον εἰς τὰς δέκα παρθένους,
οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ
ἦχος πλάγιος α΄.

Προοίμιον

Λαμπάδα ἄσβεστον τὴν ψυχὴν νυμφίῳ δείξωμεν τῷ Χριστῷ·
σὺν αὐτῷ εἰσελευσώμεθα· νυμφὼν γὰρ ἀποκλείεται·
μὴ ἀπομείνωμεν ἔξω βοῶντες· «Ἄνοιξον».

1. Τί ῥαθυμεῖς, ταπεινή μου ψυχή; Τί μεριμνᾷς ἃ οὐ προσήκει
καὶ ἀσχολῇ πρὸς πᾶν ἀνωφέλητον
τῶν μελλόντων καιρῶν, καὶ κρατεῖς τὸ παρὸν
ὡς αἰωνίῳ τούτῳ προσέχουσα;
Ἡ ἐσχάτη ἐγγὺς καὶ ἀρχή σοι ἐστὶ
τοῦ ἐπιβλέπειν εἰς ματαιότητα·
ἀνάνευσον λοιπὸν πρὸς Ἰησοῦν ὡς ἡ συγκύπτουσα·
ἐλύθης τῶν δεσμῶν σου, μὴ συγκάμψῃς τὸν νῶτόν σου·
γνωμικῆς γὰρ κατοχῆς οὐκ ἔστι λύσις·
διὸ ἀνάνηψον, γρηγόρησον ὡς ἀπὸ ὕπνου·
ὁ νυμφίος ἔρχεται· μὴ ἀπομείνωμεν ἔξω βοῶντες·
«Ἄνοιξον».

2. Οὕτω ποτὲ καὶ παρθένοι μωραὶ ἔπαθον, ὅτε οὐ συνῆκαν
τοῦ νυμφιοῦ τὴν ἄθροον ἔλευσιν·
διὰ τοῦτο, ψυχή, ὡς ἡμέρα ἐστίν,
ἐπὶ τὸ ἔργον ἡμῶν ἐξέλθωμεν,
ὅτι ἔρχεται νὺξ ἥνπερ εἶπεν Χριστός,
ἐν ᾗ οὐδεὶς ἰσχύσει ἐργάσασθαι,
καὶ μένομεν πτωχοὶ καὶ πένητες· οὐ γὰρ ἐκάμομεν.
Πτωχοὺς γὰρ εἰς τὸ μέλλον οὐκ οἰκτείρουσι πλούσιοι·
οὐ γὰρ οἴκτειραν μωρὰς σοφαὶ παρθένοι·
ἐκεῖ ἀνίλεως ἡ κρίσις τῷ μὴ ἐλεοῦντι·
ἀλλ’ ἐνταῦθα φθάσωμεν τὸν τοῦ εὐσπλάγχνου πυλῶνα βοῶντες·
«Ἄνοιξον».

3. πνωσας ὕπνον, ψυχή μου, κενόν· κεῖσαι καὶ ῥέγχεις ἕως πότε;
Γρηγόρησον κἂν νῦν πρὸς ὃ βλέπομεν·
ἀπειλαὶ ἐπαχθεῖς καὶ σεισμοὶ συνεχεῖς
καὶ τῶν πολέμων κτύποι ἐπάλληλοι
συνετάραξαν γῆν μετὰ τῶν ἐν αὐτῇ
καὶ ἐφυγάδευσαν καὶ τὴν θάλασσαν.
Πτοήθητι λοιπὸν ὡς Ἰωνᾶς καὶ ἀφυπνίσθη[τι]·
ἠχοῦσι κατὰ κόσμον τῶν σημείων αἱ σάλπιγγες
προ[μη]νύουσαι Χριστὸν τοῖς προσδοκῶσιν,
ὅτι ἐλεύσεται καὶ ἐνδημήσας ἀποκλείσει
τὴν ἁγίαν εἴσοδον <⏑⏑⏑–> τῶν σημείων <⏑–⏑>
<«Ἄνοιξον»>.

4. Ταῦτα καὶ νῦν θεωροῦμεν, ψυχή· θύραι εἰσίν, οὐκ ἐπὶ θύραις·
ἐπέστη γὰρ καὶ πάρεστιν ἕτοιμα·
οὐκ ἐλλείπει οὐδὲν ὧνπερ [εἶ]πε Χριστός,
ἀλλ’ ὡς προεῖπε πάντα γενήσεται·
καὶ λιμοὶ καὶ [λο]ιμοὶ καὶ σεισμοὶ συνεχεῖς,
καὶ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος ἐγήγερται·
τὰ ἔσω φοβερά, τὰ ἔξω δὲ μάχης πεπλήρωνται·
οὐκ ἔστι ποῦ σωθῆναι· πανταχοῦ γὰρ ὁ κίνδυνος·
οὐδαμοῦ καταφυγή, φυγὴ δὲ πᾶσιν·
ἡ πύλη κέκλεισται, ἡ εὐσπλαγχνία ἐσφρα[γί]σθη·
οὐ γὰρ ἠβουλήθημεν ἔνδοθεν εἶναι, <νῦν ἔξω βοῶμεν· «Ἄνοιξον»>.

5. [κ]ουσον ταῦτα καὶ κλαῦσον, ψυχή· στέναξον ἤδη κατὰ γνώμην,
πρὶν ἢ φθασθῇς καὶ κλαύσῃς μὴ θέλουσα,
ὅτε πᾶσα ἡ γῆ δαπανᾶται πυρὶ
καὶ ὁ οὐρανὸς ὡς χάρτης εἱλίσσεται,
ὅτε φεύγει βυθὸς καὶ ὁ τούτου πυθμὴν
ἀναφανήσεται ὡς οὐδέποτε·
φωστῆρες οὐκ εἰσίν· ἀστέρες γὰρ ὡς φύλλα πίπτουσιν.
Τοσαύτη ἔσται θλῖψις, ὅτε ταῦτα ἐλεύσεται·
σαλευθήσονται τῶν ἄνω αἱ δυνάμεις
ἐν φόβῳ κράζουσαι· «Ὅπου <ἂν> γένηται τὸ πτῶμα,
ἀετοὶ συναχθήσονται ἀφέντες ἔξω τοὺς γύπας <βοῶντας· Ἄνοιξον»>.

6. Πόσην ὀδύνην ποιεῖ ἡ φωνὴ τοῖς ῥαθυμήσασι καὶ πᾶσιν
ἁμαρτωλοῖς, ὧν πρῶτος ἐγώ εἰμι·
ἐκριζοῖ γὰρ ἡμᾶς ὡς ποτὲ τὴν συκῆν
ἥτις οὐ δέδωκε τὸν καρπὸν αὐτῆς·
καὶ γεέννης νομὴ ὡς ἀξίνης τομῇ
ἀποτεμνόμενοι γενησόμεθα,
ὃν τρόπον Ἰησοῦς ὁ τῶν ψυχῶν κληροῦχος ἔφησε.
Ψυχή μου, νεωθῶμεν καὶ ποιήσωμεν γέννημα
ἀγαθὸν ὡς ἀγαθοῦ σπορέως σπέρμα,
ἵν’ ὅταν ἔρχηται συναγαγεῖν εἰς ἀποθήκας
τοὺς καλοὺς καρποὺς αὐτοῦ, μὴ ἀπομείνωμεν ἔξω βοῶντες·
«Ἄνοιξον».

7. φθασεν, ἔφθασεν ὁ θερισμός· τῆς συντελείας ἡ δρεπάνη
εὐτρέπισται καὶ μᾶλλον ἠκόνισται·
τῶν σεισμῶν ὁ αὐχ[μὸς] ὥσπερ καύσων σφοδρὸς
ἐπὶ τὴν ἄρουραν περικέχυτ[αι]·
οἱ ταχεῖς θερισταὶ πρὸς τὸ ἔργον αὐτῶν
τὰ ἐπιτήδεια ἐ[πι]φέρονται,
καὶ μένουσιν ἰδεῖν τί ὁ καλὸς γεοῦχος βούλε[ται].
Ψυχή μου, τί τελοῦμεν; Ζιζανίων γὰρ γέμομεν
καὶ χωρίζ[ουσιν] ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ σίτου,
πρὶν συνδεσμήσωσι καὶ παραδώσ[ω]σιν εἰς καῦσιν·
δεῦρο λοιπόν, προλάβωμεν διὰ δακρύων καὶ <γόων βοῶντες· «Ἄνοιξον»>.

8. δε, καιρὸς χαλεπὸς ὁ παρών· τί ἀναμένομεν, ψυχή μου;
ἡμέρα γὰρ ἐστὶν ἐκδικήσεως·
ἐξεκαύθη θυμὸς ἐφ’ ἡμᾶς δι’ ἡμᾶς
ὅτι ἡμεῖς αὐτὸν ὑπανήψαμεν·
καὶ τὸ μέλλον γὰρ πῦρ ἐξ ἡμῶν καθ’ ἡμῶν,
οὐδὲ γὰρ ὕλη ξύλων εὑρίσκεται•
οὐ φαίνεται στοιβή, ἀλλ’ ἀμοιβὴ πυροῖ τὴν κάμινον·
ἑκάστου ἡ κακία ὡς ἡ βάτος γενήσεται
καιομένη καὶ οὐ κατακαιομένη·
ἀεὶ γὰρ ἅπτεται καὶ οὐδέποτε δαπανᾶται,
εἰ μὴ φθάσῃ δάκρυα τῶν ἀπεντεῦθεν ἐν θλίψει <βοώντων· «Ἄνοιξον»>.

9. Νὺξ πρὸ νυκτὸς καὶ πρὸ σκότους ἀχλὺς πάντας κατέλαβεν ἐξαίφνης,
καὶ νῦν ἐσμεν ὡς πρὶν <οἱ> Αἰγύπτιοι
ἐν ὀμίχλῃ πληγῶν καὶ θυέλλῃ σεισμῶν
καὶ τῶν πολέμων ζόφῳ κρατούμενοι·
καὶ οὐ μέχρι αὐτῶν ἐξαρκεῖ ἡ ὀργή·
ἡ Ἐρυθρὰ γὰρ πάντας ἐκδέχεται,
ἡ γέεννα ἐκεῖ, οὐ πρόσκαιρος, ἀλλ’ εἰς ἀπέραντον.
Πολὺ γὰρ παρωργίσθη Ἰησοῦς ὁ σωτὴρ ἡμῶν,
ὅτι θαύματα ποιῶν οὐκ ἐπιστεύθη·
διὸ ἐν μάστιξι τὰς ἀδικίας τῶν ἀπίστων
ἀντιεπεσκέψατο, ἵνα κἂν οὕτω πεισθῶμεν <βοῶντες· «Ἄνοιξον»>.

10. σοι οὖν τὸν νοητὸν Φαραὼ καὶ τὴν πικρὰν αὐτοῦ δουλείαν
ἐφύγομεν, εἰς τέλος μισήσωμεν·
ἐγεννήθημεν νῦν Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ,
μὴ ὑποστρέψωμεν εἰς τὴν Αἴγυπτον·
οὐκ εἰς χώραν, φημί, ἥνπερ ἦλθε Χριστός,
ἀλλ’ εἰς τὴν τῷ Μωσεῖ μὴ πιστεύσασαν·
καρδίαν γὰρ σκληρὰν καὶ ἀπειθῆ νοοῦμεν Αἴγυπτον,
καρδίαν πτοουμένην ἐπελθούσης τῆς θλίψεως,
ἀπελθούσης δὲ αὐτῆς τραχυνομένην,
ἥνπερ ἐσχήκαμεν, καὶ ὅτι ἔχομεν δηλοῦμεν
ἀπὸ τῶν καρπῶν ἡμῶν· ἐν ταῖς ἀνάγκαις γὰρ μόνον βοῶμεν·
«Ἄνοιξον».

11. [πε]ρθε τῆς κεφαλῆς ἡ πληγή, καὶ ἡ καρδία οὐ λυπεῖται·
[ἀλ]γεῖ ἡ σάρξ, καὶ ὁ νοῦς οὐκ αἰσθάνεται·
μεμαστίγωται [πᾶ]ς, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν
παρακαλεῖ θερμῶς τὸν μαστί[ζο]ντα.
Ὡς ἱμάντα Χριστὸς τὸν σεισμὸν καθ’ ἡμῶν
ἀνεκαίνι[σεν], ὅτι ἐζήλωσεν
ὁ πρὶν ἐν ἱερῷ φραγέλλιον ποιήσας κύριος·
[ἡ]μεῖς δὲ ὡς παιδία ταῖς φρεσὶν ἐγενήθημεν
μεριμνῶντες [τὸ] φαγεῖν, πιεῖν καὶ παίζειν·
ἐν ἀγοραῖς ἐσμεν καθήμενοι καὶ προσφωνοῦντες·
«Εἰ καὶ κρίσις ἔρχεται, τέως τερφθῶμεν, καὶ τότε βοῶμεν·
‘Ἄνοιξον’».

12. [ῖ]ψον, ψυχή μου, τὸ ῥῆμα χαμαί, πάτει τὸν νοῦν τῶν ἀπειθούντων·
ἡ κρίσις γὰρ ἐγγίζει, ὡς γέγραπται·
ὁ πατὴρ οὐ κρινεῖ, ἵνα μή τις εἰπῇ
ὅτι οἰκτείρει τοὺς ὑϊοὺς αὐτοῦ·
ὁ υἱὸς δὲ κρινεῖ καὶ δεικνύει ἡμῖν
ἃ δι’ ἡμᾶς ὑπέστη παθήματα,
«Ἐμβλέψατε», βοῶν, «[εἰ] χρεωστῶν τοιαῦτα πέπονθα,
εἰ ἔσχε τις ἀγάπην κατὰ ταύτην ἣν ἔδειξα,
τὴν ψυχήν μου δεδωκὼς ὑπὲρ τῶν φίλων·
καὶ θανατούμενος τοῖς μαθηταῖς μου διεθέμην
καὶ τὰς κλεῖς ἐπίστευσα τῷ Πέτρῳ λέγων· ‘Σὺ ἆρον <βοῶντας· Ἄνοιξον’»>.

13. [] ποταπὸν χαλινὸν καὶ κημὸν οὗτος ὁ λόγος μοι ἐμβάλλει·
οὐκ ἔχω γὰρ πρὸς τοῦτόν τι φθέγξασθαι·
ἐὰν εἴπω Χριστῷ ὅτι «Θέλημα ἦν
καὶ οὐκ ἀνάγκη τοῦ σταυρωθῆναί σε»,
ἀντεπάγει ἐμοί· «Καὶ γὰρ θέλημα ἦν,
ἀλλ’ ὑπὲρ σοῦ ἐγένετο, ἄνθρωπε·
αὐτὸς ἦς χρεωστῶν, ἐγὼ δὲ <σοὶ> οὐκ ἐχρεώστουν.»
Ψυχή μου, σκέψαι λόγον, ἵν’ ἐκεῖσε προσάξωμεν
τῷ Θεῷ ἵν’ ἐν αὐτῷ δικαιωθῶμεν·
ἀλλ’ οὐχ εὑρίσκομεν, εἰ μὴ σκεψάμενοι τρωθῶμεν
καὶ Χριστῷ βοήσωμεν· «Ὁ πάντας θέλων σωθῆναι, καὶ ἡμῖν
ἄνοιξον.»

14. Μάθε, ψυχή μου, τὸν νοῦν τοῦ κριτοῦ, τί ἐβουλεύσατο, τί εἶπεν
τοῖς μαθηταῖς, ἡνίκα διέθετο·
«Μὴ ἐκλίπῃ, φησί, τῶν καρδίων ὑμῶν
ἡ προσδοκία τῆς παρουσίας μου·
μεθ’ ὑμῶν γάρ εἰμι, ἕως οὗ αἱ σποραὶ
αἱ τοῦ αἰῶνος τούτου ἐκλίπωσι·
καὶ ἔρχομαι πάλιν ἀπ’ οὐρανῶν μετὰ δυνάμεως.»
Εἰς τί οὖν κοπιῶμεν; Διὰ τί δὲ μοχθήσαντες
ἐνεβάλομεν οὐδὲν τῷ βαλαντίῳ;
Καὶ εἴθε κοῦφον ἦν καὶ μὴ πεπλήρωτο ἀδικίας·
οὐ γὰρ [ἐνε]πόδισε τῇ διανοίᾳ σχολάζειν τοῦ βοᾶν·
«Ἄνοιξον».

15. νοιξον, κύριε, ἄνοιξόν μοι τῆς εὐσπλαγχνίας σου τὴν θύραν
πρὸ τοῦ καιροῦ τῆς ἀποδημίας μου·
ἀπελθεῖν με γὰρ δ[εῖ καὶ] ἐλθεῖν παρὰ σοὶ
καὶ περὶ πάντων ἀπολογίσασθαι
ὧν ἐν [λό]γοις λαλῶ καὶ ἐν ἔργοις τελῶ
καὶ ἐν καρδίᾳ διαλογίζομαι·
καὶ θροῦς γὰρ γογγυσμῶν τὸ οὖς τὸ σὸν οὐκ ἀποκρύβεται.
«Ἐκ[τή]σω τοὺς νεφρούς μου», ὁ Δαυὶδ ψάλλων κράζει σοι,
καὶ «ἐν τῷ βιβλίῳ σου γέγραπται πάντα»·
ἐν ᾧ τὰ στίγματα ἀναγινώσκ[ων] τῶν κακῶν μου
τῷ σταυρῷ σου χάραξον, ὅτι ἐν τούτῳ καυχῶμαι βοῶν σοι·
«Ἄνοιξον».

16. Ναί, ἀδελφοί μου, τὰ αὐτὰ καὶ ἡμεῖς εἴπωμεν πάντες πρὸς τὸν πλάστην,
ἕως ἔστι πνοὴ ἐν ῥισὶν ἡμῶν,
πρὶν ἐπέλθῃ ἡμῖν ἡ ὀργὴ ὡς ὠδὶν
τῇ ἐν γαστρὶ ἐχούσῃ αἰφνίδιον.
Οὐ γὰρ πλεῖον ἡμῶν οἱ ἐν Τύρῳ κακοὶ
οὐδ’ οἱ ἐν τῷ Καρμήλῳ δεινότεροι·
ὡσαύτως καὶ ἡμᾶς ὀλέσθαι δεῖ, ἐὰν μὴ νήψωμεν·
ἀρκοῦσαν Πτολεμαίοις τὰ συμβάντα εἰς ἔλεγχον
τῆς σκληρότητος ἡμῶν καὶ ἀπειθείας·
μετανοήσωμεν πρὸς τὰ γενόμενα ὁρῶντες,
ἵνα τὰ ἐρχόμενα φύγωμεν, ὅτε ἐν θλίψει βοῶμεν·
«Ἄνοιξον».

17. Οὕτως ἡμῶν ἐσκληρύνθη ὁ νοῦς ὅτι τῶν ἄλλων τὰς συμπτώσεις
ἀκούσαντες οὐδὲν διωρθώσαμεν·
οὐκ ἔστι συνιὼν οὐδὲ εἷς ἐκζητῶν,
ἀλλ’ ἐξεκλίναμεν, ἠχρειώθημεν.
Νινευῖται ποτὲ ἐπὶ μίᾳ φωνῇ
τῇ τοῦ προφήτου μετεμελήθησαν,
ἡμεῖς οὔτε φωνήν, οὔτ’ ἀπειλὴν ἐνενοήσαμεν·
κλαυθμῷ ὁ Ἐζεκίας Ἀσσυρίους ἐτρέψατο
ἐξεγείρας κατ’ αὐτῶν τὴν ἄνω δίκην·
ἰδοὺ Ἀσσύριοι καὶ πρὸ αὐτῶν Ἰσμαηλῖται
ᾐχμαλώτευσαν ἡμᾶς, καὶ οὐκ ἐκλαύσαμεν οὔτε βοῶμεν·
«Ἄνοιξον».

18. ψιστε δέσποτα, πάντων κριτᾶ, τὶ τῶν ἡμῶν μὴ περιμείνῃς·
οὐ χρεία γὰρ σοὶ τῶν ἀγαθῶν ἡμῶν,
ὅτι ἔγκειται πᾶς [ἐπὶ] τὰ πονηρὰ
καὶ διανοίᾳ καὶ τῷ θελήματι.
Διὰ τοῦτο, [σωτήρ], τὰς ἡμέρας ἡμῶν
κατὰ τὸ θέλημά σου διοίκησον,
μὴ [μέν]ων τὴν ἡμῶν ἐπιστροφήν· οὔτε γὰρ ἔρχεται·
κἂν ἔλθῃ [εἰ]ς ὀλίγον, οὐκ ἐμμένει εἰς τέλειον,
ὡς τὸ σπέρμα τὸ πεσὸν [κατ]ὰ τὰς πέτρας·
ὡς χόρτος δώματος πρὶν ἀναβῆναι [ἐξ]ηράνθη·
ἀλλ’ ἐφάπλωσον ἡμῖν τοὺς οἰκτιρμούς σου καὶ [πᾶσι]ν τοῖς βοῶσιν·
Ἄνοιξον.

~•~