Ο Ποιητής ανάμεσα στο Μύθο και το Μήνυμα

Συμβολή στην ερμηνεία του Οιδίποδα Τύραννου[1]

της ΖΩΗΣ ΜΠΕΛΛΑ-ΑΡΜΑΟΥ

…χαριέντως δὲ  Τ ύ ρ α ν ν ο ν  ἅπαντες αὐτὸν
ἐπιγράφουσιν, ὡς ἐξέχοντα πάσης τῆς
Σοφοκλέους ποιήσεως…

Οι Αλεξανδρινοι (Cod. Laurentianus 32, 9)

O Οιδίπoυς Τύραννος διατηρεί αδιάκοπα ανοιχτό τον διάλογο γύρω από το κείμενο και τις καλλιτεχνικές του σκοπιμότητες.[2] Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου θα εκθέσω, μερικούς συλλογισμούς, πρώτα σ᾿ επίπεδο κοινωνικού υποστρώματος (κοινωνικών «όρων», τους οποίους η τραγωδία προϋποθέτει), κι έπειτα θα μείνω σε ορισμένες «κορυφώσεις» του.[3]

1. Γενικὴ Θεώρηση

Η τραγική μοίρα του Οιδίποδα διαγράφεται πριν απ᾿ τη γέννησή του και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός ολόκληρου μυθολογικού κύκλου, ανελισσόμενου διαμέσου αλλεπάλληλων καταστροφών. Αφετηρία της: μια πρώτη «ἁμαρτία», που επισύρει βαριά την τιμωρία και κληροδοτεί συμφορές για τις επόμενες γενιές. Από εδώ θα ορμηθούμε, ορίζοντας την ουσία εκείνου του πρώτου αμαρτήματος, που διαπράττεται από τον πατέρα τού Οιδίποδα και προδικάζει τον αφανισμό τόσο του ίδιου όσο και των απογόνων Λαβδακιδών.

Προηγουμένως μια παρένθεση: Όλα τα πρόσωπα στην αρχαία ελληνική μυθολογία συνιστούν σύμβολα που, σε μια φάση πρωταρχική, προσωποποιούν φυσικά φαινόμενα και καταστάσεις, περιγραφόμενες ή και αδρομερώς ερμηνευόμενες μέσ᾿ απ᾿ τις περιπέτειες των ηρώων. Έτσι, ο Χρύσιππος (ο «ἔχων χρυσοῦς ἵππους») είναι ο ήλιος, σύμβολο που επέζησε μέχρι σήμερα, ενώ ο Λάιος (βλ. και σε σημερινές ντοπιολαλιές το επίθ. λάγιος) είναι ο  σ κ ο τ ε ι ν ό ς .[4] Σε μιαν αρχική λοιπόν ερμηνεία του, ο μύθος αποδίδει την εναλλαγή μέρας και νύχτας. Σ᾿ ένα δεύτερο επίπεδο ερμηνείας όμως, οι ίδιοι ήρωες αποχτούν μια παραπέρα συμβολική διάσταση: καθίστανται φορείς ηθικών αξιών και, διαμέσου των περιπετειών τους, επιχειρείται μελέτη πάνω στα ανθρώπινα προς εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων σχετικά με την κοινωνική εξέλιξη, τα στάδια και τους νόμους της, καθώς και σχετικά με τις αξίες όπου εδράζεται η συνοχή της ομάδας.[5] Τις περισσότερες φορές η προσαρμογή στο νέο περιεχόμενο είναι τέλεια· άλλοτε απαιτείται ωστόσο να προστρέξουμε στον αρχικό συμβολισμό, προκειμένου να κατανοήσουμε ορισμένες λεπτομέρειες (όπως λ.χ. το όνομα Ιοκάστη)· κι άλλοτε πάλι βρίσκουμε ενσωματωμένα στοιχεία εντελώς καινούργια, που δεν απαντούν στην πρώτη ύλη του μύθου. [Κλείνει η παρένθεση]

Σύμφωνα με το μύθο,[6] ο Λάιος, νέος ακόμη, υπέκυψε στο πάθος του για τον νεαρό Χρύσιππο και τον απήγαγε χωρίς την άδεια του πατέρα του Πέλοπα. Η πράξη αυτή συνιστούσε ανομία όχι για το πρώτο μέρος της, την παιδεραστία (σε γενικές γραμμές αποδεκτή στο πατριαρχικό δίκαιο), αλλά για την αυθαιρεσία της αρπαγής: ο απαγωγέας είχε παραβιάσει το πατριαρχικό δίκαιο,  που θέλει τον πατέρα ρυθμιστή της τάξης, ακόμα και στην περίπτωση του έρωτα − είναι ο τρόπος να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος, και σ’ αυτό αποσκοπεί ολόκληρος ο ηθικός μας κώδικας. Ο Πέλοπας, με τη σειρά του, δεν καταφεύγει στην αυτοδικία (έθος μιας παλιότερης εποχής): την ικανοποίηση του πατέρα και την τιμωρία του παραβάτη, την αποκατάσταση γενικότερα της διασαλευμένης ηθικής τάξης, αναλαμβάνει ο Θεός,[7] όπου καταφεύγει ικέτης ο αγνοημένος πατέρας. Στον άνομο, που ενήργησε αυθόρμητα κι αυτόβουλα, χωρίς να υπολογίσει τα «θέσμια», επιρρίπτεται φοβερός χρησμός: μέλλει να τιμωρηθεί από τον ίδιο του τον γιο.

Πολύ νωρίς οι ιερείς και τα πρώτα ιερατεία εννόησαν πως, αν ήθελαν να κρατήσουν υπό την εύθραυστη εξουσία τους τις μάζες, όφειλαν να επενδύσουν θεολογικά τον κύριο κορμό του κοινωνικού οικοδομήματος, να τον εξαρτήσουν από το «θεῖον», και μέσω ενός θεού παντογνώστη και παντοδύναμου να απειλήσουν αποτελεσματικά τον όποιο παραβάτη. Το «θεῖον» εδώ αντιπροσωπεύεται από τον Απόλλωνα· και ο χρησμός του αποδεικνύεται αναπόδραστος: παρά τις προφυλάξεις και τις αποτρεπτικές προσπάθειες του Λάιου, ο γιος γεννιέται, για δυστυχία δική του και όλης του της οικογένειας· είναι αυτός που επιφορτίζεται από μαύρο ριζικό να τιμωρήσει τους γονείς του (φονιάς του πατέρα, σύζυγος της μητέρας: πατροκτόνος κι αιμομίκτης). Και δεν αρκεί που διορίζεται άθελά του τιμωρός-εκδικητής για λογαριασμό του θεού· οι πράξεις του, μολονότι εκπληρώνουν τη θεία βούληση, στρέφονται αυτόματα και εναντίον του ιδίου, γιατί είναι ανόσιες: προκαλούν ξανά ανατροπή της κοινωνικής τάξης, και ζητούν νέα κάθαρση. Έτσι, βλέπουμε μια παραβίαση να μην αποκαθαίρεται με μια (τρομερή πράγματι) εξαγορά, μα να ανοίγει έναν ολόκληρο κύκλο από συμφορές, που χτυπούν τη μια γενιά μετά την άλλη στο εσωτερικό της ίδιας άτυχης οικογένειας.

~.~

Οι πνευματικοί άνθρωποι κάθε εποχής επωμίζονται τον ρόλο του αμφισβητία ή του υποστηρικτή τού εκάστοτε κατεστημένου. Έτσι και ο ποιητής του Οιδίποδα. Ο Thomson με εξαιρετική ευστοχία και καθαρότητα έχει αποδείξει[8] ότι «το ακροατήριο στα Μεγάλα Διονύσια (όπου πρωτοδιδάχτηκε και η τραγωδία, κάπου μέσα στη δεκαετία του 420 π.Χ.) ήταν η ίδια η κοινότητα, που συνερχόταν για την τέλεση μιας συλλογικής τελετουργικής πράξης […]. Οι πολίτες της Αθήνας έστεκαν μάρτυρες της ιστορίας του πολιτισμού τους, που αποκορυφωνόταν σ᾿ ένα ιερό πανηγύρι». Και δεν διστάζει να πει πως ο Αισχύλος «θυσίασε» μιαν ολάκερη τριλογία στην υπεύθυνη αυτή αποστολή, επισημαίνοντας το «βαθύ ιστορικό περιεχόμενο της Ορέστειας».[9] Όμοια κι ο Σοφοκλής στηρίζεται στην παράδοση, αναδεύοντας με σταθερές κινήσεις το πλούσιο μυθολογικό υλικό που του προσφέρεται. Τα στοιχεία αναπλάθονται κι η μυθική προοπτική διευρύνεται: στόχος του είναι η αγωγή μιας κοινωνίας, που (α´) νιώθει υπεύθυνος για την ευνομία της και (β´) «κοινωνεί» των αρχών της. Έχει λοιπόν χρέος να εντοπίσει τους κινδύνους που απειλούν τα άτομα στη συνύπαρξή τους, να καλλιεργήσει τις «θετικές» αξίες, να στηρίξει το κοινωνικό οικοδόμημα (τη σχετικά νεόδμητη ακόμη τότε «κοινωνία των πατεράδων»). Είναι, κατά συνέπεια, ευεξήγητο το γεγονός ότι το αρχαίο θέατρο αποκλήθηκε «σχολεῖον», όπου η Πολιτεία προσκαλούσε τους πολίτες συστηματικά να παρακολουθήσουν δωρεάν τα δρώμενα. Το υπαγόρευε ύψιστη κοινωνική και πολιτική σκοπιμότητα. Πώς αλλιώς, προκειμένου για καιρούς όπου ένα ρευστό κι αρτιγέννητο σύστημα μοχθεί να σταθεροποιηθεί και να αποχτήσει τη δομή που θα εξυπηρετούσε ανετότερα τις λειτουργίες του; Κάτω απ᾿ αυτό το πρίσμα, ο Σοφοκλής, όπως βέβαια κι ο Αισχύλος, είναι ποιητής κ ο ι ν ω ν ι κ ό ς και π ο λ ι τ ι κ ό ς : αντικείμενό του είναι τα κοινωνικά προβλήματα· κι εργαλείο του ο μύθος, με τις απειράριθμες συμβολικές προεκτάσεις που παίρνει τις ελευθερίες να του προσδώσει, κατατείνοντας προς το αισθητικό κατόρθωμα του δραματικού ποιήματος, όπου αλήθεια και ψέμα, πραγματικότητα και φαντασία, μύθος και ιστορία πλέκονται αξεχώριστα.

Αξιοποιώντας τα στοιχεία του μύθου και λαβαίνοντας υπόψη τόσο τα ιστορικά δεδομένα της εποχής όσο και τη θέση του Σοφοκλή μέσα στη συγκαιρινή του Αθήνα, μπορούμε μάλλον αβίαστα να συγκλίνουμε σε κάποια συμπεράσματα σχετικά με τους στόχους του ποιητή και το μήνυμα του έργου – ενός έργου που, οπωσδήποτε, πολύ απέχει απ᾿ το να εκληφθεί ωσάν μάθημα πολιτικής αγωγής. Περιγράφοντας ο Τραγικός το άφευκτο γραφτό του ήρωά του, ζωγραφίζοντας με πινελιές αδρές μεγάλου τεχνίτη  δ ι π λ ή  τη φύση του («μικρός» και «μέγας», θεός κι ένα τίποτα[10]), διαπιστώνει την τραγικότητα της ανθρώπινης παρουσίας πάνω στη γη και καταγίνεται, με υψηλή συναίσθηση της αποστολής του ως πνευματικού ταγού, να συνθέσει ως πρόταση προς το κοινό του μια στάση ζωής που θα ενισχύει, όχι το μηχανισμό του συστήματος (ή μόνον αυτόν), αλλά τον ίδιον τον άνθρωπο στον αγώνα του να επιβιώσει μέσα στον πολιτισμό – το έργο των χεριών του.

2. Μια Περιδιάβαση του Κειμένου

Η τραγωδία αρχίζει μιλώντας για το θανατικό: τη ζοφερή ατμόσφαιρα που εξαπλώνεται σε όλη την πολιτεία εξαιτίας του λοιμού. Χρησμός που έρχεται απ᾿ το Μαντείο κάνει λόγο για «μίασμα» και για ανάγκη καθαρμού: ο λαός πληρώνει το κόστος μιας ανόσιας πράξης· και για να απαλλαγεί από τη νόσο, να λυτρωθεί απ᾿ το αμάρτημα, το «θεῖον» χρειάζεται την κάθαρση ώστε να εξευμενιστεί.[11] Το κακό, μ᾿ άλλα λόγια, έχει ξεφύγει από τους δράστες του, και η επιδημία μαστίζει όλο τον λαό. Ας το σχηματοποιήσουμε: Το ανοσιούργημα που ενδέχεται να διαπράξει κάποιος ως άτομο, εντελώς προσωπικά, δεν περιορίζεται στον ίδιον μοναχά· μα φτάνει σαν απλό προηγούμενο, για να συμπαρασύρει κι άλλους, και στην ευθύνη και στον κολασμό. Αλλά, τότε, τι γίνεται η υποσχεμένη αρμονική συμβίωση, το απαραβίαστο της ατομικότητας, ο αλληλοσεβασμός, και οι λοιπές αξίες που διέπουν τον κοινωνικό ιστό; Τότε, απλούστατα, δε μένει παρά η παραδειγματική τιμωρία του ενόχου, που θα λειτουργήσει καθαρτικά, αποκαθιστώντας την τάξη και κατευνάζοντας την αναταραχή.

Ο Λάιος δεν τιμωρείται άμεσα για την ασέβειά του· η τιμωρία του αναβάλλεται για το μέλλον. Βρισκόμαστε στο πλαίσιο της κληρονομημένης ενοχής, που καθόρισε την αρχαϊκή σκέψη και συνέδεσε οργανικά τα μέλη, όχι μόνο μιας οικογένειας, αλλά πολλών διαδοχικών γενιών.

Ο Dodds, που θεωρεί τον Σοφοκλή ως τον τελευταίο μεγάλο υπέρμαχο της αρχαϊκής εκδοχής για τον κόσμο, γράφει: «ήταν αυτός που εξέφρασε την πλήρη τραγική σπουδαιότητα των παλαιών θρησκευτικών θεμάτων στις πιο ανεξήγητες και χωρίς ηθικοποίηση μορφές τους –την καταθλιπτική αίσθηση της ανθρώπινης αμηχανίας ενώπιον του θεϊκού μυστηρίου και της  ά τ η ς   που ακολουθεί όλα τα ανθρώπινα επιτεύγματα– και ο οποίος έκαμε όλες αυτές τις σκέψεις μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του δυτικού ανθρώπου».[12]

Η αρχαϊκή σκέψη, μη μπορώντας να εξηγήσει τα τόσα –άλυτα εξάλλου ακόμη σήμερα– παράδοξα του κόσμου, αναζητά στην επενέργεια μιας θεότητας την «εύκολη» (;) λύση: το «θεῖον» είναι η εξήγηση-κλειδί. Βέβαια το αποκαλεί «φθονερόν τε καὶ ταραχῶδες»[13] και το θεωρεί υπεύθυνο για κάθε ανθρώπινη «μεταβολή», αλλά για τον αρχαϊκό Έλληνα η πίστη αυτή διακρίνεται από ψυχραιμία και νηφαλιότητα.[14] Στην πορεία όμως, καθώς προχωρούμε προς την κλασική εποχή, οι εκπρόσωποι της μεγάλης αρχαϊκής παράδοσης αρχίζουν ν᾿ αντικρίζουν με πίκρα και απελπισία τη ματαιότητα των «ανθρωπίνων», οδηγούμενοι έτσι και σε μια θεώρηση του κόσμου βαθύτατα τραγική. Εδώ συναντούμε τον Σοφοκλή – κι ο ευαίσθητος άνθρωπος της Δύσης δε θα πάψει ποτέ να συγκινείται από το λυπημένο του τραγούδι:[15]

εὐδαίμονες οἷσι κακῶν ἄγευστος αἰών,
οἷς γὰρ ἂν σεισθῇ θεόθεν δόμος, ἄτας
οὐδὲν ἐλλείπει γενεᾶς ἐπὶ πλῆθος ἕρπον…

Αλλά η αρχαϊκή σκέψη είχε κιόλας ηθικοποιήσει τον φθόνο, και ο Δίας είχε μεταμορφωθεί σε φορέα της δικαιοσύνης – πάλι ο Dodds: «Δεν χρειάζεται καθόλου να αναφέρω πως αρχικά θρησκεία και ηθική δεν ήσαν αλληλοεξαρτώμενα στην Ελλάδα ή αλλού· είχαν δικές τους ξεχωριστές ρίζες. Υποθέτω πως, μιλώντας πολύ γενικά, η θρησκεία αναπτύχθηκε από τη σχέση του ανθρώπου με το καθολικό του περιβάλλον, η ηθική από τη συναναστροφή του με τους συνανθρώπους του. Όμως, αργά ή γρήγορα, έρχεται στους περισσότερους πολιτισμούς εποχή πόνου και δυστυχίας, όταν οι πολλοί άνθρωποι αρνούνται να ικανοποιηθούν με την άποψη του Αχιλλέα, πως δηλαδή “σαν είναι ο Θεός στον ουρανό, όλα πάνε στραβά στη γη”. Ο άνθρωπος προβάλλει μέσα στο κοσμικό σύμπαν την αρτιγενή του απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη· κι όταν από το απώτερο διάστημα η μεγεθυμένη ηχώ της ίδιας του της φωνής γυρνά πίσω σ᾿ αυτόν υπόσχεση τιμωρίας για τους ένοχους, ο άνθρωπος αντλεί απ᾿ αυτό θάρρος και ασφάλεια».[16]

Έτσι παραλαμβάνει τους θεούς ο Σοφοκλής: μέσα στον κοινωνικό προσδιορισμό και προορισμό τους. Οι θεοί ούτε παραμερίζονται ούτε καταργούνται· παύουν βέβαια να είναι οι αυθαίρετες δυνάμεις του παλιού κόσμου, γίνονται όμως οι προστάτες της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ουδεμία παραβίαση έξω απ᾿ τη δικαιοδοσία και τον έλεγχό τους: οι παραβάτες τιμωρούνται και μάλιστα η ενοχή τους κληρονομείται, στο πλαίσιο μιας «οικογενειακής αλληλεγγύης».[17] Κατά πάσα πιθανότητα, ο θρησκευτικός νόμος έντυσε (κάλυψε ηθικά) τον κοινωνικό και τον ισχυροποίησε.

Θα έρθουν αργότερα οι σοφιστές, σημαίνοντας με την εμφάνισή τους τη νέα εποχή του ορθολογισμού, για να χτυπήσουν αυτό το ανειλικρινές και πολυσύνθετο οικοδόμημα – και θα το σείσουνε στ᾿ αλήθεια από τα θεμέλια. Ο Σοφοκλής αυτόκλητα θα τους αντιταχθεί με όλη του τη μανία έως το θάνατό του. Την ανυποχώρητη πολεμική του ενάντια στους σοφιστές θα τη συναντήσουμε σε όλα του τα δράματα· στον Οιδίποδα Τύραννο πάντως μπορούμε να σταματήσουμε λ.χ. στους λυρικότατους στίχους του δεύτερου χορικού:

μέγας ἐν τούτοις θεὸς οὐδὲ γηράσκει (872)
θεὸν οὐ λήξω ποτὲ προστάταν ἴσχων (882)

– το δίχως άλλο υπέροχες δηλώσεις πίστης, σε καιρούς όπου, καθώς κι ο ίδιος λίγο παρακάτω ομολογεί,

«ἔρρει τὰ θεῖα» (910).

Επανερχόμαστε στο ζήτημα της κληρονομημένης ενοχής – του Οιδίποδα, που, προσπαθώντας να γνωρίσει την αλήθεια, θα προβεί σε εγκλήματα χειρότερα. Εύλογα κανείς αναρωτιέται: ποια είναι λοιπόν η ηθική ευθύνη του ήρωα για πράξεις προκαθορισμένες, κι όταν με τόση απελπισία επιπλέον κόπιασε να τις αποφύγει;

Παίρνοντας με τη σειρά τα γεγονότα στην εξέλιξή τους, βλέπουμε πως ό,τι τελικά έβλαψε τον Οιδίποδα ήταν η απώλεια της ψυχραιμίας και της αυτοκυριαρχίας του, η υπεροψία, η άμετρη αυτοπεποίθηση, ο εγωισμός. Δεν έχουμε παρά να προσέξουμε τη σκηνή της σύγκρουσης με τον Τειρεσία στο Α΄ επεισόδιο, τη συνομιλία με τον Κρέοντα στην αρχή τού Β΄, ή την περιγραφή της συνάντησής του με τον Δία (σττ. 800-812).

Ο Οιδίποδας δεν φάνηκε «φρόνιμος»· που πάει να πει: δε συγκράτησε τα πάθη του, δεν έλαβε υπόψη του τα «δύσκολα» όπου βρέθηκε, ή τις προειδοποιήσεις. Άτομο ευέξαπτο, άφησε το εσωτερικό του βλέμμα να τυφλωθεί και το πνευματικό του φως να εξασθενίσει. Ο Απόλλωνας τον είχε με χρησμό του ειδοποιήσει για τα μελλούμενα σφάλματα: αν ήταν συνετός, όφειλε να αποφύγει κάθε φονικό και κάθε γάμο με γυναίκα μεγαλύτερή του. Τα έκανε και τα δυο. Κι όχι γιατί στην κρίσιμη στιγμή της απόφασης αμφισβητούσε, ας πούμε, το αναπόφευκτο του θεϊκού χρησμού, αλλά γιατί οι παρορμήσεις –οργή κατά τη συνάντηση με το γερο-Λάιο, χαρά μετά τη λύση του αινίγματος– δεν του αφήνουν περιθώριο να σκεφτεί. Στις οριακές ετούτες περιστάσεις, η φρόνηση τον εγκαταλείπει· ιδού το μέγα σφάλμα του, η «αμαρτία» που εξαιτίας της πάσχει – και ο Αριστοτέλης δεν παραλείπει να το υπογραμμίσει. Για τον κακορίζικο άφρονα, η ευημερία στάθηκε εφήμερη και ψεύτικη: ο χρόνος τού επιφύλασσε την πιο μεγάλη δυστυχία.[18]

Αλλά πού παραπέμπουν όλ᾿ αυτά τα ανομήματα; Οι μυθολογικοί συμβολισμοί τους ποιες αλήθειες υποκρύπτουν; Απ᾿ όσο ξέρουμε, ο θηβαϊκός κύκλος ανελίσσεται με βάση τον παλαιό νόμο της patria potestas, όπου ορίζεται ο λόγος να ανήκει στον πατέρα-αφέντη κι όλοι οι υπόλοιποι να έχουν μόνο καθήκοντα. Κάθε απόπειρα ανατροπής του νόμου τούτου συναντούσε αυτόματα την αντίδραση της κατεστημένης πια πατριαρχικής τάξης, κι «έχουμε πολλές ιστορίες στις οποίες η κατάρα του πατέρα δημιουργεί φοβερές συνέπειες –ιστορίες όπως εκείνες του Φοίνικα, του Ιππόλυτου, του Πέλοπα και των γιων του– όλα αυτά, θα λέγαμε, τα υπόλοιπα μιας σχετικά ύστερης εποχής, όταν η θέση του πατέρα δεν ήταν εντελώς ασφαλής. Υπαινικτική μ᾿ ένα διαφορετικό τρόπο είναι η βάρβαρη ιστορία του Κρόνου και του Ουρανού […]. Εδώ η μυθολογική προβολή των ασυνείδητων επιθυμιών είναι σίγουρα διαφανής […]. Με την άνοδο της Σοφιστικής Κίνησης η σύγκρουση σε πολλές οικογένειες έγινε εντελώς συνειδητή. […] η εξουσία του πατέρα φαίνεται να χρειάζεται την υποστήριξη μιας ηθικής κύρωσης…».[19] Ο πατροκτόνος γιος του μύθου είναι προφανώς λοιπόν ο νέος άνθρωπος που επιθυμεί να περιορίσει την εξουσία του πατέρα, να ξεφύγει από τον έλεγχο, να χαράξει το δικό του δρόμο (σύγκρουση στο τρίστρατο)· ο πατέρας, φυσικά, δεν του παραδίδει εύκολα το «σκήπτρο»: χρειάζεται αγώνας – μέχρι θανάτου.

Όσο για το γάμο, τώρα, του Οιδίποδα με την Ιοκάστη, αυτός φαίνεται πράγματι να εκφράζει μιαν άλλη καταπιεσμένη επιθυμία – που ο ίδιος ο Σοφοκλής δεν διστάζει να παραδεχθεί στα περίφημα λόγια της μάνας-συζύγου (σττ. 981-982):

πολλοὶ γὰρ ἤδη κἀν ὀνείρασιν βροτῶν
μητρὶ ξυνηυνάσθησαν.

Η αιμομιξία ωστόσο θεωρούνταν «αἰσχρῶν αἴσχιστον»[20] στην κλασική εποχή, και ήταν απαραίτητη, όχι μόνο η συγκάλυψη, αλλά και η πλήρης καταστολή. Γι᾿ αυτό κι ο αιμομίκτης, καθώς και ο πατροκτόνος, πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρά.[21]

Προεκτείνοντας την παραπάνω θεώρηση του τραγωδιοποιημένου μυθολογικού υλικού, ο Bornemann παρατηρεί: «Όταν ο Οιδίποδας παντρεύεται τη μητέρα του την Ιοκάστη, η τιμωρία του γίνεται το επίκεντρο της σύγκρουσης ανάμεσα στο πατρογραμμικό και το μητρογραμμικό σύστημα».[22] Πράγματι, δεν είναι τυχαίο το ότι ο ήρωας για να τυφλωθεί αποσπά τις πόρπες της Ιοκάστης και στα μάτια του καρφώνει τις περόνες. Και το όργανο και η ενέργεια μας οδηγούν στο «σκεπασμένο κόσμο» του μύθου,[23] ενώ δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για τον σεξουαλικό συμβολισμό. «Η αφιέρωση της πόρπης […] που συγκρατεί το φόρεμα […] σημαίνει την είσοδο στο γάμο […]. Το κλειστό φόρεμα ανοίγεται. Η πόρπη, πρωτύτερα σύμβολο της αγνότητας, γίνεται τώρα έμβλημα του γάμου. Ο κύκλος που διασχίζεται από την καρφίτσα παριστάνει τα δυο φύλα που ενώνονται για να τεκνοποιήσουν».[24]

Άρα, συνοψίζουμε, το πρόβλημα της τάξης (που διασαλεύεται) είναι πρόβλημα του συστήματος (που απειλείται), δηλ. της πατριαρχίας,[25] που για να κατοχυρωθεί ανατίθεται στην προστασία ενός θεού –του Απόλλωνα, στην περίπτωσή μας[26]–χρεωμένου με τον ρόλο του άγρυπνου φρουρού και μοναδικού συνάμα γνώστη της κάθε λειτουργίας μέσα στο σύστημα (αντιστοιχώντας έτσι με ό,τι σήμερα θα ονομάζαμε συλλογικό υποσυνείδητο). Και ο πιο προικισμένος ή χαρισματικός άνθρωπος είναι ασήμαντος μπρος στη σοφία αυτού του συστήματος, που πρέπει με κάθε θυσία να εδραιωθεί· και ο Οιδίποδας στέκει μάρτυρας της ασημαντότητας, διδάσκοντας επιπλέον τον κίνδυνο οποιασδήποτε παρέκκλισης.

Άλλωστε μήτε ο τραγικός ήρωας επιδοκιμάζει πουθενά τα ανόσια έργα του. Στην αρχή τον ακούμε να καταριέται ανύποπτος τον δράστη (σττ. 246-275),[27] και προς το τέλος (σττ. 1329-1332), αφού γίνει αποδεκτό πως ο Απόλλωνας κανόνισε το σύστημα (της πατριαρχίας) και μόνο εκείνος δύναται τη δύναμή του να προβλέπει, τότε πάλι παραδέχεται πως αυτοτιμωρήθηκε αναγνωρίζοντας ότι διέπραξε ανόσια πράξη – που σημαίνει πως ούτε κι ο ίδιος, ο ασυνείδητος (έστω) ανατροπέας, δεν αποδέχεται τη διασάλευση της ηθικής τάξης και της κοινωνικής ισορροπίας· και γι’ αυτό ίσως, σ᾿ όλη την προηγούμενη ζωή του, ο Οιδίποδας διατελεί σε πλήρη άγνοια ως προς την αλήθεια: θαρρείς κι ο ποιητής αφήνει να εννοηθεί ότι μόνον η άγνοια μπορεί να επιτρέψει τέτοιες τολμηρές κινήσεις, άγνοια όχι απλά κάποιων συγγενικών δεσμών, μα των αδήριτων εντέλει νόμων που υποβαστάζουν την κοινωνική δομή και που δεν προβλέπουν πουθενά παροπλισμό της φρόνησης. Αυτή είναι η γνώση που αποχτά ο άλλοτε παρορμητικός Οιδίποδας, η φώτιση που επέρχεται με την τύφλωσή του: στην εποχή της ώριμης ακμής του ανακαλύπτει ότι έπαιξε δυο ρόλους αντίδρομους κι αντίμαχους, κι ότι βρίσκεται μέσα στην ίδια τάξη πραγμάτων που ανέτρεψε δυναμικά όταν ήταν νέος – όλα, αρχή και τέλος, άθελά του! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη συντριβή απ’ αυτή την τραγική συνειδητοποίηση, όχι για τον ανίδεο βαστάζο του κατεστημένου, μα για τον τολμηρό και πρωτοπόρο επαναστάτη.

~.~

Μια παρένθεση στο σημείο αυτό ας καταλάβει ένα εκτενές απόσπασμα απ᾿ το συγκινημένο έργο του Bonnard.[28] Μιλάει βέβαια για τον Οιδίποδα Τύραννο (όλες οι υπογραμμίσεις δικές μου):

Δεν υπάρχει τραγωδία λιγότερο ψυχολογική και περισσότερο  φ ι λ ο σ ο φ ι κ ή  απ᾿ αυτήν. Πρόκειται εδώ για την τραγωδία του ανθρώπου μέσα σ᾿ όλη του την ανθρώπινη ισχύ, που έρχεται αντιμέτωπος  μ᾿ Α υ τ ό  που, μέσα στο σύμπαν, τον αρνιέται […]. Τι λαβή ένας τέτοιος άνθρωπος σαν τον Οιδίποδα μπορεί να δώσει στη μοίρα; Το γεγονός μονάχα ότι είναι άνθρωπος, και ότι η ανθρώπινη δράση του υπόκειται στους  ν ό μ ο υ ς  του κ ό σ μ ο υ  που κυβερνούν τη ζωή μας. Το φταίξιμο του Οιδίποδα είναι άσχετο από τη θέλησή του. Το  σ ύ μ π α ν  δεν ασχολείται μ᾿ αυτά, δεν νοιάζεται για τις καλές ή κακές μας προθέσεις, για την ηθική που φτιάξαμε στα δικά μας μέτρα. Το σύμπαν δεν ασχολείται παρά με την πράξη αυτή καθαυτή, για να την εμποδίσει να διαταράξει τη δική του τάξη […]. Η  π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α  είναι ένα σύνολο. Κάθε ανθρώπινη πράξη βρίσκει μέσα σ᾿ αυτό το σύνολο την απήχησή της. Ο Σοφοκλής έχει έντονο το αίσθημα του νόμου της  α λ λ η λ ε γ γ ύ η ς, που ενώνει, είτε το θέλει είτε όχι, τον άνθρωπο με τον κόσμο […]. Η γνώση μας δεν είναι πλήρης, αφού ο κόσμος όπου είμαστε υποχρεωμένοι να δρούμε για να εξασφαλίσουμε την ύπαρξή μας είναι για μας, στο  μ υ σ τ ι κ ό   τ ο υ   μ η χ α ν ι σ μ ό, ακόμη σχεδόν εντελώς σκοτεινός […]. Η τύφλωσή του κάνει φανερή την άγνοια του ανθρώπου […]. Και υψώνεται σε μιαν άλλη γνώση, στη γνώση της παρουσίας γύρω μας ενός  ζ ο φ ε ρ ο ύ   κ ό σ μ ο υ. Η γνώση αυτή του  σ κ ο τ ε ι ν ο ύ   παύει να είναι τύφλωση· είναι βλέμμα […] Στο τέλος του δράματος βγάζοντας τα ανθρώπινα μάτια του, ο Οιδίποδας δε φανερώνει μόνο πως  ο   θ ε ό ς   « ὁ ρ ᾷ », αλλά αποκτά ο ίδιος ένα  δ ι κ ό   τ ο υ   φ ω ς   που του επιτρέπει να βλέπει το σύμπαν τέτοιο που είναι και, πράγμα αναπάντεχο, να εξακολουθεί να διαδηλώνει μέσα σ᾿ αυτό την ανθρώπινη  ε λ ε υ θ ε ρ ί α  του.

Η ερμηνεία του Bonnard συνδέει το θρησκευτικό με το κοινωνικό στοιχείο, εισηγούμενη μιαν αναλογία τους που δε γίνεται μονομανής ή «εξαρτημένη» – κι αποτελεί οπωσδήποτε την τελευταία ψηφίδα που χρειαζόμαστε, για μια συνθετικότερη παρουσίαση των συλλογισμών μας.

3. Η Καλλιτεχνική Σκοπιμότητα

Σίγουρα ο Οιδίποδας Τύραννος σε μια πρώτη προσέγγιση φαντάζει έργο προπάντων θεολογικό. Είναι όμως στην ουσία του ένα έργο  κ ο ι ν ω ν ι κ ό, που επιχειρεί βαθιές ιστορικοκοινωνικές τομές και προτείνει ένα «σχέδιο», το «σχέδιο» του ποιητή για την πορεία της ατομικότητας μέσα σε μιαν ευνομούμενη πολιτεία∙ ένα έργο βαθιά  α ν θ ρ ω π ο κ ε ν τ ρ ι κ ό, όπου το κατεξοχήν υπαρξιακό ερώτημα «Ποιος είμαι;» δεν αφορά μονάχα και δεν περιορίζεται στην καταγωγή, αλλ᾿ επεκτείνεται ώς την κατανόηση της τρέχουσας ζωής κι ώς τη σύλληψη των όρων που την εξασφαλίζουν από τους κινδύνους.

Ο άνθρωπος δεν έρχεται αντιμέτωπος με κάτι αόρατο και υπερφυσικό, όπως υπονοεί με τον όρο «Αυτό» ο Bonnard, αλλά με τον ίδιο τον πολιτισμό – απόρροια των λογικών λειτουργιών του ανθρώπου και της δημιουργικής και συγκινησιακής έφεσής του. Ο πολιτισμός συνιστά νίκη του ανθρώπου πάνω στα πάθη του (πολέμιοι και υπερασπιστές, κανείς πια δεν αντιλέγει)· τούτο όμως δε συνεπάγεται και οριστική απαλλαγή από άλογες ή κατώτερες επιθυμίες, που του επιβάλλονται περισσότερο ή λιγότερο συχνά, ανατρέποντας την ορθοφροσύνη και παραμερίζοντας τη σύνεση. Η συλλογική δράση των συνόλων και το προκύπτον πολιτισμικό προϊόν υπερβαίνουν τις επιμέρους ατομικές πορείες, έτσι ώστε ο κάθε άνθρωπος –κι ακριβώς λόγω της ανθρώπινης ιδιότητάς του– έρχεται σε σύγκρουση με την τάξη πραγμάτων, την καθιερωμένη απ᾿ το συλλογικό σώμα ως ηθική. Κι είναι τότε το κοινωνικό τούτο οικοδόμημα, διάφορο βέβαια σε κάθε εποχή (ώς ένα βαθμό φυσικά, μέσα στην ιστορία της πατριαρχίας – «σύμπαν» και «κόσμος» στην ερμηνεία του Bonnard), που αντιστέκεται στη διατάραξή του· και με τους θεσμούς του ελέγχει τα πλήθη, περιορίζει τις αλόγιστες ορμές και τις άκριτες επιθυμίες, επιβάλλει τέλος την καλλιέργεια των αξιών και το σεβασμό των αχών που το στηρίζουν, ανάλογα με την εκάστοτε ιστορική φάση. Τέτοιο το είδος της «αλληλεγγύης», δηλαδή της αλληλεξάρτησης, που συνέχει το κοινωνικό σώμα και δένει τον άνθρωπο με τον κόσμο και την πραγματικότητα. Ο περίπλοκος τούτος μηχανισμός του συστήματος, που εκφεύγει των άμεσων ανθρώπινων αντιλήψεων, είναι ο «ζοφερός, σκοτεινός κόσμος». Γιατί λ.χ. η οξύνοια, που μπορεί ν᾿ ανοίξει αληθινά δρόμους μεγάλης δόξας στα προικισμένα άτομα, διόλου εξασφαλισμένα κι άσφαλτα δεν οδηγεί πάντοτε στην ευημερία. Η αλαζονική αυτοπεποίθηση (που ως «έλλειψη σύνεσης» υπήρξε η αμαρτία του Οιδίποδα) κάνει τον νου να ξεστρατίζει από την κατανόηση της λειτουργίας του συστήματος, που αξιώνει μόνιμη πάταξη των παθών, απόλυτο σεβασμό στον ηθικό του κώδικα. Κι επομένως, δεν είναι ο θεός που «ὁρᾷ», καθώς αποδεικνύεται στο τέλος του δράματος, αλλά το αφηρημένο σύστημα, όντας σοφότερο του σοφού ανθρώπου. Το άτομο τότε και μόνο τότε αποχτά το «φως» του, όταν παραδεχθεί πως είναι μέλος μιας ομάδας που του επιβάλλει καταναγκασμούς – ναι, αλλά για το δικό του καλό. Όσο για τη «διαδήλωση της ελευθερίας», φαίνεται να σχετίζεται με κείνη την «ελευθερία» που κερδίζει ο πολιτισμένος άνθρωπος όταν κι αφού αφήσει να χαθούν ελευθερίες που θα μπορούσε ν᾿ απολαύσει ως ερημίτης και βιολογική οντότητα, όχι όμως και ως κοινωνικά ενταγμένη μονάδα. Είναι γι᾿ αυτό που ο Οιδίποδας προσφεύγει οικειοθελώς στον οδυρμό και την αυτοτιμωρία – κάθαρση για τη δεινά χειμαζόμενη πόλη, συμφιλίωση του ίδιου με το σύστημα που νέος κλόνισε τόσο επικίνδυνα.

Εδώ εντοπίζεται η δικλείδα της σοφόκλειας άποψης: ο Οιδίποδας που τυφλώνεται δεν έχει καμιά σχέση ως ιδιοσυγκρασία με τον Οιδίποδα που σκοτώνει τον Λάιο και παντρεύεται την Ιοκάστη. Όχι επειδή του έλειψε η παρορμητικότητα – κάθε άλλο. Μα επειδή τότε ήταν νέος και σήμερα στην ωριμότητά του, τότε στη λύση του αινίγματος έβλεπε τις πρωτινές ελπίδες του ν᾿ ανοίγονται και τώρα τον βαραίνει η ευθύνη ενός λαού. Αν κι όλα γίνανε ασυνείδητα, δε φαίνεται να υπάρχει καμιά άλλη διαφορά στον άνθρωπο. Η αυτοτιμωρία συνιστά την πλέον ανάγλυφη αποδοχή των νόμων και των ρόλων (προσώπων) προς τα οποία κάποτε ασέβησε. Ο ίδιος, του λοιπού, θα γίνει θεαματικά (αλτρουιστικά σχεδόν) ο τιμητής της τάξης του συστήματος, αναγνωρίζοντάς την ως τη μόνη σωτήρια για το κοινό καλό. Η απέραντη θλίψη που θα τον συνοδεύει στην υπόλοιπη ζωή του, η απελπισία για τα ανεπανόρθωτα σφάλματά του, είναι η μοναδική λυτρωτική δύναμη, που θα επιφέρει στο τέλος του έργου την κάθαρση και, στο τέλος του μύθου, την ηρωοποίηση και ανάληψη του Οιδίποδα – ύψιστη δόξα, μέγιστη αναγνώριση, στον προμαχώνα του συστήματος που λέγεται θρησκεία.

Καταδικάζει άραγε τον αστόχαστο νεαρό Οιδίποδα ο ποιητής, υψώνοντας στους ουρανούς τον γέροντα αρνητή του; Ή τάχα στέκει αμέτοχος, όπως πιστεύουν οι υποστηρικτές του «έργου χωρίς μήνυμα»;[29] Μπορεί να ᾿ναι τόσο «άσπλαχνη» προς τον άνθρωπο η στάση του μυημένου στα μυστήρια Σοφοκλή, τόση η προσήλωσή του προς το status quo; Θα ήταν ναι η απάντηση, αν δεχτούμε πως αναλαμβάνει να μιλήσει σ᾿ ένα κοινό που πρόκειται να πάρει ό,τι πει όπως το λέει. Θα ήταν όχι, αν εικονίζει την πραγματικότητα στοχαζόμενος ελεύθερα, και προς ελεύθερα στοχαζόμενους ανθρώπους απευθυνόμενος.

Αλλ᾿ από δώ θα ξεκινούσε, υποψιάζομαι, μια ολόκληρη πορεία αναθεώρησης της άποψής μας για τον ποιητή μέχρι σήμερα…

ΖΩΗ ΜΠΕΛΛΑ-ΑΡΜΑΟΥ


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ 

[1] Πρώτη δημοσίευση αυτού του άρθρου: Εκπαιδευτικά, αρ. 18/19, σσ. 12-24 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 1990). Εδώ δημοσιεύεται με κάποιες μικρές αλλαγές.

[2] Πέρα απ᾿ τις εκτενέστερες, ερμηνευτικές κυρίως, εργασίες που ο Έλληνας φιλόλογος μπορεί να συμβουλευτεί (Ευστρατιάδης, Καλογεράς, Σπυρόπουλος· ή, σε περιοδικά, Σ.Γ. Παναγιωτόπουλος, Πλατής, Μαρωνίτης, κ.ά.), καλές παρουσιάσεις των σημαντικότερων ερμηνευτικών προτάσεων για τον Οιδίποδα Τύραννο θα βρει στο άρθρο τού Δ. Κουρετα Ο Μύθος του Οιδίποδος, περ. «Πλάτων», 12 (1960), σσ. 169-174, στην Εισαγωγή της ερμηνευτικής έκδοσης του έργου απ᾿ τον Γερ. Μαρκαντωνάτο, «Gutenberg», Αθ. 1978 – ανανεωμένη έκδ. 1989, στο: M.J. O᾿Brien [επιμ.] Twentieth-Century Interpretations of Œdipus Rex: A Collection of Critical Essays, εκδ. Englewood Cliffs, N.J. 1968, στο Κ. Χρονοπουλος Το Νόημα των Δραμάτων του Σοφοκλή και η Ερμηνευτική Προσπέλασή του, «Σεμινάριο 10» της ΠΕΦ, Αθ. Σεπ. 1988. Επίσης στην πρόσφατη έκδοση Σοφοκλής, Τριάντα δύο μελέτες (επιμ. πρωτότυπης έκδοσης Α. Μαρκαντωνάτος, επιμ. ελληνικής έκδοσης: Χ. Τσαγγαλής), μτφρ. Κατερίνα Δημοπούλου, εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS, 2019. Βλ. ακόμα τη διάλεξη του R.G.A BUXTON «O Σοφοκλής στο 1995: Γνώση και ισχυρισμοί στον Οιδίποδα Τύραννο» (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 1995). Για μια αρκετά ενημερωτική παρουσίαση της σύγχρονης βιβλιογραφίας επί του θέματος βλ. τη διπλωματική εργασία της ΑΘ. ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΗ «Θεοί, μοίρα και ελεύθερη βούληση στον Αίαντα και τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή» (Πανεπ. Πατρών, 2017).

[3] Η άποψή μας συνδυάζει προτάσεις όπως εκείνες των Bowra, Thirlwall, Dodds, Bonnard, Vernant, Vellacott, Whitman κ.ά., πάνω στο θεωρητικό άξονα που ενώνει την αριστοτελική «αμαρτία» (Ποιητ. 1452a 24· 1453a 11, 20· 1453b 7, 31· passim) με τον «κοινωνιολογισμό» του Thomson· «αναποδογυρίζει», απ᾿ την άλλη, τις (συχνά εύστοχες εξάλλου) θεωρίες που διαβλέπουν ηθικοθρησκευτικές προεκτάσεις (πρβλ. π.χ. D.W. Lucas, The Greek Tragic Poets, N.Y. 21964)· ενώ αντιπαρατίθεται σ᾿ όλες εκείνες των Weinstock, Waldock, Kirkwood, Μιστριώτη, Αρβανίτη κ.λπ., που είτε υποψιάζονται απαισιοδοξία στη ματιά του ποιητή είτε του αποδίδουν στο ακέραιο τον συμβατικό ρόλο του πολέμιου των σοφιστών. Όσες αντιλήψεις διαμορφώθηκαν υπό την επίδραση ισχυρών μεταφυσικών τάσεων, του χριστιανισμού, ή του αστυνομικού μυθιστορήματος (Friedell, Jones, Camus, Μαλεβίτσης) δεν μας απασχόλησαν εδώ.

[4] Πρβλ. ενδεικτικά P. Decharme, Ελληνική Μυθολογία, μτφρ. Ιωάννης Οικονόμου, «Χρήσιμα Βιβλία», Αθ. 1959, σσ. 531 κ.εξ. Αλλά πρβλ. και Γρεϊβς, ό.π., σ. 14.

[5] Βλ. Dodds/Γιατρομανωλακης, σσ. 155 και 157.

[6] Θεογ. 1, 9, 2· Πλουτ. Ηθ. 313e και 750b· Διόδ. Σικ. 4, 64, 2· Παυσ. 9, 5, 9· Απολλόδ. 3, 5, 5· Αθήν. Γραμμ. 603a· Αιλ. Π. Ζώων Ιδ. 6, 15 και Ποικ. Ιστ. 13, 5· Υγίνου Fab. 85· σχολ. της Ιλ. Β 105· σχολ. του Ευρ. Φοίν. 1760. Πρβλ. επίσης K. Kerényï, Η Μυθολογία των Ελλήνων, μτφρ. Δημήτρης Σταθόπουλος, Βιβλ. της «Εστίας», Αθ. 1974 (και ανατ.), ή Ρομπερτ Γρεϊβς, Οι Ελληνικοί Μύθοι, τ. 3., μτφρ. Μανουέλα Μπέρκη-Μεϊμάρη, «Πλειάς»-Ρούγκας, Αθ. [1988;] κ.α.

[7] Πρβλ. σχετικά Thomson/Βιστακης και Αποστολοπουλος, τ. 2., σσ. 109 και 113.

[8] Βλ. ό.π., σ. 120. Και πρβλ. το ίδιο Vernant/Γεωργούδη, σσ. 27-28.

[9] Thomson/Βιστακης και Αποστολοπουλος, τ. 2., σ. 115. Βλ. σχετικά και C.H. Whitman, Sophocles. A Study of Heroic Humanism, Cambridge Mass. 21971, σ. 7 σημ. 16.

[10] Βλ. Vernant/Γεωργουδη, σσ. 134 και γενικότερα 117-154.

[11] Σε τούτο το σημείο η σοφόκλεια εκδοχή για το μύθο του Οιδίποδα διαφέρει σημαντικά από κείνη του Ομήρου. Στον δεύτερο, ο ήρωας, και μετά την αποκάλυψη της ενοχής του, απολαμβάνει τιμών, ενώ όταν σκοτώνεται στη μάχη, θάβεται με βασιλική λαμπρότητα (λ 275, ψ 679). Για πρώτη φορά ο Ησίοδος παρουσιάζει το μίασμα ως μεταδοτικό (Έργα 240)· και στους Νόμους 881de ο μιασμένος απομακρύνεται από κάθε θρησκευτική τελετή ή δημόσια δραστηριότητα.

[12] Dodds/Γιατρομανωλακης, σ. 58.

[13] Ηρόδοτος Ι, 32.

[14] Dodds/Γιατρομανωλακης, σ. 43.

[15] Αντιγόνη, 583 κ.εξ.

[16] Dodds/Γιατρομανωλακης, σ. 44.

[17] Ό.π., σ. 45. Η πίστη σε μια μεταθανάτια τιμωρία είναι πολύ μεταγενέστερη.

[18] Ο Bowra/Τσοτακου-Καρβελη, σ. 85, υποστηρίζει πως «η αλαζονεία δεν είναι η άμεση αιτία της πτώσης του», και διαβλέπει καθαρά θεολογικές προθέσεις στον Σοφοκλή· πέφτει όμως σε αντίφαση, λίγο πιο κάτω (σσ. 99-100), όταν γράφει: «Είναι απαραίτητο να είναι κανείς μετριόφρων στις περιόδους της ευτυχίας».

[19] Dodds/Γιατρομανωλακης, σσ. 55-58. Ο Dodds παραπέμπει στον Διόδ. Σικ. 5, 59 (Ιστορία του Αλθαιμένη), για τα αισθήματα που γεννά η ακούσια πατροκτονία. Κοινό στοιχείο του με τον Οιδίποδα: ηρωοποιείται το ίδιο κι αυτός.

[20] Πλάτων, Νόμοι 838b.

[21] Για τη συμβολική διάσταση του μύθου: «Αν ο Λάιος, από καταναγκασμό συμβολικό, σημαίνει το μυθικό πατέρα στη μορφή του την αρνητική, το διεστραμμένο πνεύμα, η Ιοκάστη δεν μπορεί να σημαίνει παρά τη μυθική μητέρα, τη γη, αλλά επίσης και τη μορφή της τη συμβολικά αρνητική. Ο γάμος με τη μητέρα γίνεται συνώνυμος με την υπερβολική προσκόλληση στη γη. Ο Οιδίποδας ενώνεται με τη μητέρα-γη, σύμβολο των επιθυμιών» (Diel/Μελισσανθη, σ. 91).

[22] Bornemann/Κουρτοβικ, σ. 284.

[23] Ό.π., σσ. 446-448.

[24] J.J. Bachofen, Gesammelte Werke, τ. 2., σσ. 242-243 – παράθ. ό., σ. 446. Ας σημειωθεί ότι η πόρπη ως έμβλημα της θηλυκότητας επέζησε και στη νεοελληνική παράδοση.

[25] Στον Thomson/Βιστακης και Αποστολοπουλος, τ. 2., σ. 112, παρατίθεται σε μετάφραση ένα πολύ εύγλωττο απόσπασμα του Επίκουρου: «Η δικαιοσύνη δεν είναι κάτι που υπάρχει καθεαυτό. Όμως στις αμοιβαίες σχέσεις που έρχονται οι άνθρωποι μεταξύ τους σε όλους τους τόπους και σε κάθε εποχή, παρουσιάζεται κάτι σαν συμβόλαιο, για να μη βλάπτουν κι ούτε να βλάπτονται… […]. Όταν όμως ένας άνθρωπος βάλει έναν νόμο, κι αυτός τελικά δεν παρουσιάζει κανένα πλεονέκτημα για τις σχέσεις στην κοινωνική ζωή, σταματά να έχει τον χαρακτήρα του δικαίου» («οὐκ ἦν τι καθ᾿ ἑαυτὸ δικαιοσύνη, ἀλλ᾿ ἐν ταῖς μετ᾿ ἀλλήλων συστροφαῖς καθ᾿ ὁπηλίκους δήποτε ἀεὶ τόπους συνθήκη τις ὑπὲρ τοῦ μὴ βλάπτειν ἢ βλάπτεσθαι… ἐὰν δὲ νόμον θῆταί τις, μὴ ἀποβαίνῃ δὲ κατὰ τὸ συμφέρον τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας, οὐκέτι τοῦτο τὴν τοῦ δικαίου φύσιν ἔχει». Διογ. Λαέρτ. 10, 150, 152).

[26] Ο Απόλλωνας, κατά τον Thomson (ό.π., τ. 2., σ. 113), αντιπροσωπεύει «το καθεστώς της γεωκτητικής αριστοκρατίας, σταθμό ενδιάμεσο ανάμεσα στην πρωτόγονη φυλή και το δημοκρατικό κράτος της σύγχρονης Αθήνας», ενώ στην Αθήνα της δημοκρατίας ο Απόλλωνας «θα κρατήσει τον έλεγχο των εξηγητών» (αυτ., σ. 114).

[27] «Ο Οιδίπους καταριέται ως αρχηγός της Πολιτείας και της Οικογένειας. Ισχυρές δυνάμεις βρίσκονται πάλι μαζί του και πίσω απ᾿ αυτόν […]. Οι πολιτείες επέβαλλαν τους θεσμούς τους με κατάρες» (Bowra/Τσοτακου-Καρβελη, σσ. 95-96).

[28] Bonnard/Θιβιδοπουλος, σσ. 114-119.

[29] Π.χ. οι Waldock, Kirkwood, κι όλοι λίγο-πολύ οι υποστηρικτές της ιδέας ενός «απαισιόδοξου» Σοφοκλή.

~.~

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Κ Ε Σ Σ Υ Ν Τ Ο Μ Ο Γ Ρ Α Φ Ι Ε Σ

Bonnard/Θιβιδοπουλος Αντρε Μποναρ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός. [τ. 2.] Από την Αντιγόνη στον Σωκράτη, μτφρ. Δημήτρης Θιβιδόπουλος, «Θεμέλιο» («Ιστορική Βιβλιοθήκη»), Αθ. 1983.

Bornemann/Κουρτοβικ Ernest Bornemann, Η Πατριαρχία. Η Προέλευση και το Μέλλον του Κοινωνικού μας Συστήματος, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, «Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης» (ΜΙΕΤ), Αθ. 1988.

Bowra/Τσοτασκου-Καρβελη C.M. Bowra, Οι Τραγωδίες του Σοφοκλή, Αντιγόνη – Οιδίπους Τύραννος, μτφρ. Αικ. Τσοτάκου-Καρβέλη, «Κώδικας» («Φιλολογικά»), Θεσσαλονίκη [1987;].

Diel/Μελισσανθη Paul Diel, Οιδίποδας, μτφρ. Μελισσάνθη, περ. «Εποπτεία» [1. περίοδος], αρ. 7-8, Αθ. Φεβρ. 1977· τώρα και στον τόμο Paul Diel, Ο Συμβολισμός στην Ελληνική Μυθολογία, μτφρ. Ιουλιέττα Ράλλη και Καίτη Χατζηδήμου, πρόλ. Gaston Bachelard, εκδ. Χατζηνικολή, Αθ. 1980.

Dodds/Γιατρομανωλακης E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το Παράλογο, μτφρ.-εισαγ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθ. 1988 (και ανατ.).

Thomson/Βιστακης και Αποστολοπουλος Τζωρτζ Τομσον, Αισχύλος και Αθήνα, μτφρ. Γιάννης Βιστάκης και Φώτης Αποστολόπουλος, 2 ττ., «Ορίζοντες», Αθ. 1954· και «Θεωρία», Αθ. 21983 (φωτ. ανατ.).

Vernant/Γεωργουδη Jean-Pierre Vernant και Pierre Vidal-Naquet, Μύθος και Τραγωδία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Στέλλα Γεωργούδη, «Κέδρος», Αθ. 1972· και τώρα, τ. 1., εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθ. 21988.