Γιώργος Καλοζώης, Ο Επιτάφιος

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

Εκείνη τη χρονιά
μπήκαν οι γεωργοί μέσα στις
βάρκες κι οι αλιείς που ψάρευαν
τον ξιφία ανέβηκαν στα βουνά
ο κάθε ένας έκανε το αντίθετο
από κείνο που ήταν κι από τις
προθέσεις του κι αφού το
απρόβλεπτο έγινε προβλεπτό
το σύνηθες ξαφνικό κι οι
προτάσεις των κειμένων όλες
ακολούθησαν το σχήμα το
υπερβατό
άρχισα να γράφω πάνω στις
κόλλες μου από κάτω προς
τα πάνω από δεξιά προς
αριστερά και να διαβάζω τα
χοντρά βιβλία μου από
πίσω προς τα μπρος
ήταν η εποχή που ψάχναμε
όλοι να βρούμε το εμβόλιο
και τη θεραπεία όπου
νομίζαμε ότι ήταν κρυμμένα
μέσα στις σκοτεινές ντουλάπες
και στα υπόγεια και στα καπό
των αυτοκινήτων βγάζοντας
έξω τον ανταλλακτικό τροχό
κι αυτοί που ζούσαν στην
άλλη άκρη της γης έψαχναν
μέσα στους μάρσιππους των
καγκουρό
οι άνθρωποι με τεντωμένα
τα σπαθιά τους δεν σήκωναν
ούτε κουνούπι ούτε την
πεταλούδα του σκώρου
ούτε την παχιά πράσινη μύγα
κι οι φιλόλογοι έβαζαν τον
φόβο βγάζοντάς τον από τις
γραμματικές μέσα στις κύριες
και τις δευτερεύουσες
προτάσεις μετά τις προθέσεις
και πριν τις προθέσεις κι
οι πιστοί έξω από τις εκκλησίες
σταυροκοπιούνταν
προσεύχονταν με αντιφοβικές
προσευχές κι οι θεολόγοι
περνούσαν τις επίγειες μέρες
με το διερώτημα αν φοβάται
κάτι όποιος είναι παντοδύναμος
υπονοώντας τον εκτεταμένο
Θεό
ήταν η εποχή που οι άρρωστοι
κι οι κρουσματίες ξεπερνούσαν
σιγά σιγά τους υγιείς
κι αυτοί που περπατούσαν
καμπουριασμένοι τ’ απογεύματα
έξω από τα σπίτια
τους με άδεια εξόδου ενώνονταν
με άλλους από διπλανές γειτονιές
κι όλοι μαζί
συμμετείχαν σε λιτανείες
όπου μπροστά με στολές μάσκες
και προσωπίδες ήταν οι γιατροί
κι οι νοσηλευτές στις μονάδες
αυξημένης φροντίδας
πίσω ακολουθούσαν τα
τροχήλατα φορεία και
τα ασθενοφόρα με αναμμένους
τους φανούς τους κι οι
εκπρόσωποι του Υπουργείου
Υγείας στις ειδήσεις των έξι
έψαλλαν τον αριθμό των
κρουσμάτων κι όσων κατέληγαν
ενώ πίσω στο τέλος της
λιτανείας έρχονταν καλπάζοντας
τα ζώα της οικογένειας
των υαινιδών οι ύαινες οι
καστανές οι ραβδωτές κι από
όλες οι πιο μεγάλες σε μέγεθος
επιτίθονταν στα φορεία
οι ύαινες οι στικτές

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΖΩΗΣ