Ἅγ. Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ, Μιὰ Νύχτα μὲ Φωτιὲς, Ἀπόδοση Δημήτρης Ἀρμάος (4/5)

 

 

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Tὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου.

~.~

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ ΕΙΧΕ ΕΤΟΙΜΑΣΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ 12 ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΦΩΤΙΕΣ: ΔΩΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ SAN JUAN DE LA CRUZ», ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΔΩΣΕΙ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΣΕ ΦΙΛΟ ΤΟΥ. Ο ΔΙΟΡΘΩΤΗΣ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΣΤΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΤΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΗΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ, ΤΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΑΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΤΟΥΣ ΜΟΡΦΗ.

~.~

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

1. Φωτιὲς τ᾿ Ἁι-Γιάννη

Ἡ ἐμπειρία ὅπου ὁ ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ καλεῖ μὲ ὅλα του τὰ κείμενα, ἀλλὰ πρωτίστως μὲ τὰ ποιήματά του, γυμνωμένα ἀπὸ κάθε σχόλιο, ἢ καὶ μὲ κάθε σχόλιο, δικό του ἢ τῶν κατοπινῶν (ἀφοῦ τὸ καλὸ δὲν τὸ χαλάει τὸ ἄγριο καμιᾶς σκοπιμότητας), εἶναι μιὰ ἐμπειρία ὑπέρβασης: γνώση τοῦ θείου πέραν οἱασδήποτε φυσικῆς αἴσθησης ἢ συμβατικῆς διανοητικῆς προσπάθειας. Ἀποξένωση ἀπὸ τὸ οἰκεῖο καὶ προσχώρηση στὸ ἀνοίκειο εἶναι ἡ σταθερή του συμβουλή. Τότε, ἡ πλήρης ἀδυναμία κατανόησης (τὸ σκοτάδι) –ἐπιδίωξη, ὄχι ἀτυχία– μετατρέπεται σὲ ὕψιστη γνώση (φῶς). Ἡ μυστική (ἢ ἀρνητική, μὲ τὴ δική του ὁρολογία), μ᾿ ἄλλα λόγια, προσέγγιση σὲ ζητήματα ποὺ ἡ σχολαστική (ἢ θετική) θεολογία ἀντιμετωπίζει λίγο-πολὺ ἀλλιῶς. Ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ δεδομένα αὐτοῦ τοῦ χώρου, ἡ πρόταση τῶν μυστικῶν (ποὺ δὲν γίνεται πάντα δεκτὴ μὲ ἀνεκτικότητα) συνεχίζει νὰ παρουσιάζει ἀμείωτο ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ εἰδικὰ τὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη, τοῦ σημαντικότερου μᾶλλον ποιητῆ τῆς Ἰσπανικῆς Ἀναγέννησης («Χρυσὸς Αἰώνας» δὲν εἶναι ἀκόμα, πλὴν ὅμως πολὺ σημαντικὰ ἔργα κατατίθενται ἤδη), ὅπως καὶ τοῦ μεγαλύτερου ἴσως μυστικοῦ τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ (τουτέστιν ὅλου τοῦ χριστιανισμοῦ), εἶχε μιὰ τύχη ἀφάνταστα ἐξαιρετική –καί, θετικῶ τῶ τρόπω, προκλητική, θὰ προσέθετε κανείς, γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ status quo, ποὺ δέχτηκε ὡστόσο τὸν καθαγιασμό του ὡς «doctor ecstaticus» καὶ ποὺ ἐδῶ πάντως δὲν ἀπασχολεῖ– στὴ λογοτεχνικὴ παράδοση τοῦ δικοῦ μας τουλάχιστον πολιτισμοῦ.

Διόλου τυχαῖα –ἤ, ὀρθότερα, εὐλόγως. Γιατὶ ὁ μεταφορικός του κόσμος (προσοχή: ὄχι διάκοσμος) –μὲ τὴν ἀσίγαστη ἀδημονία γιὰ τὸ ἐρωτικὸ ταίρι καὶ τὴν ἄγρυπνη ἀναζήτησή του, μὲ τὸ ζόφο καὶ μὲ τὶς φλόγες του, μὲ τὴν ἀγωνία τῆς ἀναβάσεως, μὲ τὸν συμβολικό του ἀνθρωπομορφισμό (βλέπε τὴν «Ἀνάβαση στὸ Κάρμηλον Ὄρος», ὅπου ὁ homunculus τοῦ ἀλχημικοῦ opus ἀναγνωρίζεται ἀμέσως: γεωγραφία-σωματογραφία), μὲ τὶς κάθετες παντοῦ ἀντιθέσεις του καὶ μὲ τὴν εὕρεση διὰ τῆς ἀρνήσεως (βάλε μὲ τὸ νοῦ σου πόσα ἔμμονα κέντρα τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν, πόσες σταθερὲς τῆς ρητορικῆς σὲ ὅλη τὴ γραμματεία, παλιὰ καὶ νέα)– υἱοθετήθηκε μὲ πάθος ἀπὸ τὶς εὐαίσθητες κι εὐσυγκίνητες φύσεις τῶν μεταγενέστερων: ἀνταποκρινόταν σὲ ἀρχέτυπα, καὶ τὰ προῆγε μὲ ἀπαράμιλλο δυναμισμό. Φυσικά, πίσω ἀπὸ τὸ λυρικὸ στημόνι ἀνιχνεύεται ἄκοπα, οἰκοδομημένη κατὰ τὰ πρότυπα τῆς ἐποχῆς, μιὰ φιλοσοφία –φιλοσοφία συνθέσεως– (ποὺ μᾶς δίδεται καὶ στὰ θεολογικὰ σχόλια τοῦ ποιητῆ), βασιζόμενη κυρίως πάνω στὴ μεταφορὰ τῆς «Σκοτεινῆς Νύχτας». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης περιγράφει (καὶ εὔχεται) μιὰ πλήρη συσκότιση στὸ σωματικὸ ἐπίπεδο τῶν πέντε αἰσθήσεων καὶ μιὰ πλήρη τύφλωση στὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς τριάδας (διάνοια, μνήμη, βούληση – μὲ βάση τὸ De Trinitate τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου), προκειμένου στὶς διαστάσεις αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς τελευταίας ν᾿ ἀναδειχτοῦν οἱ ἀντίστοιχες ἀρετὲς ποὺ θὰ ἐγγυῶνται τὴν πρόγευση τοῦ θείου: πίστη, ἐλπίδα καὶ εὐσπλαχνία (ἀντίστοιχα). Πολὺ λογικό, ὡς ἐκτούτου, ποὺ ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ δὲν εἶναι εὐεπίφορος σὲ ἐλεύθερες ἑρμηνεῖες, ποὺ ἡ ἀλληγορία του δὲν εἶναι «ἀνοιχτή».

Μὰ ἡ νεωτερικὴ προπάντων ποίηση, μὲ τὶς πολλὲς μυστικιστικές της προδιαθέσεις, δὲ χρειαζόταν μιὰ τέτοια ἑρμηνευτικὴ ἐλευθερία γιὰ ν᾿ ἀγκαλιάσει τὸ ἔργο τοῦ Ἰσπανοῦ ποιητῆ. Οἱ μεταφυσικοὶ ποιητές, ὁ πρῶτος ρομαντισμός, ὁ συμβολισμὸς ὁλόκληρος καὶ ἡ καθαρὴ ποίηση, οἱ προραφαηλίτες, ὁ εἰκονισμὸς καὶ τὰ παρακλάδια του, ὁ ἑρμητισμός –γιὰ νὰ σταθοῦμε σὲ σημαδιακοὺς σταθμούς–, μὲ τὰ γοτθικὰ καὶ διονυσιακά τους θέματα, μὲ τὴν κλίση τους πρὸς τὸ λατρευτικὸ τυπικὸ καὶ τὶς ἐνοράσεις, μὲ τὶς πάγιες ἀναδρομές τους στὸ μύθο καὶ μὲ τὸν βαρὺ ἀνθρωπολογικό τους ὁπλισμό, παρέχουν πλεῖστα ὅσα καταγωγικὰ στοιχεῖα συγγένειας ποὺ εὐνοοῦσαν αὐτὸ τὸ πλησίασμα: τὰ σύμβολα τοῦ ἁγίου ἔρχονται καὶ πᾶνε, οἱ μεταφορές του ἀναπλάθονται ἀσταμάτητα, οἱ θεωρίες του οἱ ἴδιες περνοῦν μέσα στὸ στίχο (memo, αἴφνης, τῆς ἐλιοτικῆς παράφρασης στὰ Τέσσερα Κουαρτέτα, «Burnt Norton» ΙΙ). Καί, ὅσο κάτι τέτοιο ἰσχύει γιὰ τοὺς δημιουργούς, ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ κοινό (ἄν, καὶ ὅσο, αὐτὲς τὶς δύο ὁμάδες μποροῦμε νὰ τὶς διαχωρίσουμε χωρὶς κάποιαν ἀνυπόφορη βία) – πολὺ περισσότερο μάλιστα, θὰ παρατηροῦσε κανείς, γιὰ τὸ κοινό, ὅπου ὁ μυστικισμὸς ἐπενεργεῖ μὲ ἀνεξέλεγκτη δύναμη καὶ ἀθρόα.

Γιατί διάλεξε ὁ ἅγιος Ἰωάννης (φιγούρα μὲ τὴν τυπικὴ νεύρωση τῆς μεταφυσικῆς, καθὼς μᾶς τὸν παραδίδουν οἱ βιογράφοι του, συνδυάζοντας δυναμισμὸ καὶ ταπεινότητα σ᾿ ἕνα μικροκαμωμένο καὶ ἀδύναμο σῶμα) τὴν ποίηση προκειμένου νὰ διατυπώσει (ἀκόμα χειρότερα: νὰ συμπυκνώσει) τὴ θεολογία του, μιὰ ποίηση, ἐπιπλέον, ἄκρως λυρική, μὲ τὶς ρίζες της βαθιὰ στὴν κλασικὴ σπουδὴ καὶ τὸν πετραρχισμό, θεμελιωμένη στὴ λαϊκὴ καστιλιάνικη παράδοση ποὺ γνώριζε (τὸ ἐπιζητημένο «χαμηλὸ ὕφος») παρὰ τὴν ἄριστη δική του λόγια σκευή; Πιθανόν –εἶναι ἡ ὀρθολογικότερη ἐξήγηση ποὺ δίδεται– ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό: γιὰ νὰ λειτουργήσουν τὰ κείμενά του, μὲ τὰ μέσα τῆς ποίησης, ὡς κηρύγματα σὲ μιὰ πλατιὰ λαϊκὴ βάση, πέραν τῆς συνεννόησης μὲ τὸ ὑποψιασμένο κοινὸ τῶν ἀδελφῶν του – ριψοκίνδυνο ἐγχείρημα. Πιθανόν. Ἀλλά, ὅταν ἡ λειτουργία τους συνεχίζεται μὲ αὔξοντα πυρετὸ στὴν ἔντεχνη παράδοση, ὅταν τὰ κείμενα βυθίζονται στὴ «βουερὴ μοναξιὰ» τοῦ σπουδαστηρίου τῆς φιλολογίας καὶ ὄχι τῆς θεολογίας, ὅταν πλευρίζουν κι ἀνταμώνονται μὲ τὴ σημερινὴ ποίηση –ποὺ κι ὅποτε παραπέμπει (δηλαδὴ πάντοτε), πράγματα ποὺ τῆς μοιάζουν ἔχει στὸ μυαλό της, ὄχι Ἱερὲς Γραφές– τότε πόσο ἱκανοποιεῖ μιὰ ἀπάντηση ἐπὶ τῶν ἐνδεχόμενων προθέσεων τῆς σύνθεσής τους; Ἡ ἀπορία ἀπασχόλησε πολλοὺς ὁμοτέχνους του καὶ στοχαστὲς μέχρι σήμερα – χωρὶς νὰ λογαριάζουμε τὴ βασική του βιβλιογραφία, ποὺ προέρχεται κατὰ τὸ μέγιστο, ἂν ὄχι τὸ σπουδαιότερο, μέρος της ἀπὸ ἱερωμένους. Ἂς μὴ ματαιοπονοῦμε περισσότερο, ἀφοῦ καὶ τὰ γραπτὰ ἐνπολλοῖς πετοῦν.

Οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι τὰ ἔργα τοῦτα διαπνέονται ἀπὸ φλογερὴ καὶ ἀπαραγνώριστη θρησκευτικότητα (πίστη καὶ ἄλλα). Ἀρκεῖ. Δυνατὰ αἰσθήματα, δυνατὰ ποιήματα – μιὰ πολὺ ἄχρηστη, ἄλλωστε, συνταγή. Πράγματι, ἀντιστρέφοντας τὶς μεταφορὲς τοῦ ἁγίου Ἰωάννη, ἡ δύναμή τους δὲν ἀλλάζει: δὲν ξέρει κανεὶς ποιός ἀπὸ τοὺς δυὸ ὅρους σύγκρισης εἶναι τὸ γνωστό· ἐντεῦθεν τὸ διαμεσολαβημένο, ἐκεῖθεν τὸ βιωμένο, νομιμοποιοῦν ἀμφότερα τὸ ἐγχείρημα τῆς μεταφορᾶς· τὰ πάντα λαμβάνουν χώρα σὲ μιὰ νύχτα φλεγόμενη πέρα-ὣς-πέρα, μέσα μας –ὅπου οἱ ἀληθινὲς φωτιὲς οἱ καθαρτήριες τ᾿ ἁι-Γιάννη! Καὶ δὲ θὰ ἰσχυριζόταν κανεὶς μὲ τὰ σωστά του ὅτι ἡ ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα (τὸ βιωμένο) εἶναι ὑποδεέστερη σὲ ἔνταση ὡς πρὸς ἐκείνη τῆς θρησκευτικῆς ἔξαρσης (τὸ διαμεσολαβημένο)– κι ἔπειτα, οἱ ἐνλόγω μεταφορὲς τί ἄλλο ὑποστηρίζουν; (Στὸ «Χαμένο Κέντρο» καὶ τὰ ἄλλα δοκίμια τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου μπορεῖ ὁ ἐνδιαφερόμενος νὰ βρεῖ μιὰν ἀρκούντως ἀποκλίνουσα ἐκτίμηση τῶν ἴδιων δεδομένων). Γενική, συνεπῶς, ἀμεροληψία, μπροστὰ στὰ μεγάλα πάθη. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ζωῆς (δηλαδὴ τῆς τέχνης – ὅπου οἱ προκαταλήψεις σὲ ρίχνουν μονομιᾶς στὸ καναβάτσο) ξέρει νὰ τὰ τιμάει αὐτὰ τὰ αἰσθήματα, φτάνει ἀμόθεν νὰ ἐννοεῖ καὶ μέρος τους. Ποιός ξέρει; μπορεῖ τὰ διαθέσιμα τῆς ἔκφρασής μας νὰ ξεπερνοῦν κατὰ πολὺ τὸ πλῆθος τῶν αἰσθηματικῶν παραλλαγῶν, ἀκόμα καὶ μέσα στὸν ἴδιον ἄνθρωπο. Ἐντούτοις, ἕνα χτυποκάρδι εἶναι πάντοτε ἕνα καρδιοχτύπι.

 

2. Τὸ Ἑλληνικὸ Κείμενο

Οἱ ἀποδόσεις ποὺ ἀκολουθοῦν ἐκπονήθηκαν πρὶν εἴκοσι χρόνια στὴν Ἰταλία, ἀπὸ ἕναν μετανάστη φοιτητὴ τῆς φιλολογίας ποὺ εἶχε μόλις δηλώσει τὴν ἰσπανικὴ «δεύτερη ξένη γλώσσα» στὸ πρόγραμμα σπουδῶν του (Σιένα, 1982-1983) – μὰ ποτὲ δὲν τὴν ἔμαθε καλά. Ἄρκεσε, τότε-κοντά, τὸ ναυάγιο συνεννοήσεων γιὰ τὴ δημοσίευση μερικῶν ἀπὸ αὐτὲς σὲ κάποιο ἑλληνικὸ περιοδικό, γιὰ νὰ τεθεῖ τὸ σύνολό τους στὸ περιθώριο ἀσχολιῶν καὶ ἐνδιαφερόντων, ποὺ ἀπορροφήθηκαν σχεδὸν ἐξολοκλήρου ἐνσυνεχεία ἀπὸ τὴ γνωστή, στοὺς περισσότερους, τύρβη τοῦ ζῆν.

Ἡ ἰδέα ν᾿ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ ποιήματα καὶ μόνο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἀμιγῶς φιλολογικὴ ἀντιμετώπιση τοῦ κειμένου (μὲ βάση μιὰ πεζὴ μετάφραση π.χ., ὅπου κατέληξαν πολλὲς προσπάθειες τοῦ εἴδους). Τουναντίον, τὸ λιγότερο ποὺ μποροῦσα νὰ κάνω ἦταν νὰ προσπαθήσω τὸ ριμάρισμά τους· αὐτὸς ἦταν, στὴ δεδομένη περίπτωση, καὶ ὁ πειρασμός. Στὴ διαδικασία τούτη, συνήθως στήριξα τὸ περιεχόμενο μὲ πιστότητα, ἀναζητώντας μικρὲς ὑποστυλώσεις – μὲ τὴν προσθήκη κάποιων συλλαβῶν. Συνέπεια: ἡ ἑρμηνευτικὴ ἐπέμβαση (ἕνα πάντα ἢ ἕνα ὅλος παραπάνω εἶναι κιόλας ἑρμηνευτικὴ ἐπέμβαση), ποὺ ἔψαχνα, ὅσο ἦταν δυνατό, νὰ ἐπιβεβαιώσω στὴ διαθέσιμη βιβλιογραφία – δυστυχῶς, ἐπὶ μακρόν, ὄχι σπουδαῖα πράγματα. Σπανιότερα ἔριξα τὸ βάρος καὶ στὴ διάσωση λυρικῶν γνωρισμάτων – ὁπότε παρουσιάζεται καὶ αὔξηση στὶς ἐπιπλέον συλλαβές.

Ἡ ἁπλὴ καὶ συνάμα λόγια (ἐκκλησιαστική) γλώσσα τοῦ πρωτοτύπου ἀντιστάθηκε προβάλλοντας διαρκεῖς δυσκολίες καὶ γεννώντας ἀδιάκοπα διλήμματα. Καὶ σήμερα, ποὺ οἱ ἐκδοτικὲς ἀνησυχίες ἐκλεκτῶν φίλων μὲ ὤθησαν στὴν ἐκνέου θεώρηση τῶν παλαιῶν ἐκείνων δοκιμῶν, ξαναβλέπω τί μ᾿ ἔκανε τότε νὰ σταματήσω: τὸ ἀδιέξοδο ἐνώπιον ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ἐπιτεύγματος ποὺ βασίζεται ἀπόλυτα στὴ φύση τῆς μητρικῆς του γλώσσας – ὅρος πού, ἂν δὲν ἴσχυε, δὲ θὰ μιλούσαμε τὴ γλώσσα ἀφίξεως, ἀλλὰ ἐκείνη τῆς ἀφετηρίας, γιὰ νὰ μεταφέρω ἁπλῶς τὸ σεφερικὸ ἀπόφθεγμα στὸ χῶρο τῆς θεωρίας. Σταμάτησα ὅταν οἱ λύσεις ποὺ μοῦ δίνονταν προέκυπταν ὡς πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ ἀποτελέσματος παρεμφερεῖς (ἡ «ποιότητα» δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν εὐστοχότερη ἀπόδοση ἑνὸς φραστικοῦ στερεότυπου ἢ μὲ τὴ ρυθμοτονικὴ ἀρτίωση, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ ποὺ γίνεται ἀντιληπτὸ μόνο χάρη σὲ μιὰν εἰδικὴ καλλιέργεια καὶ θέτει ἐκτὸς μάχης τὶς πολλὲς ἀναλύσεις – τὶς λίγες ὄχι πιθανόν), καθὼς καὶ ὅταν κάθε βῆμα ποιοτικῆς βελτίωσης ζημίωνε τὴν «ὁμιλία» τοῦ ἰσπανικοῦ κειμένου. Αὐτὸ δὲν κατόρθωσα νὰ τὸ ξεπεράσω,παρά –ἀντίθετα πρὸς τὴ σώφρονα τακτικὴ τοῦ Σεφέρη– συνέχισα νὰ τὸ παλεύω γιὰ καιρό. Καὶ τὸ ἴδιο τώρα. Καὶ παραδίδονται οἱ ἀποδόσεις αὐτὲς στὴ δημοσιότητα ἐντέλει ἐπαφιέμενες, ἀλίμονο, ὡς πρὸς τὶς προσδοκίες τους γιὰ τὴ μέθεξη μ᾿ ἕνα ἐξαίσιο πνεῦμα –σάμπως ἡ ἐπιδίωξή τους νὰ μὴν ἦταν ἀφειδώλευτα παθιασμένη– στὸ ἀντικριστὸ πρωτότυπο, ποὺ ἡ γοητεία του θάλλει ὁσημέραι ἀπαρομοίαστη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ
Ἀθήνα, Φεβρουάριος 2002

 

~.~

 

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Μιὰ Νύχτα μὲ Φωτιὲς

Τρία ποιήματα

Ἀπόδοση
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ

Siena-Ἀθήνα, Χειμώνας 1982-1983

~.~

 

[Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΝΥΧΤΑ]
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ι
Σὲ καποιανῆς νυχτιᾶς τὴ σκοτεινιά,
μ᾿ ἀνυπομονησιά, κι ὅλη ἀπ᾿ ἀγάπη ἀναφλεγμένη,
–ὢ καλοτυχισμένη συντυχιά!–,
βγῆκα χωρὶς νὰ μ᾿ ἔχει οὔτ᾿ ἕνας ἰδωμένη,
στὸ σπίτι ὅλοι ὄντας οἱ δικοί μου κοιμισμένοι.

2
Στὸ σκότος τὸ βαθὺ μὲ σιγουριὰ
κατέβηκα τὴ σκάλα τὴν κρυφή, μεταμφιεσμένη,
–ὢ καλοτυχισμένη συντυχιά!–,
μὲς στὸ σκοτάδι τὸ βαθὺ κι ἐγὼ κρυμμένη,
στὸ σπίτι ὅλοι ὄντας οἱ δικοί μου κοιμισμένοι.

3
Μέσα στὴ νύχτα τὴ μακάρια κείνη,
καὶ μυστικά, νὰ μὴ μπορεῖ κανένας νὰ μὲ βλέπει,
μήτε κι ἐμὲ τὸ μάτι νὰ διακρίνει,
δίχως φῶς ἄλλο κι ὁδηγὸς νὰ τὸ ἐπιτρέπει
πλὴν ὁ ποὺ κάτω ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς λάμπει τὴ σκέπη.

4
Ἦταν λοιπὸν αὐτὸ ποὺ μ᾿ ὁδηγοῦσε
μ᾿ ἀσφάλεια πιὸ κι ἀπ᾿ τὸ μεσημεριάτικο ἡλιοφῶς,
στὸ μέρος ὅπου ἐμένα καρτεροῦσε
ἐκεῖνος ποὺ καλονογοῦσα μοναχός,
σὲ τόπο ὅπου δὲ φαίνονταν ὕπαρξη κανενός.

5
Ὢ σὺ ποὺ μὲ κατεύθυνες, νυχτιά!
Ὢ νύχτα συμπαθέστερη κι ἀπ᾿ τὴν αὐγὴ ποὺ αὐξαίνει!
Ὢ βαθυνύχτι ποὺ ἔφερες κοντὰ
τὸν Ἀγαπὸ μαζὶ καὶ τὴν ἀγαπημένη,
τὴν ἀγαπὸ στὸν Ἀγαπὸ μεταλλαγμένη!

6
Στὸ κορφοβύζι μου τ᾿ ὁλανθισμένο,
ποὺ φυλαγμένο ἀνέγγιχτο μόνο γι᾿ αὐτὸν κρατοῦσα,
κεῖ τὸν ἀπόθεσα χαλαρωμένο,
κι ἐνῶ γλυκὰ-γλυκὰ τόνε χαϊδολογοῦσα,
ἡ φυλλουσιὰ μᾶς ρίπιζε τῶν κέδρων κυματούσα.

7
Ἀπάνω στὴν ψηλὴ ἔπαλξη τ᾿ ἀγέρι,
καθὼς ἐγὼ τοῦ ξέλυνα στὸν ὦμο τὰ μαλλιά,
μὲ τ᾿ ἀλαφρό του ὡς διάβαινε τὸ χέρι
χτύπαγε πάνω στὴ δικιά μου τραχηλιά,
κι ὅλες μου συναρπάζονταν οἱ αἰσθήσεις μονομιά.

8
Μ᾿ ἔχει πιὰ κοιμηθεῖ καὶ λησμονήσει·
πάνω τὴν ὄψη μου ἔγυρα στὸν Πολυαγαπημένο·
σιγεῖ τὸ πᾶν, καὶ μ᾿ ἔχει παρατήσει,
μὲ κάθε ἀφήνοντάς με λογισμὸ νὰ μένω
ἀνάμεσα στὰ κρίνα ἐδῶ λησμονημένο.

 

~.~

 

[Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΦΛΟΓΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ]

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΟΥ Η ΨΥΧΗ ΣΥΝΘΕΤΕΙ
ΣΤΗ ΜΥΧΙΑ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥ-ΤΟΥ ΜΝΗΣΤΗΡΑ

1
Ὦ φλόγα τῆς ἀγάπης ζωντανή,
πού ᾿ναι καλόδεχτα καὶ τὰ λαβώματά σου
μέσα στὸ κέντρο τῆς ψυχῆς τὸ πιότερο βαθύ!
Ἀφοῦ δὲν εἶσαι πιὰ δισταχτική,
ὁλοκληρώσου, ἂν πεθυμᾶς, γλήγορα βιάσου·
σπάσε στὸ γλυκοσμίξιμο καὶ τὴν πλεχτάνη αὐτή!

2
Ὦ σὺ τερπνὸ καυτήρι στὸ πετσί!
Ὧ τόσον ἀπολαυστικὴ λαβωματιά!
Ὦ πράο χεροπάλαμο! Κι ὢ ψαύσιμο ἁπαλό,
ποὺ ξέρει, στὴν αἰώνια τὴ ζωή,
κάθε πρεπούμενη ὀφειλὴ νὰ τὴν ξοφλᾶ!
Σκοτώνοντας, τὸ θάνατο γυρνᾶς σὲ ζήση ἐδῶ.

3
Ὦ καντηλολυχνάρια τῆς φωτιᾶς,
ποὺ ἀπ᾿ τὴ λαμπρότητά της τὴ μοναδικὴ
τοῦ ἀνθρώπινου τοῦ αἰσθήματος τὰ σπήλαια τὰ βαθιά,
ποὺ τοῦ ζοφοῦ τυφλὸ καὶ τῆς σκοτιᾶς
ἤτανε, μ᾿ ἀξιοσύνη στ᾿ ἀλήθεια θαυμαστὴ
δίνουν τ᾿ Ἀγαπημένου τους καὶ φῶς καὶ ζεστασιά!

6
Πόσον ἁγνὸς κι ἐρωτικὸς
ξυπνᾶς τοῦ βάθους στὸ στενό μου στῆθος μέσα,
ὅπου μονάχος μυστικὰ καιρὸ σὺ τώρα μένεις!
Κι ὁ τόσο νόστιμός σου ἀνασασμός,
γιομάτος ἀπὸ τ᾿ ἀγαθά, δόξα κι ἀνέσα,
πῶς τρυφερὰ τὸν ἔρωτα κάνει σε νὰ μ᾿ αὐξαίνεις!

~.~

 

[ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΑΣΜΑ]
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΥΜΦΙΟ

ΝΥΦΗ
1
Σὲ ποιό κρυμμένος νά ᾿σαι καταφύγι,
τοῦ βόγγου ἀφήνουντάς με, Ἀγαπημένε, μοναχή;
Λάφι σωστὸ δρομώντας εἶχες φύγει,
ἀφοῦ μ᾿ εἶχες λαβώσει μὲ βαθιὰ πληγή:
βγῆκα φωνάζουντάς σε, κι εἶχες ἄφαντος γενεῖ.

2
Ποιμένες, σεῖς ποὺ θὰ βαδίσετε
ἀλλάζουντας τὰ χειμαδιὰ πρὸς τὸ ψηλὸ βουνό:
ἂν τύχει καὶ συναπαντήσετε
κεῖνον ποὺ ἀπ᾿ ὅλα παραπάνω λαχταρῶ,
πεῖτε του πὼς μαραίνουμαι, πάσχω καὶ θὰ σβηστῶ.

3
Τὴν ἐδικιά μου ἀγάπη νὰ γυρέψω
ἀλλάζουντας τὰ χειμαδιὰ πρὸς τὸ ψηλὸ βουνό:
ἂν τύχει καὶ συναπαντήσετε
κεῖνον ποὺ ἀπ᾿ ὅλα παραπάνω λαχταρῶ,
πεῖτε του πὼς μαραίνουμαι, πάσχω καὶ θὰ σβηστῶ.

3
Τὴν ἐδικιά μου ἀγάπη νὰ γυρέψω
θὰ πάρω δίπλα τὰ βουνά, δίπλα τὴν ποταμιά,
λουλούδια γύρω δὲ θὲ νὰ μαζέψω,
τ᾿ ἀγρίμια δὲ θὲ νὰ σκιαχτῶ καὶ τὰ θηριά,
καὶ θὰ ὑπερβῶ καστρόπυργα καὶ σύνορα κλειστά.

ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ
ΠΡΟΣ ΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΑ
4
Ὦ δάση καὶ ρουμάνια συσκιερά,
πού ᾿χετε διὰ χειρὸς τοῦ Ἀγαπημένου φυτευτεῖ!
Ὦ σὺ λειμώνα ποὺ ἀπ᾿ τὰ θαλλερὰ
ἔχεις τὰ πλῆθος λούλουδά σου σμαλτωθεῖ!
Ἂν ἔχει τάχα, πεῖτε μου, διαμέσου σας διαβεῖ.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ
5
Τὶς χίλιες χάρες γύρω του σκορπώντας,
μὲ περισσὴ προσπέρασε βιάση τὰ δάση αὐτά,
κι ὡστόσο τοὺς ἀρκέστηκε, περνώντας
νὰ ρίξει πάνω τους μιὰ μόνη του ματιά,
γιὰ νὰ τ᾿ ἀφήσει ὁλόπλουμα στὴν πᾶσαν ὀμορφιά.

6
Ἄχ, ποιός νὰ μὲ γιατρέψει τὸ μπορεῖ!
Παύεις νὰ μοῦ χαρίζεσαι, τὸ νιώθω ἀληθινά·
νὰ μὴ μοῦ πέμψεις ἀπ᾿ τὴ μέρ᾿ αὐτὴ
κι ἑξῆς κανένανε μαντατοφόρο πιά,
ποὺ ἐκεῖνο ποὺ ἐγὼ ψάχνω καὶ ζητῶ δὲ θὰ νογᾶ.

7
Καὶ κεῖνοι ποὺ πλανιοῦνται δῶ καὶ κεῖ
τὶς χάρες σου ἔρχουνται καὶ λέν, χίλιες καὶ παραπάνω,
κι ὅλο καὶ μὲ πληγώνουν πιὸ πολύ,
κι εἶν᾿ ἕνας ποὺ σχεδὸν μὲ φέρνει νὰ πεθάνω,
δὲν ξέρω ποιός, ποὺ ὡς τὸν ψελλίζουν συλλαμβάνω.

8
Μὰ τί ᾿ναι αὐτὸ λοιπὸν ποὺ σὲ κρατοῦσε,
χρόνους μὴ ζώντας, ζήση μου!, κειδὰ ποὺ τώρα ζεῖς,
ἐνῶ γιὰ νὰ τελειώσεις θὰ σ᾿ ἀρκοῦσε
τὸ μέγα πλῆθος τὶς σαγίτες νὰ δεχτεῖς
ἀπὸ τοῦ Ἀγαπημένου αὐτὸ ποὺ τώρα πιὰ ἐννοεῖς;

9
Γιατί, κι ἀφοῦ τὴν ἔχεις πληγωμένη,
τὴ δόλια δὲ μοῦ ἐγιάτρεψες ξανὰ καρδιά μου αὐτή;
Κι ἐφόσον μοῦ τὴν ἔχεις πιὰ κλεμμένη,
πῶς ἄφησες τὸ κλοπιμαῖο, καὶ γιατί
μαζὶ δὲν τ᾿ ἀποκόμισες ἀφοῦ ἔγινε ἡ κλοπή;

10
Σβῆσε τὶς ἐνοχές μου τοῦτες δῶ,
ποὺ ἀπ᾿ ἄλλονε δὲν εἶναι βολετὸ ν᾿ ἀπαλειφτοῦν,
καὶ τὰ δυὸ μάτια μου σοῦ δίνω ἐγώ,
ἀφοῦ, μιὰ κι εἶσαι ὁ φωτισμός τους, λαχταροῦν
γιὰ σὲ μόνο νὰ βλέπουνε καὶ νὰ διαφυλαχτοῦν.

11
Δείξου, παρουσιάσου ἐδῶ μπροστά,
κι ἐμένα ἡ ὀμορφάδα κι ἡ θωριά σου μὲ φονεύει·
τὸ βάσανο, ξέρεις πολὺ καλά,
τὸ μέγα τοῦ ἔρωτα μηδὲν δὲν τὸ γιατρεύει,
πάρεξ ἡ φάνιση κι ἡ ζωγραφιὰ ποὺ ξεπλανεύει.

12
Ὦ σὺ πηγὴ κρυστάλλινη, στὴν ἴδια
τούτη τὴν ὄψη σου μὲ τὰ νερὰ τ᾿ ἀργυρωμένα,
μακάρι νὰ σχημάτιζες αἰφνίδια
τὰ μάτια τὰ γλυκὰ καὶ τὰ χαριτωμένα,
ποὺ ὁλόβαθα στὰ μύχια μου κρατῶ σχεδιασμένα!

13
Πλὴν μάκρυνέ τα, πνεῦμ᾿ Ἀγαπημένο,
γιατὶ ἔρχουμαι γοργοπετώντας!

ΝΥΜΦΙΟΣ
Ἒ περιστέρα, γύρισε ξανά,
γιατὶ, γιά ἰδές, τὸ λάφι τὸ βαρὺ τὸ λαβωμένο
τὴν αὔρα σοῦ ἀνακόπτει στὸ διάσελο ψηλὰ
τοῦ φτερουγίσματός σου κι ἐφαρπάζει τὴ δροσιά.

ΝΥΦΗ
14
Ὁ Ἀγαπημένος μου εἶναι τὰ βουνά,
εἶν᾿ οἱ βαθύσκιωτες κοιλάδες οἱ μοναχικές,
τὰ ξένα τὰ νησιὰ τὰ μακρινά,
οἱ χείμαρροι κι οἱ βουερὲς νεροσυρμές,
καὶ τῶν ἀνέμων τῶν ἐρωτικῶν οἱ σφυριξιές,

15
ἀκόμα εἶν᾿ ἡ γαλήνη στὴ νυχτιὰ
μόλις ποὺ ἀνοίγεται τὸ φῶς καὶ λάμπει ἡ χαραυγή,
κι ἡ μουσικὴ ποὺ ἀκοῦς στὴ σιγαλιά,
κι ἡ ὁλοκληρωτικὴ μονάξια ποὺ ἀντηχεῖ,
τὸ δεῖπνο ποὺ τονώνει καὶ τὸν ἔρωτα κινεῖ.

16
Τὶς ἀλεποῦδες πάρετε γιὰ μᾶς,
ποὺ θαυμαστὰ τ᾿ ἀμπέλι μας κιόλας ἀνθοφοριέται,
στὸ μεταξὺ ποὺ ἀπ᾿ τῆς τριανταφυλλιᾶς
τὰ ρόδα στήνουμε σωρὸν ἐμεῖς, καὶ ἰδέτε
στὸ βουναλάκι ἀπάνω ἐδῶ κανένας δὲ θωριέται.

17
Θανατερὴ σταμάτα παγωνιά·
κι ἔλα, νοτιά, σὺ ποὺ παρακινεῖς τὶς ἐρωτιές,
στὸν κῆπο μου ἔλα πνεῦσε μοναχά,
τί ὁλόγυρα τοῦ ξεχυνῶνται οἱ μυρουδιές,
κι ὁ Ἀγαπημένος μου ποιμαίνει σ᾿ ἄνθη καὶ βραγιές.

18
Ὦ νύφες σεῖς τῆς Ἰουδαίας παιδιά!
ἐνόσω στὰ λουλούδια καὶ στὶς ροδωνιὲς ἐκεῖ
τὸ κεχριμπάρι σκᾶ μοσχοβολιά,
μέσα στὶς κῶμες παραμείνετε, καὶ μὴ
θελήσετε νὰ κροῦστε τὴ δικιά μας ἐμπατή.

ΝΥΦΕΣ ΤΗΣ ΙΟΥΔΑΙΑΣ
19
Φρόντισε νὰ κρυφτεῖς, Χαριτωμένε,
καὶ στρέψε, γύρισε τὸ πρόσωπό σου στὰβουνά,
καὶ μὴ θὲς νὰ μιλήσεις· ἀλλὰ μένε,
καὶ τὶς συντρόφισσες ἐκείνης ποὺ κινᾶ
κοίτα γιὰ τὰ νησιὰ τὰ ξένα καὶ τὰ μακρυνά.

ΝΥΜΦΙΟΣ
20
Ἂ σεῖς οἱ γοργοφτέρουγοι οἰωνοί,
ἅλτες ζαρκάδια, καὶ λιοντάρια, λάφια μου γοργά,
ὄρη ψηλά, κοιλάδες, ποταμοί,
ἀγέρες, καύσωνες τοῦ λίβα, καὶ νερά,
καὶ φόβοι φυλακάτορες στὴ νύχτια σκοτεινιά:

21
[Ναί,] μὲ τὶς λύρες τὶς καλοακουστὲς
καὶ τὸ ἄσμα, σᾶς ξορκίζω, τῶν σειρήνων, κατευνάστε
τὶς ἀνημέρωτές σας τὶς ὀργές,
καὶ σᾶς ἐκλιπαρῶ τὸν τοῖχο μὴ χτυπᾶτε,
γιὰ νά ᾿ναι ἡ νύφη μὲς στὴ σιγουριὰ καθὼς κοιμᾶται.

ΝΥΦΕΣ ΤΗΣ ΙΟΥΔΑΙΑΣ
22
Μάθετε πού ᾿χει ἡ νύφη τώρα μπεῖ
ὅπου εἶν᾿ ὁ κῆπος ὁπ᾿ αὐτὴ πεθύμα εὐτυχισμένος,
κι ὅπου εἶν᾿ ἡ ἀνάπαυσή της ἡ τερπνή,
τώρα εἶν᾿ ὁ πάλλευκος αὐχένας της γερμένος
στὰ μπράτσα ποὺ ἅπλωσε γλυκὰ γι᾿ αὐτὴν ὁ Ἀγαπημένος.

ΝΥΜΦΙΟΣ
23
Κάτω ἀπὸ μιᾶς μηλιᾶς τὴ φυλλουσιά,
μὲ δυνατὸν ἑνώθηκες γάμο μαζί μου ἐσύ,
κι ἐκεῖ ᾿ναι ποὺ σοῦ ἐτέθηκε βαθιὰ
τόσο τὸ χέρι, κι ἔχεις πιὰ θεραπευτεῖ,
ὅπου ἀκριβῶς ἡ μάνα σου γιὰ σὲ εἶχε βιαστεῖ.

ΝΥΦΗ
24
Εἶν᾿ ἡ παστάδα μας ὁλανθισμένη
καὶ περικυκλωμένη ἀπὸ λημέρια λιονταριῶν,
στὴν ἄλικη πορφύρα τυλιγμένη,
κι εἶναι οἰκοδόμημα καιρῶν εἰρηνικῶν,
μὲ ζῶσμα χίλιων σκούδων διαμαντόκαρφα χρυσῶν.

25
Τρέχουν πίσω ἀπ᾿ τὰ χνάρια σου ποὺ πῆρα,
παιζογελοῦν στὴ στράτα οἱ νιὲς ποὺ περπατᾶς αὐτοῦ,
στὸ ᾿γγίξιμο τὸ μόνο τοῦ σπινθήρα,
ἢ καὶ στὸ πιῶμα τοῦ κρασιοῦ τοῦ δυνατοῦ,
πελώριοι πίδακες, χοὲς βαλσάμου θεϊκοῦ.

26
Μὲς στὸ κρασοπουλειὸ τὸ πιὸ βαθὺ
τοῦ Ἀγαπημένου μέθυσα, κι ὡς βγῆκα ἀπὸ κειδά,
κάνοντας πρὸς τὸν κάμπο τὸν πλατύ,
εἶχα ξεχάσει κάθετι, κι αὐτὰ τ᾿ ἀρνιὰ
ποὺ πρὶν μ᾿ ἀκολουθούσανε, καὶ δὲν τὰ βρῆκα πιά.

27
Ἐκεῖ μόνη προστάζει με ἡ καρδιά του,
καὶ μιὰ ἐμπειρία νόστιμη μοῦ ἐμπνέει, καὶ τότ᾿ ἐγὼ
μεμιᾶς γίνουμαι ὁλότελα δικιά του,
ἐμὲ προσφέρουντας ὣς τὸ παραμικρό·
τί ἐκεῖ ᾿ναι ποὺ ὑποσχέθηκα νύφη του νὰ γινῶ.

28
Ἀφιερωμένη μου ἔχω τὴν ψυχή,
κι εἶναι στὴ διάθεσή του κάθε μου ἀγαθό·
δὲ βγαίνω πιὰ καθόλου στὴ βοσκή,
μήτ᾿ ἔχω κι ἄλλονε στὴ ζήση μου σκοπό,
τί ὁλημερὶς ἀσκοῦμαι πιὰ μονάχα ν᾿ ἀγαπῶ.

29
Κι ἀπὸ ταχιὰ σὰ δὲ μὲ ξαναδεῖτε
στὸ βοσκοτόπι καὶ κανεὶς πιὰ δὲ μὲ συναντήσει,
πὼς δίχως ἄλλο χάθηκα νὰ πεῖτε,
πὼς ἔχοντάς με τοῦτος ὁ ἔρωτας νικήσει,
μὲ θέλησή μου χάθηκα, καὶ πάλι ἔχω κερδίσει.

30
Λουλούδια καὶ πολύτιμα πετράδια
μάζεψε, μὲς στὴν πάχνη τοῦ πρωιοῦ δροσολουσμένα,
στεφάνια νὰ τὰ πλέξουμε καὶ φάδια,
νά ᾿ναι γιὰ χάρη τοῦ ἔρωτά σου ὁλανθισμένα,
καὶ νά ᾿ναι μὲ μιὰ τρίχα μου σφιχτὰ σταυροπλεγμένα.

31
Μόνο ἀπ᾿ αὐτὴ τῆς κόμης μου τὴν τρίχα
μνέσκεις, ὡς εἶδες την ἐκεῖ, βουβὸς καὶ θαμπωμένος,
τὴν τραχηλιὰν ἐθαύμασες ὁπου εἶχα,
κι ἐδὰ σιμά της παραμένεις ἀδραγμένος,
κι εἶσαι ἀπὸ μιὰ μοναδικὴ ματιά μου λαβωμένος.

32
Τότε ποὺ μ᾿ ἀποθαύμαζες ἐσύ,
πάνω μου ἡ χάρη τῶν δυονῶ ματιῶν σου ἐκτυπωνόνταν:
ἔπειτα μ᾿ ἀγαποῦσες πιὸ πολύ,
καὶ τὰ δικά μου ν᾿ ἀξιωθοῦν σ᾿ ἐσὲ δυνόνταν
νὰ δείξουν τὴ λατρεία τους σ᾿ ὅ,τι ἀπὸ σὲ φαινόνταν.

33
Γυρεύω σου νὰ μὴ μὲ ὑποβιβάσεις
γιατὶ ἔτσι μ᾿ ἥβρες· κι ἔπειτα, κι ἂν μ᾿ ἥβρες μελαμψή,
δὲς τώρα πὼς μπορεῖς νὰ μὲ θαυμάσεις,
ἀφοῦ πρωτύτερα στ᾿ ἀλήθεια μ᾿ ἔχεις δεῖ,
καὶ χάρη μ᾿ ἄφησες πολλὴ κι ἀκέρια καλλονή.

ΝΥΦΕΣ ΤΗΣ ΙΟΥΔΑΙΑΣ
34
Ἡ περιστέρα πού ᾿φυγε ἡ λευκὴ
ἐπέστρεψε μὲ τὸ κλωνὶ ξανὰ στὴν κιβωτό,
κι ἡ τρυφερὴ τρυγόνα ἡ πιὸ μικρὴ
τὸ σύντροφό της τὸν καλὸ κι ἀγαπητὸ
σιμὰ στὸν καταπράσινο ξανάβρε ποταμό.

35
Στὴν ἐρημιὰ γιὰ χρόνους εἶχε ζήσει,
καὶ τὴ φωλιά της ἔφτιαξεν ἐκεῖ στὴν ἐρημιά,
καὶ στὴν ἐρμιὰ τὴν ἔχει ἀποτραβήξει
ἀπὸ μονάχος ὁ Ἐραστής της, ἐκειδὰ
στὴν ἐρημία τοῦ ἔρωτα μὲ τὴ λαβωματιά.

ΝΥΦΗ
35
Λοιπόν, Ἀγαπημένε μου, ἂς χαροῦμε,
κι ὅπου εἶναι λόφος ἢ βουνό, δικιά σου εἶν᾿ ὀμορφιά,
κι ἐντός της πᾶμ᾿ ἐκεῖ νὰ θαυμαστοῦμε,
ὅθε ἀναβλύζουν τὰ καθάρια τὰ νερά·
πάντοτε ἂς βυθιζόμαστε κεῖ πού ᾿ναι πιὸ πυκνά.

37
Κι ἔπειτα πιὰ στὶς ἄβατες σπηλιές,
ἐκεῖ ποὺ ἀνοίγουν ἔγκατα στὸ βράχο θὰ χωθοῦμε,
σπηλιὲς ποὺ εἶναι κρυμμένες καὶ κρυφές,
ἐκεῖ στὰ βάθη τους ἐμεῖς πᾶμε νὰ μποῦμε,
καὶ τοῦ ροδιοῦ νὰ πάρουμε τὸ ἀπόσταγμα νὰ πιοῦμε.

38
Κεῖ μέσα μοῦ ᾿χες δείξει ἐξαφνικὰ
ἐκεῖνο ποὺ σοῦ ἐγύρευε μὲ πάθος ἡ ψυχή μου,
κι ἐκεῖ ᾿ναι ποὺ ἔδωσές μου εὐθὺς μετὰ
τὸ μέγα τοῦτο θησαυρόν, ἐσύ, ζωή μου,
τοῦτο ποὺ ἀπ᾿ τὴν ἑπόμενη γίνηκε ἡ πλήρωσή μου:

39
Τὸν ἄνεμο κι αὐτὸ τὸ φύσημά του,
καὶ τὸ τραγούδι τοῦ ἀηδονιοῦ ποὺ γλυκοκελαηδεῖ,
τὸ δάσος καὶ τὴν πλούσια δωρεά του,
στὴ σκοτεινὴ τούτη νυχτιὰ τὴ γαληνή,
μὲ φωτιὰ ποὺ κατατρώγει μὰ ποτὲ δὲν τιμωρεῖ.

40
Κι αὐτὸ ἀκριβῶς κανεὶς δὲν τὸ θωροῦσε…
Κι ἀκόμα μήτε ὁ Ἀμιναδὰβ καθόλου ἐμφανιζόταν…
Κι ἡ πολιορκία τούτη ἐσταματοῦσε…
Καὶ τὸ ἱππικὸν ἀγάλι᾿ ἀγάλια κατερχόταν
καταντικρὺ τῆς ὄψης τῶν νερῶν ποὺ τοῦ ἀνοιγόταν…

~.~

 

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

1542 Γεννιέται (στὶς 24 Ἰουνίου) ὁ Juan de Yepes y Álvarez ποὺ κατόπιν θὰ υἱοθετήσει τὸ ὄνομα Juan de la Cruz, στὸ Fontiveros τῆς Παλιᾶς Καστίλης, μεταξὺ Ἄβιλας καὶ Σαλαμάνκας, τρίτο τέκνο τοῦ Gonzalo de Yepes, ὑφαντουργοῦ, καὶ τῆς Catalina de Álvarez, ταπεινότερης καταγωγῆς.
1551 Μένοντας χήρα, ἡ μητέρα μετακομίζει στὴ Μεδίνα (Medina del Campo), ὅπου ὁ Ἰωάννης εἰσέρχεται στὸ Κολέγιο τῆς Διδαχῆς (ἕνα σχολεῖο γιὰ ἄπορα παιδιά), ἐνῶ ἐργάζεται ὡς κάλφας σὲ ξυλουργεῖο, ὡς ράφτης, ὡς ἐλαιοχρωματιστὴς κλπ. Ὁ Alonzo Álvarez de Toledo τοῦ ἐξασφαλίζει μιὰ θέση στὸ νοσοκομεῖο καὶ τὸν στέλνει νὰ σπουδάσει στὸ Κολέγιο τῶν Ἰησουιτῶν. Εἶναι ἔτσι ποὺ κυλᾶ ἀκόμα ἡ ζωή του ὅταν, τὸ 1562, ἡ ἁγία Τερέζα τῆς Ἄβιλας (santa Teresa de Ávila ἢ de Jesús, ἀρχ. ὄνομα Teresa de Cepeda y Ahumada, 1515-1582) μὲ ἔγκριση τοῦ Βατικανοῦ ἱδρύει τὸ πρῶτο μοναστήρι Ἀνυποδήτων, ἐγκαινιάζοντας στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Καρμηλιτικοῦ Τάγματος τὴ μεταρρύθμισή της – ποὺ ἀπέβλεπε σ᾿ ἕνα εἶδος ἐπιστροφῆς στὴν ἁπλότητα καὶ τὴ γνησιότητα τοῦ πηγαίου μοναχισμοῦ («Ἀνυπόδητοι» ὡς ὑποστηρικτὲς μιᾶς λιτότερης ὑπόδησης, τῆς ἴδιας χειμώνα-καλοκαίρι). Ἦταν μιὰ ἐποχὴ γενικὰ ταραγμένη γιὰ τὴν Ἰσπανικὴ Ἐκκλησία καὶ μὲ ἔντονη μεταρρυθμιστικὴ δραστηριότητα στὰ θρησκευτικὰ τάγματα καὶ τὴ μοναστικὴ ζωή.
1563 Ὁ Ἰωάννης παρατάει τὴ θέση του στὸ νοσοκομεῖο καὶ κλείεται στὴν καρμηλιτικὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Ἄννας, στὴ Μεδίνα, ὑπὸ τὸ ὄνομα Juan de San Matías.
1564 Διαμονὴ στὴ Σαλαμάνκα ὣς τὸ 1567. Σπουδάζει θεολογία στὸ Πανεπιστήμιο καὶ στὸ Κολέγιο τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα (μελετᾶ τὶς Γραφές, Ἀριστοτέλη, Θωμᾶ Ἀκινάτη καὶ Duns Scotus), προκειμένου νὰ γίνει δεκτὸς ὡς ἱερέας. Ἐκεῖνα τὰ χρόνια στὴ Σαλαμάνκα διδάσκει ὁ σημαντικὸς θεολόγος καὶ πολὺς πεζογράφος Fray Luis de León (1527-1591).
1567 Ἐπιστρέφει στὴ Μεδίνα καὶ στὶς 8 Σεπτεμβρίου χειροτονεῖται ἱερέας. Ἀποφασίζει ν᾿ ἀποσυρθεῖ στὸ ἡσυχαστήριο τῆς Santa Maria στὸ Παουλάρ. Στὶς 14 Αὐγούστου φτάνει στὴ Μεδίνα ἡ ἁγία Τερέζα γιὰ νὰ θεμελιώσει μιὰ μονὴ Ἀνυποδήτων· πρόθεσή της, γιὰ τὴν ὁποία ἔχει τὴν ἐξουσιοδότηση τοῦ ἐπικεφαλῆς στὸ Τάγμα τῶν Καρμηλιτῶν padre Rubio καὶ τὴν προσωπικὴ ὑποστήριξη τοῦ Φιλίππου Β´, εἶναι νὰ διαδώσει καὶ μεταξὺ τῶν μοναχῶν τὴ μεταρρύθμιση ποὺ εἶχε ἤδη πραγματοποιήσει γιὰ τὶς μοναχές. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἄνοιξης συναντᾶ τὸν Ἰωάννη, τὸν πείθει νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἰδέα τοῦ ἡσυχαστηρίου καὶ τὸν καθιστᾶ κοινωνὸ τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ της προγράμματος.
1568 Στὶς 28 Νοεμβρίου ὁ Ἰωάννης, ποὺ ἔχει στὸ μεταξὺ λάβει τὴν προσωνυμία «de la Cruz», σὲ συνεργασία μὲ τὸν P. Antonio de Jesús Heredia καὶ ἄλλους, θεμελιώνει στὸ Duruelo τὸ πρῶτο μοναστήρι Ἀνυπόδητων Καρμηλιτῶν. Ἀναλαμβάνει τὴν κατήχηση τῶν δοκίμων.
1570 Μεταφέρεται ὡς κατηχητὴς τῶν δοκίμων στὴν Pastrana, ὅπου ἡ ἁγία Τερέζα ἔχει θεμελιώσει ἕνα νέο μοναστήρι στὸ πλαίσιο τῆς μεταρρυθμιστικῆς της προσπάθειας. Κατόπιν, ἡ κοινότητα Καρμηλιτῶν τοῦ Duruelo μετακινεῖται στὴ Mancera, ὅπου ὁ Ἰωάννης συνεχίζει τὸ ἔργο του.
1571 Ὁρίζεται προϊστάμενος στὸ καρμηλιτικὸ Κολέγιο τῆς Ἀλκαλά.
1572 Ἡ ἁγία Τερέζα, ἡγουμένη πλέον στὸ μοναστήρι τῆς Ἐνσάρκωσης (Encarnación) στὴν Ἄβιλα, καλεῖ τὸν Ἰωάννη κοντά της ὡς ἐξομολογητὴ καὶ ἐφημέριο· στὶς 18 Νοεμβρίου, δεχόμενη ἀπὸ τὸ χέρι του τὴ Θεία Κοινωνία, ἡ ἁγία Τερέζα ὀπτασιάζεται τὸν Ἰησοῦ νὰ συνάπτει «μυστικὸ γάμο» μαζί της. Ἀλλὰ οἱ ἀρχικὰ φιλικὲς σχέσεις μεταξὺ Ὑποδημένων καὶ Ἀνυπόδητων Καρμηλιτῶν ἀρχίζουν νὰ διαταράσσονται. Ἡ ἁγία Τερέζα, βασιζόμενη στὸν ἀντιπρόσωπο τῆς Ἁγίας Ἕδρας Ormoneto καὶ στὸν Φίλιππο Β´, ἐπιδιώκει ἐξάπλωση τῆς μεταρρύθμισης· ἀλλὰ βρίσκει ἀντίθετους πιὰ τοὺς Ὑποδημένους, ποὺ τώρα ἔχουν στὸ πλευρό τους καὶ τὸν ἐπικεφαλῆς τοῦ Τάγματος padre Rubio, καὶ σὲ μιὰ σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Πλακεντία ἀποφασίζεται οἱ Ἀνυπόδητοι νὰ τεθοῦν ἐκτὸς ἐκκλησιαστικῆς νομιμότητας στὴν Ἀνδαλουσία. Πεθαίνοντας ὁ Ormoneto, ὁ νέος ἀντιπρόσωπος τῆς Ἁγίας Ἕδρας Sega τάσσεται ἀπερίφραστα μὲ τὴ μεριὰ τῶν Ὑποδημένων.
1577 Τὴ νύχτα τῆς 3. πρὸς 4. Δεκεμβρίου, ὁ Ἰωάννης ἀπάγεται ἀπὸ Ὑποδημένους μοναχούς, ἐχθροὺς τῆς μεταρρύθμισης, καὶ μεταφέρεται κρυφὰ στὸ Τολέδο, ὅπου φυλακίζεται σ᾿ ἕνα ἀνήλιαγο κελλὶ τῆς μονῆς τους. Θὰ μείνει ἐκεῖ κλεισμένος γιὰ ἐννέα μῆνες, ὑπὸ συνθῆκες κακομεταχείρισης καὶ καταπίεσης. Εἶναι βέβαιο πὼς ἐκεῖ συνθέτει τὸ ποιητικὸ κείμενο τοῦ «Πνευματικοῦ Ἄσματος», πιθανὸν ὅμως καὶ ἄλλα του στιχουργήματα.
1578 Τὴ φεγγαρόλουστη βραδιὰ τῆς 16. Αὐγούστου, ὁ Ἰωάννης δραπετεύει ἀπὸ τὴ φυλακή του, γλιστρώντας κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρό της μὲ τὴ βοήθεια αὐτοσχέδιου σχοινιοῦ, ποὺ κατασκευάζει ἀπὸ λωρίδες ὑφάσματος· σπεύδει νὰ κρυφτεῖ στὴν ἐκεῖ μονὴ τῶν Ἀνυπόδητων Καρμηλιτισσῶν. Στὸ μεταξύ, καὶ ἐνῶ οἱ Ἀνυπόδητοι ἔχουν διακηρύξει τὴν αὐτονομία τους στὴν περιοχὴ καὶ τὸ δικαίωμά τους νὰ διαδίδουν ἐλεύθερα τὴ μεταρρύθμιση, ὁ Φίλιππος Β´ ἀναθέτει στὸν Sega νὰ δώσει τέλος στὶς τριβὲς ἀνάμεσα στὶς δύο παρατάξεις τοῦ Τάγματος. Τὸν Ὀχτώβρη ὁ Ἰωάννης ὁρίζεται ἡγούμενος στὴ Μονὴ τοῦ Κρανίου Τόπου (Calvario), στὸ Jaen τῆς Ἀνδαλουσίας.
1579 Προϊστάμενος στὸ καρμηλιτικὸ Κολέγιο τῆς Μπαέθας.
1582 Ἡγούμενος στὴ μονὴ τοῦ Καρμήλου, στὴ Γρανάδα, ὅπου φαίνεται ὅτι ὁλοκλήρωσε τὴ συγγραφὴ τοῦ Πνευματικοῦ Ἄσματος καὶ τῆς Σκοτεινῆς Νύχτας (ὣς τὸ 1585). Τὴ χρονιὰ τούτη πεθαίνει ἡ ἁγία Τερέζα, μιὰ ἀπὸ τὶς ἀξιολογότερες γραφίδες τῆς ἰσπανικῆς πρόζας, ἀλλὰ καὶ ποιήτρια (παραλλαγὴ τοῦ ἰωαννικοῦ «Πόθου Θανάτου» εἶναι τὸ δικό της «Villáncico»).*
1585 Ταξίδια στὴν Ἰσπανία, μέχρι τὸ 1588· τοῦ ἀπονέμονται διακεκριμένες ἐκκλησιαστικὲς θέσεις.
1588 Τὸν Ἰούνιο ὁρίζεται στὴ Μαδρίτη Ἡγούμενος τῆς Σεγκόβιας. Στὸ μεταξύ, ὅμως, βαθιὰ ἀσυμφωνία διχάζει τοὺς Ἀνυπόδητους: ἀπὸ τὴ μιά, ὁ νέος ἐπικεφαλῆς τους Nicola Doria σχηματίζει ἕνα συμβούλιο ποὺ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ τροποποιεῖ τὰ θέσμια ποὺ εἶχε προσδιορίσει ἡ ἁγία Τερέζα (καὶ ποὺ εἶχαν ἐγκριθεῖ ἐπίσημα ἀπὸ τὴ γενικὴ συνέλευση τῶν Καρμηλιτῶν στὴν Ἄβιλα τὸ 1581)· ἀπὸ τὴν ἄλλη, δυσανασχετοῦν καὶ περιέρχονται σὲ δύσκολη θέση ὅσοι ἐννοοῦν νὰ μείνουν πιστοὶ στὴν παράδοση τῆς ἁγίας, ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς κι ὁ Ἰωάννης.
1591 Τὸν Ἰούνιο ἡ ἐκκλησιαστικὴ σύνοδος στὴ Μαδρίτη τοῦ ἀφαιρεῖ ὅλα τὰ ἀξιώματα καὶ τὸν στέλνουν στὸ Μοναστήρι τῆς Peñuela στὸ Μεξικό. Προτοῦ ἀναχωρήσει, ὑποφέροντας ἀπὸ τὴ δίωξη καὶ τὶς κινήσεις ἐκτοπισμοῦ του ἐκμέρους Ἀνυπόδητων Καρμηλιτῶν, ἀρρωσταίνει τὸν Σεπτέμβρη καὶ μεταφέρεται μὲ πυρετὸ στὴν Οὔβεδα (Úbeda τοῦ Jaen). Στὸ φόβο ἐνδεχόμενης ἔρευνας –καθὼς ἀναμενόταν ἡ κίνηση ἰταμῆς δικαστικῆς διαδικασίας σὲ βάρος του– ἀποδίδεται ἡ κακὴ παράδοση τῶν χειρογράφων του, ποὺ πολλά τους κάηκαν ἀπὸ τὶς κατόχους τους καλόγριες. Ἐκεῖ πεθαίνει ὁ Ἰωάννης, πρὶν κλείσει τὰ πενήντα του χρόνια, στὶς 14 Δεκεμβρίου, στὶς 12 τὰ μεσάνυχτα.
1593 Τὸν Μάιο μεταφέρεται τὸ λείψανό του στὴ Σεγκόβια.
1618 Πρώτη ἔκδοση τῶν ἔργων του.
1675 Μακαρισμὸς τοῦ πατρὸς-ἀδελφοῦ Ἰωάννη ἀπὸ τὸν Πάπα Κλήμεντα Ι´ (25 Ἰανουαρίου).
1726 Ἁγιοποίηση τοῦ Ἰωάννη ἀπὸ τὸν Πάπα Βενέδικτο Η´ (27 Δεκεμβρίου).
1926 Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ ἀνακηρύσσεται ἀπὸ τὸν Πάπα Πίο ΙΑ´ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας (24 Αὐγούστου).
1952 Ἀνακηρύσσεται προστάτης ἅγιος τῶν Ἰσπανῶν ποιητῶν (21 Μαρτίου).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Τὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη –ποὺ μᾶς σώθηκε σὲ πάμπολλους κώδικες, ὅπου ὅμως ἐλάχιστα εἶναι τὰ αὐτόγραφά του (καὶ τῶν μειζόνων ἔργων του κανένα)– ἀρθρώνεται βάσει τῶν ποιητικῶν του κειμένων. Ὅσα ἐξ αὐτῶν συνοδεύονται ἀπὸ συναφεῖς πραγματεῖες του συνιστοῦν τὰ λεγόμενα «μείζονα ἔργα» του (πολυσέλιδα βιβλία)· τὰ λοιπὰ ὀνομάζονται «ἐλάσσονα».

Μείζονα ἔργα του εἶναι τέσσερα· τά: Ἀνάβαση στὸ Κάρμηλον Ὄρος (ὅπου προτάσσεται δίκην ἀφόρμησης ἡ «Σκοτεινὴ Νύχτα»), ἡ Σκοτεινὴ Νύχτα (ποὺ σχολιάζει τὸ ποίημα), τὸ Πνευματικὸ Ἄσμα (ἐξαντλητικὸς ἀνὰ στροφὴ σχολιασμὸς αὐτῆς τῆς ἀνάπλασης τοῦ Ἄσματος Ἀσμάτων) καὶ ἡ Ζωντανὴ Φλόγα τῆς Ἀγάπης (σχολιασμός, ὁμοίως, τοῦ ἀντίστοιχου ποιήματος). Στὰ ἐλάσσονα ἔργα του ὑπάγονται τὰ ὑπόλοιπα ποιήματά του (λαϊκότροπα ἐπωδικὰ καὶ τραγούδια ποὺ ἀποδόσεις τους περιλαμβάνονται κι ἐδῶ) καὶ οἱ ρομάντσες του (δέκα τραγούδια στὸν παραδοσιακὸ τύπο ποὺ δηλώνει ἡ ὀνομασία τους, μὲ πηγὴ ἔμπνευσης τοὺς Ψαλμοὺς καὶ τὰ Εὐαγγέλια, κυρίως, καὶ μὲ πιὸ ἔκδηλο διδακτισμό), μιὰ μικρὴ ἐπίσης συλλογὴ ἀφορισμῶν καὶ ἀποφθεγμάτων (Avisos y sentencias espirituales) καὶ μιὰ σειρὰ συμβουλῶν γιὰ τὸν εὐσεβὴ βίο (Cautelas). Ἔχουμε, ἀκόμα, στὴ διάθεσή μας 26 ἐπιστολές του.

Ἡ editio princeps τοῦ ἔργου του κυκλοφόρησε μεταθανάτια (Obras espirituales que encaminan a un alma a la perfecta unión con Dios, ἐπιμ. Diego de Jesús, Alcalá 1618), χωρὶς τὸ Πνευματικὸ Ἄσμα (κ.ἄ. ἐλάσσονα γραπτά του), ποὺ δημοσιεύτηκε ἀργότερα (Madrid 1627) στὴ λεγόμενη «Μορφὴ Α» (ἡ ὑστερότερη «Μορφὴ Β» εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας τὸ 1703 στὴ Σεβίλη). Παραμένει ἀκόμα ἐγκυρότερη ἡ ἔκδοση ἁπάντων ποὺ ἐπιμελήθηκε ὁ P. Silverio de Santa Teresa, Obras, σὲ 5 ττ. (Burgos <Biblioteca Mística Carmelitana, x-xiv>, 1929-1931) – ὁ τ. 1. Preliminares, ὁ τ. 5 Procesos, τὰ ἔργα στοὺς 3 ἐνδιάμεσους.

Ἀρκετὲς ὑπῆρξαν οἱ αὐτοτελεῖς ἐκδόσεις τῶν ποιημάτων ἀποκλειστικά. Λήφθηκε ὑπόψη γιὰ τὴν παρούσα ἔκδοση καὶ ὁ τόμος Poesía, ἐπιμ. Domingo Ynduráin, Madrid: Cátedra <Letras Hispánicas, 178>, 101997. Πολύτιμη ἀποδείχτηκε ἡ συνδρομὴ μεταφράσεων τῶν ποιημάτων τοῦ ἁγίου Ἰωάννη καὶ σὲ ἄλλες γλῶσσες, ὅπως τῶν Arthour Symons, E. Allison Peers, Kieran Kavanaugh & Otilio Rodríguez στὴν ἀγγλική, τοῦ Lucien Tournai στὴ γαλλικὴ καὶ τῶν Fernando di Santa Maria, Ermanno Aneilli καὶ Giorgio Agamben στὴν ἰταλική.

Στὴν ἑλληνική, ἐκτὸς ἀπὸ κάποιες τμηματικὲς ἀποδόσεις αὐτῶν τῶν ποιημάτων στὸ ἐσωτερικὸ ἔργων δοκιμιακοῦ χαρακτήρα, μνημονευτέες οἱ μεταφράσεις τῆς «Ζωντανῆς Φλόγας τῆς Ἀγάπης» ἀπὸ τὸν Ἄρη Δικταῖο (Σ᾿ Ἀναζήτηση τοῦ Ἀπόλυτου: Ἱστορικὴ Ἀνθολογία τῆς Παγκοσμίου Ποιήσεως, Ἀθήνα: ἐκδ. Γ. Φέξη, 1960, σ. 431), τῆς «Σκοτεινῆς Νύχτας» ἀπὸ τὸν Ἠλία Ματθαίου («Τραγούδι γιὰ τὸ Ἀνέβασμα στὸ Μόντε Καρμέλο»: Ἀνθολογία Ἰσπανικῆς Ποίησης [ΧΙΙ-ΧΧ Αἰώνας]: Ἀπὸ τὸ Ἄσμα τοῦ Μίο Θὶδ ὣς τὴ Γενιὰ τοῦ 1927, Ἀθήνα: Γνώση <Ξένη Ποίηση, 3>, 1983, σσ. 121-122) καὶ τοῦ «Πνευματικοῦ Ἄσματος» σὲ πρόζα, μαζὶ μὲ ὅλον του τὸ σχολιασμό, σὲ αὐτοτελὴ τόμο (μτφρ. José Ruiz, μτγρ. Σόνια Κουμαντάρου, πρόλ. Κ.Ε. Τσιρόπουλος, Ἀθήνα: Ἐκδόσεις τῶν Φίλων <Ἰσπανικὴ Βιβλιοθήκη, 9>, 1985, σσ. 17-26). Ἐξυπακούεται πὼς οὔτε αὐτὲς ἀγνοήθηκαν.

* Σημειώνεται, μὲ τὴν εὐκαιρία, ὅτι δύο τουλάχιστον ἔργα τῆς ἁγίας Τερέζας ἔχουν κυκλοφορήσει αὐτοτελῶς στὴν ἑλληνική: οἱ Ἐξομολογήσεις (μτφρ. Π. Εἰρηναῖος Τυπάλδος, Ἀθήνα <1957>) καὶ οἱ Κατοικίες (μτφρ. José Ruiz, μτγρ. Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Ἀθήνα: Ἐκδόσεις τῶν Φίλων <Ἰσπανικὴ Βιβλιοθήκη, 8>, 1984) – βιβλίο γνωστὸ καὶ μὲ τὸν τίτλο Ἐσωτερικὸ Φρούριο.

~.~