Σωτήρης Γουνελάς, Χριστούγεννα

 ~.~ 
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει

Από τη στιγμή που ο Θεός σαρκώνεται δεν μπορούμε να ξανακοιτάμε ψηλά. ‘Ουρανία’ κατά Σωκράτη, είναι η θεωρία των υψηλών, είναι η όραση των άνω ‒άνω θωρώ‒ να θεωρείς τα υπερκείμενα. Τώρα, όμως, ο ουρανός κατέβηκε στη γη, ο Θεός από υπερβατικός γίνεται εμμένων, εγκάτοικος που χτυπά την μέσα θύρα και γυρεύει ‘μονήν’. Ο Θεός φιλάνθρωπα, σαρκωμένος και σταυρωμένος, ήρθε πολύ κοντά στον άνθρωπο, τον άγγιξε, κι αυτό μονάχα έτσι μπορούσε να γίνει ‒διαμέσου ανθρώπινης σαρκός‒ αλλιώς ο άνθρωπος θα εξαφανιζόταν. Είναι ένας από τους λόγους που η ουσία του Θεού μένει ακατάληπτη. Όμως, μετέχουμε του θείου. Μάλιστα, από την Ενανθρώπηση και μετά, μετέχουμε μέσα από το μυστήριο της Ευχαριστίας, μέσα από θυσιαστική αγάπη, μέσα από νιάσιμο για τον άλλο, μέσα από υπέρβαση του εαυτού. Μετέχουμε από Φως σε Φως, αλλά το Φως δεν αντικρίζεται κατάματα, όπως αναπτύσσει ο Σωκράτης στο μύθο του σπηλαίου. Η Εκκλησία είναι ένα Σπήλαιο, μόνο που τώρα, μέσα στο Σπήλαιο κείται το μυστικό Σώμα του ομοούσιου με τον Πατέρα Υιού. Εάν συνδέσουμε το πλατωνικό Σπήλαιο, με το Σπήλαιο της Βηθλεέμ και την Εκκλησία, φτάνουμε εσχατολογώντας στην Πόλη, «την άνωθεν καταβαίνουσαν, εστολισμένη ως Νύμφη», για την οποία κάνει λόγο η Αποκάλυψη. Η σπηλιά μεταμορφώνεται σε πάγκαλη και πάμφωτη Νύμφη.

Υπάρχουν τρεις τουλάχιστον λόγοι για τους οποίους δεν αντικρίζεται το Φως. Ο πρώτος η υπέρτατη φωταύγεια. Ο δεύτερος οι αμαρτίες-αστοχίες-άγνοιες που παρεμβάλλονται ως στρώματα λίπους ‒η παχιά ύλη που αναφέρουν οι Πατέρες‒ που εμποδίζουν την πρόσβαση, όπως τα χοντρά τζάμια και ο τρίτος λόγος οι ενοχές μας, που μας κρατούν δεμένους και φυλακισμένους του πλατωνικού Σπηλαίου, με τον αυχένα αγκυλωμένο απ’ το αλυσόδεμα, έτσι ώστε να μη μπορούμε να δούμε παρά μονάχα σκιές. Σήμερα μάλιστα, πολλοί ούτε τις σκιές δεν μπορούν να δουν. Ζουν σε απόλυτο σκοτάδι, σ’ ένα είδος μόνιμης ύπνωσης ή χαύνωσης.

Στους αρχαίους μύθους ο Ουρανός γεννάει τον Κρόνο ‒ τον καθαρό και ακήρατο Νου και ο Κρόνος τον Δία, δηλαδή τη Ζωή. Ουρανός-Κρόνος-Ζεύς ίσως είναι η κρυφή τριάδα που διάβαζε στον Πλάτωνα η Σιμόνη Βέιλ. Ο μύθος στην ιστορία του Ισραήλ γίνεται γέννηση του «νέου παιδίου» που έρχονται να το προσκυνήσουν οι Μάγοι της Ανατολής, αποδεχόμενοι μια άλλη τάξη πραγμάτων χάρη στην ύπαρξη αυτού του «παιδίου». Ο Ηράκλειτος μιλά για την «βασιλεία του παιδός» και δεν αποκλείεται να προφητεύει αυτού του είδους την βασιλεία, ή μάλλον να εννοεί την «βασιλεία», για την οποία όχι μονάχα κάνει λόγο ο Χριστός, αλλά την εγκαινιάζει.

Σε προχριστιανικούς χρόνους γιόρταζαν στις 25 Δεκεμβρίου τον ηλιακό θεό, τον θεό Μίθρα που ερχόταν από την Περσία και είχε εισαχθεί στη ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τον 1ο αιώνα. Πάνω σε αυτό το δεδομένο, η Εκκλησία περνά τη σημασία της Ζωής από τη διάσταση του φυσικού ή αισθητού ήλιου σε εκείνη του νοητού, που ταυτόχρονα είναι σαρκωμένος σε πρόσωπο ανθρώπου. Ο ήλιος τώρα είναι ο Γιός του Θεού, Υιός του Πατρός που ενανθρώπησε. Υιός που γεννήθηκε έξω από φυσικά και βιολογικά όρια, άρα φορέας άλλης Ζωής, άλλης Πρότασης για τους ανθρώπους και τον κόσμο. Αυτό σημαίνει πως τα πράγματα από εδώ και πέρα αποκτούν νόημα, αξία και σημασία στη σχέση τους με αυτόν τον Υιό.

Ο Υιός αυτός δίδαξε, έδειξε και πρότεινε μια άλλη πραγματικότητα για τον άνθρωπο, μια άλλη ζωή. Όχι την μετά θάνατον αλλά την εδώ. Η ζωή αυτή και η πραγματικότητα αυτή λέγεται και είναι η Αγάπη. Από τη στιγμή αυτή όλα ανάγονται σε Αυτήν και βεβαίως η δημιουργία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργείται ‘άρσεν’ και ‘θήλυ’ για να μπορέσει να διδαχτεί, να κατανοήσει, να μυηθεί στο μυστήριο της Αγάπης, τουτέστιν το μυστήριο της Τριάδας. Γιατί Τριάδα χωρίς Αγάπη μεταξύ των τριών Προσώπων δεν υπάρχει. Πατήρ, Υιός και Πνεύμα, ο Πατήρ που δεν υπάρχει χωρίς τον Υιό, ο Υιός που δεν υπάρχει χωρίς τον Πατέρα, το Πνεύμα που δεν υπάρχει χωρίς τους άλλους δύο, έτσι κάπως σαν ένα λεκτικό παιχνίδι διατυπώθηκαν αυτά τα πράγματα και σφράγισαν την πορεία αυτού που λέμε χριστιανική Παράδοση και Εκκλησία.

Γίνεται συχνά μια παρανόηση. Η παρανόηση αυτή τα τελευταία χρόνια, όπως και σε άλλες εποχές, ταυτίζει το Χριστό ‒ τον Υιό του Πατρός, Αυτόν δηλαδή που μας αποκάλυψε τον Πατέρα, χωρίς τον Χριστό-Υιό δεν θα ξέραμε ποιος είναι ο Πατέρας ή κατά την ρήση του Ιωάννη «Εκείνος εξηγήσατο» (…) ‒ τον ταυτίζει λοιπόν με τον εβραϊσμό, με ένα έθνος ή έναν λαό, που σημαίνει ότι, συνακόλουθα, τον απορρίπτει, στο όνομα μιας άλλης εθνοφυλετικής διάστασης, όπως είναι λόγου χάρη η ελληνική. Πρόκειται για τεράστιες ανοησίες άσχετων ανθρώπων. Όποιος έχει στοιχειώδη σχέση με μεταφυσικές καταστάσεις, όχι δηλαδή κλεισμένες στα όρια της διάνοιάς του, του σώματός του και του ψυχικού του πεδίου, ούτε φυσιοκεντρικές και ανθρωποκεντρικές, είναι αδύνατο να καταλάβει ή να νιώσει τη διάσταση του Υπέρλογου που στον Χριστό αποκτά Πρόσωπο και γίνεται θεανθρωπία, είναι αδύνατο να ψηλαφήσει το μυστήριο το «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον» (Ρωμ. 16,25).

Υπάρχει στο Ευαγγέλιο μια ρήση του Χριστού: «Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. 8,32). Στη ρήση αυτή αναφέρονται τρία πράγματα: η γνώση, η αλήθεια, η ελευθερία. Χωρίς αυτά τα τρία ο άνθρωπος είναι δούλος (όχι ελεύθερος), είναι αγνοών, είναι ψεύτικος. Ζει έξω από τον Λόγο που απόκτησε θεανθρώπινη υπόσταση στο Πρόσωπο του Χριστού, γιατί σ’ Αυτόν ενώνεται το κτιστό με το άκτιστο. Δεν γίνεται στον αιώνα τον άπαντα να ισχύουν οι πραγματικότητες που οραματίστηκαν είτε οι αρχαίοι Έλληνες φιλό-σοφοι, είτε οι εβραίου Προφήτες, είτε άλλοι που έζησαν προ Χριστού. Τους διαδέχεται Άλλη πραγματικότητα, τους διαδέχεται η Αλήθεια-Πρόσωπο και όχι σκέτα η Αλήθεια, ή το είδωλο της Αλήθειας ή ο ‘σπερματικός της Λόγος’. Ο Λόγος (Αυτός που κατά τον Ηράκλειτο αρμονίζει το Σύμπαν) αποκτά Πρόσωπο ανθρώπου. Και όντας ομοούσιος με τον Πατέρα ζει μέσα στην Αγάπη και Είναι Αγάπη. Γι’ αυτήν την Αγάπη, λέει ο Παύλος, ότι «μακροθυμεί, χρηστεύεται, ου ζηλοί, ου περπερεύεται, ου φυσιούται (δεν περηφανεύεται), ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν (δεν λογαριάζει το κακό), ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία∙ πάντα στέγει (ανέχεται), πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α΄Κορ. 13,4-8). Χρειάζεται μήπως να βρούμε εάν πρόκειται για εβραϊκή, ή ελληνική, ή ινδική Αγάπη;

Η Δύση με τον Καρλομάγνο προχώρησε σε άλλη διαμόρφωση θεολογικών αληθειών και εκκλησιαστικών. Διεκδίκησε πρωτο-καθεδρία πολιτικο-αυτοκρατορική και πολιτιστική, διεκδίκησε Πρωτείο ως προς την ανατολική Ρωμανία ή Βυζάντιο, ανάλογο με αυτό που καθιέρωσε η καθολική Εκκλησία με το παπικό πρωτείο. Αγνόησε τη ρήση του Χριστού «η βασιλεία η εμοί ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» και έριξε το βάρος στην επίγεια βασιλεία-αυτοκρατορία, εκτοπίζοντας ή θέλοντας να εκτοπίσει την άλλη την προηγούμενη αυτοκρατορία-οικουμένη. Πράγμα που επιτεύχθηκε με την Τέταρτη Σταυροφορία το 1204. Ο εκτοπισμός αυτός ολοκληρώθηκε με την Άλωση από μέρους των Οθωμανών το 1453.

Όταν δεν ενεργώ για να εισέλθω στη βασιλεία των ουρανών, όταν αγνοώ τι σημαίνει Εκκλησία ως Μυστήριο Ζωής, τότε στρέφω ‒ως ηγεμόνας, αρχηγός κράτους κλπ.‒ την προσοχή μου και τις ενέργειές μου στην επίγεια επέκταση και διεκδίκηση δύναμης, εξουσίας, κύρους, αξίας κλπ., στην ενίσχυση όλων των ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΝ μέτρων και καταστάσεων, σβήνοντας ουσιαστικά κάθε άλλη διάσταση, κάθε άνοιγμα σε πιο καθαρή, πνευματική, θεία, αγνή κατάσταση και πραγματικότητα.

Στους καιρούς μας, όπου οι μεγάλοι βασιλιάδες, αυτοκράτορες και άρχοντες εξέλιπαν και υποτίθεται ότι κυριαρχεί μια δημοκρατική-κοινοβουλευτική αντίληψη ζωής, μέσα από δημοκρατικά-κοινοβουλευτικά πολιτεύματα, στη θέση των παραπάνω διεκδικήσεων και ενεργειών έχουμε την κυριάρχηση της Πολιτικής. Η Πολιτική ‒Δεξιά και Αριστερή‒ ενεργεί ως υπέρτατος ρυθμιστής της ζωής βάζοντας στη θέση του Θεού τον Λαό, έχοντας απολυτοποιήσει τη διάσταση Λαός και έχοντας μηδενίσει ή εξοβελίσει τη διάσταση Θεός ή Θεάνθρωπος.

Η εξέλιξη όμως μιας τέτοιας στρεβλής πραγματικότητας έφερε στο προσκήνιο την Οικονομοκρατία, η οποία παραγκώνισε την Πολιτική και απέβη αυτή ρυθμιστής των πάντων. Από τότε που συνέβη αυτό, από τότε που μπήκε ο ‘Μαμωνάς’ στη θέση του Θεού, η ζωή των ανθρώπων εξαρτάται απολύτως σχεδόν από τον παράγοντα ‘Χρήμα’ και από μια άλλη «μηχανή» που παρουσιάστηκε κι αυτή ως άλλος ‘Θεός’: την τεχνολογική ή τεχνική ανάπτυξη. Όλα αυτά θεωρούνται σήμερα επακόλουθα της πολιτιστικής ανάπτυξης και εξέλιξης του λεγόμενου δυτικού πολιτισμού και μάλιστα πολλοί ισχυρίζονται ότι ο πολιτισμός αυτός, δεν θα έφτανε σε τέτοιο σημείο «προόδου», χωρίς την χριστιανική Πρόταση, χωρίς δηλαδή την «γραμμική αντίληψη του Χρόνου». Αυτό είναι μια ακόμη ανοησία, καθώς η γραμμική αντίληψη που προβάλλεται μέσα από την θεολογική και εκκλησιαστική πραγματικότητα, αναφέρεται στα έσχατα, δείχνει την ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΈΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΥΙΟΥ, προς το τέλος της επίγειας τάξης πραγμάτων, καθώς ο κόσμος αυτός δεν πρόκειται να υφίσταται αιωνίως, αλλά θα υπάρξει κάποτε ΕΝ ΕΤΕΡΑ ΜΟΡΦΗ. Το έχει διατυπώσει θαυμάσια ο Ρώσος φιλόσοφος Μπερντιάεφ:

«η ιδέα της προόδου είναι χριστιανικής καταγωγής και γεννήθηκε από την χριστιανική μεσσιανική ελπίδα, κατά την προσδοκία της βασιλείας του Θεού ως η αποκορύφωση της ιστορίας, και υπάρχει σ’ αυτήν ένα εσχατολογικό κίνητρο. Αλλά η ιδέα της προόδου εκκοσμικεύτηκε και φυσικοποιήθηκε στη σκέψη του δέκατου ένατου αιώνα […]. Η εσχατολογική αντίληψη της ανάστασης των νεκρών, της αποκατάστασης και της μεταμόρφωσης ολόκληρου του κόσμου και του ανθρώπου, είναι παντελώς ξένη προς την ιδέα της προόδου, η οποία υπόκειται σε ένα αιτιοκρατούμενο αντικειμενικό κόσμο. Γι’ αυτό το λόγο θεωρήθηκε ότι είναι δυνατό να μιλάμε για τον νόμο της προόδου, για την αναγκαιότητα της προόδου. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέτοιος νόμος. Η πρόοδος προϋποθέτει τη δημιουργική ελευθερία. Δεν υπάρχει πρόοδος σε ευθεία ανοδική γραμμή στον κόσμο» (Ν. Μπερντιάεφ, Δοκίμιο εσχατολογικής μεταφυσικής, Εισ.-Μετ.-Σχόλια Χρ. Μαλεβίτση, Imago,1984, σ. 274).

Τι σχέση έχουν οι σημερινοί Έλληνες με όλα αυτά; Οι Έλληνες σιγά σιγά γέρνουν προς την μονόπαντα ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ εξέλιξη και ανάπτυξη της ζωής, καθώς σε αυτό τους σπρώχνει το κυρίαρχο πνεύμα, πνεύμα κοινωνικής ισοπέδωσης και ταυτόχρονα εξατομισμού, ενός εξατομικισμού που βάζει σε παρένθεση την παρουσία του άλλου-πλησίον ή τον εξισώνει μέσα από ένα γενικό και αφηρημένο σχήμα, όταν δεν τον παραδίνει στην γενική πολτοποίηση της μαζικής κοινωνίας..

Στην ιστορία του κόσμου ειπώθηκαν άπειρα πράγματα εξαπλώνοντας τη σημασία του Λόγου (και λόγου) αλλά και άλλα τόσα ίσως και περισσότερα, ορισμένα πιο ουσιαστικά τυλίχτηκαν στη Σιωπή και θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι, όπως υπάρχουν οι πολιτισμοί του Λόγου (εβραϊκός, ελληνικός και χριστιανικός), έτσι υπάρχουν και πολιτισμοί της Σιωπής (ινδουιστικός, βουδιστικός, κινέζικος). Εκεί που δεν βγάζεις άκρη, εκεί που βρίσκεσαι πραγματικά σε μια απέραντη Βαβέλ, είναι στον σημερινό δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό. Ό πολιτισμός αυτός, από μια στιγμή και ύστερα, προσπαθεί να αποτελέσει σύνθεση αυτών των παλαιότερων πολιτισμών, στην ουσία όμως φιλτράρει και υποτάσσει τα πάντα μέσα στην ψύχωσή του, που είναι η πίστη του ότι είναι ο ανώτερος πολιτισμός και ότι ο πολιτισμός αυτός και η ανωτερότητά του δεν υφίστανται χωρίς ιλιγγιώδη τεχνολογική ανάπτυξη. Είναι αδύνατο να κατανοήσουν όσοι μετέχουν του πολιτισμού αυτού ότι, όσο περισσότερο αναπτύσσεται η τεχνολογική αυτή ψύχωση, τόσο υποδουλώνεται ο άνθρωπος και εξαρτάται από τις συνεχώς ανανεούμενες εφευρέσεις. Η κυριαρχία της τεχνικής και της μηχανής αποβαίνει ένας υπόγειος ολοκληρωτισμός σε βάρος του ανθρώπου ο οποίος, μέσα από αυτόν τον στρόβιλο της σημερινής παγκοσμιοποιημένης ζωής (όχι μονάχα κοινωνίας), έχει χάσει την αίσθηση ότι αυτός κλήθηκε να είναι υπεύθυνος για την πορεία του κόσμου, επομένως κλήθηκε να κυριαρχεί πάνω στον κόσμο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ και όχι ο κόσμος να του επιβάλλεται και να καταργεί τις διαστάσεις του ελεύθερου προσώπου του-της αληθινής του Εικόνας.

Αυτή η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ συναντά την ΑΝΑΣΤΑΣΗ. Αλλά χωρίς πίστη-εμπιστοσύνη στον Λόγο που ενανθρώπησε, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα ούτε για Ελευθερία, ούτε για Ανάσταση.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ