Ηλίας Μαλεβίτης

Λευκάδιου Χερν θύμησες πικρές

Ψάχνοντας (για άλλα πράγματα) τις προάλλες στα Αλεξανδρινά περιοδικά των αρχών του 20ού αι., άρχισα να ξεψαχνίζω τη Νέα Ζωή. Κι έτσι βρέθηκα μπροστά στη μετάφραση ενός προλόγου του Στέφαν Τσβάϊχ, για μιαν έκδοση των έργων του Λευκάδιου Χερν, στη Φραγκφούρτη. Ο μεταφραστής μάς πληροφορεί πως ο πρόλογος τυπώθηκε στην εφημερίδα Zukunft της 4 Νοεμβρίου 1911. (Βλέπω τώρα πως το πρωτότυπο κυκλοφορεί κι ηλεκτρονικά, στη συλλογή με τα εισαγωγικά σημειώματα του Τσβάϊχ για διάφορους συγγραφείς· για όποιον ενδιαφέρεται, αυτή είναι η διεύθυνση της αντίστοιχης σελίδας.

Εκείνο που με ξάφνιασε πρώτα απ’ όλα είναι η σοφή, ακριβής κι εναργής ιστορική αίσθηση του Τσβάϊχ, που τοποθέτησε τη γέννηση του Χερν στην ίδια εποχή που κι η σύγχρονη Ιαπωνία (που του έμελλε να γίνει τρίτη-τέταρτη, μα στην αλήθεια πρώτη, κι ίσως ίσως αληθής και μόνη πατρίδα) ‘γεννιόταν’ και παρουσιαζόταν στα αχόρταγα μάτια του δυτικού κόσμου. Την ίδια περίπου εποχή θέλω να πω που κι η Ιαπωνία –υπό την εκβιαστική πίεση των αμερικανικών μελανών πλοίων– έσπαγε την θελημένη απομόνωσή της, εγκαινιάζοντας την περίοδο Μέϊτζι. Φαίνεται πως συνδέει στενά ο Τσβάϊχ τις δυο γεννήσεις και μ’ αυτόν τον τρόπο τονίζει τη σημασία του Λευκάδιου Χερν και σαν πρωτοπόρου ερευνητή αυτής της γνωριμίας του δυτικού κόσμου με την απόμακρη χώρα των χρυσανθέμων. Από την άλλη μεριά καταφέρνει μ’ ένα τρόπο, σάμπως βουδικό κι αρχαιοελληνικά ειμαρμένο, να συνενώσει άρρηκτα λες τη γέννηση του Χερν στη Λευκάδα του γαλάζιου ελληνικού φωτός τ’ ουρανού και της θάλασσας με την αγάπη του για την νησιωτική Ιαπωνία· σαν να πρόκειται για μια προηγούμενη ζωή που μυστικά συνδέθηκε από την αρχή της με την αλλότοπη μελλοντική της υποστασιοποίηση, για μια μυστική προΰπαρξη, σα νοσταλγία, καταπώς λέει ο ίδιος.

Μίλησα μόλις παραπάνω για δυο γεννήσεις αλλά σ’ ό,τι αφορά την Ιαπωνία μάλλον επρόκειτο για μια φανέρωση στα έξω ‘δυτικά μάτια’, ταυτόχρονα όμως και για ένα σκοτείνιασμα, για ένα κρύψιμο και μια απόσυρση όλων αυτών των μυστικών πραγμάτων, που «θἄχαν διαφύγει σἂν νερὸ μέσα ἀπὸ τὰ χέρια τῆς νέας ἐποχῆς», αν δεν ερχόταν ο Χερν για να μας «ἀναπαρασταίνει ὅλη τὴ σκορπισμένη στὰ πράγματα λάμψη, τὴν ὀμορφιὰ ποὺ τρεμουλιάζει ἀσὠματη ἀπάνω σὲ κάθε καθημερνό». Έτσι λοιπὀν, για τον Τσβάϊχ, η ζωή του Χερν παίρνει τον χαρακτήρα μυστικής αποστολής, προαποφασισμένης θέλησης της Φύσης. Επίτηδες έφτιαξε έτσι η φύση αυτόν τον άνθρωπο, τον ‘μεικτό αλλά νόμιμο’, «νὰ μὴν εἶναι μήτε Ἀνατολίτης μήτε Εὐρωπαῖος, μήτε Χριστιανὸς μήτε Βουδιστής», για να μετέχει και των δύο κόσμων κι έτσι «νὰ περιμαζέψει καὶ φυλάξει αὐτὸ τὸ ἐκλεκτὸ πρᾶμμα, δηλαδὴ τὴν ἰαπωνέζικη ὀμορφιά, ἴσια ἴσια σ᾽ αὐτὴ τὴ στιγμή της, λίγο πρὶν μαραθῇ». Ο βίος του θεωρείται ένα «καλλιτεχνικὸ δημιούργημα τῆς Φύσης» «ὥστε νὰ δημιουργηθεῖ αὐτὸ τὸ ἔργο, τὰ βιβλία αὐτά, γιὰ τὴν ψυχορραγοῦσα ὀμορφιὰ τῆς Ἰαπωνίας».

(περισσότερα…)

Ηλίας Λάγιος, Ιούλιος Βερν


*

Το παρακάτω κείμενο του Ηλία Λάγιου, δημοσιεύτηκε στις «Επτά Ημέρες» της εφημερίδας Η Καθημερινή (Κυριακή, 12 Ιουνίου 2005) στο αφιέρωμα για τον Ιούλιο Βερν. Το αναδημοσιεύουμε εδώ για δύο λόγους. Ο απολύτως προφανής είναι για να τιμήσουμε την μνήμη του ποιητή († 5. 10. 2005), με ένα σχετικά άγνωστο-αδιάβαστο δοκιμιακό κείμενό του. Ο δεύτερος για να καταδείξουμε την άμεση ανάγκη για τη συγκέντρωση και έκδοση ―πέραν του σύνολου ποιητικού του έργου― του διασκορπισμένου δοκιμιακού του έργου. Ο Ηλίας Λάγιος δεν υπήρξε μόνον ένας δεινός αναγνώστης και ποιητής ξεχωριστός, μα, όπως φανερώνουν οι εισαγωγές του σε ποιητικά έργα (π. χ. Παλαμά, Γρυπάρη) ή έργα της παραλογοτεχνίας (Κόναν ο Βάρβαρος, Ταρζάν, Μικρός Ήρως, Ζορρό), οι βιβλιοκριτικές του, τα σκόρπια επικαιρικά ή μη γραπτά του, διέθετε ταυτόχρονα και τις σπάνιες αρετές ενός κοφτερού και πρωτότυπου κριτικού λόγου και στοχασμού.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 ~.~

Ένας πατέρας χωρίς απογόνους

Ο 19ος αιώνας είναι αυτός της κατ’ ουσίαν διαμόρφωσης του Φανταστικού (όπως ο 20ός υπάρχει ως ο αιώνας της αποθέωσής του και ―πολύ φοβούμαι― ο 21ος  προώρισται να καταστεί ο αντίστοιχος της εκπτώσεως, ου μην και της πτώσεώς του). Είναι η εκατονταετία του «Φραγκεστάιν» της Μαίρης Σέλλεϋ και των ιστορικών του Ναθαναήλ Χώθορν· των γοτθικών μικρογραφιών, αλλά και της μυστηριακής νουβέλας «Οι θαλασσινές περιπέτειες του Αρθούρου Γόρδονος Πιμ», του Εδγάρδου Άλαν Πόε· της «Παράξενης υποθέσεως του Δόκτορος Τζέκυλ και του κυρίου Χάϋντ» του Ροβέρτου Λουδοβίκου Στήβενσον και του «Δράκουλα» του Στόουκερ. Είναι ο καιρός των ρομαντικών ποιητών, οι οποίοι, από τον Πέρσιο Μπυς Σέλλεϋ έως τον Βίκτωρα Ουγκώ και από τον Γκαίτε έως τον Σολωμό περιδιαβαίνουν με οικειότητα την επικράτεια του Υπερφυσικού, του Τρόμου, του Εξώκοσμου· αλλά, παράλληλα, και ο καιρός όπου ο Αλέξανδρος Δουμάς πατήρ, ο Ονώριος ντε Μπαλζάκ, ο Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι και ο Γουλιέλμος ντε Μωπασάν θα περιπλανηθούν με θαυμασμό, έκπληξη, ελπίδα (ίσως και με απελπισία) τη χώρα του Φανταστικού. Είναι όμως, πρωτίστως, η εποχή κατά την οποία ο Ιούλιος Βερν (1828-1905) και ο, κατά πολύ νεώτερός του, Ε.(ρβέρτος) Γ.(εώργιος) Ουέλς (1866-19[4]6) θα διασταυρώσουν τα μυθιστορηματικά τους ξίφη σε μια μονομαχία, η οποία (με φυσικόν και αναγκαίο και αναμενόμενο νικητή τον δεύτερο) δια του αποτελέσματός της χάραξε οριστικό και αμετακλήτως τον ανάντη δρόμο του Φανταστικού. Όμως (να μην ξεχνιόμαστε) εδώ το θέμα μας είναι ο «Πατέρας της επιστημονικής Φαντασίας» κ. Ιούλιος. (περισσότερα…)

Το φως γητεύεται από το σκοτάδι

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Με μάζα 4.000.000 φορές μεγαλύτερη του Ήλιου, ο Τοξότης Α είναι η υπερμεγέθης μελανή οπή που καταλαμβάνει το κέντρο του Γαλαξία μας. Πάνω από 100 δισεκατομμύρια αστέρια περιστρέφονται γύρω του. Μια ακόμη ένδειξη, ίσως, ότι το φως πάντα γητεύεται από το σκοτάδι.

(Η φωτογραφία, πρόσφατη, απεικονίζει τις σπειροειδείς γραμμές του μαγνητικού του πεδίου.)

~.~

Η «στροφή» του Παπαδιαμάντη, η «στροφή» του Καβάφη, η «στροφή» του Παπαγιώργη… Για μια ορισμένη, ρομαντικών καταβολών θα έλεγα, αναγνωστική μερίδα, ο αναπροσανατολισμός ενός συγγραφέα είναι σημάδι ότι αναζήτησε και βρήκε επιτυχώς τον «πραγματικό» εαυτό του. Στην πράξη (αναφέρομαι και στην ωραία ομιλία του παπα-Βαγγέλη Γκανά στο Συμπόσιο της Σκιάθου), συγκυριακοί παράγοντες παίζουν ίσως τον μεγαλύτερο ρόλο.

Η μεγάλη ζήτηση λ.χ. των παπαδιαμαντικών διηγημάτων από τον Τύπο της εποχής, έπαιξε αδιαφιλονίκητα τον κύριο ρόλο στη «στροφή» του Παπαδιαμάντη προς το διήγημα. Τι θα γινόταν αν τα μυθιστορήματά του είχαν παρόμοια ζήτηση και έμενε πιστός στο είδος, δεν το γνωρίζουμε. Θα τον έκανε όμως κάτι τέτοιο «λιγότερο» Παπαδιαμάντη; Προφανώς όχι, θα τον έκανε έναν «άλλο» Παπαδιαμάντη για τον απλό λόγο ότι εαυτός μονότροπος και ενικός δεν υπάρχει. Όπως το δείχνουν τα παραδείγματα των μέγιστων (από τον Σαίξπηρ ώς τον Γκαίτε κι από τον Μπαλζάκ ώς τον Πεσσόα), το εγώ είναι πολυστρώματο, είμαστε με «τα» εγώ μας όπως γράφει ο Παλαμάς.

Κάθε συγγραφέας (και κάθε άνθρωπος…) στέκεται κάθε στιγμή σε μια πολύκλαδη διασταύρωση, οι δυνατότητες που έχει εμπρός του είναι πολλές. Συνήθως παίρνει κανείς τον πιο πολύφερνο δρόμο, τον δρόμο της ειδίκευσης, αυτόν που του υπόσχεται την καλύτερη αποδοχή. Αν ο πολεμογράφος νεαρός Παπαγιώργης είχε παρόμοια επιτυχία με τους ομολόγους του στο εξωτερικό, αν είχε στήλη λ.χ. όχι στο Πλανόδιον αλλά στο Βήμα, δεν θα έμενε πιστός σ’ αυτό το είδος γραφής; Αν δεν είχε κλονιστεί η υγεία του, θα στρεφόταν προς το συναξάρι των προσωπικών παθών; Αν ο Καβάφης είχε αναγνωριστεί με τα ποιήματα που έγραφε ώς τα σαράντα του, θα τα αποκήρυσσε αργότερα; Θα βδελυσσόταν ποτέ τόσο πολύ τον «ρομαντισμό», που όμως, όπως όλα δείχνουν, τόσο πολύ στα νιάτα του αγάπησε;

~.~ (περισσότερα…)

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Τον Λευτέρη Αλεξίου (1890-1964), τον Ηρακλειώτη ποιητή, τον γνώριζα κατ’ ουσίαν μόνο από το θαυμάσιο ποίημά του «Ενδεχόμενα», που είχε συμπεριλάβει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην ανθολογία του Η χαμηλή φωνή. Αργότερα έμαθα για αυτόν από τον γιο του Στυλιανό Αλεξίου, που παρουσίασε τα εργοβιογραφικά μαζί με μια ανθολόγηση της ποίησής του, στα εικοσιπέντε χρόνια από τον θάνατό του, στο περιοδικό Παλίμψηστον της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου, τχ. 9-10, Δεκ. 1989-Ιουν. 1990, σ. 7-40 (όπου και παραπέμπω όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τον ποιητή).

Πρόσφατα, ψάχνοντας για ένα δυσεύρετο κείμενο, πήρα στα χέρια μου τη συλλογή κειμένων: Συμβολή. Μικρή Ανθολογία κειμένων για τη νεοελληνική λογοτεχνία, που εξέδωσε το ΚΕ Λύκειο Αρρένων Αθηνών στις εκδόσεις Ιωλκός το 1977. Μέσα εκεί, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα και αρκετά ανέκδοτα ―τότε― κείμενα σημαντικών συγγραφέων μας, έπεσα πάνω σε μια μετάφραση από τον Λευτέρη Αλεξίου ενός γνωστού ποιήματος του Γκαίτε για τον Σίλλερ, το «Bei Betrachtung von Schillers Schädel». Με τη σχετική βεβαιότητα πως δεν έχει ξαναδημοσιευθεί το παρουσιάζω εδώ, με τη σύντομη εισαγωγή και τη σημείωση του μεταφραστή του, από τη μνημονευθείσα συλλογή κειμένων, που είχε επιμεληθεί ο Αθ. Φωσκαρίνης, σ. 23-24.

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρεται το ποίημα είναι αληθινό. Είναι γνωστό πως ο Γκαίτε είχε κρατήσει το κρανίο του Σίλλερ για ένα διάστημα στο γραφείο του σε διαρκή ανάμνηση του αγαπημένου φίλου του (τώρα κατά πόσον ήταν αυτό αυθεντικό, όπως αποκάλυψε η μεταγενέστερη έρευνα, είναι ένα άλλο ζήτημα). Σε ό,τι αφορά την ποιότητα της σχέσης τους και το βάθος της εκτίμησης που έτρεφε ο Γκαίτε για τον Σίλλερ, γράφει ο Τόμας Μάνν στο Δοκίμιο για τον Σίλλερ (εκδ. Ίνδικτος, μτφρ. Θαν. Λάμπρου, 2002): «Ο αμοιβαίος θαυμασμός εμπλούτισε πράγματι και τους δύο, και όσον αφορά τον Γκαίτε ο θαυμασμός αυτός μεγαλώνει ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατο του Σίλλερ. Είναι σαν να μην ήξερε, όσο ζούσε ο Σίλλερ, αυτό που είχε δίπλα του», και «Για αυτόν που έζησε περισσότερο, ο νεκρός έγινε ό,τι δεν υπήρξε ποτέ ο ένας για τον άλλον: ιερός. Από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γκαίτε έχει φτάσει ώς εμάς η απάντηση που έδωσε στη νύφη του Ottilie, όταν αυτή του είπε πως ο Σίλλερ την κάνει συχνά να πλήττει. Ο Γκαίτε έστρεψε τότε μακριά το προσωπό του κι απάντησε: “Είστε όλοι πάρα πολύ κακόμοιροι και γήινοι γι’ αυτόν”».

~.~

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

(Το παρακάτω ποίημα γράφτηκε ύστερα από μιαν ανακομιδή των οστών του Σίλλερ. Ο Γκαίτε ήτανε παρών και πήρε στα χέρια το κρανίο του φίλου του. Τις χαραχτηριστικές σκέψεις του σε κείνη την περίσταση τις εστιχούργησε σ’ αυτό το ποίημα. Οι στίχοι μεταφράζονται, όσο ξέρω, για πρώτη φορά στα ελληνικά. Λευτ. Αλεξίου).

Στὸ κοιμητήρι τὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ κοιτάω
μὲ πόση τάξη ἀραδιαστὰ σωπαίνουν τὰ κρανία
καὶ μὲσ’ στὸ νοῦ τὶς ἐποχὲς ποὺ ἐφύγαν μελετάω.
 
Μένουν πλάϊ-πλάϊ ὅσοι ἄλλοτε μισοῦνταν μὲ μανία·
κόκκαλα ποὺ ὡς τὸ θάνατον ἀλληλοχτυπηθῆκαν,
τώρα ἡσυχάζουν σταυρωτὰ μέσα στὴν ἡσυχία.
 
Σκόρπιες κουτάλες… Ἀπὸ ποιά φορτιὰ νὰ κυρτωθῆκαν,
κανένας δὲ ρωτάει. Μέλη γιερά, γεμᾶτα ζέση,
χέρια καὶ πόδια, π’ ἀπ’ τῆς ζωῆς τὴν ἄρθρωση λυθῆκαν…
 
Ὤ, κουρασμένοι, ἀνώφελα στὴ γῆς ἔχετε πέσει.
Δὲ σᾶς ἀφήνω ἀνάπαψη στὸν τάφο. Στὴν ἡμέρα,
στὴν ἅγια ζήση καὶ στὸ φῶς σᾶς ἔχω ἐδῶ καλέσει:
 
Τί ἕν’ ἄθλιο τσώφλι εἶν’ ἄσκοπο νὰ ὑψώνω στὸν ἀγέρα,
κι ἂς εἶχε τὸν ἐγκέφαλο τὸν πιὸ εὐγενῆ κλεισμένο.
Μὰ νά, ποὺ ἕνας παλιὸς χρησμὸς μ’ ἀκολουθεῖ ἐδῶ πέρα,
 
(σ’ ἐλάχιστους τὸ νόημά του τό ’χει φανερωμένο)
ὅταν, στὴ μέση ἀπὸ σωροὺς κοκκάλων καὶ κρανίων,
μιὰ ἀτίμητα ἱερὴ μορφὴ στὰ μάτια μου ἀνασταίνω.
 
Καὶ ἰδέ, σ᾽ αὐτὴ τὴ στενωσιά, στὴ μούχλα καὶ στὸ κρύο,
μ’ αἴστηση λευτεριᾶς πλατειᾶς εὐτὺς ἀναγαλλιάζω,
ὡς νά ’βγαινε ἀπ’ τὸ θάνατο ζωῆς ἀνάμα θεῖο!
 
Μὲ ποιά γοητεία μυστηριακὴ τὴν ὄψη σου ἀναπλάζω!
Τὰ θεῖα χαρακτηριστικά, πού ’χε ἄλλοτε κρατήσει!
Μὲ μιὰ ματιὰ μέσ’ στὴ γνωστή μου θάλασσα βουλιάζω,
 
ποὺ τόσες ξεχειλίζοντας μορφὲς* εἶχε ἀναβρύσει.
Σκεῦος, ἱερό, πού ’χεις χρησμοὺς στὸν κόσμο τόσους δώσει,
στὰ χέρια πὼς εἶμ’ ἄξιος νὰ σ’ ἔχω ἐτοῦτα κλείσει;
 
Ἀπὸ τὴ μούχλα, ὦ Θησαυρέ, ψηλὰ σ’ ἔχω σηκώσει,
καὶ πρὸς τὰ αἰθέρια τ’ ἀνοιχτά, πρὸς τὴν πλατειὰ τὴ σκέψη,
πρὸς τὸ ἠλιοφῶς ἔχω μὲ σὲ τὸν ἴδιο ἐμένα ὑψώσει.
 
Τί πιὸ πολὺ μπορεῖ κανεὶς στὸν κόσμο νὰ γυρέψει,
τὴ θέαιανα Πλάση ἂν τοῦ δοθεῖ στὰ μάτια νὰ κοιτάξει,
σὲ πνεῦμα πῶς τὰ πιὸ σκληρὰ μπορεῖ νὰ μετατρέψει,
 
κι αἰώνια πῶς τοῦ πνεύματος τὰ τέκνα νὰ φυλάξει.

*(Σ. του Μ.) Ο Γκαίτε υπαινίσσεται τους τύπους που έπλασε ο Σίλλερ στα θεατρικά έργα του.

*

*

*

Ο Ομάρ Χαγιάμ και τα ρουμπαγιάτ του

*

Ή πώς μια ανατολίτικη ιστορία
μεταπλάθεται σε δυτική λογοτεχνία

~.~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

O Ομάρ Χαγιάμ (11ος -12ος αι.), στη χώρα του, έμεινε γνωστός και δοξάστηκε για αιώνες ως φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος· και όντως η συμβολή του τόσο στην άλγεβρα όσο και στη γεωμετρία και την αστρονομία αναγνωρίζεται από τους επιστήμονες ως μοναδική και πρωτότυπη. Στη Δύση όμως, εξαιτίας της ‘μετάφρασής’ του από τον Έντουαρντ Φιτζέραλντ (τέλη 19ου αι.) το όνομά του έγινε συνώνυμο της περσικής ποίησης και μάλιστα μιας συγκεκριμένης ποιητικής μορφής –ήσσονος για την περσική λογοτεχνία–, του τετράστιχου ρουμπαΐ (πληθ. ρουμπαγιάτ). Έκτοτε πάντα θα μιλάμε για τα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Χαγιάμ, συνδέοντας σχεδόν αποκλειστικά τον ένα με το άλλο.

Στις αρχές του 14ου αι. παρουσιάζεται στην Περσία για πρώτη φορά η Ιστορία των τριών φίλων, μια αφήγηση που εμπλέκει και ενώνει αντάμα τις ζωές και την πορεία τριών μεγάλων μορφών του πέρσικου 11ου αι. Σύμφωνα με τον διαδεδομένο αυτό θρύλο (ο οποίος περιέχεται σε κάθε σχεδόν έκδοση των Ρουμπαγιάτ από τον Φιτζέραλντ) ο Νιζάμ αλ-Μουλκ (βεζίρης των Σελτζούκων σουλτάνων Αλπ Αρσλάν και Μάλικ Σαχ), ο ποιητής μας Χαγιάμ και ο Χασάν-ι-Σαμπάχ (ο διαβόητος γέρος του βουνού, ο αρχηγός και δημιουργός των Ασσασίνων Ισμαηλιτών) ήταν συμμαθητές στο Μπαλχ του Χορασάν. Εκεί μελετώντας το Κοράνιο και τις παραδόσεις έγιναν αδελφοποιτοί και έδωσαν όρκο αίματος ώστε αν κάποιος τους ευνοηθεί από τη ζωή να στηρίξει και τους άλλους. (περισσότερα…)

Αποχαιρετισμός στον Γιώργο Τσάκαλο

Φωτογραφία του Βασίλη Γόνη

*

Καταμεσήμερο, στο κάμα του καλοκαιριού· κι άρχισαν φίλοι και γνωστοί να προσέρχονται σκυφτοί, βουβοί, στην τελευταία, αποχαιρετιστήρια, κι εκ των προτέρων οργανωμένη, συνάντηση. Όχι στη Σόλωνος μήτε στη Χαριλάου Τρικούπη, μα στο κοιμητήριο των Αγίων Αναργύρων, έξω της παρεμβολής. Τοπόσημο έτσι κι αλλιώς πάντα ήταν ο Τσάκαλος, όχι ο τόπος· ο Τσάκαλος ο ακίνητος ―ο Γιώργος, ο Βιβλιοπώλης― είχε προ πολλού μετασχηματίσει εαυτόν σε τόπο συνάντησης.

Και για άλλη μια φορά έβλεπε κανείς όλη αυτή την ―έξωθεν― ακατανόητη, πολυειδή, πολύμορφη και ποικιλότροπη συνοδεία («εξ ιερέων και λαϊκών […] αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα») να συνευρίσκεται επί τω αυτώ, με τη θλίψη κοινή στα πρόσωπα, κατευοδώνοντας το ξόδι πια του Γιώργου Τσάκαλου, κι όχι να λειτουργεί ως βομβούσα και μαχόμενη εκκλησία του δήμου στα στενορύμια του Ναυτίλου ή της Παρουσίας.

Διότι αυτό ακριβώς ήταν που επιτέλεσε κι επιτελούσε χρόνια τώρα ο Γιώργος Τσάκαλος (κι οι φίλοι, συνεταίροι και συνεργάτες του στα βιβλιοπωλεία), με κέντρο το βιβλίο να καταφέρει να λειτουργεί ελεύθερα κι αυτόνομα μια ιδιότυπη εκκλησία του δήμου σε έναν κατ’ εξοχήν ιδιωτικό χώρο, όπως εύστοχα επισημάνθηκε (To παράδειγμα ενός βιβλιοπώλη ή εκεί που ο ιδιωτικός χώρος γίνεται δημόσιος): «Η υπομονή να είσαι για χρόνια σχεδόν ακίνητος και να περιστρέφονται γύρω σου εκατομμύρια γνώμες και λόγια του αέρα σε κάνει “άγιο” του βιβλίου, με τη βαθύτερη σοφία της πορείας της ανθρώπινης ζωής». Γράφω ιδιότυπη, και εννοώ βαθύτατα ιδιαίτερη, γιατί οι άνθρωποι που συγκεντρωνόταν εκεί που “σχεδόν ακίνητος” πίσω από τον πάγκο του βιβλιοπώλη, ο Τσάκαλος συμβούλευε και συνομιλούσε ―πρωτίστως― για βιβλία, μα και για ιδέες, για πάθη προσωπικά και δημόσια κρίματα, για μουσικές ιδιαίτερες, για ποίηση και πολιτική, ήταν «πολλοί άνθρωποι, διαφορετικοί άνθρωποι, αξιόλογοι άνθρωποι αταίριαστοι με την εποχή της μπουρδολογίας. Ένα απίθανο κοκτέιλ αριστεράς, χριστιανισμού, αναρχοαυτονομίας, καλαισθησίας, συντηρητισμού και πρωτοπορίας [θα προσέθετα και του βιβλίου, της ποίησης, λογοτεχνίας, στοχασμού, φιλοσοφίας κλπ. κλπ.]. Και γνώσης, πάνω απ’ όλα γνώσης», καταπώς έγραψε με περιγραφική ακρίβεια άλλος φίλος του.

Όπως όμως όλοι μα όλοι θα συνομολογούσαν, πίσω και πέρα από την αγάπη και τη γνώση του τη βαθιά για το βιβλίο βρισκόταν μια άλλη κινητήρια δύναμη που κανοναρχούσε τη στάση και τη ζωή του: μια απλή, θα ’λεγε κανείς σκανδαλωδώς αφελής κι αθώα, φυσική, καλοσύνη. Μια άκακη, παιδική καρδιά παλλόταν πίσω από το λαμπρό, άδολο και φωτεινό του γέλιο («Μιλῶ περὶ τοῦ Γεωργίου τοῦ Τσακάλου, / συνεταίρου, νταντᾶς, ἀναστενάρη», θα έγραφε τρυφερότατα ο Ηλίας Λάγιος). (περισσότερα…)

Ο Γιώργος Τσάκαλος

Φωτ. Θανάση Βασιλείου: Ο Γιώργος Τσάκαλος συζητάει με τον Δημήτρη Πιπίνη που κρατάει ένα τεύχος του Νέου Πλανόδιου, το αρ. 5 που είναι αφιερωμένο στον Παναγιώτη Κονδύλη.

*

Ο Γιώργος Τσάκαλος φυλλομετράει βιβλία πια στους ουρανούς.

Μόλις την προηγούμενη Δευτέρα το απόγευμα τον συνάντησα στον Ναυτίλο. Με περίμενε για να μου δώσει το βιβλίο που είχα παραγγείλει. Κι όλος χαρά, μ’ εκείνη την άδολη, ανυπόκριτη, καθάρια, παιδική χαρά που έφεγγε πάντα σ’ όλο το πρόσωπό του μου είπε: σου έχω μια έκπληξη· βρήκα στο υπόγειο μια έκδοση του 1935 με τα Ρουμπαγιάτ του Χαγιάμ που μαζεύεις, πάρ’ την δώρο.

Αυτό ήταν το τελευταίο του δώρο κι η συζήτηση που κάναμε, άλλη μια φορά, για όλα, κάνα μισάωρο. Μου είχε πει από τηλεφώνου πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τις εξετάσεις του αλλά δεν προχώρησε περισσότερο.

Και τώρα βλέπω πως ο Γιώργος, ο Γιώργος Τσάκαλος έφυγε οριστικά πια για εκείθε. Ο Γιώργος που γνώριζε σχεδόν κάθε τίτλο βιβλίου που είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Ο Τσάκαλος με την πιο αγνή, παιδική καρδιά και το πηγαίο χαμόγελο. Ο Τσάκαλος, «το κάστρο το άπαρτο», που τον επείραζε ο Λάγιος κι ο Χατζηϊακώβου. Ο Γιώργος Τσάκαλος που ήταν ανοιχτός σε όλους. Ο Γιώργος Τσάκαλος, που παρόλες τις δικές του δυσκολίες, συμπαραστάθηκε ξανά και ξανά -αθόρυβα και σιωπηλά- σε τόσους ανθρώπους αναξιοπαθούντες. Ο Γιώργος του Μηνύματος, της Παρουσίας, του Ναυτίλου (με τον φίλο Κώστα Χριστόπουλο).

Η θλίψη μεγάλη και βαριά. Όσοι τον γνώρισαν θα καταλάβουν.

Μια από τις μεγάλες, παλαβές και παραδείσιες παραδοξότητες -πες δωρεές θείες- της ζωής μου ήταν που ευτύχησα να έχω αφεντικά (;;!!) στην «Παρουσία» τον Γιώργο Τσάκαλο και τον Ηλία Λάγιο (μαζί τον Βασίλη Χατζηϊακώβου). Τώρα κι οι δυο φευγάτοι, έτσι ξαφνικά, όπως πάντα κλέβει ο θάνατος τη ζωή, γελαστοί όμως κι ωραίοι, για του ουρανού τις ζωντανές βιβλιοθήκες.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Φωτογραφία του Βασίλη Γόνη.

*

*