Ελλάδα

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Προς Οδησσό, αλλά επί ματαίω» 2

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Για τις προηγούμενες αναρτήσεις του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Δεύτερο
ΠΡΟΣ ΟΔΗΣΣΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ 

2.

Φάγαμε κάνα σαραντάλεπτο στο καφενείο – στην αρχή είχα να αντιμετωπίσω τις οκτάβες του Κίνναμου. Έχει δυνατή φωνή ο Κίνναμος: διδάσκει σε λύκειο. Σε κουράζει όμως να κοιτάς δεξιά αριστερά, πάνω από τους ώμους σου, λες κι όλοι έχουν στήσει αυτί για τις μαλακίες που θα πεις. Παρόλα αυτά: το τραπέζι μας δεν άργησε να μετατραπεί  σε κέντρο διερχομένων. Ποδαρικό έκανε ένας ταξιτζής – αυτός άνοιξε τον χορό. Άρπαξε το μαντήλι απ’ το χέρι του Κίνναμου και μπήκε μπροστά: Παιδιά, είπε, ακούστε τι έπαθα φέτος το Πάσχα. Με παίρνει τηλέφωνο ένας παππούς, Μεγάλη Τετάρτη ήταν, ή Μεγάλη Πέμπτη. Μεσημέρι. Να τον πάω στον Βόλο. Στο Βελεστίνο είσαι; του λέω. Στον Θαύλιο Δία, μου λέει. Καλά, έρχομαι σε δυο λεπτά, του είπα. Και πήγα. Ήταν στην είσοδο, πάνω στον δρόμο. Και είχε μια τσάντα, ένα σακ βουαγιάζ. Μπες, του λέω. Καλοντυμένος ο τραγόγερος, Όταν κάθισε και ξεκινήσαμε, μου ήρθε μυρωδιά θυμιατού. Τι έκανε; σκεφτόμουν, κάνας τρελός θα ’ναι, είπα από μέσα μου. Από εδώ είσαι; τον ρώτησα. Δεν θυμάμαι τι είπε, δεν μιλήσαμε πολύ. Όταν φτάσαμε, του λέω τριάντα ευρώ, βγάζει και μου δίνει δυο εικοσάρικα και μου λέει ότι είμαστε εντάξει, τον ευχαρίστησα και τον άφησα να περάσει απέναντι. Βρωμοκοπούσε το αυτοκίνητο άφτερ σέιβ. Τέλος πάντων, πήγα να κάνω κάτι δουλειές μετά, μιας και ήμουν στον Βόλο, και ξεκίνησα να γυρίσω. Δεν περνάω μία  από το μνημείο; σκέφτηκα, είχα περιέργεια να δω τι είχε κάνει ο παππούς. Και πήγα. Ξέρετε τι είδα; Σε μια μεγάλη πέτρα ο κωλόγερος είχε απλώσει τρία ψάρια ωμά, μεγάλα, λαβράκια ήταν, παραδίπλα κάτι λουλούδια κι ένα κυπελλάκι που έκαιγε θυμίαμα. Ρε τον πούστη, έκανα τον σταυρό μου και έφυγα, φοβήθηκα. Μάγια ήταν.

Προσφορά ήταν, είπε ο Κίνναμος, ο γέρος πρέπει να ήταν δωδεκαθεϊστής. Τρελός όσο κι εσύ δηλαδή, που πιστεύεις σε μάγια και φλιτζάνια.

«Ρε άλλο να σου το λέω, κι άλλο να το δεις», είπε ο ταξιτζής, «πάνω μου τα έκανα».

Γύρω στα τριάντα είναι ο ταξιτζής. Τον ρωτάμε αν έχει πάει στα Φάρσαλα από το Μικρό Περιβολάκι, πώς είναι ο δρόμος, αν έχει ανηφόρες  κ.λπ. Έχω να πάω πελάτη στα Φάρσαλα από τότε που ο Γιωργάκης μάς έφερε γαμπρό το ΔΝΤ, είπε ο ταξιτζής. Τον Τέγο να ρωτήσεις, είπε, και μου έδειξε έναν γκριζομάλλη που κατέβαινε σαν ρομπότ τα σκαλιά καμακώνοντάς τα με την ψιλοστραβή του γκλίτσα. Είχε φορτηγό αυτός. Μπάρμπα-Τέγο, για έλα να πεις κάτι στα παιδιά, είπε και σηκώθηκε να βγάλει το πορτοφόλι του. Άσ’ το, είπα στον ταξιτζή, κερασμένο το τσιπουράκι. (Το ζήλεψα το τσιπουράκι. Έκανα νόημα στον Κίνναμο ότι θα πιούμε στον γυρισμό.) Τι φορτηγό είχες κυρ-Τέγο; ρώτησα τον ψαρομάλλη άντρα. Ένα μικρό Βόλβο, φρούτα κουβαλούσα, είπε ο Τέγος. Τριάντα χρόνια έκανε εμπόριο ο Τέγος, είπε ο ταξιτζής. Μπράβο, είπα εγώ. Θέλουμε να πάμε μέχρι τα Φάρσαλα, είπε ο Κίνναμος, αλλά να μην ψοφήσουμε κιόλας. Τι να κάνετε στα Φάρσαλα; ρώτησε ο Τέγος. Πιο πριν από τα Φάρσαλα θέλουμε να πάμε, υπήρχε μια πόλη εκεί κάποτε, στα αρχαία χρόνια, αποκρίθηκα. Δεν θυμάμαι τίποτα, είπε ο Τέγος. Δεν έχω δει ερείπια. Ο ταξιτζής πέταξε ένα «γεια χαρά παιδιά» και πήγε να την αράξει στο ταξί. Πάντως, είπε ο Τέγος, μακριά είναι. Σκυλιά έχει; ρώτησε ο Κίνναμος. Γέλασε ο Τέγος. Ε, κι άμα βρείτε από κανένα, ήσυχο θα’ ναι, δεν θα σας π’ράξ’. Έκανε λίγο πιο πίσω την καρέκλα του γιατί τον χτυπούσε ο ήλιος. Εσύ παντρεμένος στο Βελεστίνο δεν είσαι; με ρώτησε. Τον ήξερα τον πεθερό σου – Θεός σχωρέστον. Καλός άνθρωπος ήταν. Τον είχα πάρει μια φορά με του φορτηγό, είχε κάτι δουλειές στα Φάρσαλα. Μου έτυχε και κάτι τρελό μια φορά, είπε ο Τέγος. Δεν είχε ξημερώσει, είχα φύγει εδώ κατά τις τέσσερις, περνώ το Μικρό Περιβολάκι και συνεχίζω για Αγιά Τριάδα, σε ένα σημείο βλέπω τσακάλια μπροστά μου. Περνούσαν τον δρόμο, όλη η φαμίλια των τσακαλιών. Σταμάτησα και τα κοιτούσα. Πρέπει να πέρασαν πάνω από τριάντα τσακάλια. Πέρασαν τον δρόμο και εξαφανίστηκαν. (περισσότερα…)

Θρησκεία και πολιτική

*
Όσοι πιστεύουν ότι πολιτική και θρησκεία
δεν αναμειγνύονται, δεν καταλαβαίνουν καμιά τους.
ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΪΝ

Μια από τις αυταπάτες του Διαφωτισμού ανἐκαθεν ήταν ότι διαχωρίζοντας την Εκκλησία από το Κράτος, θα κρατηθεί η θρησκεία μακριά από την πολιτική. Μια ματιά σε κράτη από την απαρχή τους αμιγώς κοσμικά, τις ΗΠΑ ή την Τουρκία λ.χ., δείχνει το μέγεθος της πλάνης. Ο προτεσταντικός ριζοσπαστισμός στις ΗΠΑ, η εθνική ορθοδοξία του Πούτιν, ο πολιτικός ισλαμισμός σε όλες του τις εκδοχές, ο ινδουϊσμός του Μόντι, ο ζηλωτικός ιουδαϊσμός του Νετανιάχου είναι μερικές ακόμη αποδείξεις για τι συμβαίνει σήμερα στην πράξη, παγκοσμίως.

Μια δεύτερη αυταπάτη του Διαφωτισμού είναι ότι η θρησκεία έχει να κάνει πρωτίστως με την μεταφυσική πίστη, ότι μπορεί να αρκεστεί στα του οίκου της στο μέτρο που δίνεται στους πιστούς της η ελευθερία να την ασκούν. Η θρησκεία όμως μόνο δευτεροτριτευόντως έχει να κάνει με την πίστη και τα θεολογικά δόγματα. Η θρησκεία προσδίδει ταυτότητα, πυξίδα, προσανατολισμό, κοινωνικοποιεί, διαπλάθει συλλογικότητες, είναι δίχτυ κοινοτικής ασφάλειας και μέριμνας. Αυτή είναι η κύρια λειτουργία της, όχι η λατρεία σ’ ένα εν υψίστοις Ανώτατο Ον.

Η νεωτερικότητα όλα αυτά προσπάθησε να τα αναπληρώσει, και το πέτυχε για ένα διάστημα, με την οικονομική ανάπτυξη και το κράτος προνοίας. Από τη στιγμή που και το ένα και το δεύτερο στόμωσαν, ήταν επόμενο ότι κάτι άλλο θα επιχειρούσε να πάρει τη θέση τους.

Πριν λίγες μέρες μόλις ο Ντόναλντ Τραμπ αναρωτήθηκε ρητορικά στη λαοσύναξη των Αμερικανών ευαγγελικαλιστών αν ένας χριστιανός μπορεί ποτέ να ψηφίζει Δημοκρατικούς. Και το ερώτημά του έχει βάση, κοσμική θρησκεία αυτών των τελευταίων είναι ο ατομοκεντρικός δικαιωματισμός, που δεν συμβιβάζεται με την ατομική και κοινωνική ηθική του χριστιανισμού. (Για την ακρίβεια, είναι οι αντίποδές της).

Όμως η πραγματική διαπάλη εδώ βρίσκεται κάτω από τα δόγματα και τις ιδεολογίες. Η σύγκρουση είναι κοινωνική/ταξική: η βαθιά εθνικόφρων και παραδοσιολατρική Αμερική των περιοχών της σκουριάς και της παρακμής εξεγείρεται κατά των υπερφιλελεύθερων διεθνιστικών ελίτ της Ουώλλ Στρητ και των μητροπόλεων. Ο χριστιανισμός και ο δικαιωματισμός εδώ είναι απλώς τα σύμβολα, τα ιερά λάβαρα δύο διαφορετικών κόσμων. Και η (κοσμοϊστορική) σύγκρουση θα είναι απηνής, διότι πλέον δεν υπάρχει τίποτε που να γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσά τους. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Προς Οδησσό, αλλά επί ματαίω» 1

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Για τις δύο πρώτες αναρτήσεις του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Δεύτερο
ΠΡΟΣ ΟΔΗΣΣΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ 

1.

Το ποδήλατό μου το αγόρασα πριν από δυο εβδομάδες από τον Βόλο, είναι ένα ποδήλατο πόλης, μονοτάχυτο και με νίκελ τιμόνι, λιτό, αέρινο, και με όμορφο ρετρό φανάρι. Ο Κίνναμος έχει το παλιό Raleigh του συγχωρεμένου πατέρα του. Το ποδήλατο ήταν παρατημένο στην αυλή, σκούριαζε, σάπιζε. Μια πρωία ο Κίνναμος αποφάσισε να το αναστήσει Έκανε το εξής: το έδωσε για ανακατασκευή σε έναν άψογο και υπομονετικό μάστορα, ο οποίος γυάλισε τα αλουμίνια,  έτριψε τη σέλα και την πότισε χημικά, για να μαλακώσει το δέρμα, έβαλε λαμπερούς καθρέφτες και πέταξε την παλιά σκουριασμένη σχάρα, έβαψε τον σκελετό, τα φτερά και το πηρούνι με μια βαφή στο γκρίζο του ταλαιπωρημένου δολλαρίου, και τέλος έστησε το δημιούργημά του, τον δίτροχο Λάζαρο, δίπλα από την είσοδο σαν κράχτη της μαστοροσύνης του. Φυσικά η συγκίνηση του Κίνναμου, όταν είδε το σαράβαλο αναστημένο,  ήταν για τον πατέρα του, που δεν ζει πια: τον φαντάστηκε νέο, ένα ηλιόλουστο πρωί στο κέντρο της Λάρισας, πενήντα χρόνια πριν, να βγαίνει από ένα ποδηλατάδικο που δεν υπάρχει πια, να καβαλάει το Raleigh και να εξαφανίζεται στις γειτονιές της πόλης. Ω, κάνουμε στάση στον ναό του Θαυλίου Διός, έχουμε βγει από το Βελεστίνο.  Βγάζω από την τσάντα το θερμός με τον καφέ, σκουπίζω τις πευκοβελόνες από το παγκάκι και το βλέμμα μου χάνεται στα κτήματα, στα ερείπια, στον λόφο Μπακάλη. Ελληνικός χωρίς καϊμάκι δεν πίνεται, το ίδιο πιστεύει και ο Κίνναμος, ποτίζω, αηδιασμένος, τις δάφνες με το νεροζούμι και προτείνω στον φίλο μου αλλαγή πλεύσης: να μεταφέρουμε το στρατηγείο μας στο πλησιέστερο καφενείο: στο αμέσως επόμενο χωριό.

Πότε έγιναν οι ανασκαφές εδώ; ρωτάει ο Κίνναμος, χαϊδεύοντας με το βλέμμα του τα κομμάτια του θριγκού, τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, κατά μήκος του διαδρόμου, τα επιβλητικά μέρη του επιστύλιου και τον γκριζωπό σπόνδυλο ενός δωρικού κίονα. Η καημένη αρχαιολογική υπηρεσία μας δεν είχε λεφτά το 1920, απάντησα, μια μίζερη ζητιάνα ήταν, ως εκ τούτου όλα έγιναν με τη βοήθεια των Γάλλων. Α χα, έκανε ο Κίνναμος. Ποιος ξέρει, γύρισα και είπα, ο παππούς μου ήταν παιδί τότε, έντεκα χρονών. Και σκέφτηκα ένα τσούρμο παιδιά, ξυπόλητα, παιδιά του χωριού, αγόρια: Έχουν μαζευτεί μπουλούκι στα υψώματα και χαζεύουν τους θησαυρούς που είχε φέρει στο φως η σκαπάνη:  ένα γυάλινο περιδέραιο, ένα μελαμβαφές αγγείο, ενώτια από χρυσό και ασήμι. Ο Κίνναμος έχει κάνει λίγο πιο κει, τι είναι εδώ, λέει, κι άλλος ναός; Κοίτα πίσω σου, είπα, έχει κιόσκι ενημέρωσης. Ο Κίνναμος θέλει να μείνουμε κι άλλο, του αρέσει στον ναό, είναι πολύ όμορφο το σημείο, μέσα στα πεύκα. Αλλά εγώ χρειάζομαι καφέ. Και βγαίνουμε να πάρουμε τα ποδήλατά μας. Η ώρα έχει πάει έντεκα και δέκα. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Σαν λιοντάρια» 2

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον θα δημοσιεύσει τους προσεχείς μήνες σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Ξεκινήσαμε πριν από δύο εβδομάδες με την αρχή του Πρώτου Μέρους. Σήμερα, η συνέχεια και η ολοκλήρωσή του.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Πρώτο
ΣΑΝ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ  [2/2]

Παρά την υπερβολή τους, οι σελίδες που προηγήθηκαν περιγράφουν τα πράγματα με σχεδόν συγκινητική ακρίβεια. Θέλω δηλαδή να πω ότι αυτό ήταν το κλίμα, αυτή ήταν η κατάσταση όταν με τον φίλο μου τον Κίνναμο πήραμε την απόφαση να γράψουμε ένα μυθιστόρημα για το ’21. Κι αρχίσαμε να λέμε: αυτή θα είναι μια ιστορία άπεφθης βίας. Σκεφτόμασταν να αναμίξουμε φουστανέλλες, καριοφίλια, τη γλώσσα των κλέφτικων τραγουδιών και των απομνημονευμάτων με τα κλασικά τοτέμ της steampunk μυθοπλασίας, δηλαδή ατμομηχανές, brass goggles και αναχρονιστικά αερόπλοια – σε περίπτωση μάλιστα καλλιτεχνικής αποτυχίας θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι γράφουμε σάτιρα, κάτι σαν εξωφρενική διασκευή της Γκόλφως με τη μέθοδο (ή καλύτερα τη μη-μέθοδο) του Χάινερ Μύλλερ, ιδού μάλιστα η περίληψη του πρώτου κεφαλαίου: 1876, Αταλάντη,  η λησταρχίνα Φλώρα Παμπάνη, ο εραστής της Στέργιος Καρατάσος και το πρωτοπαλίκαρό τους, ο Φώτος Λίβανος, έχουν στήσει τα ατμοκίνητα ανεμόπτερά τους, τους πηγάσους τους, στον κορμό μιας ακακίας. Μεσημέρι, λιακάδα, άνοιξη, δυο μεγάλες σαύρες, περασμένες σουβλάκι σε σκουριασμένο χαρμπί ξεροψήνονται στις πέτρες. Ο Φώτος Λίβανος στρίβει τα στροφάλια της λύρας που έχει στα χέρια του, χώνει το δάχτυλό του στα μαθιά κι ύστερα πιάνει το τοξάρι, τσιμπάει τη χοντρή χορδή, τη βουργάρα, και ο ήχος που βγαίνει είναι σαν από τα ρουθούνια ενός λεβέντη που σιναχώθηκε. Ο Στέργιος κόβει φέτες παστουρμά με το μαχαίρι και προσφέρει στη λησταρχίνα, μα η Φλώρα δεν θέλει να δοκιμάσει, το στομάχι της έχει ανακατευτεί. Πάντως έκαναν γερή μπάζα χθες: με το σκοτάδι να έχει απλώσει τα κρόσια του πάνω από τις στέγες της Ουράνιας Λαμίας, ο οργανοποιός Ντογάν μπέης καληνυχτίζει τον δούλο του και βγαίνει από το εργαστήριο – έξω οι εργάτες ανάβουν τους φανούς του φωταερίου. Στρώνει ο δούλος σε μια γωνιά, σκεπάζεται, γυρίζει από την άλλη γιατί τον ενοχλεί το φως. Η υγρασία έχει κάνει τον γύψινο τοίχο να μοιάζει με χούφτα άμμου στον αέρα. Άκου, ψιθυρίζει στο αυτί του δούλου μια γυναικεία φωνή, ο δούλος ανοίγει τα μάτια τρομοκρατημένος. Ποιος είσαι; ψιθυρίζει.  Άκου, επαναλαμβάνει η φωνή, ο Θεός είναι μέγας και ελεήμων και δίκαιος, μάρτυς το μαχαίρι που  λαχταρώ να σου μπήξω στην κοιλιά. Θα κάνουμε τη δουλειά μας ήσυχα και θα φύγουμε, χωρίς αίματα, εκτός αν  θες η νύχτα τούτη να είναι η τελευταία σου – πες μου, το θες; Όχι, τραύλισε ο δούλος, τι θα κάνετε; Δεν θα τα πάρουμε όλα, του ψιθύρισε η γυναικεία φωνή, σου αρκεί αυτό; Κούνησε το κεφάλι ο δούλος, η Φλωρού είπε μπράβο και στράφηκε στους δικούς της. Σήκωσαν τους κεμεντζέδες και τις κρητικές λύρες, όλες σκαλιστές στο χέρι, πήραν και τα κανονάκια, ντυμένα και τα δυο με φίλντισι, τους ζουρνάδες και τη βαριά ατμοκίνητη πριονοκορδέλα, τα ούτια, τα μαντολίνα και τα λαούτα. Έφυγαν, κι ούτε νυχτοπούλι δεν τους είδε. Η Φλωρού έκανε δώρο στον Φώτο μια βροντολύρα, τη λύρα που έχει στα χέρια του αυτή τη στιγμή. Ο κλεπταποδόχος τους έσταξε τον παρά και οι ληστές γύρισαν στη λοκάντα για ύπνο. Το πρωί χωρίστηκαν.  Η Φλώρα έφυγε με μουλάρι, οι άλλοι δυο δεν ξέρω πώς, και συναντήθηκαν στο Μαρτίνο την ώρα του φαγητού, πέταξαν τα ευρωπαϊκά κουστούμια, φόρεσαν τις φουστανέλες και καβάλησαν τους πηγάσους τους για να πάνε εκεί όπου τους πρωτοσυναντήσαμε – εκεί είναι τώρα. Πουλιά πετούν στα κλαδιά και παίζουν, ενώ πίσω απ’ τα βουνά οι χωμάτινοι ρύποι ενός εργοστασίου διασπούν την ελαφρώς κίτρινη και αιματώδη ατμόσφαιρα. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Σαν λιοντάρια» 1

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον θα δημοσιεύσει τους προσεχείς μήνες σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Ξεκινάμε σήμερα με την αρχή του Πρώτου Μέρους.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Πρώτο
ΣΑΝ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ  [1/2] 

Αυτή την πόλη δεν την ξέρω καλά, ούτε τη συμπαθώ. Κι όσο περιμένω τον καλό μου φίλο Ιωάννη Κίνναμο σκέφτομαι: τι κρίμα που δεν έχει καμπάνες η λογοτεχνία, αγγέλους και ιερείς, ένα ευρύ και ταπεινό εκκλησίασμα που θα νηστεύει και θα γιορτάζει, θα παρακολουθεί μαθήματα αγάπης, θα οργανώνει  εκδρομές σε μοναστήρια στους γκρεμούς και θα περιμένει με χαρά τη χαρμολύπη μιας ανάλογης Σαρακοστής. Κι ακόμα: όπως τη Μεγάλη Παρασκευή όπου το χωριό, σύσσωμο, ακολουθεί την περιφορά του επιταφίου, ο καθένας με το κερί του, κι όλες οι αυλές είναι φωτισμένες και οι πασχαλιές μοσχοβολούν, γιατί να μη συγχρονίζονται όλοι ευλαβικά, σε παρέες ή κατά μόνας,  για την παρουσίαση ενός βιβλίου ή για μια ανέσπερη, έστω, ποιητική βραδιά;  Παρατηρώ τα παιδιά απέναντι, στο περίπτερο μπροστά, που έχουν παρατήσει τα ποδήλατά τους ξάπλα και αγοράζουν αυτοκόλλητα – τα κοιτάζω λες και είναι αυτά που θα μου δώσουν την απάντηση. Παρατηρώ τις κυρίες που περνούν, μάλλον μάνα και κόρη, με σακούλες στα χέρια  από το σούπερ μάρκετ. Κοιτώ την κοπέλα στη γωνία, ίσιο σώμα, πεταχτό στήθος, καθώς διέρχεται με τα χέρια στις τσέπες του παλτού της, και στα αυτιά ακουστικά. Η εντύπωση που αποκομίζω, ότι δηλαδή τίποτα δεν είναι πιο άχρηστο για αυτούς από τη λογοτεχνία, με φέρνει αντιμέτωπο με μια πιο δύσκολη υπόθεση:  άραγε ποιος φταίει γι’ αυτό; Η πολιτεία; Οι λογοτέχνες; Τα σχολεία; Ο αγώνας για τον επιούσιο;  Και τότε μια φωνή σφυρίζει στην πλάτη μου: Νικήτα, φωνάζει ο Κίνναμος –  γυρίζω να τον δω. Ο ολύμπιος φίλος μου Ιωάννης Κίνναμος, με κασκόλ, καφέ σακάκι κοτλέ κι ένα χαμόγελο σαν του επαίτη που του ’πες καλημέρα. Χαίρομαι που τον συναντώ, μήνες έχουμε να ιδωθούμε. Αγκαλιαζόμαστε, τον σκουντώ, του λέω ότι ψήλωσε κι εκείνος γελάει. Άρχισες τις μαλακίες, μουρμουρίζει, έχεις ώρα που περιμένεις; Πάμε και θα τα πούμε, αποκρίνομαι. Αργήσαμε, λέει ο Κίνναμος, πάμε να φύγουμε. Και ξεκινάμε για το βιβλιοπωλείο. Σαν δυο έφηβοι που αποφάσισαν να κάνουν κοπάνα. (περισσότερα…)

Γιώργος Σεφέρης, Το απομεσήμερο ενός φαύλου

*

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΛΟΥ

Τράβα ἀγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα νὰ φτάσουμε γοργὰ στὴν Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
νὰ ᾿ρθοῦμε πρῶτοι ἐμεῖς! – οἱ στερνοί.

Τὰ στερνοπαίδια καὶ τ᾿ ἀποσπόρια
καὶ τ᾿ ἀποβράσματα καὶ τ᾿ ἀποφόρια
μιᾶς μάχης ποὺ ἤτανε γι᾿ ἄλλα κορμιὰ
γιὰ μάτια ἀλλιώτικα κι ἄλλη καρδιά.

Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζῆδες, κολλυβιστάδες,
μοῦργοι, μουνοῦχοι καὶ θηλυκά –
τράβα ἀγωγιάτη! βάρα ἁμαξά!

Φτωχὴ Πατρίδα, στὰ μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε τὸ γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ὀρφανή,
κοίτα ἂν ἀντέχεις τέτοια πομπή:

τὸ ματσαράγκα, τὸ φαταούλα
μὲ μπογαλάκια καὶ μὲ μπαοῦλα·
τὴ χύτρα ποὺ ἔβραζε κάθε βρωμιὰ
λὲς καὶ τὴν ἄδειασαν ὅλη μεμιὰ

σ᾿ αὐτοὺς ἀνάμεσα τοὺς ἤπιους λόφους
ὅπου μᾶς κλείσανε σὰν ὑποτρόφους
ἑνὸς ἀδιάντροπου φρενοβλαβῆ
ποὺ στὸ βραχνά του παραμιλεῖ.

Δὲς τὸ σελέμη, δὲς καὶ τὸ φάντη
πῶς θυμιατίζουνε τὸν ἱεροφάντη
ποὺ ρητορεύεται λειτουργικὰ
μπρὸς στὰ πιστά του μηρυκαστικά.

Μαυραγορίτες ἀπὸ τὰ Νάφια
τῆς προσφυγιᾶς μας ἄθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι ἁρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πὼς πᾶνε ἐκεῖ

στὰ χώματά σου τὰ λαβωμένα
γιατὶ μαράζωσαν, τάχα, στὰ ξένα
καὶ δὲν μποροῦνε χωρὶς ἐσέ –
οἱ φαῦλοι: τρέχουνε γιὰ τὸ λουφέ.

Cava dei Tirreni, 7. 10. 1944

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

*

Οι χορεύτριες είναι Ουκρανίδες

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 02:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Danseuses Russes», Ρωσσίδες χορεύτριες, τιτλοφορείται ένας κύκλος έργων, φιλοτεχνημένων γύρω στα 1890, του Εντγκάρ Ντεγκά. Όχι πια. Η National Gallery του Λονδίνου αποφάσισε ότι οι χορεύτριες είναι Ουκρανίδες. Και πήρε το ελεύθερο να μετονομάσει με όλη της την άνεση τον πίνακα που εκείνη έχει στην κατοχή της σε «Ukrainian Dancers».

Προηγήθηκαν, εννοείται, οι συνήθεις καταγγελίες κατά του Πούτιν και του ρωσσικού ιμπεριαλισμού. Όταν ο Σιράκ και η Γαλλία είχαν αρνηθεί να συμμετάσχουν στην αισχρή εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ το 2003, κάμποσοι Αμερικάνοι εστιάτορες ξαναβάφτισαν τις «french fries», τις τηγανητές πατάτες δηλαδή που στις ΗΠΑ τις ονομάζουν «γαλλικές», σε «freedom fries». Το πράγμα έχει ήδη παράδοση συνεπώς.

Τι θα ακολουθήσει άραγε; Η ρώσσικη ρουλέτα, το «Άνοιγμα Πετρώφ» στο σκάκι, το Μοσχαράκι Στρογκανώφ;

~.~

«Το ότι όλοι οι χαρακτήρες στα μυθιστορήματά μου, όλοι οι αγωνιστές που έχω πλάσει, πηγάζουν από την ψυχή μου, την εσωτερική μου πραγματικότητα (η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι πλήθος ολόκληρο) – είναι ένα πράγμα. Αλλά το ότι είναι εγώ ο ίδιος, είναι εντελώς άλλη υπόθεση. Διότι – ποιος είμαι εγώ τελικά; Ποιος είναι αυτός ο τύπος που υπογράφεται Μιγέλ δε Ουναμούνο; Ε λοιπόν, είναι ένας από τους χαρακτήρες μου, ένα από τα πλάσματά μου, ένας από τους αγωνιστές μου! Αυτό το οριστικό, απόλυτο, μύχιο, υψηλό, υπερβατικό, εμμενές Εγώ είναι –ένας θεός ξέρει ποιος είναι– ίσως ο Θεός ο ίδιος!»

ΜΙΓΕΛ ΔΕ ΟΥΝΑΜΟΥΝΟ

~.~

Υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ αισθητικής έκφρασης και εθνικού χαρακτήρα; Αν ναι, είμαστε λαός λυρικός. Είτε στη λογοτεχνία, είτε στη μουσική, είτε στον χορό, ο φυσικός μας τρόπος είναι το τραγούδι. Από τον Σολωμό ώς τον Σαββόπουλο δεν υπάρχει τροπή του συλλογικού μας βίου, δεν υπάρχει σκίρτημα ψυχικό ή συναισθηματικό βαθύτερο που να μην βρήκε την πληρέστερη αποτύπωσή του στον στίχο – σ’ ένα τραγούδι με ή χωρίς μουσική.

Ακόμη και στις άλλες, ο λυρικός τρόπος κυριαρχεί: στον Παπαδιαμάντη, στον Παρθένη, στον Αγγελόπουλο. Ο κορυφαίος πεζογράφος, ο κορυφαίος εικαστικός, ο κορυφαίος κινηματογραφιστής μας είναι ποιητές. Ο λυρισμός ως μοίρα. (περισσότερα…)

Ευρωπαία Ελλάς

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 01:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, σαράντα χρόνια πριν, το 1981, ήταν μια από τις πλουσιότερες χώρες της ηπείρου. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Έλληνα (5.422 δολλ.) ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο, λ.χ., εκείνου του Ισπανού (5.368 δολλ.) και πολύ μεγαλύτερο του Πορτογάλου (3.297 δολλ.). Σήμερα μας έχουν ξεπεράσει όχι μόνο οι Ίβηρες αλλά και όλες σχεδόν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που μας έβλεπαν τότε με τα κυάλια, οι Πολωνοί (1.494 δολλ.) ή οι Ούγγροι (2.206 δολλ.). Η «Ευρωπαία Ελλάς» συμπίπτει με σαράντα χρόνια οικονομικής παρακμής και εκποίησης του εθνικού μας πλούτου.

~.~

Το μωρό που όλο σου χαμογελά, η νεαρή καλλονή που κοκκινίζει στο παραμικρό, το αξιαγάπητο γεροντάκι που σε δεξιώνεται, ο ιδεολόγος που με το πάθος του σε παρασύρει, το σκυλί που σου τρίβεται για χάδια. Η αθωότητα μάς συγκινεί γιατί δεν έχει επίγνωση της δύναμής της – όχι επειδή δεν έχει δύναμη. Για κάποιον λόγο, που έχει να κάνει με τις ψυχολογικές μας ανάγκες, την ιδιοτέλεια την θεωρούμε τέτοια μόνο όταν είναι συνειδητή, εμπρόθετη, σκηνοθετημένη από τη βούληση και τις μηχανές της. Όταν είναι «φυσική», όταν απλώς και μόνο μοιάζει πηγαία, παύουμε να τη θεωρούμε απειλητική και δόλια. Τότε, στον αυθορμητισμό ευχαρίστως παραβλέπουμε την ενδιάθετή του ορμή, παραδιδόμαστε οικειοθελώς και ηδονικά στη γοητεία του, μας αφοπλίζει. Σαγήνην βάλλω, το λέγαν οι παλιοί: ρίχνω δίχτυα.

~.~

Καμιά εκατοστή (100!) εκατομμύρια άνθρωποι, υπολογίζουν οι ιστορικοί, πέθαναν (κυριολεκτικά) της πείνας στην αγγλοκρατούμενη Ινδία την περίοδο 1880-1920, στο απόγειο της αποικιοκρατίας. Υπό το βρετανικό στέμμα, λογαριάζει ο μελετητής Robert C. Allen, μέσα σε ενάμιση αιώνα η ακραία φτώχεια εκτινάχθηκε από το 23% στο 50% και το μέσο προσδόκιμο έπεσε στις αρχές του 20ού αιώνα από τα 26,7 στα 21,9 χρόνια.

Οι λιμοί ήταν πάντοτε χρήσιμο όπλο στη φαρέτρα των Άγγλων. Κάπως έτσι, με πράξεις και παραλείψεις, ξεκλήρισαν την Ιρλανδία στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν το νησί από 9 εκατομμύρια απόμεινε με 4. Τότε ήταν που εξαλείφθηκε στην ουσία και η ιρλανδική γλώσσα, με διοικητικές συν τοις άλλοις μεθόδους.

Τα νούμερα έχουν τη σημασία τους, ιδίως κάθε φορά που οι Δυτικοί ανεμίζουν τις Μαύρες Βίβλους με τα (αναμφίλεκτα) εγκλήματα του κομμουνισμού ή του φασισμού. Όλα μαζί τα θύματα του Στάλιν και του Χίτλερ και του Μάο και του Πολ Ποτ, τα άθλα των Εγγλέζων και μόνο στην Ινδία δεν τα συναγωνίζονται. Κάποτε είχε κυκλοφορήσει, και στα ελληνικά νομίζω, μια Μαύρη Βίβλος του Καπιταλισμού. Η σούμα, αν θυμάμαι καλά, ήταν μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι.

Δεν είμαι βέβαιος αν πρέπει να επιρριφθεί γενικώς και αορίστως στην κεφαλαιοκρατία ο υπέρογκος αυτός φόρος αίματος, ή στην ανελέητη μηχανή των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών (και των ΗΠΑ, που τις διαδέχθηκε.) Η ουσία δεν αλλάζει: η Ιστορία της Προόδου, όπως το είχε ψυχανεμιστεί καλά ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, είναι ένα αχανές μαυσωλείο.

~.~

ΜΙΑ ΚΑΡΙΕΡΑ

Επαναστάτης άρχισα απ’ τον Ρήγα κι απ’ την ΚΝΕ,
τον ήλιο σήκωνα κι εγώ τον κόσμο να φωτίσει,
μετά έγινα εκσυγχρονιστής με φράγκα και κονέ,
τώρα το Σόι προσκυνώ και υμνολογώ τη Δύση. (περισσότερα…)

Μελαγχολικός λαός

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Επιλογή και επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση

Το παρακάτω δυσεύρετο κείμενο του Γιώργη Μανουσάκη είναι μία από τις πενήντα τρεις επιφυλλίδες που ο ποιητής έγραψε κάτω από τον υπέρτιτλο «ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ» για την εφημερίδα Κῆρυξ των Χανίων· 21 Μαΐου του 1961, σε ηλικία 28 ετών, δημοσίευσε την πρώτη με τον μεταφορικό τίτλο «Μποτίλιες στο πέλαγος» και 4 Ιουλίου του 1965 την τελευταία οπότε, όπως ο ίδιος έλεγε, διέκοψε τη συνεργασία του με την εν λόγῳ εφημερίδα, λόγω των «Ιουλιανών», δηλαδή της «Αποστασίας» του ιδιοκτήτη  της Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Η επιφυλλίδα της ανάρτησης δημοσιεύτηκε την Κυριακή 16 Ιουλίου 1961.

~.~

Μιὰ ξένη, φίλη τῆς πατρίδας μας καὶ τῆς λογοτεχνίας μας, εἶχε κάμει κάποτε γιὰ τούτη τὴ δεύτερη τὴν παρακάτω παρατήρηση σ’ ἕνα γνωστὸ πνευματικὸ ἄνθρωπο τοῦ τόπου μας: «Ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ζοφερή, ἀπαισιόδοξη. Σπάνια ν’ ἀνακαλύψεις σ’ αὐτὴν μιὰ ἀχτίνα ἀπὸ φῶς. Μιὰ κι ἡ τέχνη ἑνὸς λαοῦ εἶν’ ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς του, πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑποθέσομε πὼς οἱ Ἕλληνες εἶναι στὸ βάθος ἕνας λαὸς μελαγχολικός;».

Ἡ παρατήρηση τῆς ξένης δὲν εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Πραγματικὰ στὴ λογοτεχνία μας κυριαρχοῦνε τὰ σκοῦρα χρώματα. Κι ἂν ἀναφέρομε τὴν πεζογραφία καὶ τὴν ποίηση ποὺ γράφτηκαν ἀπὸ πνευματικὰ ἐξελιγμένους ἀνθρώπους, ἀπὸ τεχνίτες τοῦ λόγου καὶ πᾶμε στὸ πηγαῖο ἀνάβλυσμα τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, στὸ δημοτικὸ τραγούδι, ἡ διαφορὰ θά ’ναι μεγάλη. Δὲν εἶναι μόνο τὰ τραγούδια ποὺ ἀναφέρουνται σὲ τραγικὲς ἱστορικὲς περιπέτειες τοῦ ἔθνους, σὰν τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης ἢ τὶς λογῆς ἐπαναστάσεις ἢ τὰ βάσανα τῆς σκλαβιᾶς. Ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ λυρικὰ δημοτικὰ στιχουργήματα ἔχουνε σχέση μὲ τὴν ξενιτειά, τὸ θάνατο ἢ εἶναι μοιρολόγια τραγουδημένα στὸ χαμὸ κάποιου ἀγαπημένου προσώπου. Κι ὅλες σχεδὸν οἱ «παραλλαγές», τὰ μεγαλύτερα τραγούδια, τὰ ἀφηγηματικὰ καὶ δραματικά, καθὼς τὸ γνωστὸ «Γεφύρι τῆς Ἄρτας», διηγοῦνται μιὰ τραγικὴ ἱστορία. Μὰ κι ὅταν ἀκόμη οἱ στίχοι, τὸ νόημα τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ εἶναι χαρούμενο καὶ τότε ἡ μουσική του θά ’χει μιὰ ἀνάλαφρη μελαγχολία, ἕνα κατακάθι πόνου, σὰν ὁ λαϊκὸς τραγουδιστὴς νὰ μὴ μπορεῖ μήτε στὶς πιὸ εὐτυχισμένες στιγμές του νὰ λυτρωθεῖ ἀπὸ ἕναν ἴσκιο ποὺ πέφτει ἀπάνω του. Σὰ νὰ μὴ μπορεῖ ποτὲ ν’ ἀγγίξει ὁλοκληρωτικὰ τὴ χαρά. (περισσότερα…)

Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης, «O τόπος ερήμωσε, έγινε τοξικός»

Ιωανν

 

«Η επιστήμη και η τέχνη συνήθως δεν επικοινωνούν, είναι κάπως σαν φυλές πρωτόγονων που, αποκομμένες και ακοινώνητες, κατοικούν το ίδιο νησί. Η αδιαφορία αυτή δεν είναι ένα ήπιο laissez faire αμοιβαίας αποδοχής, αλλά άγνοια ή και άρνηση της ύπαρξης του άλλου, γιατί τις χωρίζει μια αδιάβατη ζούγκλα. Για παράδειγμα, τα μέτρα που προτείνανε κάποιοι επιστήμονες στη διάρκεια της πανδημίας έδειξαν ότι δεν τους καίγεται καρφί αν η τέχνη (και η ζωή μαζί της) εξαλειφθεί πλήρως.»

Πρόσωπο των ημερών με πλατιά διεθνή απήχηση, σημείο αναφοράς αλλά και αντιδικίας, πλάι στο ιατρικό ερευνητικό του έργο ο ΙΩΑΝΝΗΣ Π. Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ έχει δημοσιεύσει από το 1989 έως σήμερα οχτώ λογοτεχνικά βιβλία. Με αφορμή το τελευταίο απ’ αυτά, μίλησε στο Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τα μεγάλα θέματα της γραφής και της δράσης του: την ποίηση και την επιστήμη, την ανάπηρη ελευθερία του λόγου και την πάγια ανελευθερία της πολιτικής, τις κακοδαιμονίες του τόπου και την μεγάλη περιπέτεια της πανδημίας.

 

(περισσότερα…)

Ντίνος Σιώτης, Τενεκεδένια πατρίδα

 

ΤΕΝΕΚΕΔΕΝΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Χρόνια τους περιμέναμε τους εθνομάρτυρες
νά ’ρθουν βουτηγμένοι στη φωτιά, νά ’ρθουν
με βουητό που θα ακουγόταν ακόμη έως και

το απόγευμα, ήμασταν φιλήσυχοι κι ατάραχοι
με φουσκωμένα από δόκανα μυαλά και σπίρτα
που άναβαν μόνο με λησμονημένο αίμα, τους (περισσότερα…)

Ευαγγελία Τολιοπούλου, Ιστορία και Ποίηση: ο «Υπερίων» του Φρήντριχ Χαίλντερλιν και οι πηγές του

 

της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ο «Υπερίων ή ο Ερημίτης στην Ελλάδα», το «ποιητικό» μυθιστόρημα του Friedrich Hölderlin, εκδόθηκε σε δύο μέρη, το 1797 και το 1799.[1] Συντίθεται από μια σειρά επιστολών που ο Υπερίων, ο ομώνυμος κεντρικός ήρωάς του, απευθύνει στον φίλο του Μπελλαρμίν, και στις οποίες αφηγείται την πορεία της ζωής του, από την εποχή της γεμάτης ελπίδες νιότης του, όταν μυείται στην λαμπρή πνευματική παράδοση της πατρίδας του, της Ελλάδας, από τον δάσκαλο Αδάμα, την δυνατή φιλία του με τον Αλαβάνδα και το όραμά του ενός καλύτερου κόσμου, την εμπειρία του τέλειου έρωτα με την «ωραία ψυχή» της Διοτίμας, που του αποκαλύπτει την ουσιαστική κοινότητα όλων των πραγμάτων και το ιδανικό μιας ζωής σε απόλυτη μέθεξη με την «θεϊκή Φύση», μέχρι το τραγικό τέλος και την απώλεια των πάντων. Επειδή, ουσιαστικά, ο Υπερίων αποτελεί το χρονικό της πλήρους αποτυχίας μιας ζωής, μιας πορείας προς την διάψευση, την απώλεια, την μοναξιά. Ο ήρωας αφήνεται να παρασυρθεί στον δρόμο της δράσης, του αγώνα και της βίας για την δημιουργία αυτού του νέου κόσμου που ονειρεύτηκε, και στην πορεία αυτή τα χάνει όλα: τις ελπίδες του για μια ελεύθερη πατρίδα, την φιλία, τον έρωτα. Βρίσκει όμως τον εαυτό του. Μόνος, αφήνει τον τόπο του και ταξιδεύει, γνωρίζει τον καινούριο κόσμο της αστικής «προόδου» και τον απορρίπτει, για να επιστρέψει τελικά και να ζήσει ως ερημίτης, ως ποιητής, στην αγκαλιά της Φύσης. Γράφοντας από την προοπτική της ολοκληρωμένης πλέον πορείας των γεγονότων, ο επιστολογράφος-πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος δεν περιορίζεται να περιγράψει τα στάδια αυτής της εξέλιξης προς το χρονικό σημείο του παρόντος και την σταδιακή «αποκρυστάλλωση», μέσω της εμπειρίας, του νέου, τωρινού εαυτού. Διηγούμενος αναδρομικά τα συμβάντα, στοχάζεται πάνω σ’ αυτά, και αναστοχαζόμενος το βιωμένο, το πραγματικό, το υπερβαίνει στο τέλος, για να υψωθεί σ’ ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, συνείδησης και ζωής, σ’ ένα Ιδεώδες. Όχι τυχαία θεωρείται ο Υπερίων το μυθιστόρημα του Γερμανικού Ιδεαλισμού. (περισσότερα…)