Γιώργης Μανουσάκης, Μελαγχολικός λαός

*

Επιλογή και επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση

Το παρακάτω δυσεύρετο κείμενο του Γιώργη Μανουσάκη είναι μία από τις πενήντα τρεις επιφυλλίδες που ο ποιητής έγραψε κάτω από τον υπέρτιτλο «ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ» για την εφημερίδα Κῆρυξ των Χανίων· 21 Μαΐου του 1961, σε ηλικία 28 ετών, δημοσίευσε την πρώτη με τον μεταφορικό τίτλο «Μποτίλιες στο πέλαγος» και 4 Ιουλίου του 1965 την τελευταία οπότε, όπως ο ίδιος έλεγε, διέκοψε τη συνεργασία του με την εν λόγῳ εφημερίδα, λόγω των «Ιουλιανών», δηλαδή της «Αποστασίας» του ιδιοκτήτη  της Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Η επιφυλλίδα της ανάρτησης δημοσιεύτηκε την Κυριακή 16 Ιουλίου 1961.

~.~

Μιὰ ξένη, φίλη τῆς πατρίδας μας καὶ τῆς λογοτεχνίας μας, εἶχε κάμει κάποτε γιὰ τούτη τὴ δεύτερη τὴν παρακάτω παρατήρηση σ’ ἕνα γνωστὸ πνευματικὸ ἄνθρωπο τοῦ τόπου μας: «Ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ζοφερή, ἀπαισιόδοξη. Σπάνια ν’ ἀνακαλύψεις σ’ αὐτὴν μιὰ ἀχτίνα ἀπὸ φῶς. Μιὰ κι ἡ τέχνη ἑνὸς λαοῦ εἶν’ ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς του, πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑποθέσομε πὼς οἱ Ἕλληνες εἶναι στὸ βάθος ἕνας λαὸς μελαγχολικός;».

Ἡ παρατήρηση τῆς ξένης δὲν εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Πραγματικὰ στὴ λογοτεχνία μας κυριαρχοῦνε τὰ σκοῦρα χρώματα. Κι ἂν ἀναφέρομε τὴν πεζογραφία καὶ τὴν ποίηση ποὺ γράφτηκαν ἀπὸ πνευματικὰ ἐξελιγμένους ἀνθρώπους, ἀπὸ τεχνίτες τοῦ λόγου καὶ πᾶμε στὸ πηγαῖο ἀνάβλυσμα τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, στὸ δημοτικὸ τραγούδι, ἡ διαφορὰ θά ’ναι μεγάλη. Δὲν εἶναι μόνο τὰ τραγούδια ποὺ ἀναφέρουνται σὲ τραγικὲς ἱστορικὲς περιπέτειες τοῦ ἔθνους, σὰν τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης ἢ τὶς λογῆς ἐπαναστάσεις ἢ τὰ βάσανα τῆς σκλαβιᾶς. Ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ λυρικὰ δημοτικὰ στιχουργήματα ἔχουνε σχέση μὲ τὴν ξενιτειά, τὸ θάνατο ἢ εἶναι μοιρολόγια τραγουδημένα στὸ χαμὸ κάποιου ἀγαπημένου προσώπου. Κι ὅλες σχεδὸν οἱ «παραλλαγές», τὰ μεγαλύτερα τραγούδια, τὰ ἀφηγηματικὰ καὶ δραματικά, καθὼς τὸ γνωστὸ «Γεφύρι τῆς Ἄρτας», διηγοῦνται μιὰ τραγικὴ ἱστορία. Μὰ κι ὅταν ἀκόμη οἱ στίχοι, τὸ νόημα τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ εἶναι χαρούμενο καὶ τότε ἡ μουσική του θά ’χει μιὰ ἀνάλαφρη μελαγχολία, ἕνα κατακάθι πόνου, σὰν ὁ λαϊκὸς τραγουδιστὴς νὰ μὴ μπορεῖ μήτε στὶς πιὸ εὐτυχισμένες στιγμές του νὰ λυτρωθεῖ ἀπὸ ἕναν ἴσκιο ποὺ πέφτει ἀπάνω του. Σὰ νὰ μὴ μπορεῖ ποτὲ ν’ ἀγγίξει ὁλοκληρωτικὰ τὴ χαρά.

Ποιός ἦταν ποὺ τραγούδαγε ἐψὲς τὸ βράδυ βράδυ
καὶ τό ’λεε τόσο ὄμορφα καὶ παραπονεμένα;

Στὴ σκέψη τοῦ ἀνώνυμου ποιητῆ ἡ ὀμορφιὰ πάει πλάι πλάι μὲ τὸ παράπονο, μὲ τὴ μελαγχολικὴ διάθεση. Τό ’λεγε «ὄμορφα καὶ παραπονεμένα» ὁ ἄγνωστος νυχτερινὸς τραγουδιστής. Ποτὲ ὄμορφα καὶ χαρούμενα.

Κι αὐτοὶ ποὺ ξέρουν ἀπ’ ἔξω τὸν Ἐρωτόκριτο, πάντα ἀγαποῦνε νὰ λένε τὰ «λυπητερὰ» κομμάτια τοῦ ἔργου, γιατὶ αὐτὰ μιλοῦνε στὴν ψυχὴ καὶ τῶν ἴδιων καὶ τῶν ἀκροατῶν τους. Κι ὁ σκοπὸς ὅπου τὰ τραγουδοῦν εἶναι κι αὐτὸς πονεμένος, ἕνα μονότονο τραγούδι ὅλο συγκρατημένη θλίψη.

Ναί, ὁ Ἕλληνας, στὸ βάθος εἶν’ ἕνας μελαγχολικὸς χαραχτήρας. Ποτὲ δὲν τοῦ εἶναι μπορετὸ νὰ γίνει ἕνα ξέγνοιαστο μεγάλο παιδί, σὰν τὸν Ἀμερικάνο νὰ ποῦμε. Ἀκόμη κι ὅταν γελᾶ δὲν καταφέρνει νὰ διώξει κάποια ὑπολείμματα πίκρας ποὺ μένουνε στὶς ἄκρες τῶν χειλιῶν του. Τό ’χουνε παρατηρήσει καὶ τοῦτο οἱ ξένοι πού ’ρχονται στὸν τόπο μας. Τὸ ἑλληνικὸ χαμόγελο, λένε, δὲ μοιάζει μὲ τὸ χαμόγελο τῶν ἄλλων λαῶν. Ἔχει μέσα του πόνο. Οἱ Ἕλληνες δὲν ξέρουνε νὰ γελοῦνε. Τὸ γέλιο δὲ μεταμορφώνει τὸ πρόσωπό τους, δὲν τὸ κάνει νὰ γεμίζει φῶς.

Γιὰ ὅσους γνωρίζουνε τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, δὲν εἶναι δυσκολοεξήγητη τούτη ἡ ὄψη τοῦ χαραχτήρα τους. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε πὼς ἡ φτώχεια κατοικοῦσε ἀπὸ τὰ πολὺ παλιὰ χρόνια στὰ χώματά μας. Καὶ πὼς εἶναι πάντα ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τῶν ὀνείρων. Κι ἂς μὴν ξεχνοῦμε πὼς τὸ ἔθνος ποὺ ἀνέβηκε σὲ τέτοιες κορφὲς ποὺ λίγα ἄλλα ἔθνη ἀνεβήκανε, ἔπεσε ὅμως κι ἄλλες τόσες φορὲς «ἀπὸ βυθὸ σὲ βυθό, ὥσπου δὲν ἦταν ἄλλος», καθὼς λέει ὁ σολωμικὸς στίχος. Ὁ ἄνθρωπος τούτης τῆς γωνιᾶς τῆς γῆς εἶναι γεμάτος ἱστορικὲς μνῆμες. Μνῆμες δόξας καὶ θριάμβων καὶ πικρὲς μνῆμες καταστροφῶν, δυστυχίας καὶ ξεπεσμοῦ. Καὶ γιὰ τὸ νεώτερο Ἕλληνα, ἀπὸ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης κι ὕστερα, οἱ δεύτερες εἶναι συχνότερα οἱ πιὸ κοντινές. Καὶ δὲν εἶναι μόνο μνῆμες μὰ καὶ τραγικὰ προσωπικὰ βιώματα. Ἐνῶ οἱ ἄλλες εἶν’ ἀντίλαλοι μακρινῶν ἡμερῶν ποὺ δὲν ἐγνώρισε καὶ ἔρχονται ὣς τ’ αὐτιά του ἴσα ἴσα γιὰ νὰ γεμίζουνε πίκρα τὴν ψυχή του καθὼς θὰ τοῦ θυμίζουνε τὰ «περασμένα μεγαλεῖα».

Ἔτσι πολεμώντας μὲ μιὰ σκληρὴ ἀτομικὴ μοίρα καὶ μὲ μιὰ σκληρότερη ἐθνικὴ ἀποχτήσαμε σιγὰ σιγὰ τὸ κατακάθι τῆς θλίψης ποὺ χρωματίζει ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας. Ὅμως αὐτὴ εἶν’ ἡ ἀπαισιοδοξία ποὺ πολλὲς φορὲς δίνει δύναμη. Περισσότερη δύναμη ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη αἰσιοδοξία. Ποὺ χαλυβδώνει τὴν ψυχὴ μ’ ἕνα πεῖσμα καὶ μιὰ πικρὴ περηφάνια.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

*