Ελλάδα

Ποιητική ἀτμοσφαίρα

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 3

Ποιητική ἀτμοσφαίρα

Ὁ Ἄγγελος Βλάχος ἀποκαλεῖ τόν Ροΐδη, στή διαμάχη πού εἶχε μαζί του, νέο κριτικό, νεοφώτιστο, νεοσκευή, νεότευχο καί ὄψιμο. Τίνι τρόπω εἶναι παλαιός ὁ Ἄγγελος Βλάχος; Τό μῆλον τῆς ἔριδος εἶναι ὡς γνωστόν ἡ ἀκόλουθη, ἀπό τήν περιώνυμη εἰσήγηση τῆς 19/3/1877 στήν αἴθουσα τοῦ Παρνασσοῦ, γνωμοδότηση:

«Ἀδύνατον φαίνεται ἡμῖν ποιητής νά γεννηθῇ καί νά ὑπάρξῃ ἐκτός μιᾶς οἱασδήποτε [«περιρρεούσης αὐτόν»] ποιητικῆς ἀτμοσφαίρας∙ τοιαύτην δέ σήμερον δέν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ τά μέν πάτρια ἤθη ἀπηρνήθημεν, τοῦ δέ διανοητικοῦ βίου τῶν ἐθνῶν τῆς Δύσεως δέν μετέχομεν εἰσέτι, οὐδέ τήν ἐμπνέουσαν τούς ἑσπερίους ποιητάς νόσον τοῦ αἰῶνος νοσοῦμεν».[1]

Ὁλοστρόγγυλος φράσις! Δέν ἀφήνει τίποτα ἀπ’ ἔξω∙ συνάγονται, χωρίς νά συμφύρονται, ἅπαντες. Πολύτιμη καί ἀσυναγώνιστη φράση, ἀπό τίς κεφαλαιωδέστερες πού διατυπώθηκαν στόν αἰῶνα καί ἔχουσα τέλεια ἐφαρμογή μέ τή φορά τῶν περιστάσεων στή σύγχρονη Ἑλλάδα.[2] Πρός ὄφελος τῆς ταχύτερης ἀντίληψης τῶν πραγμάτων ἀξίζει νά συμπληρωθεῖ μέ ὀλίγες σειρές ἀπό τό μεταγενέστερο, καί ὁπωσδήποτε ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς διαμάχης, μελέτημα τοῦ Ροΐδη Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως. Διακρίνει δύο εἰδῶν ποιήσεως, τήν ἀντικειμενικήν, τήν πρός τά ἔξω στραφεῖσα, καί τήν ὑποκειμενικήν, «τήν ἐξετάζουσα τά μύχια αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς».[3]

Ὁ Ἄγγελος Βλάχος δηλώνει πώς δέν κατανοεῖ τή διάκριση∙ στήν πραγματικότητα ὅμως δέν κατανοεῖ τίποτα, γιά λόγους δικῆς του ψυχικῆς οἰκονομίας, ἀπό τήν εἰσήγηση τοῦ Ροΐδη. Δέν δουλεύει, ἔστω, μέ ἔννοιες, δηλαδή ἀπό ἀνάγκη πνεύματος, ἀλλά μέ πολυτέλειες, τίς συνιστώμενες ἀπό τά νεοελληνικά ἰδανικά. Πρησκομάγουλος, διαρκῶς, μέ τά ρήματα μιᾶς ἀβαθοῦς ἑλληνοπρέπειας, ὑποδύεται κι αὐτός, μέ παντοίους ἐθνωφελεῖς ἀκκισμούς, τό γνήσιο τέκνο τῆς Ἑλλάδος. Δέν ἀποκηρύττει ὁ Ροΐδης τόσο εὔκολα, ὅσο ὁ Ἄγγελος Βλάχος, τή «νόσον τοῦ αἰῶνος» καί ἀναφέρεται ἐν συνεχεία στούς παράγοντες πού προάγουν τήν ποίηση στήν Ἑσπερία καί παρατηρεῖ ἐξ ἀποστάσεως καί μέ κάποιο θαυμασμό τή διαμόρφωση στήν ἀλλοδαπή ἑνός ἐνδιαφερόμενου κοινοῦ προικισμένου μέ τό κατάλληλο γιά τήν ποίηση αἴσθημα. Ἀντιλαμβάνεται ἐν συμπεράσματι τή νεωτέρα Ἑλλάδα «ὡς μή φιλοσοφήσασα», ὥστε καί «οὐδέ φιλοσοφικούς μώλωπας  [ἐνν. τούς μηδενιστάς] ἠδύνατο νά πάθῃ».[4] «Ἄξιον δέ ἐξετάσεως ἤθελεν εἶναι μόνο τοῦτο, ἄν πρός ἀποφυγήν μηδενιστῶν συμφέρῃ τῷ ὄντι νά μένῃ ὅλως ξένη τοῦ διανοητικοῦ βίου τῶν ἄλλων ἐθνῶν».[5] Πορίζεται, ἐν τέλει, τό συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἕλλην ἀπέχει τοῦ ὁποιουδήποτε πνεύματος: «Δέν λέγει τίποτα [!]».[6] (περισσότερα…)

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά

 

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*

///

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.

Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.

Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)

Μαθήματα από τη Σιβηρία

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Μαθήματα από τη Σιβηρία

Ψηλά στον αρκτικό κύκλο, γράφει ο Βαρλαάμ Σαλάμωφ, υπάρχει ένα νανόπευκο, που έχει τη σοφία να οσμίζεται την αλλαγή του καιρού. Γι’ αυτό, μέρες πριν πλακώσουν οι θυελλώδεις άνεμοι και ο βαρύς χιονιάς, αρχίζει να πλαγιάζει ίσα που γίνεται ένα με τη γη και περιμένει να περάσει το κακό. Αυτό θα έπρεπε να κάνουν αν είχαν μυαλό, πριν από τις 28 του μηνός, και όσοι απαρτίζουν το δικό μας κυβερνητικό νανόπευκο. Να σκύψουν όλοι μαζί, ο πρωθυπουργικός κορμός και τα υπουργικά κλαδιά του, ώσπου να γίνουν ένα με το χώμα και να λουφάξουν. Μια κυβέρνηση για τα μπάζα όμως δεν μπορεί να σκεφτεί — γι’ αυτό θα φάει το κεφάλι της.

///

Παρανοϊκός ρεαλισμός

Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου η αμερικανική ρωσοφοβία ανακάλυπτε καταχθόνιους πράκτορες στην ερημική Αριζόνα και οι ψαράδες κάθε ειδυλλιακής λίμνης εντόπιζαν εχθρικά υποβρύχια τσέπης να κινούνται ύποπτα ανάμεσα στα καλάμια τους. Φιλήσυχοι οικογενειάρχες έσκαβαν αντιπυρηνικά λαγούμια στο κελάρι και έφηβοι που έστηναν ερασιτεχνικούς σταθμούς στον αχυρώνα έπιαναν αινιγματικά μηνύματα από βραχνές ραδιοσυχνότητες. Παραλλήλως, ιπτάμενοι δίσκοι περιπολούσαν από το Τέξας μέχρι την Αλάσκα και αυτοσχέδιοι πολιτοφύλακες περνούσαν καταυλισμούς ξυλοκόπων για βάσεις αρειανών. Κακόβουλοι κυκλώνες κατάπιναν μαχητικά αεροσκάφη στην Ανταρκτική και μυστηριώδη πειράματα στη Φιλαδέλφεια εξαφάνιζαν ολόκληρα πλοία.

Σήμερα ο κόσμος φαίνεται διαυγέστερος — αλλά μόνο στην κακοήθειά του. Οι κάμερες αγρυπνούν ακόμα και στο ασύχναστο σοκάκι των μύχιων πόθων μας και η προσωπική μας ζωή αστυνομεύεται με ελάχιστα προσχήματα, τα συρτάρια με τα εσώρουχά μας ανακατεύονται από το μακρύ χέρι των διαφημιστικών εταιρειών και οι σεξουαλικές προτιμήσεις του καθενός κάνουν τον γύρο του διαδικτύου. Τα ίδια και στη δημόσια σφαίρα. Οι άλλοτε ανομολόγητες «μαύρες» επιχειρήσεις προβάλλονται σε όλα τα κανάλια, οι εμπιστευτικές διαπραγματεύσεις κοινολογούν το περιεχόμενό τους και οι απόκρυφες συνθήκες δημοσιεύονται πριν καν υπογραφούν. Τα ρεζιλίκια των μυστικών υπηρεσιών βρίσκονται στο μενού του βραδινού δελτίου ειδήσεων και οι στρατιωτικές μετακινήσεις στη Γάζα ή στην Ουκρανία, δορυφορούνται από ανελέητη δημοσιότητα. Ο Τραμπ είναι τόσο ξεπατοκαλάθας που δεν μπορεί να κρατήσει για τον εαυτό του ούτε μια ιδιωτική συνομιλία, ο Βανς είναι απροκάλυπτα ωμός στο δημόσιο βήμα και ο Μάσκ δεν κάνει κανένα επιχειρηματικό βήμα χωρίς να το προαναγγείλει πανηγυρικά. (περισσότερα…)

Έζησαν για την τέχνη

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Η βιογραφική ταινία είναι ένα σημαντικό κομμάτι της σύγχρονης κινηματογραφικής παραγωγής. Όχι ότι δεν ήταν ανέκαθεν, βέβαια. Ο Ναπολέων, ο Γκλεν Μίλλερ, ο Πάττον είναι ενδεικτικά κάποια ονόματα από την κινηματογραφική ιστορία που η ιστορική τους παρουσία έδωσε έμπνευση για τη δημιουργία κινηματογραφικής μυθοπλασίας. Προϊόντος του χρόνου και καθώς η βιομηχανία του σταρ σύστεμ αναδείκνυε διαρκώς καινούργιες φυσιογνωμίες, αυτό το είδος ταινίας γνώρισε έναν ραγδαίο πολλαπλασιασμό. Η βιογραφία, βέβαια, υπήρξε αρχικά ένα λογοτεχνικό είδος που κάλυπτε την όχι πάντα αθώα περιέργεια του κοινού για τα μυστικά των μεγάλων προσωπικοτήτων. Και ακολουθούσε βέβαια τη λατρεία της «μοναδικής» προσωπικότητας πάνω στην στηριζόταν ο αμερΙκάνικος ατομικισμός. Μόνο που εκεί δεν ήταν τόσο συχνή όσο στον κινηματογράφο. Οι μυθιστορηματικές βιογραφίες είναι σχετικά λίγες σε σχέση με τις βιογραφίες τεκμηρίωσης στον γραπτό λόγο, ενώ, αντίστροφα, στον κινηματογράφο η μυθοπλαστική βιογραφία υπερτερεί σε σχέση με την απλή ντοκυμανταιρίστικη βιογραφία: κάτι που καταδεικνύει επιπλέον τη στενή σχέση της κινηματογραφικής εικόνας, του φαντασιακού σημαίνοντος, με τη μυθοπλασία, μιας και οι ντοκυμανταιρίστικες βιογραφίες, αυτές δηλαδή που δεν χαρακτηρίζονται biopics, προορίζονται προπάντων για την τηλεόραση.

Το ίδιον και της γραπτής και της κινηματογραφικής μυθοπλασίας είναι ότι δεν πλάθεται εκ του μηδενός. Ανάμεσα σε αυτήν και τον θεατή παρεμβάλλονται ως διακείμενο όλα όσα γνωρίζει αυτός ο τελευταίος για το βιογραφούμενο πρόσωπο από εξωφιλμικές πηγές. Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας είχαν φροντίσει να δημιουργήσουν τη δική τους μυθολογία για τον Φρέντι Μέρκιουρυ πριν γυριστεί η ταινία με θέμα τη ζωή του· ένα ασήκωτο βάρος από τόμους ιστοριογραφίας και ανεκδοτολογίας, παρεμβάλλονται ανάμεσα στον σύγχρονο θεατή και στον Ναπολέοντα: η μυθοπλασία που χειρίζεται το πρόσωπό του θα πρέπει να λάβει υπόψη, να επιβεβαιώσει ή να αποσκορακίσει όλο αυτό το παρέμβλητο υλικό που διαθλά την αντίληψη του θεατή. Ως εκ τούτου πολλές φορές οι μυθοπλαστικές βιογραφίες αποτυγχάνουν, απογοητεύουν, ο ορίζοντας προσδοκιών που διανοίγουν τις επιβαρύνει, δημιουργεί σύγχυση. Επιπλέον, όταν ο βιογραφούμενος είναι αναγνωρίσιμος βάσει της εικόνας του ή της φωνής του, το πρόβλημα που τίθεται για να λειτουργήσει η μυθοπλασία είναι η επιτυχής ταύτιση της φιλμικής εικόνας του ηθοποιού με την «πραγματική», όπως μεταδόθηκε από τα μέσα εικόνα του βιογραφούμενου. Και πολλές φορές χρειάζεται μια προκαταβολική, κανονιστική απόφαση του θεατή για να παρακολουθήσει την ταύτιση του βιογραφούμενου με τον ηθοποιό που τον ενσαρκώνει. Κάτι που για τη γραπτή βιογραφία δεν ισχύει, καθότι το γραπτό σημαίνον δίνει στον θεατή την ελευθερία να πλάσει μόνος του τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται. (περισσότερα…)

Η ars combinatoria του Κυριάκου Συφιλτζόγλου

*

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Κυριάκος Συφιλτζόγλου
Ακατοίκητα
Ποταμός, 2024
Κυριάκος Συφιλτζόγλου
Δραμάιλο
Αντίποδες, 2018

Δραμάιλο και Ακατοίκητα. Ακατοίκητα και Δραμάιλο. Τα ακατοίκητα στο δρόμο για τη Δράμα; Με μια λευκή ζακέτα στον ώμο, κόκκινο νήμα θαρρείς και φυλαχτό από την Πλατανιά, τόπο γέννησης του ποιητή, και μοναδικό μοτίβο που επανέρχεται σχεδόν αυτούσιο στα δύο τελευταία βιβλία του –στο Δραμάιλο ασπρόμαυρο και στα Ακατοίκητα έγχρωμο–, ο Συφιλτζόγλου διατρέχει τα χωριά του νομού Δράμας όχι απλά αιχμαλωτίζοντας με τον φακό του το εσωτερικό ακατοίκητων κι ερειπωμένων σπιτιών, αλλά –πολύ περισσότερο– αποκρυσταλλώνοντας κι αποτυπώνοντας τη συλλογική μνήμη. Και αυτό, όχι μόνο με τρόπο, αλλά και με λόγο ποιητικό. Ποιητής ή φωτογράφος; Φωτογραφικός ποιητής και ποιητικός φωτογράφος, ποιητής και φωτογράφος, ο Συφιλτζόγλου αναδεικνύεται σε μείζονα σύγχρονο εκπρόσωπο της ars combinatoria στην Ελλάδα, μιας τέχνης συνδυαστικής και συνθετικής που υποστυλώνει τη μνήμη και διεγείρει την κριτική σκέψη, πάντοτε με ύφος ινδιάνου.

Τόσο στο Δραμάιλο (Αντίποδες, 2018), όσο και στα Ακατοίκητα (Ποταμός, 2024), οι φωτογραφίες συνιστούν και ταυτόχρονα συμπληρώνουν το νόημα, διαπλάθοντας παράλληλα αυτές καθαυτές τη μορφή τού βιβλίου κι επιβεβαιώνοντας το κρέντο τού ποιητή –και δικό μας– για την ίσου βαθμού αξία νοήματος και μορφής στην ποίηση. Στο Δραμάιλο, οι φωτογραφίες προσωπικών και χρηστικών αντικειμένων –ώς και εκείνου ενός προσθετικού ποδιού που κρέμεται στον τοίχο– συμπληρώνουν τις δημιουργικές ιστορικές αφηγήσεις, δίνοντας σάρκα και όστα στα πρόσωπα και κατ’ επέκταση αυξάνοντας την αλήθεια και την πειστικότητά τους. Στα Ακατοίκητα, άλλα προσωπικά αντικείμενα, αλλά και πόρτες και παράθυρα σε σαλόνια, κουζίνες και κρεβατοκάμαρες, αφενός εντυπώνουν την ίδια τη ζωή των ερειπωμένων οικημάτων –συνήθως τα φανταζόμαστε άδεια και άνευ ζωής, εικασία που ο Συφιλτζόγλου ανατρέπει πανηγυρικά φωτογραφίζοντας σκηνικά που, πέρα από τη φθορά, μοιάζει μόλις να έμειναν στη μέση–, αφετέρου έρχονται μέσω των φωτογραφιών του Συφιλτζόγλου να τους δώσουν νέα ζωή. Επιπλέον, χρώματα και μοτίβα θαρρείς μινωικά, η ώχρα και η πορφύρα των τοίχων, αλλά και τα κοφίνια και οι νταμιτζάνες στις γωνίες που θυμίζουν πήλινα πιθάρια σιτηρών, συνδέουν άρρηκτα το  χθες (ακόμη και το αρχαίο) με το σήμερα, καθώς και το Νότο της χώρας με το Βορρά. (περισσότερα…)

Πόσο «εθνικό» είναι το εθνικό μας πένθος; 

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Καθημερινά, πεθαίνουν πάνω από 350-400 άνθρωποι στην Ελλάδα. Παρότι κάθε ζωή είναι μοναδική, δεν αισθανόμαστε λύπη για όλους. Επίσης η ανθρώπινη ψυχολογία αντιμετωπίζει μεγάλη δυσκολία να αισθανθεί λύπη για μεγάλους αριθμούς ανθρώπων που υποφέρουν και πεθαίνουν καθημερινά, όπως στην Παλαιστίνη και την Ουκρανία. Η ενσυναίσθησή μας μειώνεται καθώς αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων που υποφέρουν. Αυτό σημαίνει ότι ενώ μπορεί να αισθανθούμε έντονη συμπόνια για ένα μεμονωμένο άτομο, η ικανότητά μας να αισθανθούμε το ίδιο για μεγάλες ομάδες ανθρώπων μειώνεται σημαντικά.

Οι αντιδράσεις στον θάνατο κάποιων ανθρώπων, ειδικά δημόσιων προσώπων. για τη συντριπτική πλειοψηφία εξαρτώνται από την κληρονομιά που άφησαν πίσω τους – και, κυρίως, από το πώς οι πράξεις τους επηρέασαν τις ζωές μας. Ο θάνατος του Κώστα Σημίτη, όπως και εκείνος της Μάργκαρετ Θάτσερ, αποκάλυψε βαθιές ταξικές διαιρέσεις. Ενώ η πολιτική ελίτ και μέρος της σημιτικής διανόησης εκφράζουν σεβασμό, η λαϊκή βάση αντιδρά με οργή ή αδιαφορία.

Ο θάνατος της Μάργκαρετ Θάτσερ το 2013 προκάλεσε εκρηκτικές αντιδράσεις στη Βρετανία. Δεν θρήνησαν όλοι τη «Σιδηρά Κυρία». Πολλοί μάλιστα πανηγύρισαν. Το τραγούδι «Ding Dong! The Witch Is Dead» από τον Μάγο του Οζ έγινε σύμβολο της λαϊκής οργής. Ακούστηκε σε διαδηλώσεις και γιορτές, ενώ έφτασε στη 2η θέση των βρετανικών charts, μια σαρκαστική «απάντηση» στη θριαμβευτική ρητορική της πολιτικής ελίτ. Στις εργατικές γειτονιές, όπως το Μπρίξτον και το Μπάρνσλεϋ, πλήθη ξεχύθηκαν στους δρόμους τραγουδώντας και κρατώντας πανό που έγραφαν: «The Witch is Dead» (Η μάγισσα πέθανε). Πολλοί θυμούνταν τη σκληρή απορρύθμιση και το κλείσιμο των ανθρακωρυχείων που κατέστρεψαν τις κοινότητές τους. Στα χρόνια πριν τον θάνατό της, τα γήπεδα αντηχούσαν από το σύνθημα: «When Maggie Thatcher dies, we’re gonna have a party!» (Όταν πεθάνει η Μάγκι Θάτσερ, θα κάνουμε γιορτή!).

Στην Ελλάδα, ο θάνατος του Κώστα Σημίτη προκάλεσε ένα δίπολο αντιδράσεων φέρνοντας στο φως βαθιές κοινωνικές διαιρέσεις. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη κήρυξε τετραήμερο εθνικό πένθος. Η πολιτική ελίτ, μεγάλο μέρος της διανόησης και ορισμένα κεντροαριστερά κόμματα τον αποχαιρέτησαν με σεβασμό, εστιάζοντας στην «ευρωπαϊκή του κληρονομιά» – για την ακρίβεια μας κληρονόμησε το ευρώ, ένα ενιαίο νόμισμα εντελώς ακατάλληλο για τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. (περισσότερα…)

Εδώ ο κόσμος χάνεται…

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Εδώ ο κόσμος χάνεται…

Καμιά εικοσαριά χρόνια πριν έτυχε να παραβρεθώ σε δείπνο αθηναϊκού εστιατορίου όπου παρουσιάζονταν οι δημιουργίες ενός κορυφαίου Ισπανού σεφ. Η περίσταση ήταν εορταστική ενώ η γενική αδημονία είχε ενταθεί από την προηγηθείσα, εξουθενωτικώς ερεθιστική, διάλεξη του προσκεκλημένου περί μαγειρικής χημείας και συναφών μυστηρίων. Ο ενθουσιασμός ωστόσο περιορίστηκε σε αμήχανα επιφωνήματα μόλις έφτασε το πρώτο πιάτο. Και τα επόμενα, τεράστια αλλά με ελάχιστο περιεχόμενο, δεν βελτίωσαν αρκετά το κλίμα. Δυό-τρεις βοηθοί του σεφ, που περιφέρονταν ανάμεσα στα τραπέζια με ύφος προσβεβλημένης υψηλότητας και παρείχαν μυστικοπαθείς εξηγήσεις για τούτη τη γαστρονομική επίδειξη, επέτειναν τη σύγχυση. Διότι το δείπνο, εύγεστο ομολογουμένως, ήταν επίσης αεριώδες, σαν ανεκπλήρωτη υπόσχεση. Άφησε τέτοιο κενό ώστε μία από τις παρακαθήμενες κάτισχνες κοπέλες ενός οίκου μόδας, διερμηνεύοντας άριστα τις κρυφές προθέσεις της παρέας, πρότεινε ντροπαλά να πάμε αλλού – για καμιά μακαρονάδα! Το φαιδρό περιστατικό μου ήρθε στη μνήμη καθώς κοιτάζοντας τις παρουσιάσεις κάποιων (δια)φημισμένων εστιατορίων, διαπίστωσα ότι η τάση προς το ολίγιστο παραμένει αμετάβλητη. Ενώ τα πιάτα διαρκώς μεγαλώνουν οι μερίδες μικραίνουν. Η προσοχή αποσπάται από το στόμα και στρέφεται στο «φάτε μάτια ψάρια»! Η έμφαση μετατοπίζεται από τη  γεύση στην εμφάνιση μίας διακοσμητικής σύνθεσης, τόσο περίτεχνης που διστάζεις να την αγγίξεις. Μα η θριαμβεύουσα διακοσμητική έχει ήδη πολλούς κοσμοσύχναστους ναούς. Ευφάνταστα τηλεοπτικά σόου με κομψά φυτά, βιτρίνες πολυκαταστημάτων και μεταμοντέρνες γκαλερί. Τα μοδάτα εστιατόρια επικυρώνουν απλώς την άκρως συμβολική για την εποχή μας έφοδο προς την πανταχού παρούσα εκθαμβωτική κενότητα.

Επιμύθιο: Στις Ιστορίες του κ. Κόινερ, ο Μπρεχτ σατιρίζει έναν κηπουρό που κουρεύει διαρκώς έναν θάμνο προσπαθώντας να πετύχει το άψογο σχήμα. Ως αποτέλεσμα η μορφή θριαμβεύει μα η ύλη αφανίζεται. Ωσότου από τον πλούσιο θάμνο δεν απομένει παρά μία μικρή, τέλεια σφαίρα. (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [3/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Των εισηγήσεων της Ι. Τσιβάκου και του Κ. Ανδρουλιδάκη, που προηγήθηκαν, έπεται σήμερα η ανάρτηση της ομιλίας του Σ. Γουνελά.   —  ΝΠ

~.~

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Αρχίζω με ένα απόσπασμα του Σεφέρη από τον Πρόλογο στην Έρημη χώρα του Έλιοτ:

«Το δίλημμα είναι αμείλικτο: είτε θ’ αντικρύσουμε τον δυτικό πολιτισμό, που είναι κατά μέγα μέρος και δικός μας, μελετώντας με λογισμό και με νηφάλιο θάρρος τις ζωντανές πηγές του –κι αυτό δεν βλέπω πως μπορεί να γίνει αν δεν αντλήσουμε τη δύναμη από τις δικές μας ρίζες και χωρίς ένα συστηματικό μόχθο για τη δική μας παράδοση– είτε θα του γυρίσουμε τις πλάτες και θα τον αγνοήσουμε, αφήνοντας τον να μας υπερφαλαγγίσει με κάποιο τρόπο από τα κάτω, με τη βιομηχανοποιημένη, την αγοραία, τη χειρότερη μορφή της επίδρασής του».

Και σε σημείωση πρόσθετε: «Αυτού του είδους το υπερφαλάγγισμα έχει προχωρήσει απελπιστικά και ανεμπόδιστα».

Αυτός που ασχολήθηκε με την προτροπή του Σεφέρη ήταν ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα, στο βιβλίο του Δύο κείμενα παραλληλίζει τον Σωκράτη με τον Πασκάλ. Ο Σωκράτης έλεγε πως όταν ήταν νέος, ασχολήθηκε με την «περί φύσεως ιστορίαν», αλλά όταν κατάλαβε ότι δεν ξέρει ποιος είναι, κατέφυγε στους λόγους για να μάθει την αλήθεια. Ο Πασκάλ από την άλλη, η μεγάλη αυτή διάνοια της φυσικομαθηματικής επιστήμης, δήλωσε ότι οι επιστήμες αυτές δεν είναι κατάλληλες για τον άνθρωπο και κλείστηκε σε ένα παλιό γυναικομονάστηρο όπου μελετούσε και έγραφε για τις χριστιανικές αλήθειες. Ο Πασκάλ προέβη και στην παρακάτω διατύπωση: «Υπάρχει μια λογική της καρδιάς που η άλλη λογική δεν την γνωρίζει». (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [2/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Της εισήγησης της Ι. Τσιβάκου που δημοσιεύουμε σήμερα, προηγήθηκε η ανάρτηση εκείνης του Κ. Ανδρουλιδάκη. Θα ακολουθήσει προσεχώς η ομιλία του Σ. Γουνελά.   —  ΝΠ

~.~

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

Εισαγωγή: Η έκπτωση του στοχασμού

Το πρώτο που μου ήρθε στον νου όταν προσκλήθηκα να μιλήσω για τις τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα, ήταν το νόημα της λέξης «στοχασμός». Ο «στοχασμός» προέρχεται από τη λέξη στόχος, που σημαίνει βάζω σημάδι και το πετυχαίνω. Αναφερόμενος στη σκέψη υπονοεί πως ο νους θέτει ως στόχο ένα ζήτημα υπό διερεύνηση το οποίο επιχειρεί να το διαλευκάνει ως την απώτατη αλήθειά του. Όσο πιο βαθιά εισχωρεί η σκέψη σ’ ένα ζήτημα, τόσο ο στοχασμός συνδέεται με την αναζήτηση της αλήθειας αυτού που στοχάζεται. Η αλήθεια οδηγεί στον πυρήνα των πραγμάτων, στην ουσία τους, κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί σε μια μεταφυσική αρχή, ακόμη κι όταν αυτή η αρχή είναι ένα επιστημονικό αξίωμα.

Στα πεδία του κοινωνικού στοχασμού στα οποία θα επικεντρωθώ, η αλήθεια έχει εκδιωχθεί εξ αιτίας του επικρατήσαντος σκεπτικισμού σε όλα τα πεδία της γνώσης. Όταν όμως η αλήθεια χάνει την απολυτότητά της και γίνεται σχετική, η ανεύρεση της σχετικής αλήθειας της κοινωνίας και των επιστημών που την υπηρετούν μοιάζει με τον παράλογο κυνήγι ερμηνείας και κατανόησης μιας πραγματικότητας που εμείς οι ίδιοι έχουμε οικοδομήσει. Κι αυτό, διότι η σκέψη, μην έχοντας κανένα αντικειμενικό θεμέλιο για να ριζώσει, παρά μόνο τον ίδιο τον εαυτό της, γίνεται αυτοαναφορική.

Η αυτοαναφορά συνδέεται με την επανάληψη. Κρατά ένα σύστημα σκέψης, δηλαδή τον νου, κλειστό, καθώς το ίδιο αναπαράγεται και επαναλαμβάνεται μέσα από τις δικές του συνιστώσες, πράγμα που σημαίνει την μη ανανέωσή του καθώς δεν μπορεί να αντλήσει πληροφορίες από τη ζώσα πραγματικότητα. Μόνο μέσω της ετεροαναφοράς, της στροφής της προς το έτερο, ο νους αντιλαμβάνεται δυνάμεις που δρουν στον εξωτερικό κόσμο, όχι αυτόν που ο ίδιος δημιούργησε, αλλά αυτόν που συνιστά το περιβάλλον εντός του οποίου οι διεργασίες του γεννήθηκαν και εξελίχθηκαν. Οι τρόποι με τους οποίους οι διαδικασίες του νου συνδέονται με το περιβάλλον τους, είναι το μεγάλο ζητούμενο των σύγχρονων επιστημών ─από την βιολογία έως την κοινωνιολογία─, διότι αυτοί οι τρόποι παραπέμπουν στη γένεση του νοήματος και της γνώσης. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γλῶσσα καὶ κοινωνία

*

Τὸ πλῆρες πρόγραμμα τῶν εκδηλώσεων ἐδῶ

~.~

Lingua nova Greca inventa… «Ἀνεκαλύφθη νέα τις γλῶσσα καλουμένη Ἑλληνική· προσέχετε ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι ὄργανον τυγχάνει μαγείας, ἀκολασίας καὶ πάσης μαγγανείας· πλήρης δὲ ἐστὶ βλασφημιῶν, καὶ οὐαὶ τῷ γινώσκοντι καὶ μίαν ἢ δύο ἐξ αὐτῆς λέξεις».

Ἱεροκήρυξ Γάλλος τοῦ ΙΓ´ αἰῶνος, διδάσκων ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀκροατάς του τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας. Καὶ τότε μὲν ἡ διδαχή του ἤχησεν εἰς τὰ ὦτα τοῦ ποιμνίου του ὡς ἐπίκαιρος νουθεσία· ἀλλὰ ποῦ νὰ ἤξευρεν, ὁ μακάριος, ὅτι ἔμελλε νὰ ἔλθῃ ποτὲ χρόνος ὁπότε καὶ προφητικήν τινα ἔννοιαν ἴσως θὰ προσελάμβανον οἱ λόγοι του.

Τότε μὲν εἰς τὸ Παρίσι εἶχεν ἀνακαλυφθῆ, ὡς φαίνεται, νέα γλῶσσα, Ἑλληνικὴ καλουμένη· σήμερον δέ, ὄχι μία, ἀλλὰ περισσότεραι ἑλληνικαὶ γλῶσσαι συγχρόνως ἔχουν ἐπινοηθῆ· ἄλλη μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸ Παρίσι, καὶ ἄλλη ἐπιδημεῖ ἐνθρονισμένη ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας· καὶ ὅλαι λαλούμεναι, γραφόμεναι, καὶ ἀναγινωσκόμεναι ἀνὰ Ἑλλάδα πᾶσαν καὶ τὴν ἄγλωσσον, ἠχοῦσιν ὡς «σύμμικτον εἶδος κἀποφώλιον τέρας». (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [1/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Την εισήγηση του Κ. Ανδρουλιδάκη που δημοσιεύουμε παρακάτω, θα ακολουθήσουν προσεχώς οι ομιλίες των άλλων δύο συνεισηγητών.   —  ΝΠ

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ 

Υπάρχει ένα είδος πολυάσχολων στη Ρώμη, που τρέχουν
εδώ κι εκεί καταϊδρωμένοι, έχουν σαν ασχολία τους
την απραξία, ασθμαίνουν χωρίς λόγο, κι ενώ κάνουν
πολλά δεν κάνουν τίποτα.
ΦΑΙΔΡΟΣ, Ανέκδοτα κατά τον τρόπο του Αισώπου  [1]
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε
— ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»

Τα ερωτήματα που τέθηκαν ως αφετηρία για τη συζήτησή μας είναι: Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών επιστημών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Το θέμα μας ταυτίζεται ουσιαστικά με το θέμα της πνευματικής κατάστασης της χώρας μας στην εποχή μας – ένα πραγματικά τεράστιο πλέγμα θεμάτων, το οποίο έχει απασχολήσει κατά καιρούς τους πνευματικούς ανθρώπους και που εδώ μόλις μπορούμε να θίξουμε.[2] Επειδή τα θέματα τούτα είναι βέβαια μεγάλα και σύνθετα, θεώρησα σκόπιμο να τα ξεχωρίσω στα ακόλουθα ειδικότερα ερωτήματα.

1) Υπάρχει στοχασμός στη σημερινή Ελλάδα;   

Ο Κώστας Αξελός, στο νεανικό βιβλίο του Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας (1954), θεωρεί ότι: «Η σύγχρονη Ελλάδα δεν απέκτησε σκέψη· κι ακόμη περισσότερο της λείπει μια πολύ αρθρωμένη γλώσσα».[3] Με τη λέξη «σκέψη», ο Αξελός εννοεί κυρίως: φιλοσοφία πρωτογενή και συστηματική, και δεν έχει άδικο. Εδώ πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στη συστηματική φιλοσοφία και στον στοχασμό ή τη σκέψη με μιαν ευρύτερη (ουσιαστική) έννοια, όπως εκφράζεται λ.χ. στο δοκίμιο, στη λογοτεχνία, στο θέατρο και αλλού. Αλλά τι εννοούμε με τις λέξεις «σκέψη» και «στοχασμός»; Με επίγνωση ότι το θέμα είναι σύνθετο, θα πρότεινα: η έλλογη θέση ερωτημάτων και η προσπάθεια αναζήτησης απαντήσεων σε ζητήματα και προβλήματα που υπερβαίνουν την ικανοποίηση των αμέσων βιοτικών και πρακτικών αναγκών του ανθρώπου· που υπερβαίνουν τα φυσικά ένστικτα και τις αισθήσεις. Σύμφωνα με την κλασική διατύπωση του Καντ:

«Ο Λόγος μέσα σ’ ένα πλάσμα είναι η ικανότητα να επεκτείνει τους κανόνες και τις προθέσεις της χρήσης όλων των δυνάμεών του πολύ πέρα από [το σημείο που φτάνει] το φυσικό ένστικτο, και δεν γνωρίζει όρια στις απόπειρές του. Αλλά ο ίδιος δεν ενεργεί ενστιγματικά· χρειάζεται δοκιμές, άσκηση και διδαχή, για να προχωρεί σιγά-σιγά από τη μια βαθμίδα της νόησης στην άλλη».[4] (περισσότερα…)

Αθηναϊκά μικροδράματα. Δοκίμιο για την νεοελληνική αλληλομαχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Καλοκαίρι, Αθήνα, είκοσι μέτρα κάτω απ’ τη γη. Σταθμός Αμπελοκήπων, ώρα αιχμής. Αλαφιασμένη κυρία φορτωμένη με κάθε λογής τσάντες αγωνίζεται να τρυπώσει στο βαγόνι. Ο αγώνας είναι άνισος, το πλήθος που στέκει εμπρός της πυκνό και απρόθυμο να την διευκολύνει. Η κυρία ιδρώνει προσπαθώντας να ισορροπήσει ακροβατικά στο κατώφλι της εισόδου, μετέωρη σχεδόν πάνω στην κόψη συρμού και αποβάθρας. Με ώμους, πλάτη, γοφούς, περιφέροντας τα ογκηρά υπάρχοντά της πιέζει την αδρανή σάρκινη μάζα πίσω της σε μια απόπειρα να κερδίζει τα ζωτικά εκατοστά που θα της επιτρέψουν να μείνει. Μάταια. Η αναδιευθέτηση, η νέα μοιρασιά των λίγων εκείνων τετραγωνικών αμέσως μετά τις πόρτες, αποδεικνύεται τελικά πολύ φιλόδοξο αίτημα. Η κυρία εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ζαλωμένη τα ψώνια της, με τη γλώσσα στο στόμα, αναζητά άλλη είσοδο, άλλο βαγόνι, ολιγάνθρωπο.

Κι όμως, λίγα μόλις εκατοστά δεξιά και αριστερά του χώρου των ορθίων, στους διαδρόμους εμπρός στα καθίσματα, στο φυσερό που συνδέει τα βαγόνια, ο κόσμος δεν είναι τόσο πολύς. Μ’ ένα απλό βήμα ενός μέτρου, ένα ήπιο γλίστρημα του στοιβαγμένου χορού προς τα έσω, ο τόπος που μπορεί να εξοικονομηθεί για τους όψιμους επιβάτες, και τους πιο φορτωμένους ακόμη, θα ήταν αρκετός. Ωστόσο, αυτό το απλό βηματάκι κανείς δεν το κάνει. Ιδίως οι ακροβολισμένοι στις πόρτες είναι διατεθειμένοι να στριμωχτούν ώς εκεί που δεν παίρνει καλύτερα, παρά να θυσιάσουν την εγγύτητά τους στην έξοδο.

Τα ενδότερα του συρμού μοιάζει για όλους να είναι πεδίο ανεπιθύμητο. Εμπρός στους καινουργιοφερμένους οι «παλιοί» αντιδρούν σαν άτυποι σύμμαχοι, στυλώνουν τα πόδια, προτάσσουν τα στήθη σαν να λένε «Ε λοιπόν όχι, δεν το κουνάω από δω!» Νo pasarán! Οι πιο πίσω κάνουν ότι δεν κοιτούν, ότι η μάχη μπροστά δεν τους αφορά. Με τον τρόπο τους όμως περνούν το μήνυμα στους ακρίτες: κράτα τη θέση σου, μείνε όπου είσαι, αν εσύ υποχωρήσεις, μη νομίζεις ότι θα κερδίσεις σε βάρος μας τις σπιθαμές που σπατάλησες αλλού. (περισσότερα…)