αναστηλώσεις

Κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη! Σχόλιο για τον δύσμοιρο τον Παρθενώνα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ανέβασα προχθες ένα σημείωμα στο facebook για τον αναστηλωμένο Παρθενώνα μας και την παρδαλή κατά τη γνώμη μου, και κατά την γνώμη πάμπολλων άλλων, όπως φάνηκε (το ποστ έχει ώς τώρα πάνω από 40.000 προβολές), νέα του όψη. Έγραφα εκεί:

«Να είμαι άραγε ο μόνος που αποστρέφεται αυτά τα αναστηλωτικά έμπλαστρα; Αυτά τα κατάσπρα ως χιών, λ.χ., μάρμαρα, που γυαλίζουν πλάι στην πατίνα της παλιάς πέτρας όπως γυαλίζει στον ήλιο η λεύκη πάνω στην υγιή επιδερμίδα; Οι αρχαιολόγοι, όπως το βλέπω εγώ, είχαν δύο επιλογές. Είτε να περιοριστούν στα σωστικώς αναγκαία και ν’ αφήσουν το λοιπό μνημείο στην κατάσταση που το έφερε η ιστορία. Είτε, εκεί που έκριναν ότι πρέπει να συμπληρώσουν τα κενά, να προσαρμόσουν τις νεότερες προσθήκες χρωματικά, όπως το κάναν λ.χ. οι Πολωνοί ξαναχτίζοντας υπέροχα τις ισοπεδωμένες πόλεις τους μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό το κατάλευκο του νιόκοπου μαρμάρου αλήθεια τι δείχνει; Σεβασμό τάχατες στο πρωτότυπο ή το άγχος του επιγόνου να κοτσάρει κι εκείνος κάπου τη σχολαστική τζίφρα του;»

Όπως κάθε φορά που αμφισβητεί κανείς το «δικαίωμα» ενός σιναφιού να αποφασίζει εκείνο κατά το δοκούν για ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, η συζήτηση δεν άργησε ν’ ανάψει. Παραπέμπω στα, ποικιλοτρόπως, ερεθιστικά σχόλια που κατατέθηκαν ένθεν κακείθεν.

Έτσι μου αντιτάχθηκε ότι ουδείς λόγος πέφτει στο κοινό για το τι κάνουν οι αναστηλωτές με τον έρμο τον ναό της Παλλάδας! Ή ότι δεν έχει καμιά σημασία αν το αποτέλεσμα της αναστήλωσης είναι ή δεν είναι όμορφο! Ή ότι η ιστορική σημασία του κτηρίου υπερισχύει της αισθητικής του αρτιότητας, και άλλα γενναιόφρονα τέτοια.

Φυσικά, μου επιρρίφθηκε και άγνοια των περί αναστηλώσεως θεσφάτων… Λες και το ζήτημα που έθεσα εξ αρχής δεν ήταν ακριβώς αυτό: πόσο εύλογες είναι εντέλει αυτές οι ντιρεκτίβες και σε τι αποτέλεσμα έχουν εμπράκτως οδηγήσει…

Φοβάμαι ότι αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τη σημερινή αρχαιολογία από το αντικειμένο της.  Ας προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ. Αφ’ ης στιγμής ο Παρθενώνας δεν λειτουργεί πλέον ως ναός, είναι για μας πρωτίστως έργο τέχνης. Η αισθητική του αξία δεν είναι κάτι το παρεμπίπτον ή το επιπρόσθετο, είναι η ταυτότητά του. Χωρίς αυτήν την αισθητική ταυτότητα, ούτε για σύμβολο της δημοκρατίας θα μιλούσαμε, ούτε για ιστορική σημασία και τα συναφή. Αν κάποια στιγμή πάψει να μας συγκινεί το κάλλος αυτού του «μανδύα από μάρμαρο», που πέφτει πάνω μας καθηλωτικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης, τότε και οι δευτερογενείς ιστορικές και συμβολικές παραδηλώσεις θα εξατμιστούν αυτοστιγμεί.

Τώρα, αυτή η αισθητική αξία βιώνεται πάντοτε παροντικά, αφορά την ζώσα, ενεργό σχέση του θεατή με το αρχιτεκτόνημα. Και είναι μια σχέση που για να λειτουργήσει πρέπει να αναπτυχθεί όσον το δυνατόν άμεσα, αδιαμεσολάβητα. Όταν ο σημερινός αρχαιολόγος θεωρεί καθήκον του να υπογραμμίσει με φωσφοριζέ μαρκαδόρους την όποια συμβολή του, είναι προφανές ότι τη σχέση αυτή έχει πάψει πλέον να την κατανοεί, συνεπώς και να τη σέβεται. Έχει πάρει ένα έργο τέχνης ζωντανό και το έχει υποβιβάσει σε τεκμήριο αρχειακό, έχει πάρει μια παρουσία και την έχει κάνει σκονισμένη αποδελτίωση του παρελθόντος. Και ο ίδιος, από φιλότεχνος και φιλάρχαιος έχει μετατραπεί σ’ εκείνον τον ανέραστο μεσιέ Βερόγκ που τόσο κοροϊδεύει στον Μώμπερλυ ο Έζρα Πάουντ:

Πλάι σ’ εμβρύων μούμιες και σε οστών προθήκες
τον βρήκα τον μεσιέ Βερόγκ, ύστατη κλήρα
των προεστώτων του Στρασβούργου,
συντάκτη καταλόγων τρομερό, τελειοθήρα.

Σκεφτείτε τώρα έναν ηθοποιό να ερμηνεύει τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού και να σταματά σε κάθε στίχο για να πληροφορήσει το κοινό ότι εν προκειμένω ακολουθεί την τάδε ή τη δείνα κριτική έκδοση του κειμένου. Φανταστείτε έναν πιανίστα πριν από καθεμιά Goldberg-Variation να σχολιάζει προς το ακροατήριο πώς ο Μπουζόνι, ή άλλος τις, μετέγραψε το έργο του Μπαχ που θ’ ακούσουν.

Κι όμως αυτό ακριβώς κάνει ο αρχαιολόγος της σήμερον. Μπαίνει στη μέση. Πετάγεται δασκαλίστικα εκεί που η δουλειά του είναι του σιωπηρού υπομνηματιστή. Διεκδικεί το σανίδι εκεί που η θέση του είναι στα παρασκήνια. Λες και η συμβολή του δεν υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι να καταδειχθεί, για όσους τυχόν ενδιαφερθούν γι’ αυτήν. Λες και αν μια πέτρα του Παρθενώνα δεν είναι κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη, θα ξεγελαστεί το κοινό και θα νομίσει ότι βλέπει το ίδιο το χέρι του Ικτίνου εν δράσει… (περισσότερα…)