Εκλεκτικές συγγένειες στη ζούγκλα

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Τι ακριβώς είναι ο ρεαλισμός στον κινηματογράφο; Έχει να κάνει με το περιεχόμενο, έχει να κάνει με το «σκηνικό» όπου τοποθετείται η υπόθεση, έχει να κάνει με την εκφορά του λόγου από τους ήρωες-πρωταγωνιστές, έχει να κάνει με τις αφηγηματικές τεχνικές, με την ουδετερότητα του φακού-αφηγητή, έχει να κάνει με τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απευθύνεται ο σκηνοθέτης-παντογνώστης (ή λιγότερο) αφηγητής, με τις αξιώσεις που έχει από τη συνείδηση, από το βλέμμα των θεατών, με τον τρόπο με τον οποίο «σκάβει» μέσα στην υποκειμενικότητα των ηρώων, με το περιθώριο που δίνει στην «αδέσποτη» πραγματικότητα να παρεισδύσει στην πλοκή της υπόθεσης, με το πώς δείχνει μια πραγματικότητα στην οποία εκείνος δεν έχει παρέμβει, με το πόσο φανερά προβάλλει την ιδεολογία του ή την καλλιτεχνική του ιδιοτροπία μέσα στην ταινία; Είναι ο ρεαλισμός μια απτή αισθητική παράμετρος ή απλώς μια συνθηματική έννοια που μας βοηθά να συνεννοηθούμε κατά προσέγγιση; Υπάρχουν επίπεδα ρεαλισμού μέσα σε μια ταινία; Υπάρχουν πραγματολογικά κριτήρια με τα οποία μπορεί να σταθμιστεί ο ρεαλισμός; Είναι ο ρεαλισμός μια στρατηγικής μάλλον φύσεως έννοια, με πολιτικό και ιδεολογικό πρόσημο πιθανόν, που χρησιμοποιήθηκε σε κάποιες κρίσιμες φάσεις καλλιτεχνικής δημιουργίας προκειμένου να διεκπεραιωθεί μια συγκεκριμένη πολιτιστική πολεμική;

Τα παραπάνω και άλλα ερωτήματα ανακινούνται όταν μια ταινία όπως οι Βασιλιάδες του κόσμου της κολομβιανής Λάουρα Μόρα χαρακτηρίζεται ως ρεαλιστική: το σκηνικό της είναι το κολομβιανό Μεντεγίν και η κολομβιανή ενδοχώρα, κάτι τραχύ δηλαδή στην οπτική αφή που, κατ’ αρχήν, δεν αφήνει περιθώρια για την ανάπτυξη υποκειμενικοτήτων, που κρύβει τα νεύματά της στην όποια συγκινησιακή ανταπόκριση προς τον θεατή. Αυτός ο άλλος κόσμος, ο κόσμος του Λος Ολβιδάδος και του Πιτσότε, είναι διαφορετικής στάθμης από εκείνον του θεατή. Η βία και η ανομία δεσπόζουν εκεί, ένας ανοιχτός και ακήρυχτος πόλεμος φέρνει το άτομο αντιμέτωπο με όλη σχεδόν την κοινωνία, καθιστά τον πλησίον έναν επικείμενο εχθρό. Αυτό το σοκ είναι ένα δυνατό χαρτί στα χέρια της κινηματογραφικής δημιουργού· η βαθιά πραγματικότητα στην οποία αυτή προσκαλεί τον θεατή τον καθιστά σχεδόν συνένοχό της. Υπάρχει άραγε αυτή η απανθρωπιά, αυτή η αδυσώπητη κοινωνία, αναρωτιέται ο καλοπροαίρετος θεατής, και, αν ναι, είμαι υποχρεωμένος να υποκύψω στο ανηλεές ρίγος της ή μπορώ να εγκαταλείψω την αίθουσα όπως έναν εφιάλτη; Πάντως, τoύτη η τραχιά αίσθηση της πραγματικότητας, όπου οι ατομικοί και συλλογικοί δεσμοί διαψεύδονται, συνιστά, σίγουρα, μια εκδοχή «ρεαλισμού». (περισσότερα…)

Φύλο και αναγκαιότητα

*

του ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Γ. ΜΟΥΖΑΚΗ

Θυμάμαι την εξέλιξη του ορισμού του γονιδίου στα σχολικά μου χρόνια: η «αλληλουχία επί χρωμοσώματος που είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση μιας πρωτεΐνης» έγινε «η αλληλουχία επί χρωμοσώματος που είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση ενός πεπτιδίου». Μετά την αποφοίτησή μου, ο ορισμός αναθεωρήθηκε περαιτέρω: «μια αλληλουχία επί χρωμοσώματος που είναι υπεύθυνη για τη ρύθμιση μιας συγκεκριμένης ιδιότητας». Ποιος από τους τρεις ορισμούς είναι απόλυτα επιτυχημένος; Κανείς, ίσως (διότι, βέβαια, δεν κωδικοποιούν όλα τα γονίδια πεπτίδια, ούτε όλα τα γονίδια σχετίζονται με τη ρύθμιση ιδιοτήτων). Έτσι, όμως, είναι η διδακτική, ατελείωτη στην αναζήτησή της, όπως η εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου. Προσπαθώντας να ενσωματώσει νέα γνώση ή και να ακριβολογήσει, ξαναπροσπαθεί και επανατοποθετείται, κι η σπουδή αυτή δεν έχει τέλος.

Η επανάληψη της προσπάθειας και η επανατοποθέτηση, όμως, είναι καλή και άγια για την επιστήμη και τη διδακτική της μόνον όταν τροφοδοτείται από την ανάγκη της ακριβολογίας ή και την ενσωμάτωση νέας γνώσης. Αλίμονο αν η επιστήμη κατευθύνεται από την κοινωνική πίεση που ασκούν μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες, από τις ορέξεις παρανοϊκών δικτατόρων, τα αποτελέσματα που παραγγέλνουν μικρότερα ή μεγαλύτερα οικονομικά συμφέροντα, τις λογοκρισίες που προσπαθούν να επιβάλλουν πάσης φύσεως οπαδοί του αυταρχισμού.

Εδώ είμαι υποχρεωμένος να ανοίξω μια παρένθεση ξεκαθαρίζοντας σε ποιαν επιστήμη αναφέρομαι ─ και, βέβαια, όπως θα έπρεπε να είναι (αλλά δεν είναι) σαφές, αναφέρομαι στην επιστήμη επί της αρχής, όχι εν τοις πράγμασι. Η πίστη στη δημοκρατία επί της αρχής σημαίνει υποστήριξη της αρχής της πλειοψηφίας στα πολιτικά, παρά τους δημαγωγούς, τους αγύρτες ή και τους αδιάφορους ψηφοφόρους που μπορούν να ασκήσουν βλαπτική επιρροή στα πράγματα. Ομοίως, η πίστη στην επιστημονική μεθοδολογία ως τη μόνη μέθοδο κατανόησης του κόσμου (και όχι μόνο) είναι ανεξάρτητη των φαλκιδεύσεων πειραματικών αποτελεσμάτων, της σαλαμοποίησης μελετών, της κατευθυνόμενης έρευνας ή άλλων εκφυλιστικών φαινομένων. (περισσότερα…)

Χασάν Ζακτάν, Σκοπιά τη νύχτα

*

Απόδοση  ΝΙΚΟΣ  ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Χασάν Ζακτάν γεννήθηκε στη Δυτική Όχθη το 1954 κι έκτοτε έζησε σε διάφορες αραβικές χώρες καθώς και στη Λωρίδα της Γάζας. Εργάστηκε ως γυμναστής στη μέση εκπαίδευση και ως επιμελητής εκδόσεων, ενώ χρημάτισε σε θέσεις της Παλαιστινιακής Αρχής σχετικές με τον πολιτισμό. Από το 1980 έχει δημοσιεύσει ποίηση, μυθιστορήματα κι ένα θεατρικό. Το ποιητικό του έργο είναι μάλλον χαμηλόφωνο, ωστόσο ξεχωρίζουν εκείνα τα ποιήματα που αφορούν όχι απλώς τον πόλεμο αλλά την εμπειρία του στρατευμένου.

Η μετάφραση έγινε από τις αγγλικές αποδόσεις του Φάντυ Τζούντα για την ανθολογία The Silence that Remains: Selected poems 1982-2003 (εκδ. Copper Canyon, 2017). Ευχαριστίες στην Αιγύπτια φίλη Ράνα Μουνίρ για τις παρατηρήσεις της.

~.~

Συζητήσεις με τον πατέρα μου

Μου έλεγε:
Μια πέτρα στον δρόμο
έχεις τις ακτές της
την επικράτειά της
από άμμο κι ήσυχη πρασινάδα
όμως δεν είναι παρά μια πέτρα
σ’ έναν δρόμο

Έλεγε:
Είχα ξεμείνει μοναχός και
αμήχανος
τα παΐδια μου στις ερημωμένες κοιλάδες
γύρω απ’ τα χωριά
μόλις το σκοτάδι πάει να τα χαιρετίσει το βράδυ,
ευφρόσυνο βράδυ,
και κατέρχεται βομβαρδισμός
κι οι πέτρες γίνονται
ό,τι τρίψουν οι αέρηδες
ό,τι σπείρουνε τα δάχτυλα (περισσότερα…)

Πώς βλέπουν οι ελευθερόστιχοι ποιητές τον έμμετρο στίχο

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Στο συγκαιρινό μας χαώδες και πολυδαίδαλο ποιητικό τοπίο των διαρκών εναλλαγών και μεταβάσεων (που επιδιώκονται εν πολλοίς και προγραμματικά υπό το κράτος της αδυναμίας παροχής τόσο μιας συνεκτικής αφήγησης όσο και της συναφούς καλλιτεχνικής παραγωγής και θεωρητικής υποστήριξης που την συνέχουν) η σύγχρονη έμμετρη ποίηση, παρά τις αρκετές της εγγενείς διαφοροποιήσεις και ταλαντεύσεις, αποτελεί πιθανότατα την ευκρινέστερη ως προς την καταγραφή και την οριοθέτησή της τάση και κατηγορία. Πολλάκις, ετεροκαθοριζόμενη, θεωρείται πως αποτελεί και ένα «άκρο» του ποιητικού επιστητού, όντας ένα άτυπο terminus για τις επιμέρους διαφοροποιήσεις των ποιητικών φωνών και ρευμάτων από εκείνη, για τις τμηματικές και κατά το δοκούν δεξιώσεις της ή ακόμα και για την ολική της άρνηση. Διαπερνώντας εγκάρσια το σημερινό ελληνικό ποιητικό τοπίο, κρίνουμε πως μπορεί κανείς να καταγράψει σε ορισμένες κατηγορίες-ομπρέλα τις βασικές θέσεις των σύγχρονών μας ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών (που προφανώς και δεν αποτελούν ένα σύνολο ενιαίο και αδιαίρετο) έναντι της έμμετρης ποίησης, παλεύοντας, παράλληλα, εν μέρει να τις ερμηνεύσει αλλά και να τις τοποθετήσει στα δεδομένα της εποχής μας και της ανάγκης ενδεχομένως υπέρβασής της.

->Η ανοιχτά επιθετική στάση: Η πιο ξεκάθαρη ως προς το στίγμα της, την ποιητική της πρακτική και την ιδεολογική της στόχευση κατηγορία αποτελείται από τους/τις δημιουργούς εκείνους/-νες που προγραμματικά πολεμούν κι εχθρεύονται τον έμμετρο λόγο υπό το πρίσμα του συντηρητισμού, της «παλαιοημερολογίτικης» οπισθοδρομικότητας και της εμμονής σε μια πρακτική που η ζωή και η τέχνη έχουν κατά την άποψή τους προ πολλού ξεπεράσει. (περισσότερα…)

Κατήγαγόν τε αὐτὸν ἐν Τραϊανουπόλει

Η πλάκα του ταφικού μνημείου του Νικολάου Βαλτζέρη, με την επιγραφή στο επάνω μέρος της, Αρχαιολογικό Μουσείο της Σόφιας.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #8
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Κατήγαγόν τε αὐτὸν ἐν Τραϊανουπόλει

Η νοσταλγία για την πατρίδα παραμένει διαχρονικά ένα από τα πιο δυνατά συναισθήματα, για πολλούς ανθρώπους. Μία ιδιαίτερη έκφρασή της αποτελεί η επιθυμία να ενταφιαστεί κανείς στον τόπο της καταγωγής του, κατά τον ορισμό του Κάλβου ότι «εἶναι γλυκύς ὁ θάνατος | μόνον ὅταν κοιμώμεθα | εἰς τὴν πατρίδα». Τούτο ήταν μάλλον το κίνητρο του μακρινού ταξιδιού της σορού —ή των οστών— ενός βυζαντινού αξιωματούχου του 11ου αιώνα, από τη Μάμιστρα της Κιλικίας ως την Τραϊανούπολη της Θράκης, για να ταφεί στην τελευταία, η οποία φαίνεται ότι θα ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του. Τη μικρή αυτή ιστορία διηγείται λακωνικά μία επιγραφή, μοναδικό τεκμήριο για τη μεταφορά νεκρών σε μακρινές αποστάσεις στο Βυζάντιο.

(περισσότερα…)

Ας μιλήσουμε για την Ευρώπη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δεν είναι πρωτόγνωρα τα φαινόμενα ιλαροτραγωδίας που συνοδεύουν και τις επικείμενες εκλογές, με τα ψηφοδέλτια για τα επίδοξα μέλη ενός πολιτικού σώματος χωρίς καμιά ουσιώδη αρμοδιότητα, όπως είναι το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Η κωμική πρόσοψη, ωστόσο, δεν είναι ικανή να αποκρύψει την τραγική απόληξη που έχει κάθε ιλαροτραγωδία και δεν επιτρέπει τον ψυχωφελή αναχωρητισμό. Πιθανότατα, μάλιστα, αναχωρητισμός να είναι η ίδια η βαρύθυμη προσέλευση σε μια διαδικασία επιλογής αδιάφορης μπροστά στην άλλοτε ύπουλη και άλλοτε βάναυση κατάρρευση της Ευρώπης. Κατάρρευση η οποία δεν αντιμετωπίζεται με την επιλογή χρωμάτων της πρόσοψης ενός κτηρίου που είναι σήμερα άδειο κέλυφος, το κέλυφος της υποτέλειας και της παρακμής της γηραιάς ηπείρου.

Αν οι Βρυξέλλες και το Στρασβούργο αντικατοπτρίζουν σήμερα απλώς την αφάνεια των ευρωπαϊκών λαών, προς δόξαν μιας διαχειριστικής διακυβέρνησης που θυμάται την έννοια της κυριαρχίας μόνο για να απογυμνώνει τα έθνη αλλά όχι και για να απαιτεί μιαν ευρωπαϊκή ισχύ, ομολογώ πως δεν είναι εύκολο να βρει κανείς τον τρόπο να αντισταθεί σε μια εμπεδωμένη νοοτροπία προτεκτοράτου έναντι της αμερικανικής αυτοκρατορίας· νοοτροπία που θέλει την Ευρωπαϊκή Ένωση να υπάρχει μόνο για να κατανέμει δευτερεύουσες εξουσίες, να διανέμει κονδύλια και να απονέμει τιμές (εξαγοράζοντας όσους την αμφισβητούν ώστε να συντηρείται μια αυταπάτη ενότητας) ή να διοργανώνει κακόγουστα πάρτυ τα οποία απλώς επιβεβαιώνουν και την πνευματική υποτέλεια και την πολιτική παρακμή.

Διχασμένη επί της ουσίας, η Ευρώπη είναι εδώ και καιρό πεδίο άγονης αντιπαράθεσης μεταξύ μιας αλαζονικής δεξιάς και μιας εκφυλισμένης αριστεράς που ομονοούν όταν πρόκειται να επιτεθούν στα τελευταία οχυρά του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αφού επιδιώκουν αμφότερες να αντικαταστήσουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα με τον παγκοσμιοποιημένο ηδονισμό. Απέναντι σε αυτή την επίθεση εξαπλώνονται κινήματα αντίστασης που όμως εγκλωβίζονται σε ψευδαισθήσεις επιστροφής στα έθνη- κράτη, με συνέπεια η Ευρώπη να κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια σκακιέρα για τα αυτοκρατορικά συμφέροντα των δύο μεγάλων δυνάμεων του νέου πολυπολικού κόσμου, των ΗΠΑ και της Κίνας. Ο τρίτος δρόμος, η δέσμευση για μια ευρωπαϊκή ενοποίηση που δεν θα βασίζεται στον αγώνα ενάντια στις ταυτότητες και τις παραδόσεις, όπως κάνουν οι φιλελεύθεροι φεντεραλιστές αλλά στην συνύπαρξη και την σύνθεσή τους, φαίνεται ακόμη αδιάβατος. (περισσότερα…)

ο ουραγάν μαίνεται

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ξαναδιαβάζοντας πρόσφατα τα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου σκόνταψα σε μια λέξη· βρίσκεται στην αρχή της Μαρσινέλ[1] που ξεκινάει έτσι:

τώρα τα περιστέρια είναι κοιμισμένα

κι’ ο ουραγάν μαίνεται
το τρελλό αναμάλλιασμα των δέντρων
ακολουθεί την ύποπτη σιωπή
μακρυά ηχούνε βροντές θόρυβοι κανόνια
κι’ εδώ η βροχή
ραβδίζει τα πάντα
οι φυλλωσιές ουρλιάζουν
τα δέντρα ορθώνονται να φύγουν…

Marcinelle 1956, σημειώνει ο ποιητής (Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, 1957).

Κοντοστάθηκα λοιπόν, και πρόσεξα τώρα, για πρώτη φορά, τη λέξη ‘ουραγάν’ που μου ήταν άγνωστη κι ακατανόητη. Κατέφυγα λοιπόν στο πέλαγος των λεξικών, απ’ τα οποία ο Δημητράκος μάλλον δίνει την ακριβέστερη προέλευση μα και την κάπως διαφορετική προφορά της λέξης (στα περισσότερα νεώτερα λεξικά η λέξη απουσιάζει):

ουραγκάν: |ο| (ισπ. εκ του καραϊβικού) νεώτ. ειδ. ορμητική εκ κυκλώνος θύελλα των Δυτικών Ινδιών· 2) κτ. επέκτ. θύελλα ή καταιγίς καθ’ ην ο άνεμος πνέει μετ’ εξαιρετικής βιαιότητος, ραγάνι. (περισσότερα…)

Για τις εξελίξεις στον χώρο της Αριστεράς

 

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στις ραγδαίες αλλαγές που συνέβησαν στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ με τη διάσπαση και τους ταυτοτικούς-πολιτικούς επαναπροσδιορισμούς και ανακατατάξεις, οι διάφορες αποκλίσεις που προέκυψαν και εκτυλίσσονται δεν αφορούν μόνο στην απώλεια ποσοστών, στα συναισθήματα ματαίωσης για τα εκλογικά αποτελέσματα, αλλά και στη διατήρηση και ενίσχυση με όρους ηγεμονικότητας ακραίων φιλελεύθερων πολιτικών. Οι μετατοπίσεις αυτές κινητοποίησαν εκ νέου διάφορες εννοιολογήσεις: μετα-πολιτική, βιοπολιτική, κυβερνησιμότητα, ενώ παράλληλα οι νέες συνθήκες, όπως και να τις εννοεί το κάθε πολιτικό υποκείμενο, επανέφεραν με ακόμα πιο ισχυρούς τόνους την έννοια της αριστερής μελαγχολίας.

Η τελευταία αποδίδει μια συγκεκριμένη ιστορικότητα που συνδέει διαχρονικά τις ματαιώσεις/ήττες των επαναστατικών κινημάτων, της αριστεράς και των ανθρώπων της παγκόσμια ―είναι τόσο γνωστά αυτά και επαναλαμβανόμενα―, αλλά και τις κατασκευές για το δίπολο: αριστερά-δεξιά, τις ευθύνες των διανοούμενων και το περιεχόμενο των διεκδικήσεών τους, την περιθωριοποίηση της αριστερής θεωρίας και την αξιολόγησή της ως «περιττής πολυτέλειας», η οποία δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του «λαού», και πολλά διλήμματα ως προς τα περιθώρια δράσης για να ανατραπεί η παρούσα κατάσταση. (περισσότερα…)

Ελεύθερος Μουνοσπάστης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Οι κάτοικοι του Αγίου Πέτρου ξύπνησαν την Κυριακή για να πάνε στην εκκλησία. Η απόσταση από τα σπίτια τους έως τον οίκο του Θεού, όμως, μετετράπη εις οδόν της απωλείας, καθότι παραμόνευε στο διάβα τους ο ίδιος ο εξαποδώ, καρφιτσωμένος στους υαλοκαθαριστήρες των αυτοκινήτων τους υπό την μορφήν βδελυράς δακτυλογραφημένης φυλλάδος.

Και μόνον τον τίτλο να διάβαζε κανείς, έπρεπε να κλείσει από τώρα καζάνι στην κόλαση: «Ελεύθερος Μουνοσπάστης» έγραφε πάνω-πάνω.

Κι ευθύς αμέσως το σύντομο σημείωμα του εκδότου:

«Αγαπητοί ΧΩΡΙΑΤΕΣ του Αγίου Πέτρου, βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να σας αναγγείλουμε ότι μετά από συλλογή υλικού δύο ετών, η εφημερίδα μας δύναται να γράφει τα τοπικά νέα του χωριού. Ας αρχίσουμε λοιπόν…»

Από εκεί και κάτω κυλούσε ο βόρβορος της αμαρτίας ορμητικός κι αφρισμένος και παράσερνε του παπά τα γένια και της μαϊμούς τον κώλο: (περισσότερα…)

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο;

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο; Όταν το παραδίδεις στον εκδότη, άψογο όπως νομίζεις, έχεις για λίγο την ψευδαίσθηση ότι ξεμπέρδεψες μαζί του. Φτάνουν όμως οι πρώτες διορθώσεις και συνέρχεσαι. Ακολουθεί πάλη κανονική με τις λέξεις, τα μολύβια βγαίνουν από το συρτάρι, οι κόκκινες πένες πιάνουν δουλειἀ, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα, μέχρι το τυπωθήτω. Ο διορθωτής και ο επιμελητής (τι φιλάνθρωπα επαγγέλματα – έπρεπε να έρθει το ίντερνετ για να το κατανοήσουμε πλήρως!), οι τροχονόμοι της γραφής λοιπόν σου ανοίγουν τα μάτια: το άψογο δεν είναι τόσο άψογο όσο το νόμιζες, υπάρχουν ακόμη ασάφειες, ανακολουθίες, σημεία θολά.

Αλλά και μετά το τύπωμα, οι φορές που πέφτεις πάνω σ’ ένα λάθος, σ’ ένα στίχο, σ’ ένα χωρίο προβληματικό είναι κάμποσες. Και τότε λυπάσαι που δεν πρόλαβες να το τσιμπήσεις όταν έπρεπε. Και ευελπιστείς ότι, σε μια ξανακοιταγμένη ανατύπωση ή εντελώς νέα έκδοση, θα σου δοθεί κάποτε η ευκαιρία να επανορθώσεις. Και όταν φτάνει επιτέλους αυτή η ευκαιρία (όχι τόσο συχνά όσο θα το ήθελες…), ώ του θαύματος, όλα ξεκινούν και πάλι απ’ την αρχή. Και πάλι διορθώσεις, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα. Και πάλι ανακολουθίες. Και πάλι λάθη και ασάφειες και σημεία θολά! Μα πού κρύβονταν τόσο καιρό, αναρωτιέσαι. Πώς δεν τα είδα, πώς δεν τα είχαμε δει;

Τελειώνουν λοιπόν ποτέ όλα αυτά; «Τα ποιήματα δεν τελειώνουν – εγκαταλείπονται», απαντά βαρύθυμα από τον αιώνα του ο Πωλ Βαλερύ. (περισσότερα…)

Αυτό δεν είναι ποίημα

*

Ο ήλιος λαμπυρίζει πίσω απ’ τον καπνό
κάτω από τα δέντρα ο θάνατος γυρίζει
στρέφει το κεφάλι, στα μάτια με κοιτά
στα χέρια του βαστά σωρούς τα θεία δώρα.

Οι μίσχοι σαν απλώνουν –θέαμα τερπνό!–
φωνές των μυρμηγκιών δείχνουν να κυκλώνουν
το σπίτι του φονιά και να το προσπερνούν
για πού μετά κινούν κανείς δεν ξέρει τώρα.

Τι σ’ ενδιαφέρει σήμερα ποιητή
σε ποιο του κόσμου θαύμα η πένα θα σε φέρει;
Στους λύκους που διψάνε, στα ελάφια που πεινούν,
στις πέτρες που πετούν οι κιόλας τους θαμμένοι;

Τι ’ναι αυτό που φτάνει στ’ αμόλυντο χαρτί –
υπόσχεση πώς δίνει τον χρόνο να γλυκάνει;
Στου αίματος τη ζάλη, στη δίνη του καιρού
τα άνθη του Μαγιού νεκρό θε να προσμένει.

Postscriptum

(Στο δίλημμα το «Σάττι διαλέγεις ή Σατί;»
για μένα τον φτωχό πάντα θα λείπει κάτι –
κι από τη σιωπή του κάθε στοχαστή
καλλιά ’χω ν’ ακουστεί ότι χασμουριέμαι).

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΛΑΦΡΟΣ

*

*

*

 

 

Λόγος περί της θλίψης

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.v.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Όπως η χλόη φύεται στις χαρακιές των βράχων
Όπως πυκνώνει στα κενά και ανυψώνεται
Ανάμεσα από ξύλα πέτρες και νερά η περικοκλάδα
Έτσι κι η θλίψη μου θεριεύει χόρτο πρόθυμο
Καταλαμβάνοντας κενά της αμεριμνησίας
Και βάζοντας φωτιά σε γλυκασμούς

Χορταριάζω ολόκληρος από μελαγχολία
Και δεν φταίει γι᾽ αυτό ο καιρός κι η εποχή
Παρά μόνον ο κρύος άνεμος
Που μέσα μου φυσάει
Κι έχει σκοπό να με παγώσει
Και να με σπάσει σαν το κρύσταλλο

* (περισσότερα…)