Αισθητική της ύπαρξης μετά φόνου

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Για να μιλήσει κανείς για τη Θηλιά του Χίτσκοκ, πρέπει να ξεμπερδεύει πρώτα με τον μύθο του τεχνικού επιτεύγματος που συνοδεύει τούτη την ταινία. Ταινία γυρισμένη σε ένα μονοπλάνο, φακός που απεμπολεί ένα συστατικό στοιχείο της κινηματογραφικής γλώσσας, εκείνο του μοντάζ, που καδράρει στα πρόσωπα πάντα πανοραμικά ώστε να μη χρειαστεί να χαθεί η αντίδραση του ενός στα λόγια του άλλου, που παρακολουθεί κατά πόδας μιαν ακατάτμητη κίνηση των ηθοποιών στη σχέση τους με τον σκηνικό χώρο, προκαλώντας την εντύπωση ενός ρέοντος και ακάθεκτου βλέμματος που τείνει να μιμηθεί τρόπον τινά το ίδιο το φυσικό ανθρώπινο βλέμμα και την συνεχή ροή της οπτικής αντίληψης.

Τι από τα παραπάνω άραγε μπορεί να συλλάβει ο απροειδοποίητος θεατής, που δεν του έχει περάσει από το μυαλό η ιδέα του «μονοπλάνου»; Μπορεί αυτό το τελευταίο να έχει κάποια επίπτωση στην αντιληπτική αλλά και στην αισθητική πρόσληψη της ταινίας, μπορεί να δημιουργήσει μια νέα ιδέα για την έννοια κινηματογράφος; Είναι γεγονός ότι είμαστε γεννημένοι μέσα στον κόσμο της κινηματογραφικής εικόνας, ότι έχουμε εξοικειωθεί με τη γλώσσα της έβδομης τέχνης, με τον τρόπο άρθρωσης της κινηματογραφικής ψευδαίσθησης, που έχει εμπεδωθεί ως πάγιος κώδικας μέσα στον πολιτισμό μας. Δεν είμαστε οι πρώτοι θεατές των Λυμιέρ, ούτε οι ορεσίβιοι της σοβιετικής επικράτειας, ούτε κάποιοι πρωτόγονοι της Αφρικής, στους οποίους η κινηματογραφική γλώσσα φαινόταν τόσο παράδοξη ώστε αδυνατούσαν να κατανοήσουν, ας πούμε, την ταυτόχρονη δράση του παράλληλου μοντάζ ή ένα φοντύ ανσαινέ. Η μαγική και ακατάληπτη ποιότητα αυτών των στοιχείων της κινηματογραφικής γλώσσας έχει πλέον ακυρωθεί για τον κινηματογραφικό θεατή του πολιτισμού μας.

Ως εκ τούτου, η αίσθηση που μπορεί να προκαλέσει το μονοπλάνο, ακόμη και σήμερα, είναι κάτι αμφίβολο. Η «μαγεία» της κινηματογραφικής γλώσσας είναι δεδομένη, η ικανότητά της να μεταβάλλει τη φυσική ανθρώπινη αντίληψη για τον εξωτερικό κόσμο, επίσης. «Μπορούμε ομολογουμένως να πούμε ότι με τον κινηματογράφο γεννιέται μια νέα περιοχή συνείδησης», έγραφε ήδη από τη δεκαετία του 1930 ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Και συνέχιζε: (περισσότερα…)

Η θάλασσα και η σταγόνα

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Iris Murdoch, Θάλασσα, θάλασσα,
μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, Gutenberg 2023

Το 1978 το ογκώδες μυθιστόρημα Θάλασσα, θάλασσα της Άιρις Μέρντοκ, το δέκατο ένατο της συγγραφέως, απέσπασε το Βραβείο Μπούκερ, ωστόσο ένα μέρος της κριτικής, διαχρονικά, στέκεται αμφίθυμα ή και αρνητικά απέναντί του. Σε μια συνέντευξή του το 2020, ο Μάιλς Λίσον, αρχισυντάκτης του The Iris Murdoch Review, αποφεύγει να το εντάξει στα πέντε βιβλία της Μέρντοκ που θα σύστηνε στους αναγνώστες να διαβάσουν, εξαιτίας της έκτασης και της περιπλοκότητάς του. «Λειτουργεί καλά» λέει «όμως άλλα βιβλία της Μέρντοκ λειτουργούν εξίσου καλά».[1] «Το περίεργο δεν είναι» έγραφε το 2009 ο Σαμ Τζόρντισον στον Guardian, «ότι τρεις συνεχόμενες φορές [η Μέρντοκ] δεν μπόρεσε να σαρώσει το βραβείο, αλλά ότι μια κριτική επιτροπή κατάφερε να ενωθεί πίσω από κάποιο από τα βιβλία της – ιδίως ένα που μπορεί να περιγραφεί από μεγαλειώδες μέχρι γελοίο, δύσκολο, επιδερμικό, βαθύ και απατηλό, όπως το Θάλασσα, θάλασσα».[2] Έναν «συχνά παραγνωρισμένο κολοσσό που προκαλεί αμηχανία» το χαρακτήριζε ο Τζορτζ Στάινερ το 1997,[3] ενώ οκτώ χρόνια μετά την κυκλοφορία του, στην κριτική του στους NYT για το έργο της με αφορμή το μυθιστόρημά της The Good Apprentice, ο κριτικός Χάρολντ Μπλουμ, ο οποίος θεωρούσε τη Μέρντοκ τη σπουδαιότερη Βρετανίδα συγγραφέα της εποχής της, δεν του επιφύλασσε ούτε μία αναφορά.[4] Το ίδιο ίσχυσε και για τους κριτικούς του συλλογικού τόμου Iris Murdoch της σειράς Modern Critical Views, που εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο υπό την επιμέλειά του. Την ίδια στιγμή, μια γρήγορη διαδικτυακή έρευνα αποκαλύπτει βιβλιοκριτικούς που θεωρούν ότι στο Θάλασσα, θάλασσα η Μέρντοκ έχει ξεπεράσει αδυναμίες που επαναλαμβάνονταν σε προηγούμενα βιβλία της,[5] ενώ πλήθη αναγνωστών, πραγματικά γοητευμένοι, δεν έχουν καμία επιφύλαξη να χαρακτηρίσουν το μυθιστόρημα ως «αριστούργημα» (βλ. ενδεικτικά Goodreads). (περισσότερα…)

Μοντέρνο τρίπτυχο

*

του ΧΑΡΗ ΨΑΡΡΑ

~.~

Αλλέες ευκαλύπτων, κλειδοκύμβαλα

Θυμήσου τα κορίτσια που έβαψαν τα χέρια σου
πράσινα, κόκκινα, λιλά.
Θυμήσου τα πουλιά της μέρας και της νύχτας,
τους γκιόνηδες, τους πετεινούς.

Θυμήσου τη Μαρία, την Ελένη,
την Ανδρομέδα με τ’ άστρα φυτευτά
στα μαλλιά της, στο στήθος. Θυμήσου
τον ταυρομάχο, τον Θησέα, το ιστίο το ανάλλαγο.

Θυμήσου την Ονειροτόκο, το ενύπνιο, τη μαυρίλα
βυθού που χώνεψε μάτια νεκρών,
μάτια σφαγμένων με τ’ άκρα τους σκόρπια εδώ κι εκεί.
Αλλού η κνήμη, αλλού η ωλένη, αλλού η καμάρα του ποδιού.

Την Τασία θυμήσου, το τριζόνι, το αηδόνι,
τα χέρια σου στο αίμα, τα χέρια θαμμένα στη χλόη,
μες στα τριφύλλια, μες στα κοχύλια, μέσα στον ουρανό.
Κι έπειτα, την εκταφή — την ανάσυρση των αγαλμάτων.

~.~ (περισσότερα…)

«Μη μου ζητάτε φιλολογικά προτερήματα»

*

Η είσοδος της Πηνελόπης Δέλτα στη λογοτεχνία
μέσα από την αλληλογραφία της με τον Κωστή Παλαμά

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δύο από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του «βενιζελικού ευαγγελισμού», του πολύμορφου αυτού πολιτικού και πολιτισμικού κινήματος του εικοστού αιώνα για μια ισχυρή και σύγχρονη Ελλάδα, υπήρξαν ο Κωστής Παλαμάς και η Πηνελόπη Δέλτα. Οι δρόμοι τους συναντήθηκαν στο ζωογόνο ρεύμα του δημοτικισμού (η Δέλτα έγινε μέλος του «Αδερφάτου» των δημοτικιστών της Πόλης) και η αλληλογραφία τους φωτίζει τις ιδέες με τις οποίες εισήλθε στα ελληνικά γράμματα η μεγάλη συγγραφέας, από τη γέννηση της οποίας συμπληρώνονται φέτος 150 χρόνια.

Η Δέλτα διάβαζε συστηματικά τα έργα του Παλαμά. Αφορμή για την πρώτη τους  επικοινωνία ωστόσο ήταν η έκδοση το 1907 του Δωδεκάλογου του Γύφτου. Ο Παλαμάς, με παρότρυνση του κοινού τους φίλου Αλέξανδρου Πάλλη, στέλνει ένα αντίτυπο στην Πηνελόπη Δέλτα που ζει εκείνο τον καιρό στη Φρανκφούρτη. Όμως η Δέλτα είχε ήδη φροντίσει να το παραγγείλει και μάλιστα το είχε προπληρώσει. Γράφει ο Παλαμάς σε σχετικό γράμμα (2/15 Αυγούστου 1907):

«Είχα ακούσει πως κάπως διαφορετικά από τα συνηθισμένα σ’ εμάς, προσέχετε στην οποιαδήποτε κίνηση της νέας μας λογοτεχνίας και αγαπάτε την ποίησή μας και τη γλώσσα της. Για τούτο χάρηκα με την ευκαιρία που μου εδόθη και φρόντισ’ αμέσως να σας το προσφέρω το βιβλίο μου (…) Δυστυχώς ο φίλος κ. Πάλλης ελησμόνησεν εγκαίρως να με πληροφορήση, με πληροφόρησε δε, αφού σας είχα στείλει το βιβλίο, πως τούτο ήταν ακριβοπληρωμένο. Με στενοχώρησε το πράγμα…».

Σε αντιστάθμισμα και σε «γιατρικό του κακού» (όπως προσθέτει), ο Παλαμάς στέλνει στη Δέλτα ένα ακόμη αντίτυπο του Δωδεκάλογου και το θεατρικό του έργο, την Τρισεύγενη. Η επικοινωνία τους θα γίνει πιο τακτική από το 1909, καθώς η Δέλτα ετοιμάζει το πρώτο της βιβλίο, τη νουβέλα («παιδικό διήγημα» το αποκαλεί η ίδια) Για την Πατρίδα. Έχοντας διαβάσει στον Νουμά» του Οκτωβρίου του 1908 ένα άρθρο του Παλαμά για τα αναγνωστικά βιβλία των παιδιών και βλέποντας την παντελή έλλειψη βιβλίων για παιδιά, η Δέλτα αποφασίζει (όπως θα γράψει στην επιστολή της 31ης Μαΐου 1909) «να πάρω τη βουτιά, χωρίς καμιάν απαίτηση να γράψω διήγημα που να έχει αξία, αλλά μόνο να κάμω κάτι Ελληνικό, με Ελληνικές ιδέες σ’ ένα Ελληνικό περιβάλλον». Τη νουβέλα (αλλά και το παραμύθι «Η καρδιά της βασιλοπούλας» που θα συνόδευε την έκδοση), η Δέλτα τα διάβαζε στα παιδιά της και τα δούλευε ανάλογα με τις κρίσεις τους ώστε να τα προσαρμόσει στην παιδική νοοτροπία. Όταν θεώρησε πως ολοκλήρωσε τη συγγραφή και θέλοντας να έχει μιαν ακριβοδίκαιη εκτίμηση, θα στείλει το δοκίμιο στον Παλαμά μέσω του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, από τον οποίο μάλιστα ζητά να μην αποκαλύψει την ταυτότητα του συγγραφέα, ώστε να ακούσει όλη την αλήθεια, «όσο πικρή και αν επρόκειτο να είναι, χωρίς τα κομπλιμέντα που κάνουν συνήθως στις κυρίες». (περισσότερα…)

Η νοσταλγία για τον Οδηγητή

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η σημερινή εποχή είναι διαποτισμένη από ένα μεγάλο παράδοξο: ενώ η δημοκρατία ως γενική έννοια, είναι τόσο δημοφιλής σήμερα και βρίσκεται στο στόμα όλων ανεξαιρέτως, διαπιστώνεται η δραστική συρρίκνωση της ονομαζόμενης «φιλελεύθερης δημοκρατίας» (κοινοβουλευτικής, αστικής ή συνταγματικής) καθιστώντας την ουσιαστικά σκιά αυτής που υπήρξε ειδικά την περίοδο μετά τνο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι βασικοί πυλώνες της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας –η συνταγματικότητα, η ισονομία, η ισότητα, οι πολιτικές, αστικές και κοινωνικές ελευθερίες– έχουν υποστεί σοβαρότατους κλυδωνισμούς κατά τη διεργασία της παγκοσμιοποίησης και του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου δόγματος, με αποτέλεσμα να έχουν καταρρεύσει σήμερα σε μεγάλο βαθμό. Η δε φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει μεταλλαχθεί σε μαζικοδημοκρατική μεταδημοκρατία ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο για τον επερχόμενο απολυταρχισμό και αυταρχισμό.

Ο απολυταρχισμός καλπάζει. Δεν καλπάζει μόνο στις σχετικά φτωχές χώρες. Καλπάζει επίσης και στις ευημερούσες χώρες, συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ, της χώρας η οποία υπερασπίστηκε και προώθησε τη φιλελεύθερη δημοκρατία καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, αλλά και στο σύνολο των χωρών της ΕΕ. Η υποχώρηση της συλλογικής ρύθμισης και η άρνηση του ελέγχου της αγοράς, η κατάργηση του δημόσιου νοικοκυριού ως φορέα εξισορρόπησης των ανισοτήτων, η ιδιωτικοποίηση των πάντων, η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων αλλά όχι ανθρώπινου δυναμικού, η επικράτηση «ουδέτερων εκσυγχρονιστικών» μηχανισμών και ιδεολογιών, η απίστευτη διόγκωση της χρηματιστηριακής σφαίρας, ο υπερκαταναλωτισμός των οικονομικών ελίτ, έχουν προκαλέσει σοβαρότατες αλλαγές στις υλικές συνθήκες παραγωγής και κατανομής του πλούτου, οξύνοντας στο έπακρον τις υπάρχουσες ανισότητες έτσι ώστε ο πυλώνας της ισότητας και της ισονομίας ουσιαστικά να μην υφίσταται πλέον. (περισσότερα…)

O Φώτης Παπαγεωργίου και το ΝΠ στο ραδιόφωνο του 9,84

*

Φιλοξενούμενος του σταθμού Αθήνα 9,84, ο Φώτης Παπαγεωργίου μίλησε σήμερα για την μεταφραστική στήλη «Δοκιμές» που εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου επιμελείται στο ηλεκτρονικό  Νέο Πλανόδιον. Σκοπός των «Δοκιμών» είναι να καταστήσει προσβάσιμα στο ευρύ κοινό, για πρώτη φορά στα ελληνικά, κλασικά κείμενα της λατινικής και λατινογενούς γραμματείας, στην πλήρη τους έκταση ή αποσπασματικά. Αυγουστίνος, Λορέντσο Βάλλα, Μποναβεντούρα, Νεύτων, Γιοχάννες Κέπλερ, Κασσάνδρα Φεντέλε, Λεονάρντο Μπρούνι, Βερνάρδος του Κλαιρβώ είναι μερικοί μόνο από τους συγγραφείς που έχουν έως σήμερα ανθολογηθεί, σχολιαστεί και μεταφραστεί. Και έπεται συνέχεια!

Η συνομιλία του Φώτη Παπαγεωργίου με τον Φίλιππο Παππά από το 10:30 περίπου.

*

Ἀπὸ τὴν Χούντα στὴν Woke ἐποχή

*

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς βραδιᾶς, μερικοὶ δεῖκτες τῆς μακρᾶς διαδρομῆς τοῦ Γιάννη Πατίλη, ἑπτὰ ποιήματα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ὁ ἴδιος ἔχει ἐπιλέξει γιὰ νὰ ἀκουστοῦν ἀπόψε στὸ Θέατρο Κυδωνία. Ὁ τίτλος «Ἀπὸ τὴν Χούντα στὴν Woke ἐποχή» εἶναι ἐπίσης δικὀς του.

~.~

ΘΑ ΡΘΩ ΚΑΘΕΤΩΣ

Σκοτάδι ἀπόψε
κι ὁ δρόμος ποὺ μοῦ δείξανε
χαράδρα ἀτέλειωτη.

Εἶναι μιὰ λύση νὰ τραβᾶς ἀπὸ ψηλὰ
ἀπ’ τὶς ταράτσες.
Κάτου δὲν ξέρεις
τί μπορεῖ νὰ σοῦ κυλήσει
ἄνθρωπος θά ‘ναι, εἴδηση…

Τέλος εἶπαν πὼς «κάτου» θὰ λογαριαστοῦνε
δῶσαν τὰ σχέδια –
μὰ τούτη ἡ περιπλάνηση μὲ κούρασε.
Βαρέθηκα τὰ ὁριζοντίως
αὐτὴ τὴν εἰρωνικὴ συνύπαρξη,
τὴν εὐθυγράμμιση.
Λοιπὸν θὰ στρίψω
θὰ ρθῶ καθέτως
καθέτως στὴν πόρτα σας
στὴν καρδιά σας
σὰ σφαίρα, σὰν εἴδηση…
Καθέτως.

1970

~.~

ΣΤO ΒΟΘΡΟ ΤHΣ ΝΙΚΗΣ Ι.

Περπατοῦσα στὴν παραλιακὴ λεωφόρο
κοντὰ στὴ διαστρεβλωμένη θάλασσα
μέσα στὸ ἔκδοτο ἡλιοβασίλεμα ἀγνοώντας
τὰ ἐλευσίνια μυστήρια τῶν πετρελαίων.
Ἀνοικοδομήσιμα τὰ θεοβάδιστα τοπία
φιλοπρόοδα τσιμέντα ἀνηφορίζαν σκαλωσιές
μικρὲς φωτιὲς καταναλῶναν τὰ σκοτάδια.
Κανένας δὲν χτίζει στὴ φιλοσοφία
στὴν ποίηση τὸ ἀκατασκεύαστο κουνουπίδι
κανένας κυκλοθυμικὸς μηχανικὸς
ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ σκοτώνουνε τὰ κεραμίδια.
Στρώνουμε τραπέζι στὸν πυθμένα τῆς νύχτας
καὶ ζητᾶμε ἀπὸ τὰ ὄνειρα ἀποδείξεις
κουκουλωμένοι τὴν ὑστεροφημία μένουμε γυμνοὶ
ἀγνοώντας τὸ σοφὸ ὕφασμα τῆς ἀγάπης.
Περπατοῦσα στὴν παραλιακὴ λεωφόρο
ἀναβλύζοντας μιὰν ἄλλη ἀκταιωρία
στὰ χρόνια ποὺ καταργήσανε τὴν ὕπαιθρο
καὶ τὰ τέσσερα πόδια τῆς καρέκλας.

1977

(περισσότερα…)

Οι μεταμορφώσεις μιας δύσκολης εφηβείας

Σχέδιο της Παγώνας Ξενάκη (λεπτομέρεια).

της ΣΙΤΣΑΣ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ

Λίλα Τρουλινού,
Μύρων η αράχνη, Μεταμορφώσεις ΙΙ,
Περισπωμένη, 2024

Η φωνή ενός παντογνώστη αφηγητή αναλαμβάνει να μας μυήσει στον θαυμαστό κόσμο των ηρώων μιας ιστορίας που ο κύριος κορμός της διαδραματίζεται από το 2016 περίπου μέχρι τις Αλκυονίδες μέρες του Φεβρουαρίου του 2020, όταν ο Μύρων είναι 15 χρόνων και γίνεται κοντά 19, ενώ την ίδια στιγμή με ανάδρομες αφηγήσεις ενημερωνόμαστε για τη ζωή του από τα πρώτα του χρόνια. Ένα εξαιρετικό σχήμα κύκλου στην αφήγηση προδιαθέτει τον αναγνώστη για μια ιστορία που διαρκώς θα επαναλαμβάνεται, μια ιστορία χωρίς τέλος αφού η έννοια της μεταμόρφωσης περιλαμβάνει κάθε αλλαγή, μέχρι την έσχατη που είναι ο θάνατος. Η μεταμόρφωση καταργεί την ιστορικότητα του ανθρώπινου σώματος και τα όρια που αυτή επιβάλλει, καθώς ο άνθρωπος ενδύεται ένα άλλο σώμα μπαίνοντας σε μιαν άλλη ιστορικότητα ή αποκτά την αιωνιότητα του πλάσματος στο οποίο μεταμορφώθηκε. Ο Μύρων οδυνηρά θα μεταμορφωθεί στο πλάσμα των πόθων και των λογισμών του, στην υφάντρα Αράχνη, για να βρει επιτέλους τον αληθινό εαυτό του, αυτόν που ο περίγυρος του αρνήθηκε, τον απαξίωσε, τον ταπείνωσε με περισσή σκληρότητα και ανελεήμονα στάση. (περισσότερα…)

Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης | Τρεις σταθμοί: Βαλαωρίτης – Καρούζος – Σινόπουλος

~.~

Με την ευκαιρία της αποψινής εκδήλωσης στο Θέατρο Κυδωνία, μια πρόγευση, μια μικρή ανθολογία των ανθολογιών κατά κάποιον τρόπο: ποιήματα των Βαλαωρίτη, Καρούζου και Σινόπουλου από τους τόμους που επιμελήθηκαν οι ομιλητές.

~.~

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Σ’ ΕΙΔΑ ΜΙΑΝ ΑΥΓΗ …

Ένας τυφλός επαιτεί στα σκαλιά μιας εκκλησιάς. Μιλάει στο παιδί του που αμέριμνο κοιμάται. Από το εκτενές ποίημα «Ο τυφλός Χορμοβίτης» που δεν μας σώζεται ολόκληρο παρότι ο Βαλαωρίτης το είχε ολοκληρώσει, επειδή έχασε τα χειρόγραφα στο λιμάνι της Σύρου. Πιθανόν να ανήκε και αυτό στον κύκλο των συνθέσεών του γύρω από τον Αλή, αφού το Χόρμοβο, χωριό της επαρχίας του Τελεπενίου στη σημερινη Αλβανία, καταστράφηκε από τον πασά το 1779 και οι επιζήσαντες Χριστιανοί κάτοικοί του εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους.

Στον κόσμο σ’ είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.

Σβησμένο φως στον Άδη μου σ’ επήρα λυχνοστάτη
και κρεμασμένος σέρνομαι στον άχαρο λαιμό σου,
μελανιασμένο σύγνεφο στην έρμη σου την πλάτη,
μέρα και νύχτα ζωντανό σκοτάδι στο πλευρό σου!

Ούτε που βρέθηκε για μας, σ’ όλην αυτήν την πλάση,
ένα παλιό καταχυτό και δυο ρονιές κατώγι,
μια καταρήχωση τυφλή, να κρύψει, να σκεπάσει
τη φτώχεια που μας τρώγει!…

Άλλα κοιμώνται σ’ αγκαλιές, σε δροσερά στρωσίδια,
τα παραστέκουν όνειρα, μοσχοβολιές, παιδί μου,
κι εσύ, το μαύρο, σέπεσαι γυμνό μες στα ξεσκλίδια
και μόνη σου έχεις συντροφιά τη στείρα την ευχή μου.

Είν’ αύριο Πρωτομαγιά, θα σηκωθούν πριν φέξει,
σα χιλιδόνια απ’ τη φωλιά θ’ αφήσουν το κρεβάτι
και με τραγούδια, με χαρές, καθένα τους θα τρέξει
να στολιστεί με λούλουδα, να πιει στο νεροκράτη.

Για σε δεν έρχετ’ άνοιξη! Φτωχά, τυραγνισμένα
θα τρως τα νιότα σου μ’ εμέ γειρμένο στα πεζούλια
κι ονείρατα στον ύπνο σου μελανοφορεμένα
θα βλέπεις νυχτοπούλια.

***** (περισσότερα…)

Ματιές στον σύγχρονο κόσμο

*

M A R G I N A L I A
γράφει ο Γιώργος Πινακούλας

Δώρο ακριβού φίλου, έπεσε στα χέρια μου το εξαντλημένο από χρόνια βιβλίο τού Πωλ Βαλερύ Ματιές στον σύγχρονο κόσμο. Τα δοκίμια που περιέχονται σε αυτό το ωραίο τομίδιο, γραμμένα τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, συνεπαίρνουν και τον σημερινό αναγνώστη με τη ζωντάνια, την τόλμη και τη διορατικότητά τους. Ιδιαίτερα οι εμβριθείς στοχασμοί του Βαλερύ για την ελευθερία, τόσο την πολιτική όσο και την πνευματική, διατηρούν ακέραια την αξία τους και θέτουν ασφαλή κριτήρια για ν’ αξιολογήσουμε και τη δική μας εποχή.

Παραθέτω κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα:

«Πρέπει να ομολογήσουμε ότι, σε όλες τις δυνατές περιπτώσεις, πολιτική και ελευθερία του πνεύματος αλληλοαποκλείονται. Η τελευταία είναι ο ουσιαστικότερος εχθρός των κομμάτων, όπως εξ άλλου και κάθε δόγματος κατέχοντος εξουσία.»[1]

Σε πείσμα διάφορων ιδεών αριστερής προέλευσης, που ακόμα και σήμερα ασκούν γοητεία, ο μεγάλος Γάλλος ποιητής είναι σαφής: καμία πολιτική κανενός κόμματος δεν προωθεί την πνευματική ελευθερία. Αντίθετα, κάθε κόμμα έχει μία και μόνο πολιτική όσον αφορά το πνεύμα και αυτή αποσκοπεί στην περιστολή ή και στην πλήρη, ει δυνατόν, εξάλειψή του.

Σε άλλο σημείο, ο Βαλερύ εξηγεί λεπτομερώς γιατί ένα σωρό άνθρωποι, η μεγάλη πλειονότητα, δεν αντιδρά όταν η ελευθερία του πνεύματος δέχεται επίθεση και περιορίζεται υπερβολικά:

«Ποτέ δεν σκεπτόμαστε ότι είμαστε ελεύθεροι όταν τίποτα δεν μας δείχνει πως δεν είμαστε ή πως θα μπορούσαμε να μην είμαστε. Η ιδέα της ελευθερίας είναι απάντηση σε μια ορισμένη αίσθηση ή σε μια ορισμένη υπόθεση ότι καταπιεζόμαστε, εμποδιζόμαστε […] Επομένως, η ελευθερία δεν γίνεται αισθητή, δεν γίνεται αντιληπτή και δεν την ποθούμε παρά χάρη σε μια αντίθεση. […] Και να ποιο συμπέρασμα βγάζω: αφού η ανάγκη και η ιδέα της ελευθερίας δεν γεννιούνται σε όσους δεν υπόκεινται σε πιέσεις και σε καταναγκασμούς, όσο λιγότερο ευαίσθητοι είμαστε σε αυτούς τους περιορισμούς, τόσο λιγότερο θα εκδηλώνονται ο όρος και το αντανακλαστικό της ελευθερίας. Ένα ον ελάχιστα ευαίσθητο στις πιέσεις που ασκούνται στην ελευθερία του πνεύματος, στους καταναγκασμούς που θα του επιβάλουν οι δημόσιες εξουσίες, για παράδειγμα, ή οι εξωτερικές συνθήκες, όποιες κι αν είναι, ελάχιστα θα αντιδράσει σε αυτούς τους καταναγκασμούς.»[2] (περισσότερα…)

Πλάτη με πλάτη

*

Πές μου, φοράς πού και πού το μαντήλι που σού ʼκανα δώρο;
…Θά ʼταν η πρώτη φορά πού ʼχαμε πάει εκδρομή
δίχως παρέα, μοναχοί-μας. Χριστούγεννα νά ʼταν, των Φώτων;
Νύχτωνε πάντως νωρίς πάνω απʼ την πόλη, κι εμάς,
χέρι με χέρι πιασμένους, κανείς δέ μας πρόσεχε μέσα
στου γιορτινού παζαριού το εύθυμο πλήθος. Ποτέ
πρίν δέν είχαμε νοιώσει κοντύτερα ο ένας τον άλλο,
στη συμπλοκή των χεριών τόση κρυφή ζεστασιά.
Κι όταν μας είδε ο παππούς κι αράδιασε πάνω στον πάγκο
γάντια, μαντήλια, κασκόλ, «Διάλεξε – σού ʼπα – ό,τι θές.»
Σού ʼδειξε τόσα μαντήλια! Κι εσύ μου πήρες το μαύρο
με τις χρυσές πιτσιλιές κάτω στην άκρη. Γιατί;
«Μάθε επιτέλους, κουτέ – με αποπήρες γελώντας – πως φέγγει
και το μικρότερο φώς δυό φορές πιό δυνατά
μές στο σκοτάδι. Κι η αγάπη, που εσύ την περνάς για παιχνίδι,
θέλει σκοτάδι κι αυτή πρίν λαμπαδιάσει. Μα ποιός,
ποιός είναι τάχατε αυτός που θα σβήσει ποτέ τη δική-μας;»
Άμυαλη! Μόνο δυό τρείς μήνες χρειάστηκαν για
νά ʼρθει σάν κλέφτης, κρυφά, ο χωρισμός, και να μπεί το μαντήλι
μές στη βαλίτσα κι αυτό… Πές μου άν ποτέ το φοράς!

~.~

Όλοι μαζί για τη νίκη – των άλλων! Αυτών που μας έχουν
κλείσει μπαμπέσικα εδώ, να κολλάμε τα χέρια στις μπάρες
άβουλοι, οκνοί, φοβισμένοι, ρωτώντας σάν τί θα μας φέρουν
σήμερα για φαγητό: της στεγνής, της άχρηστης γνώσης
τʼ άχυρα, κόκαλα κρύα, λιγδερά, ρουφηγμένα απο χείλη
πρόστυχα σʼ άκεφες τάβλες, φιστίκια, ανοστιές, σαχλαμάρες,
ψέματα φρέσκα, αχνιστά, να μυρίζουν ακόμα κουζίνα,
τη συφορά σε μπουκίτσες, αστεία με βγαλμένο κουκούτσι –
όλο το σκουπιδαριό της τροφής που σε κάνει να θέλεις
κι άλλο, κι άλλο ώσπου πιά ο εμετός να σου κάψει το στόμα.

Ζήτω στους φύλακες, ζήτω! Σʼ αυτούς χρωστάμε τα πάντα:
στέγη, τροφή, σιγουριά. Για μάς πολεμάν κάποιους άγριους,
κάποιους ανήλεους εχθρούς. Κανείς δέν τους έχει αντικρίσει.
Πώς νά ʼναι τάχα; Ωμοφάγους τους λέν, βιαστές, βρεφοκτόνους,
λύκους σωστούς στο ουρλιαχτό, στο δάγκωμα, στο φαγοπότι.
Σίγουρα πάντως κι αυτοί, σάν τόσους άλλους, θα χάσουν
μάχη τη μάχη τον πόλεμο, βήμα το βήμα τη γή-τους.
Κι όταν, αιχμάλωτους πιά, τους δούμε νά ʼχουν κολλήσει
πάνω στις μπάρες τα χέρια, ρωτώντας σάν τί θα τους φέρουν
σήμερα για φαγητό – θα γνωρίσουμε λές τον εαυτό-μας; (περισσότερα…)

Από το Άουσβιτς στην AfD, μια εκδρομή δρόμος

* 

Πλησίαζαν τα γενέθλιά μου. Στρογγυλά γενέθλια για τους Γερμανούς, nel mezzo del cammin[1] για τους Ιταλούς, μια φορά, πράγμα σπουδαίο, εξού και άξιο ανάλογου εορτασμού. Συνομιλώντας με Γερμανό τέως συνάδερφο για το γεγονός και σκεπτόμενη φωναχτά, του απαρριθμούσα εναλλακτικές. Ένα ταξίδι σε μέρος ώς τώρα άγνωστο θα ήταν ίσως το καλύτερο, αλλά δύσκολη η άδεια προς το παρόν για περισσότερες μέρες. Ίσως ένα Σαββατοκύριακο; Κάπου εκτός Γερμανίας, αλλά κοντά παρ’ όλα αυτά; Καλή ιδέα! Να, Πολωνία, για παράδειγμα, δεν έχω πάει ποτέ. Α, ούτε εκείνος. Και με το αυτοκίνητο γίνεται. Βαρσοβία καθότι πρωτεύουσα ή Κρακοβία ως μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο; Χμ!

Διαθέτοντας ισχυρό πλεονέκτημα ως Geburtagskind[2], επέλεξα το μνημείο της Ουνέσκο, θέτοντας τον όρο μου: την επίσκεψη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς. Μπορεί να το εξέθεσα στο συνομιλητή μου υπό όρους του ‘τραβάτε με κι ας κλαίω’ προκειμένου να τον πείσω, ωστόσο είναι γεγονός ότι πάντοτε αυτή η επίσκεψη βρισκόταν στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ήξερα ότι αργά ή γρηγορά θα συμβεί, και ας φοβόμουν ταυτόχρονα, και ας γνώριζα εκ των προτέρων τον αντίκτυπο. Τώρα, όμως, είμαι αρκούντως ενήλικη και δυνατή κι επιπλέον δεν θα ήμασταν μόνοι, επιχειρηματολογούσα. Done! Σκέφτηκα πολύ κόσμο να με σαρκάζει για τη συγκεκριμένη επιλογή τού δώρου γενεθλίων στον εαυτό μου και γέλασα μαζί τους, μπαίνοντας ευχαρίστως στο χορό του αυτοσαρκασμού. Typisch Elena, κλασικά! (περισσότερα…)