*
Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς οι Δομινικανοί εισήγαγαν την παράδοση να προσκαλούν εξέχουσες προσωπικότητες εκτός του τάγματος προκειμένου να απευθύνουν πανηγυρικούς για τον Άγιο Θωμά Ακινάτη κατά την 7η Μαρτίου, την ημέρα τίμησης και μνήμης του. Στη σχετική παράδοση των Δομινικανών της Ρώμης, η παλαιότερη ομιλία που διασώζεται είναι εκείνη του Λορέντσο Βάλλα, θεμελιωτή της νεότερης φιλολογίας και ιστορικής κριτικής, η οποία εκφωνήθηκε το 1457 στη Βασιλική της Santa Maria sopra Minerva. Ο λόγος του Βάλλα, βέβαια, είναι ο λιγότερο αντιπροσωπευτικός και έχει πολλάκις χαρακτηρισθεί «αντι-πανηγυρικός». Δεν είναι τυχαίο ότι, καθώς μαθαίνουμε από συγκαιρινές πηγές, έτυχε ιδιαιτέρως δυσμενούς υποδοχής. Λαμβάνοντας υπόψη την εκτεταμένη αναζωογόνηση του θωμισμού στις αρχές του 15ου αιώνα –με τον Ακινάτη να έχει καταστεί κεντρικό σημείο αναφοράς της δομινικανής αυτοσυνειδησίας και τη Summa να επισκιάζει ως εγχειρίδιο ακόμα και τις Sententiae του Πέτρου Λομβαρδού–, οι ακροατές ενός λόγου που όχι μόνον αμφισβητούσε τη διαιώνια και υπερχρονική αξία της θωμιστικής φιλοσοφίας αλλά, εμμέσως πλην σαφώς, την καταδείκνυε και ως παράδειγμα προς αποφυγή, πρέπει να ένιωσαν τουλάχιστον αμήχανα. Στο Εγκώμιο του Αγίου Θωμά Ακινάτη ο Βάλλα συνοψίζει αφενός τις ρηξικέλευθες αντιμεταφυσικές του θέσεις και αφετέρου τον βιβλικό ανθρωπισμό που θα επηρέαζε αποφασιστικά μεταγενέστερους συγγραφείς, και πιο χαρακτηριστικά τον Έρασμο.
Στο προοίμιο ο Βάλλα υπερασπίζεται την πρακτική της επίκλησης των θείων κατά την έναρξη μιας ομιλίας. Στη διήγηση παρουσιάζει ένα μακροσκελές σκεπτικό δυσπιστίας απέναντι στην τυπική διάκριση των αγίων σε «μάρτυρες» και «ομολογητές», εντός της οποίας οι δεύτεροι θεωρούνται γενικά υποδεέστεροι των πρώτων. Ο Θωμάς, εξηγεί ο Βάλλα, αν και συγκαταλέγεται στους «ομολογητές», είναι στην πραγματικότητα ανώτερος από πολλούς «μάρτυρες». Οδηγώντας δε το σκεπτικό στην υπερβολή, φθάνει να τον συγκαταριθμήσει μεταξύ των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, προκειμένου ακριβώς να αναγνωρίσει, γρήγορα και έντεχνα, την ανάγκη να τον εγκωμιάσει με αυστηρή αίσθηση του μέτρου. Στη σχετικά σύντομη απόδειξη ο Θωμάς επαινείται τόσο για τις αρετές του όσο και για τα σημάδια θεϊκής εύνοιας που συνόδευσαν τη ζωή του.
Το πιο διάσημο μέρος της ομιλίας του Βάλλα είναι, δίχως αμφιβολία, ο έλεγχος. Εκεί ο Βάλλα, αφού μεμφθεί με λεπτότητα την υποτιθέμενη πανεπιστημοσύνη του Ακινάτη, στρέφεται εναντίον τόσο του αντικειμένου, όσο και της ορολογίας της σχολαστικής μεταφυσικής. Για το πρώτο παρατηρεί ότι η σύμφυρση της θεολογίας με την –εγγενώς– σαθρή φιλοσοφία καταφέρνει μόνον να επιτείνει την άγνοια και την περιπλοκή γύρω από ιερά ζητήματα. Ως προς το δεύτερο, υπενθυμίζει τον βεβιασμένο/απερίσκεπτο χαρακτήρα της μεταφοράς ελληνικών φιλοσοφικών όρων στα λατινικά καθώς και ότι οι Λατίνοι πατέρες της εκκλησίας, κατεξοχήν εκείνοι του 4ου και του 5ου αιώνα, ουδέποτε υιοθέτησαν τέτοια ορολογία. Εκφράζοντας, λοιπόν, την αποστροφή του απέναντι στην τεχνητή και αφύσικη γλώσσα της σχολαστικής και πιστός στην προάσπιση του πρωτείου της ρητορικής έναντι της φιλοσοφίας, προβάλλει ως ανώτατο πρότυπο θεολογικού λόγου και ύφους τον Παύλο. Στον επίλογο ο Βάλλα παρουσιάζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αποτίμηση και αντιπαραβολή των διδασκάλων της εκκλησίας σε Δύση και Ανατολή, δίνοντας στον Θωμά μια θέση πλάι στον Ιωάννη Δαμασκηνό.
~.~
ΛΟΡΕΝΤΣΟ ΒΑΛΛΑ
Εγκώμιο Αγίου Θωμά Ακινάτη [1]
I 1 Στα αρχαία χρόνια, τόσο στους Έλληνες όσο και στους Λατίνους, όταν κάποιος επρόκειτο να αγορεύσει για ένα σπουδαίο θέμα ενώπιον δικαστών ή του πλήθους, είθιστο να ξεκινά με μια επίκληση των θείων[2]. 2 Νομίζω πως τούτο το τελετουργικό εισήχθη από τους λάτρεις του αληθινού θεού, όπως άλλωστε και οι θυσίες, οι απαρχές[3], οι ιεροτελεστίες και άλλες μορφές τίμησης των θείων. Έπειτα δε, τούτο το τελετουργικό, όπως και όλα τα υπόλοιπα, μεταφέρθηκε από την αληθινή θρησκεία στις ψεύτικες. Αναμφισβήτητα, από όλα τα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι τούτο ξεχωρίζει ως η τερατωδέστερη ανοσιότητα και αποτελεί, ενδεχομένως, τη ρίζα όλων των κακών: να αποτίνουν τη θρησκευτική λατρεία που οφείλεται στον αθάνατο θεό και μοναδικό δημιουργό, στους θνητούς και τα δημιουργήματα. 3 Τούτη η συνήθεια, αφού ευδοκίμησε για πολλούς αιώνες και στα δύο έθνη, άρχισε σταδιακά να χάνει τη δύναμή της και οι άνθρωποι, είτε επρόκειτο να υπερασπιστούν καλό σκοπό, είτε κακό, έπαψαν να επικαλούνται τα θεία. Όσοι υπερασπίζονταν κακό σκοπό έπαψαν να τα επικαλούνται είτε επειδή δεν πίστευαν ότι υπάρχουν θεοί, είτε επειδή τους έτρεμαν (αφού, οποιοσδήποτε απευθύνει μια ικεσία στους θεούς, την απευθύνει προκειμένου να διασφαλίσουν την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, πράγματα που ο κακός αποστρέφεται). Όσοι από την άλλη υπερασπίζονταν έναν καλό σκοπό, αφενός ήθελαν να καλλιεργούν την εντύπωση πως αποδίδουν μεγαλύτερη βάση στη θεσμοσύνη τους έναντι της κηδεμονίας των θεών, αφετέρου θεωρούσαν πως θα φαίνονταν πιο ανδροπρεπείς και σπουδαίοι εάν δεν κατέφευγαν διαρκώς σε ικεσίες προς τους θεούς όπως κάνουν οι γυναίκες (καθώς θεωρείτο τότε γυναικίσιο, και όχι ανδροπρεπές, να επικαλείσαι τα θεία, για αυτό και ο Κάτων -στον Σαλούστιο- λέει: «η αρωγή των θεών δεν εξασφαλίζεται ούτε με υποσχέσεις, ούτε με γυναικίσια παρακάλια»[4]). 4 Παρόλο, όμως, που τούτοι ατυχώς εγκατέλειψαν την πανάρχαια συνήθεια και, τρόπον τινά, την έδιωξαν από τον τόπο της, ορθά κάποιοι άλλοι την αποκατέστησαν στο έπακρο και την επανέφεραν, όχι βέβαια για να μιμηθούν τους εθνικούς -κάθε άλλο- αλλά για να μην θεωρηθούν υποδεέστεροί τους. Αν βέβαια οι εθνικοί απέτιναν τέτοια τιμή σε ψεύτικους θεούς κρίνοντας απαραίτητο να τους επικαλούνται στο ξεκίνημα των λόγων τους, πολύ περισσότερο δεν θα έπρεπε να αποτίνουμε τιμή στον αληθινό θεό εμείς; 5 Για αυτόν, λοιπόν, τον λόγο, προτού ξεκινήσω σήμερα το εγκώμιό μου για τον Άγιο Θωμά Ακινάτη, θέλω και θεωρώ πρέπον να μιμηθώ τούτη την εξαιρετική πρακτική και, κατά το καλό συνήθειο, επικαλούμαι την υπεραγία Μητέρα του Θεού, την αιώνια Παρθένο, χαιρετίζοντάς την με τα αγγελικά λόγια: Χαίρε Μαρία, κτλ.
II 1 Μολονότι όλοι όσοι πεθαίνουν εν Κυρίω είναι μακάριοι[5] και άγιοι, ωστόσο η εκκλησία αναγορεύει τελικά μακαρίους και αγίους εκείνους για τους οποίους αναγνωρίζει είτε πως υπέμειναν τον θάνατο για χάρη της θρησκείας, της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είτε πως έζησαν μια αγνή και ακατάμεμπτη ζωή που συνοδεύθηκε από θεϊκά σημεία και θαύματα. Η εκκλησία αποκαλεί τους πρώτους με τον όρο μάρτυρες[6] στα ελληνικά, και τους δεύτερους ομολογητές[7] στα λατινικά, αν και το νόημα και των δύο όρων είναι σχεδόν το ίδιο. 2 Γιατί τι άλλο έκαναν οι μάρτυρες υπομένοντας τα βασανιστήρια και συναντώντας τον θάνατο από το να «ομολογούν» την απροθυμία τους να απαρνηθούν τον Χριστό; Η πιο συχνή κραυγή τους κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων τους ήταν ότι δεν απαρνούνται τον Χριστό, «ομολογώντας» ότι είναι ο υιός του Θεού. Επομένως, το να είσαι μάρτυρας είναι το ίδιο με το να είσαι ομολογητής. 3 Και πάλι, τι άλλο έκαναν οι ομολογητές, ζώντας και συντάσσσοντας συγγράμματα με ευσέβεια, από το να μαρτυρούν την αλήθεια; Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, που στάλθηκε για να μαρτυρήσει περί του φωτός[8] (δηλαδή, για την αλήθεια), το κατόρθωσε όχι λιγότερο με το κήρυγμά του από όσο το κατόρθωσε οδηγούμενος στον θάνατο. Επομένως, όταν οι ομολογητές ενεργούσαν κατά αυτόν τον τρόπο, αναδεικνύονταν επί της ουσίας ως μάρτυρες: γιατί η λέξη martyr μεταφράζεται στα λατινικά «μάρτυς»[9] και το martyrion «μαρτυρία»[10]. 4 Αν και τα πράγματα έχουν έτσι, εντούτοις η εκκλησία, όπως ανέφερα προηγουμένως, τουλάχιστον η λατινόγλωσση, αποφάσισε να αποκαλεί μόνο τους πρώτους «μάρτυρες» και να τους συγκαταριθμεί τιμητικά σε αυτήν την τάξη. Ως σθεναροί και εύτολμοι στρατιώτες βραβεύονται από τον στρατηγό τους για τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες, αλλά ιδιαιτέρως για την αρετή που επέδειξαν στη μάχη. Γιατί οι μάρτυρες, που ήταν στρατιώτες του Χριστού, στάθηκαν στην πρώτη γραμμή μάχης για τον στρατηγό τους και έχυσαν το αίμα και τη ζωή τους για χάρη του[11]. Οι ομολογητές, από την άλλη, αν και υπήρξαν εξίσου στρατιώτες του Χριστού, διέπρεψαν μόνον σε στρατιωτικές υπηρεσίες, σπουδαίες και μακρόπνοες, και ήταν οπωσδήποτε έτοιμοι να υπομείνουν και τον θάνατο για τον στρατηγό τους -τον Θεό-, τούτο, ωστόσο, δεν συνέβη, ούτε έτυχε να σταθούν στην πρώτη γραμμή της μάχης. Αυτός είναι ο λόγος που οι μάρτυρες θεωρούνται άξιοι σπουδαιότερης τιμής. 5 Αν και αυτό έγινε άξια και δίκαια, ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί ότι υπάρχουν ανάμεσα στους ομολογητές κάποιοι που όχι μόνον θα λογίζονταν δίκαια ισάξιοι των μαρτύρων, αν όχι και ανώτεροι; Τούτο το επιβεβαιώνει και η θεία μαρτυρία, αφού βλέπουμε ότι πολλοί ομολογητές ήταν πολύ πιο γνωστοί για τα θαύματά τους σε σύγκριση με τους μάρτυρες.
6 Για ποιον λόγο τα λέω αυτά; Μα για να καταστήσω σαφές ότι ο Θωμάς μας ο Ακινάτης, αν και ομολογητής, δεν πρέπει να τοποθετηθεί αψήφιστα κάτωθεν των μαρτύρων· χωρίς να αναφέρω πολλά παραδείγματα, ο Θωμάς δεν είναι σε καμία περίπτωση υποδεέστερος ούτε του Πέτρου, ο οποίος ανήκε στο ίδιο τάγμα και δολοφονήθηκε επειδή υπερασπιζόταν την αλήθεια από κάποιον μανιασμένο χωρικό με δρεπάνι[12], ούτε του Θωμά, επισκόπου Καντουαρίας, ο οποίος έπεσε, ωσάν καλός ποιμένας για χάρη του ποιμνίου του, για να μην λεηλατηθούν τα κεκτημένα του κλήρου[13]. Αυτό αποδεικνύεται και από το ακόλουθο επιχείρημα: μολονότι το όνομα Θωμάς δόθηκε και στους δύο, ο δικός μας το έλαβε όχι από ανθρώπινη μα από θεία βουλή, αφού το όνομα στα εβραϊκά έχει τη διπλή σημασία «δίδυμος» και «άβυσσος»[14]. Και τέτοιος, πράγματι, υπήρξε ο Θωμάς: από τη μια άβυσσος γνώσης, και από την άλλη δίδυμος καθώς ζευγάρωσε τη γνώση με την αρετή. Και στα δύο υπήρξε μοναδικός και απίστευτος, ωσάν ήλιος, έκλαμπρος χάρις στην ακτινοβολία της διδασκαλίας του, και ολόθερμος χάρις στη φλόγα των αρετών του. Για την ακτινοβολία της διδασκαλίας του πρέπει να συγκαταταχθεί μεταξύ των Χερουβείμ, για τη φλόγα των αρετών του, μεταξύ των Σεραφείμ. Σε αυτά θα αναφερθώ αμέσως τώρα.
7 Και ιδού, εκεί που είμαι έτοιμος να ξεκινήσω την προσπάθεια, σαν να μου φαίνεται πως κάποιοι εξανίστανται και σφίγγουν τη γροθιά τους δυσανασχετώντας: «-Μα τι είναι αυτά που μας λες τώρα; Τι εξυπηρετούν αυτές οι υπερβολές, που τόσο λατρεύουν οι ηλίθιοι αλλά εχθρεύονται οι σοφοί; Τίποτε δεν λογαριάζεις, λοιπόν; Ούτε την αλήθεια, ούτε τη συνείδησή σου, ούτε το σοβαρότατο και σοφότατό σου ακροατήριο; Δεν σου έφτασε που εξομοίωσες τον Θωμά με τους μάρτυρες και τον έκρινες ανώτερο πολλών από αυτούς, τώρα θέλεις να τον ανυψώσεις και έως τα Χερουβείμ, επί των οποίων προΐσταται ο ίδιος ο Θεός, και να τον συμπαρατάξεις με τα Σεραφείμ, το ανώτατο τάγμα των αγγέλων; Δηλαδή ποια τιμή θα ταίριαζε στον Θωμά τον απόστολο; Μήπως να πούμε και ότι ο Παύλος, ο δάσκαλος των εθνών, είναι ένα από τα Χερουβείμ, και ο ευαγγελιστής Ιωάννης ένα από τα Σεραφείμ;». Επιτρέψτε μου να απαντήσω ότι, κατά τη γνώμη μου, όλοι όσοι είναι εμποτισμένοι με τη γνώση των θείων πραγμάτων έχουν αληθινά κάτι κοινό με τα Χερουβείμ, και όλοι όσοι έχουν στεφανωθεί με την αγάπη του Θεού απολαμβάνουν τη συντροφιά των Σεραφείμ. Και το ίδιο ίσχυε για τον Θωμά, ο οποίος ξεχείλιζε από σοφία και αγάπη. Αναγνωρίζω, όμως, ότι θα είχε ένα δίκιο να με επιπλήξει και να με προστατεύσει κάποιος από την υπερβολή. 8 Ως εκ τούτου, θα ήθελα να παρακαλέσω τους αδελφούς αυτού του τάγματος να δείξουν συγκατάβαση εάν πλέξω το εγκώμιο αυτού του αγίου με οδηγό την εγκράτεια και όχι την αμετρία, και αναφερόμενος όχι σε όλα του τα προτερήματα αλλά στα σπουδαιότερα. Μιλώντας στους σεβαστούς πατέρες, πρέπει να συμπτύξω και όχι να αναπτύξω μακρόσυρτα τις σκέψεις μου, αφού δεν θέλω να πλήξουν. Τόσο σπουδαίοι και τόσο πολλοί έπαινοι αξίζουν στον Θωμά που, αν προσπαθήσω να αναδείξω όλα τα προτερήματά του με λόγια, «στον Όλυμπο θα φέρει ο Αποσπερίτης το σκοτάδι»[15], όπως λέει ο ποιητής.
III 1 Επάξια, λοιπόν, σε έναν τέτοιο άνδρα (για να μιλήσω πρώτα για τις αρετές του, και ύστερα για τις γνώσεις του), επάξια, λέω, ταίριαζε να προαναγγελθεί στον κόσμο προτού γεννηθεί, να προφητευθεί η έλευσή του, να επαγγελθεί η ζωή του, και να σημανθεί ο θάνατός του. Λέγεται πως όταν κυοφορούσε τον Θωμά η μητέρα του, ένας ασκητευτής, άνθρωπος του Θεού, έφθασε για να της αναγγείλει αυτό ακριβώς το νέο, και να τη συγχαρεί για το γεγονός ότι θα γεννήσει έναν γιο που θα τον ονόμαζε Θωμά, στον οποίο θα εκπληρωνόταν η αριστεία που συνδέεται με αυτό το όνομα. Πράγματι, οποτεδήποτε ο Θεός προορίζει να χαρίσει στη γη κάτι εξαιρετικό και νέο, το προαναγγέλλει με σημάδια ή προφητείες. Δεν είναι λίγα τα σχετικά παραδείγματα, αλλά, χάριν συντομίας, θα αρκεστώ σε ένα και οικείο: η έλευση του μακαριστού Δομήνικου, του προπάτορα τούτης της γενιάς, είχε προαναγγελθεί στη μητέρα του όταν ήταν έγκυος. Δεν θα πω ποια προφητεία ήταν ανώτερη, αφού, εάν ήταν στο χέρι μου, δεν θα ήθελα να δημιουργηθεί η εντύπωση ενός ανταγωνισμού μεταξύ πατέρα και γιου. Ας θεωρηθούν ισάξιες οι προφητείες, ισάξια τα προτερήματα στις ζωές και των δύο· κανείς να μην υπερτερεί του άλλου. Ας τους βλέπουμε σαν ύπατους, υψωμένους στο ανώτατο αξίωμα, τους οποίους πρέπει να τιμούμε με την ίδια ευλάβεια, αφού διαλάμπουν σε όλες τις αρετές και είναι ονομαστοί για αναρίθμητα θαύματα. Και παρόλο που σήμερα μου έχει ανατεθεί να επαινέσω μόνον τον ένα, σε κάθε περίπτωση θα προσπαθήσω να τους παραλληλίσω: πρώτον, γιατί αναδεικνύοντάς τους ως ίσους θα καταστεί πιο ξεκάθαρο σε πόση αξιοσύνη και θάμβος ανήλθε ο Θωμάς, και δεύτερον, επειδή αποτελεί κανόνα των αδελφών Κηρύκων να πορευόμαστε κατά ζεύγη, και όχι μόνοι. 2 Ο Δομήνικος, λοιπόν, θεμελίωσε τον οίκο των Κηρύκων, και ο Θωμάς κάλυψε τα δάπεδά του με μάρμαρο. Ο Δομήνικος έχτισε τους τοίχους, ο Θωμάς τους στόλισε με εξαιρετικές παραστάσεις. Ο Δομήνικος ήταν ο στυλοβάτης των αδελφών, ο Θωμάς ήταν το πρότυπο. Ο Δομήνικος φύτεψε, ο Θωμάς άρδευσε. Ο ένας απέστεργε και αρνήθηκε αξιώματα και επισκοπικούς θρόνους. Ο άλλος απαρνήθηκε την αριστοκρατική του καταγωγή, τον πλούτο, τους συγγενείς και τους ίδιους του τους γονείς, ωσάν να ήταν Σειρήνες. Ο ένας ακολούθησε πιστά την αγνότητα και την εγκράτεια του Παύλου, ο άλλος την παρθενία του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στον ένα τίποτε δεν ήταν πιο αξιοθαύμαστο από τη σεμνότητά του (την οποία οι Έλληνες αποκαλούν πιο ταιριαστά ταπεινοφροσύνη), ενώ στον άλλο η σεμνότητα ήταν τόσο βαθιά ώστε σάστιζε με την έπαρση και τον στομφασμό των άλλων· όπως εξομολογιόταν στους αδελφούς του, και παρόλο που είχε επίγνωση των πολλών χαρισμάτων του, ο ίδιος δεν μπορούσε να αναγνωρίσει αυτήν την αδυναμία στον εαυτό του. 3 Ας θεωρηθούν αυτοί οι έπαινοι των αρετών τους επαρκείς. Στρέφομαι τώρα στις μαρτυρίες για τις αρετές αυτές και στην επιβράβευσή τους με αποκαλύψεις, οράματα, θαύματα -που θαρρείς πως έφεραν τον παράδεισο στη γη. Τούτα τους συνόδευσαν τόσο έντονα, ώστε θα σιωπήσω για τα περισσότερα και θα αναφέρω μόνον ότι και οι δύο, είτε με τη μορφή οράματος είτε στην πραγματικότητα, είδαν και άκουσαν τους αγίους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, την υπεραγία Μητέρα του Θεού, όσο και τον Κύριο και Σωτήρα μας, είτε στο σώμα του είτε εκτός του[16]. Και οι δύο πληροφορήθηκαν ξεκάθαρα πότε σίμωνε ο θάνατός τους. Προσεύχονταν, μάλιστα, τόσο θαλπερά, που μερικές φορές τους έβλεπαν να αιωρούνται, αφού ο Θεός ειδοποιούσε για αυτό το θαύμα κάποιους αδελφούς. 4 Τέλος, για να ολοκληρώσω αυτόν τον παραλληλισμό, ο ένας συνέταξε τους βέλτιστους κανόνες για την αδελφότητα, ο άλλος πολυάριθμα και αξιολογότατα βιβλία. Μα είναι σημαντικότερο, θα ισχυριστείς, να συγγράφεις βιβλία από το να συντάσσεις κανόνες. Αλλά, γιατί στα αλήθεια είναι σημαντικότερο; Ενώ ο δεύτερος αφοσιώνεται στη συγγραφή βιβλίων, ο πρώτος αφιερώνεται στη διακυβέρνηση επαρχιών και ως κάλλιστος κυβερνήτης παραδίδει στον λαό του κανόνες και νόμους αγαστής συμβίωσης. Με τους κανόνες του οδήγησε στον παράδεισο όχι λιγότερους ανθρώπους από όσους έστειλε ο Θωμάς με τα γραπτά του. 5 Ας συμφωνήσουμε, λοιπόν, ότι, στις αρετές, στα θαύματα και στη δόξα, ο Δομήνικος και ο Θωμάς είναι ίσοι, και, όπως ο Αυγερινός και ο Αποσπερίτης, ούτε διαφέρουν μεταξύ τους, ούτε μπορούν να αποζευχθούν.
IV 1 Μίλησα για τις αρετές και τα θαύματα του Θωμά εν συντομία και ακαλλώπιστα, χωρίς καμία διάθεση υπερβολής ή εξωραϊσμού, προκειμένου να μην μειώσω την αξία του θέματος στα στενά χρονικά περιθώρια που μου έχουν δοθεί. Υποθέτω πως τώρα αναμένετε να μιλήσω και για τις γνώσεις αυτού του αγίου -τις οποίες πρότεινα να πραγματευθώ δεύτερες- και να πω με ποιον τον θεωρώ ισάξιο και ποιανού ανώτερο. 2 Δεν μου διαφεύγει βέβαια, ότι, ορισμένοι από εκείνους που αγόρευσαν για το ίδιο θέμα σαν σήμερα, όχι μόνον αρνήθηκαν να αποτιμήσουν τον Θωμά ως υποδεέστερο οποιουδήποτε διδάσκαλου της εκκλησίας, αλλά τον διαμέτρησαν ως ανώτερο όλων. Προτάσσουν δε ως τεκμήριο για αυτό -ότι είναι ανώτερος όλων- το γεγονός ότι κάποιος απολύτως ακίβδηλος αδελφός είδε ενώ προσευχόταν τον Αυγουστίνο (τον οποίο λογίζουν ως ύψιστο των θεολόγων) και στο πλάι του τον Θωμά, να περιβάλλονται από θαυμαστή μεγαλοπρέπεια, άκουσε δε τον ίδιο τον Αυγουστίνο να παραδέχεται ότι ο Θωμάς ήταν ίσος του στη δόξα. Ως προς το γιατί θεωρούν τον Θωμά ανώτερο όλων, προβάλλουν ως επιχείρημα ότι τούτος, για τη θεμελίωση της θεολογίας, αξιοποίησε τη λογική, τη μεταφυσική και όλη τη φιλοσοφία, των οποίων τη γλύκα οι παλαιότεροι διδάσκαλοι είχαν μετά βίας γευθεί. Αυτό κατά τη γνώμη μου αποτελεί ολισθηρό και ασταθές επιχείρημα, όχι μόνον επειδή αδικεί την αξιότητα του αγίου τον οποίο εγκωμιάζουμε, αλλά και επειδή προωθεί την ενστάλαξη της ιδέας ότι κανείς δεν μπορεί να προχωρήσει στη θεολογία μακριά από τα παραγγέλματα των διαλεκτικών, των μεταφυσικών και άλλων φιλοσόφων. 3 Τι πρέπει λοιπόν να κάνω τώρα; Να αποδειλιάσω, να ξεγλιστρήσω, να αποκρύψω αυτό που πιστεύω και έτσι να έλθουν σε διχοστασία η γλώσσα μου και η καρδιά μου; Μιας και δεν επιδίωξα ο ίδιος να ανέβω στο βήμα, αλλά το έκανα κατόπιν παράκλησης των αδελφών, και δεν είναι έντιμο να σιωπήσω, δεν πρόκειται να μιλήσω με τρόπο που θα επιτρέψει σε κάποιον να νομίσει ότι εκουσίως ψευδολογώ. 4 Πράγματι, στον άγιο Θωμά, επαινώ επανειλημμένα την εξαιρετική λεπτότητα της γραφής, θαυμάζω την επιμέλεια, με εκπλήσσει η ευπορία, η ποικιλία και η ακεραίωση της διδασκαλίας του. Θα ήθελα μάλιστα να προσθέσω κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι παραβλέπουν και λέγεται, μάλιστα, ότι είχε δηλώσει ο ίδιος: ότι δεν είχε διαβάσει κανένα βιβλίο που να μην καταλάβαινε πλήρως. Κάτι τέτοιο δεν βίωσε κανένας σύγχρονός μας, είτε μιλάμε για κάποιον νομομαθή για βιβλία αστικού δικαίου, είτε για κάποιον γιατρό για βιβλία ιατρικής, είτε για φιλόσοφο για βιβλία φιλοσοφίας, είτε για λόγιο στην ανάγνωση αρχαίων κειμένων, καθώς και σε άλλες τέχνες και επιστήμες· πόσο μάλλον ένας και μόνον άνθρωπος για όλα τα πεδία του επιστητού.
5 Αλλά αυτά τα πράγματα που αποκαλούν «μεταφυσική» και «τρόπους σήμανσης»[17] και άλλα παρόμοια, τα οποία οι νεότεροι θεολόγοι θαυμάζουν λες και πρόκειται για τα επικύκλια των πλανητών ή για κάποιο προσφάτως ανακαλυφθέν ουράνιο σώμα, εγώ σε καμία περίπτωση δεν τα θαυμάζω και τόσο, και δεν νομίζω ότι έχει και πολλή σημασία αν κάποιος τα γνωρίζει ή όχι. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι είναι προτιμότερο για κάποιον να μην τα γνωρίζει καθόλου, αφού στέκουν εμπόδιο στη διερεύνηση σπουδαιότερων πραγμάτων. 6 Τούτο δεν πρόκειται να το καταστήσω σαφές βασιζόμενος στα δικά μου επιχειρήματα -αν και θα ήμουν σε θέση να το κάνω- αλλά επικαλούμενος την αυθεντία των παλαιών θεολόγων: του Κυπριανού, του Λακτάντιου, του Ιλάριου, του Αμβρόσιου, του Ιερώνυμου, του Αυγουστίνου. Τόσο ξένη ήταν σε αυτούς η πραγμάτευση τέτοιων θεμάτων, ώστε στα γραπτά τους ουδέποτε καν συναντά κανείς σχετικούς όρους. Μήπως τούτο οφείλεται στην άγνοιά τους; Μα πώς θα μπορούσε να ισχύει κάτι τέτοιο; Τέτοια θεματολογία θεμελιώνεται είτε στα λατινικά, είτε στα ελληνικά. Εάν ισχύει το πρώτο, οι μεν παλαιοί υπήρξαν άριστοι ειδότες της γλώσσας, οι δε νεότεροι είναι σχεδόν όλοι βάρβαροι. Εάν πάλι ισχύει το δεύτερο, οι παλαιοί γνώριζαν ελληνικά, ενώ οι νεότεροι τα αγνοούν. Γιατί, λοιπόν, δεν πραγματεύτηκαν τέτοια θέματα; Μα επειδή δεν ήταν άξια πραγμάτευσης· ίσως, μάλιστα, να ήταν προτιμότερο να αγνοηθούν. Και τούτο για δύο λόγους: αφενός με γνώμονα το ίδιο το αντικείμενο, και αφετέρου με γνώμονα τις λέξεις.
7 Για το ίδιο το αντικείμενο, θεωρούσαν πως τέτοιες πραγματεύσεις δεν συντελούν στη γνώση των θείων πραγμάτων. Αυτή ήταν και η άποψη των Ελλήνων θεολόγων, του Βασιλείου, του Γρηγορίου, του Ιωάννη Χρυσόστομου και άλλων ανδρών της εποχής, οι οποίοι ουδέποτε θεώρησαν ότι οι σοφιστείες των διαλεκτικών, οι μεταφυσικές θολούρες και τα φληναφήματα των τρόπων σήμανσης πρέπει να συμφυρθούν με ιερά ζητήματα, και οι οποίοι δεν έθεσαν τα θεμέλια των πραγματεύσεών τους στη φιλοσοφία -δίνοντας την πρέπουσα προσοχή στην ηχηρή προειδοποίηση του Παύλου για «τη φιλοσοφία και την κούφια απάτη»[18]. Στην πράξη το καταλαβαίνουμε αυτό και εμείς οι ίδιοι. Τι το αδιαμφισβήτητο και εμπεδωμένο υπάρχει άραγε στη φιλοσοφία -και δεν εννοώ τη λογική, η οποία ασχολείται με τις λέξεις, και με την οποία έχω ήδη καταπιαστεί[19] και θα το ξανακάνω, αλλά την ηθική και φυσική[20]– με εξαίρεση μόνον όσα συνέλαβαν με τις παρατηρήσεις τους οι γιατροί και διάφοροι άλλοι στη φυσική φιλοσοφία;
8 Με γνώμονα τις λέξεις, επειδή οι βάσεις της ελληνικής γλώσσας είναι διαφορετικές από εκείνες της λατινικής· τούτο είναι ένα θέμα που απαιτεί μακροσκελή συζήτηση, και η οποία δεν είναι της παρούσης. Αρκεί, ίσως, να πούμε ότι, οι Λατίνοι διδάσκαλοι της εκκλησίας απεχθάνονταν όρους που οι Λατίνοι συγγραφείς (δηλαδή οι δάσκαλοί τους στην ομιλία, και ταυτόχρονα εντριβέστατοι στα ελληνικά γράμματα) ουδέποτε χρησιμοποίησαν. Και όμως, με τους όρους αυτούς μας σφυροκοπούν οι νεότεροι θεολόγοι: «ens», «entitas», «quiditas», «identitas», «reale», «essentiale», «suum esse», καθώς και με λέξεις όπως «ampliari», «dividi», «componi»[21] και άλλες παρόμοιες. Οι διδάσκαλοι της εκκλησίας επέλεξαν είτε να μην πραγματευθούν τέτοια αμαθολογήματα είτε να τα αγνοήσουν, προκειμένου να μην οδηγηθούν σε βαθύτερη άγνοια.
9 Αυτά δεν τα λέω για να ονειδίσω τους νεότερους θεολόγους (πώς θα μπορούσα να ονειδίσω την ίδια μου τη γενιά;), αλλά για να υπερασπιστώ τους παλαιούς που επικρίνονται και καταλοιδωρούνται άδικα επειδή δεν θεολόγησαν κατά αυτόν τον τρόπο, παρά επιδόθηκαν ολοκληρωτικά στη μίμηση του αποστόλου Παύλου, που ήταν με διαφορά ο κορυφαίος των θεολόγων και δάσκαλος της θεολογίας. Η γλώσσα του, η δύναμή του, το μεγαλείο του ήταν ασύγκριτα. Ιδέες που αν εξέφεραν άλλοι -ακόμα και απόστολοι- θα έπεφταν στο κενό, σε εκείνον ανυψώνονται. Ό,τι σε άλλους βαστά την άμυνα, σε εκείνον ορμά στον εχθρό, ό,τι σε άλλους μετά βίας αχνοφαίνεται, σε εκείνον φλέγεται και καταλάμπει· και όχι άδικα απεικονίζεται κρατώντας στο χέρι του ένα ξίφος, που είναι ο λόγος του Θεού[22]. Αυτός είναι ο αληθινός και, ούτως ειπείν, γνήσιος τρόπος να θεολογεί κανείς, αυτό είναι το αληθινό πρότυπο της ομιλίας και της γραφής. Όσοι το εγκολπώνονται, οπωσδήποτε εγκολπώνονται το βέλτιστο είδος ομιλίας και θεολογίας. Επομένως, δεν είναι σωστό ούτε να επικρίνονται οι παλαιοί θεολόγοι -αληθινοί μαθητές του Παύλου- επειδή δεν συμφύρουν τη φιλοσοφία με τη θεολογία, ούτε να θεωρούνται υποδεέστεροι του Θωμά μας.
10 Τι να κάνω λοιπόν; Να τον θεωρήσω ισάξιό τους; Δεν θα τολμούσα να τον εξομοιώσω με όλους αυτούς· βέβαια, ευχαρίστως τον προτιμώ από κάποιους τους οποίους ίσως είναι σημαντικό να αναφέρω ονομαστικά. Θεωρώ τον Θωμά ανώτερο του Ιωάννη Κασσιανού, τον οποίο ο άγιος Δομήνικος μελετούσε συστηματικά ωσάν να ήταν ο άριστος διδάσκαλος. Τον θεωρώ ανώτερο του Άνσελμου, που ήταν αιχμηρός και εκλεπτυσμένος. Τον προτιμώ από τον Βερνάρδο που υπήρξε διδάσκαλος καλλιεργημένος, γλυκύς, εξαίσιος, με ευπορία στον λόγο. Τον προτιμώ από τον Ρεμίγιο, τον πιο πεπαιδευμένο άνδρα της εποχής του. Τον προτιμώ από τον Βέδα, που ήταν πιο μορφωμένος από όλους τους προηγούμενους. Τον προτιμώ από τον Ισίδωρο, οι θιασώτες του οποίου αρνούνται να τον εκλάβουν ως υποδεέστερο οποιουδήποτε. Για να μην μιλήσω για τον Δάσκαλο των Γνωμών[23] ή τον Γρατιανό οι οποίοι θα έπρεπε περισσότερο να λογίζονται επιμελείς συμπιλητές και λιγότερο αληθινοί συγγραφείς. Τον θεωρώ, επίσης, ανώτερο όλων των αδελφών τούτου του τάγματος, αλλά και συγγραφέων που ανήκουν σε άλλα τάγματα, αν και συγκαταλέγονται, βέβαια, στους νεότερους θεολόγους: τον Αλβέρτο τον Μέγα, τον Αιγίδιο, τον Αλέξανδρο από τη Χάλη, τον Μποναβεντούρα, τον Ιωάννη τον Σκώτο και άλλους. Τούτοι, κατά την ίδια τους την κρίση, είναι τόσο σπουδαίοι, ώστε οι παλαιοί θεολόγοι ωχριούν μπροστά τους. Επιπροσθέτως, θεωρώ τον Θωμά ανώτερο του Λακτάντιου και του Βοήθιου σε θεολογικά ζητήματα -για τα άλλα δεν υπάρχει πεδίο σύγκρισης. Θα πω το ίδιο και για τον Κυπριανό και θα προσέθετα, ομολογουμένως απρόθυμα, και τον Ιλάριο, του οποίου τα βιβλία είναι τόσο ιερά, λόγια και εύγλωττα! 11 Μήπως αυτά δεν αρκούν για τον Θωμά; Μα αναλογιστείτε πόσο σπουδαίοι και επαινετοί είναι όλοι αυτοί, ανώτερο των οποίων θεωρώ τον Θωμά! Ή πρέπει να αμφισβητήσουμε, άραγε, κάποιον από τους τέσσερις κορυφαίους, τους δεύτερους ούτως ειπείν ευαγγελιστές, και να τον ξηλώσουμε ώστε να μπει στη θέση του ο Θωμάς; Δεν ξέρω ποιον από όλους προτιμώ, καθώς καθένας τους ήταν εξαίσιος με ιδιαίτερο τρόπο. Παρόλο που ο Αυγουστίνος προκρίνεται γενικά από όλους -έχοντας διεξέλθει τόσα θεολογικά ζητήματα, και όντας από πολλές απόψεις αδιαμφισβήτητα ανώτερος- εντούτοις, εάν συγκρίναμε γραπτά του Αμβρόσιου με ισάριθμα του Αυγουστίνου, δεν νομίζω ότι εκείνα του πρώτου θα υστερούσαν σε αξία. Ούτε ο Ιερώνυμος πρέπει να υποκλιθεί στη μεγαλοφυΐα του Αυγουστίνου, αφού σε κάθε πεδίο του επιστητού φαίνεται να υπερέχει. Ο Αυγουστίνος είναι σαν τη Μεσόγειο, τη στιγμή που ο Ιερώνυμος αποτελεί έναν ωκεανό στον οποίο ελάχιστοι φαίνεται να είναι σε θέση να πελαγίσουν. Ο Γρηγόριος[24] υστερούσε όλων σε μόρφωση, αλλά γράφει με τόση σπουδή και επιμέλεια, και το ύφος του είναι τόσο μειλίχιο και ιερό, ώστε θαρρείς πως σου μιλάει ένας άγγελος. Διστάζω ειλικρινά να θεωρήσω τον Θωμά ή οποιονδήποτε από τους Λατίνους ισάξιο αυτών. Αντίθετα, θα τους αντιπαρέβαλλα με ισάριθμους Έλληνες: τον Αμβρόσιο με τον Βασίλειο, με τον οποίο, εξ όσων καταλαβαίνω, αμιλλάται[25]. Τον Ιερώνυμο με τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, του οποίου δηλώνει ακροατής και μαθητής[26]. Τον Αυγουστίνο με τον Ιωάννη Χρυσόστομο, τον οποίο ακολούθησε πιστά σε τόσα ζητήματα και μιμήθηκε σε συγγραφική παραγωγή. Τον Γρηγόριο με τον Διονύσιο, τον λεγόμενο Αρεοπαγίτη, τον οποίο, εξ όσων γνωρίζω, είναι μόλις ο πρώτος που τον αναφέρει από τους Λατίνους· τα έργα του Διονυσίου ήταν άγνωστα σε όλους όσους αναφέρθηκα -όχι μόνον στους Λατίνους αλλά και στους Έλληνες. 12 Πλάι σε αυτούς έρχεται ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ένας συγγραφέας τόσο διάσημος μεταξύ των Ελλήνων όσο και μεταξύ μας ο Θωμάς: είναι απολύτως δίκαιο ο Δαμασκηνός και ο Θωμάς να θεωρούνται παραβλητοί, ιδίως αν σκεφτούμε ότι ο Δαμασκηνός έγραψε πολλά λογικά έργα καθώς και έργα που άπτονται μεταφυσικών ζητημάτων.
13 Προκύπτουν, λοιπόν, πέντε ζεύγη αρχόντων της θεολογίας που εναρμονίζονται με τους είκοσι τέσσερις πρεσβυτέρους ενώπιον του θρόνου του Θεού και του Αμνού [27]· αλήθεια, οι συγγραφείς αγίων κειμένων αποτελούν μελωδούς του Θεού. Το πρώτο ζεύγος σχηματίζουν ο Βασίλειος και ο Αμβρόσιος, οι οποίοι παίζουν λύρα. Το δεύτερο ο Ναζιανζηνός με τον Ιερώνυμο, που παίζουν κιθάρα. Το τρίτο ο Χρυσόστομος και ο Αυγουστίνος, παίζοντας ψαλτήρι. Το τέταρτο ο Διονύσιος και ο Γρηγόριος, παίζοντας αυλό. Το πέμπτο, ο Δαμασκηνός και ο Θωμάς, παίζοντας κύμβαλα. Ούτε είναι παράλογο να κάνουμε πια λόγο για πεντάδα αντί για τετράδα, αφού και οι μουσικοί αξιοποιούν το σύστημα των πέντε (και όχι τεσσάρων) τετραχόρδων. Και ούτε είναι παράλογο να παίζει ο Θωμάς κύμβαλα: αφού το όνομά του σημαίνει «δίδυμος» και ο ίδιος έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στη συνήχηση της θεολογίας και της φιλοσοφίας, ταιριάζει να παίζει τα κύμβαλα, ένα όργανο με αντικριστά μέρη που διαχέουν ένα εύθυμο, χαρωπό και ευχάριστο τραγούδι.
14 Τέτοιο είναι το τραγούδι των συγγραμμάτων του Θωμά. Με αυτήν την αρμονία ο άγιος Θωμάς ευφραίνει τους ευσεβείς που τον διαβάζουν και τους αγίους αγγέλους που τον ακούν. Διότι είναι πάντα ενώπιον του Θεού μαζί με άλλους αγίους διδασκάλους, μελωδεί και ψαλμωδεί, υμνώντας συνεχώς τον Αμνό του Θεού ή μεσιτεύοντας υπέρ των θνητών, ώστε να ανυψωθούν εκεί που ο ίδιος ανυψώθηκε. Και μακάρι να μας αξιώσει για αυτό ο ευλογητός ο ζων εις τον αιώνα ως και η βασιλεία αυτού. Αμήν.
~.~
[1] Η μετάφραση βασίζεται στην κριτική έκδοση του S. Cartei, Laurentii Valle Encomion Sancti Thome Aquinatis, Φλωρεντία, 2008, 87-99.
[2] Πρβλ. Πλίνιος Ν. Panegyricus, I.
[3] Οι πρώτοι καρποί της σοδειάς.
[4] Bellum Catilinae, 52, 29.
[5] Πρβλ. Απ. 14:13.
[6] Martyres.
[7] Confessores.
[8] Πρβλ. Ιω. 1:6-7.
[9] Testis.
[10] Testimonium.
[11] Πρβλ. Πλίνιος, Epist., II, 7, 1.
[12] Τον Ιούνιο του 1251 ο πάπας Ιννοκέντιος Δ’ διόρισε τον Πέτρο της Βερόνας ιεροεξεταστή για όλη τη Λομβαρδία. Φοβούμενοι τον ζήλο του Πέτρου, ηγετικά στελέχη των Καθαρών της Λομβαρδίας σχεδίαζαν επί μήνες τη δολοφονία του. Αδροπλήρωσαν για αυτό τον Καρίνο ντα Μπάλσαμο, κλέφτη και μαχαιροβγάλτη γνωστό στην περιοχή. Τον Απρίλιο του 1252, ο Καρίνο έστησε την ενέδρα του στο δάσος της Μπαρλασσίνα και κατάφερε αγριότατα χτυπήματα στον Πέτρο με ένα falcastrum -ένα είδος δρεπάνου- συνθλίβοντάς του το κρανίο. Ιδ. σχετικά D. Prudlo, The Martyred Inquisitor: The Life and Cult of Peter of Verona, Όλντερσοτ, 2008, κεφ. 2.
[13] Ο Θωμάς Μπέκετ, αρχιεκπίσκοποπος Καντουαρίας, δολοφονήθηκε στον καθεδρικό ναό από ιππότες πιστούς στον Ερρίκο Β’, με τον οποίο είχε έλθει σε ρήξη.
[14] Το όνομα, σε όλες τις σημιτικές παραλλαγές, σημαίνει «δίδυμος». Πρβλ. Ιω. 11:16, 20:24, 21:2. Είναι δύσκολο να ανασυνθέσει κανείς με ακρίβεια την προέλευση της σύγχυσης μεταξύ των σημιτικών «to’am» (δίδυμος) και «tehom-» (άβυσσος, χάος), πάντως η σύγχυση απαντά το αργότερο τον 5ο αιώνα στον Ησύχιο και τον Κύριλλο για να καταστεί κοινός τόπος στη δυτική μεσαιωνική γραμματεία και λειτουργική παράδοση. Για την τελευταία ιδ. κλασικά J. Rendel Harris, The Cult of the Heavenly Twins, Καίημπριτζ, 1906, 105, 114-116.
[15] Αιν. I, 374.
[16] Πρβλ. Β΄ Κορ. 12:2.
[17] Η αιχμή του Βάλλα στρέφεται εδώ ξεκάθαρα εναντίον των Μοδιστών.
[18] Κολ. 2:8.
[19] Ο Βάλλα εννοεί τη Repastinatio dialectice et philosophie.
[20] Ο Βάλλα προφανώς αναφέρεται στη στωική τριμερή διαίρεση της φιλοσοφίας.
[21] Οι λέξεις ens, quiditas κ.λπ αποτελούν κλασικούς όρους της (αριστοτελικής) σχολαστικής οντολογίας. Ampliare (παρεκτείνω), dividere (διαιρώ), componere (συνθέτω): κλασικοί όροι της σχολαστικής λογικής.
[22] Πρβλ. Εφ. 6:17.
[23] Magister Sententiarum, ο Πέτρος Λομβαρδός.
[24] Γρηγόριος ο Μέγας.
[25] Δύσκολα μπορεί να υποτιμηθεί το βάθος της επίδρασης της Εξαημέρου του Μ. Βασίλειου στον Αμβρόσιο.
[26] Ο Ιερώνυμος γνώρισε τον Γρηγόριο στην Κωνσταντινούπολη περί το 379. Τον αναφέρει με θαυμαστή συχνότητα στα έργα του.
[27] Πρβλ Απ. 4:10.
~.~
Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α
Κονδύλης, Π. Η Κριτική της Μεταφυσικής στη Νεότερη Σκέψη, Αθήνα, 1983, 69-78.
Μπασάκος, Π. ‘Η ρητορική στη θέση της διαλεκτικής: για τη λογική θεωρία της αναγέννησης’, Υπόμνημα στη Φιλοσοφία, 7, 2008, 7-45.
Blum, P. R. ‘Truth Thrives in Diversity: Battista Mantovano and Lorenzo Valla on Thomas Aquinas’, Verbum, 6, 2004, 215-226.
– ‘Lorenzo Valla: Encomium of St. Thomas Aquinas, introduction and translation’, εις P.R. Blum – J. G. Snyder (επιμ.), Philosophy in the Rennaissance: An anthology, Ουάσινγκτον, 2023, 82-95.
Camporeale, S. Ι. Christianity, Latinity and Culture. Two studies on Lorenzo Valla, Λέιντεν, 2013.
Capello, G. ‘Umanesimo e scolastica: il Valla, gli umanisti e Tommaso D’Aquino’, Rivista di Filosofia Neo-Scolastica, 69, 1977, 423-442.
Kristeller, P. O. Le thomisme et la pensée italienne de la Renaissance, Παρίσι, 1967.
Mack, P. Rennaissance Argument. Valla and Agricola in the Traditions of Rhetoric and Dialectic, Λέιντεν, 1993.
Mesnard, P. ‘Une application curieuse de l’humanisme critique à la théologie: L’Éloge de saint Thomas par Laurent Valla’, Revue thomiste, 55, 1955, 159-176.
O’ Malley, J. W. ‘Some Renaissance Panegyrics of Aquinas’, Renaissance Quarterly, 27, 1974, 174-192.
Seigel, J. Rhetoric and Philosophy in Renaissance Humanism, Πρίνστον, 1968.
Vahlen, J. ‘Lorenzo Valla über Thomas von Aquino’, Vierteljahrsschrift für Kultur und Literatur der Renaissance, 1, 1886, 384-396.
~.~
*
