Καμπύλο τόξο

*

thy body is the song
SWINBURNE, Anactoria

Κορίτσι από νύχτα φωτεινή
παλιά μου αγάπη κι ακριβή μου φίλη
θέλω το σώμα σου να τραγουδήσω
όταν με άλλον, ή άλλη, ή και μόνη σου,
καλλίσφυρη, μ’ ανοιχτά τα πόδια χαίρεσαι
τα δώρα της θεάς της δολοπλόκου,
δυο ιερά στρουθία φτεροκοπούν
πάνω απ’ τις ρώγες σου, στα χείλη σου
μια λέξη καίει· καίει η λέξη η χρυσή,
απλώνεται η ασημένια σου ανάσα
στο σεντόνι, στα κλειστά σου μάτια
σβήνει της θύμισής μου το κερί,
τεντώνεσαι σαν καμπύλο τόξο
τελειώνεις στο σκοτάδι.

ΝΙΚΟΣ Β. ΟΡΦΑΝΟΣ

*

*

*

 

Ο ανοιχτός ρεαλισμός του Ευτύχη Μπιτσάκη

*

της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

~.~

Με τον πρόσφατο θάνατο του Ευτύχη Μπιτσάκη, ομότιμου καθηγητή της φιλοσοφίας, συγγραφέα και εκδότη των περιοδικών Σύγχρονα Θέματα και Ουτοπία, γνωστών στους Έλληνες στοχαστές και λάτρεις της φιλοσοφίας, δημοσιεύθηκαν στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο τιμητικά σημειώματα που εξήραν τον αγωνιστή διανοούμενο για τη γενναιότητα του φρονήματός του και τη δράση του για έναν καλύτερο κόσμο, για την οποία χρειάστηκε να θυσιάσει όχι λίγα από τα πιο γόνιμα χρόνια του σε φυλακές και εξορίες. Το παρόν κείμενο είναι τροποποιημένη βιβλιοκρισία μου δημοσιευμένη το 1999 στα Νέα του Σαββάτου για ένα βιβλίο που είχε εκδώσει ο Ευτύχης Μπιτσάκης την ίδια εκείνη χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ με την ελπίδα να αποτελέσει έναυσμα ώστε να καταστεί ευρύτερα γνωστή η ουσιαστική συμβολή του συγγραφέα στο πεδίο της φιλοσοφικής εννοιολογίας αλλά και των προοδευτικών ιδεών, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατοι οι πολιτικοί και οι κοινωνικοί αγώνες. — ΑΔ

///

Ένας νέος ανοιχτός ρεαλισμός

Όσοι δυσφορούν με την αποθέωση που γνώρισε ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία, αλλά και ο θετικισμός στην επιστήμη ή στη φιλοσοφία, ξέρουν ότι η γνώση που παράγουν η επιστήμη, η φιλοσοφία και η λογοτεχνία είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη σκέψη/γλώσσα και στην πραγματικότητα που είναι το αντικείμενο έρευνας με σκοπό την εξήγηση, την διαύγαση και την κατανόηση σε αυτά τα πεδία.

Αυτή η βασική αλληλεπίδραση σκέψης/γλώσσας και πραγματικότητας δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς τις εμβαθύνσεις των φιλοσόφων αλλά και των επιστημόνων που φιλοσοφούν για να προχωρήσουν την έρευνα σε βάθος.

Το βιβλίο του φυσικού και φιλοσόφου Ευτυχή Μπιτσάκη Ο νέος επιστημονικός ρεαλισμός: Φιλοσοφικές διερευνήσεις στο χώρο της μικροφυσικής (Gutenberg, 1999, σ. 315), μετάφραση του γαλλόφωνου δικού του πονήματος  Le nouveau réalisme scientifique (1997) και συνέχεια του σημαντικού έργου του Les fondements conceptuels de la microphysique (1987) είναι καρπός τέτοιων εμβαθύνσεων.

Στο βιβλίο αυτό που πρωτοεκδόθηκε με πρόλογο του καθηγητή του College de France και ακαδημαϊκού J. C. Pecker, και στη συνέχεια στα ιταλικά, με πρόλογο του καθηγητή Μ. Castellana, ο συγγραφέας ακολουθώντας μια φιλοσοφική παράδοση που εκτείνεται από τους προσωκρατικούς και τον Αριστοτέλη έως τον Χέγκελ και τον Μπασελάρ εμβαθύνει στα προβλήματα που εγείρει ο φυσικός μικρόκοσμος με τις τεράστιες αντικειμενικές δυναμικότητες που κρύβει μέσα του. Αποτέλεσμα είναι ένας ανοιχτός ρεαλισμός που εκφράζει μια δυναμική αντίληψη της αντικειμενικής και της υποκειμενικής πραγματικότητας στην αλληλόδρασή τους. (περισσότερα…)

Η Άννα Φρανκ στη Γάζα

*

Ογδόντα χρόνια φύγαν μες στο μνήμα
που μ’ εγκιβώτισε ο λιμός κι ο τύφος
κι έλεγα ο κόσμος τώρα θα ’χει αλλάξει,
θα ’χει η σκληρή καρδιά του μαλακώσει…
Το μίσος όμως μένει μίσος πάντα
κι ο φόβος ίδια μυρωδιά αναδίδει·
η πείνα, ο θάνατος, η πολιορκία,
πάντα ίδια· ο χρόνος και ο τόπος μόνο
αλλάζει, και η λίστα των θυμάτων.
Η ιστορία μια σιδερένια ρόδα
κι οι αυλακιές στις πλάτες των αθώων
προδίνουν την αέναη τροχιά της.
Φυτρώνεις όπου σ’ έσπειρε το ζάρι
κι ύστερα έρχεται η φάκα και σε κλείνει·
να ψάχνεις να κρυφτείς στον προβολέα
να ονειρεύεσαι ψωμί και γάλα
τα λιγδερά μαλλιά σου να λουστράρουν
την μπότα που συνθλίβει τη ζωή σου… (περισσότερα…)

Δεν έγινε

*

Για τον Τιμ που του άρεσε ο Ρέυμοντ Κάρβερ

Στεκόταν σαν σκιάχτρο κι ατένιζε το τίποτα. Θαρρούσε πως είχε στο δεξί χέρι τη βαλίτσα, εκείνη που είχαν αγοράσει σε στιγμές αγάπης στην Καλιφόρνια. Όταν τον ξύπνησε η φωνή της και κοίταξε χαμηλά, είδε ότι στην πραγματικότητα κρατούσε μία τσάντα για τα ψώνια. Από τα χείλη του έτρεξε λίγο σάλιο.

«Την κόλασή μου!» έκανε η γυναίκα. Η αγαπημένη της έκφραση, τόσο σε στιγμές έκπληξης όσο και αγανάκτησης.

«Τζιλ, άκου…»

Ο Μπομπ πάσχισε να δομήσει μία φράση με αρχή, μέση και τέλος, αλλά ύστερα από δεκαπέντε δεύτερα βρισκόταν ακόμα στην αρχή. Το χνότο του απέπνεε, αναμενόμενα πια, αλκοόλ. Το αριστερό του χέρι τιναζόταν πάνω κάτω, τάχα εξηγώντας και τονίζοντας, τελικά με ζωή δική του, ξέχωρη από αυτήν του ανθρώπου στον οποίον ανήκε.

«Άκου…»

Η Τζιλ τέντωσε το αυτί στον ξύλινο χώρο.

«Δεν ακούω τίποτα».

Ο Μπομπ μόρφασε, κάτι μεταξύ πικρίας και ειρωνείας. Δεν ήταν ιδιαιτέρως έξυπνη.

«Φύγε απ’ τη ζωή μου, Μπομπ!» (περισσότερα…)

Lope de Vega, Απ’ τη μοναξιά μου βγαίνω

*

Μακρύ ποίημα, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό και γραμμένο λίγα μόλις χρόνια πριν τον θάνατό του, το «A mis soledades voy» του Λόπε (1632) θεωρείται από αρκετούς το καλύτερο λυρικό έργο του. Πάντως είναι σήμερα το δημοφιλέστερό του. Σ’ αυτό ο βαθύλαλος προσωπικός τόνος εναλλάσσεται με τον τόνο της διδαχής, και το αίσθημα της μόνωσης μετατρέπεται σε αυτοέλεγχο σωκρατικής και χριστιανικής έμπνευσης αλλά και σε κριτική των κοινωνικών ηθών, ιδίως του πλούτου και της υποκρισίας των ισχυρών.

~.~

Απ’ τη μοναξιά μου βγαίνω
και στη μοναξιά γυρνώ,
μόνος μου για να μη νιώθω
πιάνομαι απ’ τον στοχασμό.

Στην ερμιά που μ’ έχουν ρίξει
οι άλλοι αγνοώ πώς ζουν,
δεν μπορούν τα βήματά μου
απ’ το εγώ μου έξω να βγουν.

Ω, καλός-κακός δεν είμαι·
μα μου λέει η λογική:
«νιώθεις φυλακή το σώμα
άμα είσαι όλος ψυχή!»

Τι έχω ανάγκη εγώ, το ξέρω·
μόνο νά, δεν ξέρω πώς
τη βλακεία του αντέχει
ο υπερόπτης κι ο μωρός.

Όλα αυτά που με σκοτίζουν
να τα διώξω είναι απλό·
όμως από την μωρία
πώς μπορώ να φυλαχτώ.

Λέει στ’ αυτί μου: «’Ενας είσαι!»
Τι κουβέντα απατηλή…
Μέτρο και αλαζονεία
σ’ έναν δεν χωρούν μαζί.

(περισσότερα…)

«Η δουλειά σου δεν θα υπάρχει σε τρία χρόνια»: Λογοτεχνική μετάφραση και τεχνητή νοημοσύνη

~.~

Τη χρονιά που μας πέρασε, η γνωστή Γερμανίδα μεταφράστρια Janine Malz αποκάλυψε δημόσια ότι ένας εκδοτικός οίκος θέλησε να την προσλάβει όχι για να μεταφράσει ένα βιβλίο, αλλά απλώς για να «βελτιώσει» μια μετάφραση που είχε παραχθεί από πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης. Παρότι δεν είναι ευρέως γνωστά, και στην ελληνική βιβλιαγορά πληθαίνουν τα παρόμοια περιστατικά. Η υπόθεση αυτή ίσως αποτελέσει προηγούμενο, λέει η Γερμανίδα μεταφράστρια σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung.

///

Κυρία Μαλτς, πέρυσι δημοσιοποιήσατε ένα εκπληκτικό αίτημα του εκδοτικού οίκου Bastei Lübbe, προκαλώντας αναστάτωση στα ΜΜΕ. Σας ζήτησαν να επιμεληθείτε μια μετάφραση ολλανδικού μυθιστορήματος που είχε παραχθεί από τεχνητή νοημοσύνη, προσφέροντάς σας πέντε ευρώ ανά σελίδα – αντί για τα συνήθη είκοσι σχεδόν ευρώ που λαμβάνετε για μια κανονική λογοτεχνική μετάφραση. Πώς αντιδράσατε;

Έμεινα άφωνη. Φυσικά ήξερα ότι αργά ή γρήγορα κάποιος εκδοτικός οίκος θα δοκίμαζε κάτι τέτοιο. Απλώς δεν περίμενα να συμβεί τόσο γρήγορα – και τόσο ξεδιάντροπα. Η ξεδιαντροπιά ήταν που με σόκαρε περισσότερο.

Τι εννοείτε με αυτό;

Δεν μου πρόσφεραν συμβόλαιο μετάφρασης, αλλά σύμβαση επιμέλειας.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο;

Με μια σύμβαση μετάφρασης αναγνωρίζομαι ως δημιουργός του έργου – κάτι που προβλέπεται νομικά. Δεν πωλώ δηλαδή τα πνευματικά μου δικαιώματα, αλλά παραχωρώ μόνο ένα περιορισμένο δικαίωμα χρήσης. Επίσης, ως μεταφράστρια λαμβάνω ποσοστά από τα κέρδη, συγκεκριμένα το 0,8% επί της λιανικής τιμής πώλησης μετά τα πρώτα 5.000 αντίτυπα.

Βλέπετε συχνά κάποιο όφελος από αυτό;

Όχι συχνά. Ωστόσο, είναι ένα σημαντικό συμπλήρωμα του εισοδήματός μας. Και μέσω αυτού συμμετέχουμε στις αποζημιώσεις του οργανισμού VG Wort. Για τα δικά μας εισοδήματα, ακόμη και τα τριψήφια ποσά έχουν σημασία. Δυστυχώς, πολλοί εκδοτικοί οίκοι παρακάμπτουν αυτή την υποχρέωση.

Πώς αντέδρασε τότε η Bastei Lübbe; (περισσότερα…)

Πραξικόπημα ενάντια στη φύση

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

~.~

α. Η καταστροφή των σημασιών

Ο 21ος αιώνας ανέτειλε στον αστερισμό τής ανησυχίας. Χωρίς το εκκοσμικευμένο απολυτρωτικό όραμα της ιστορίας, που κατήγγειλαν οι «μεταμοντέρνοι» δημαγωγοί, κανένας φραγμός δεν έμεινε ικανός να ανασχέσει τον τρόμο τού μέλλοντος. Η φιλοσοφική σκέψη, που η κρίση της είχε προειδοποιητικά αναγγελθεί από την τρίτη δεκαετία τού 20ου αιώνα, οδηγήθηκε με ανεξήγητους πανηγυρισμούς στην αυτοκτονία της στο τέλος τού ίδιου αυτού αιώνα. Εγκαταλείποντας τον μοναδικό ρόλο απ’ όπου αντλούσε την ανανεούμενη ζωτικότητάς της στους αιώνες που σφράγισε με την παρουσία της, τον ρόλο τού «διορθωτικού τής ιστορίας» (Χορκχάιμερ), γονάτισε μπροστά στις ιστορικές δυνάμεις τής καταστροφής που απεργάζονται το πραγματικό τέλος τού ανθρώπου και της γης. Αναθαρρυμένοι από την αδυναμία τού αντιπάλου, οι κήρυκες της ανθρώπινης υποδούλωσης εκφωνούν απερίφραστα τις μακάβριες δημηγορίες τους: από Το τέλος τής ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος (1992)1 του Francis Fukuyama και Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης (1996)2  του Samuel Huntington, μέχρι το Homo Deus. Μια σύντομη ιστορία τού μέλλοντος (2016)3  του Yuval Noah Harari και τo Η μεγάλη επανεκκίνηση (2020)4 των Klauss Schwab και Thierry Malleret, η σχεδιαζόμενη από την κορυφή τής διεθνούς κεφαλαιοκρατικής ελίτ δυστοπία έχει αναγγελθεί με ανατριχιαστική ακρίβεια.

Στην τελευταία αυτή πράξη τού παγκόσμιου ταξικού αγώνα, η έκβαση —προσωρινή, δικαιούμαστε ακόμα να ελπίζουμε— καθορίστηκε όχι μόνο από τη συντριπτική υπεροπλία και τη μακράν υπέρτερη ικανότητα οργάνωσης των κρατούντων, αλλά κι από ένα ανυπολόγιστης εμβέλειας όπλο που μπόρεσε να σπείρει τη σύγχυση στους «από κάτω», φαλκιδεύοντας την ικανότητά τους για συνεννόηση και οργάνωση: την καταστροφή των σημασιών ή, ακριβέστερα, τoν σφετερισμό τής γλώσσας τους και τη μεθοδευμένη αλλοίωση των νοημάτων της.

Το στρατήγημα αυτό έχει δύο συμπληρωματικές όψεις. Η μία είναι η πληθωριστική εισαγωγή νέων όρων για να σημάνουν περιεχόμενα τα οποία περιγράφονταν επαρκώς (με μια ερμηνευτική διεύρυνση ενδεχομένως) από ήδη υπάρχοντες με τους οποίους ήμασταν καλά εξοικειωμένοι. Δεν μιλάμε πια για νεοαποικιοκρατία αλλά για παγκοσμιοποίηση· δεν μιλάμε για ολοκληρωτισμό αλλά για μετα-δημοκρατία ή έστω τεχνοφεουδαρχία· δεν μιλάμε για εκμετάλλευση αλλά για ανθρώπινους πόρους, ούτε βέβαια για συμφέροντα αλλά για δικαιώματα· είναι αναχρονισμός να αναφερόμαστε σε καπιταλισμό και ταξική πάλη αλλ’ ακούγεται ορθό να λέμε πλουραλιστική κοινωνία και αγώνες αναγνώρισης· παρωχημένο να μιλάμε για εμπορευματοποίηση αλλά δέον να λέμε αξιοποίηση ή καινοτομία· δεν πρέπει να λέμε πραγμοποίηση αλλά απο-υποκειμενοποίηση· όχι θέσμιση αλλά μερισμός τού αισθητού· να μη λέμε ιδεολογία αλλά λογοθετικές πρακτικές· ούτε άγχος ευνουχισμού αλλά δυσφορία φύλου· όχι πια οικολογική καταστροφή αλλά κλιματική αλλαγή· κ.ο.κ. Δεν πρόκειται μόνο για την εγκλωβιστική επαναφορά τού ίδιου με την αμφίεση της διαφοράς (στο οποίο αναμφίβολα συνέβαλε η ματαιοδοξία διανοητών που θέλησαν να παρουσιάσουν εαυτούς ως καινοτόμους ελλείψει πραγματικών ιδεών), αλλά κυρίως για τη δημιουργία μιας τεχνητής ρηγμάτωσης στη σκέψη που διαλύει το συνεχές τής εμπειρίας και παραλύει την ικανότητα δράσης και προσανατολισμού στο ιστορικό παρόν. Είναι το αρχαίο στρατήγημα της Βαβέλ που τη χρησιμότητά του διείδαν σωστά οι κυρίαρχες τάξεις τού καιρού μας. (περισσότερα…)

Ένοικος, ξένος, παρίας

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για τον Ένοικο του Πολάνσκι χωρίς να προϊδεάσει για την παρισινή πολεοδομία όπως αυτή διαμορφώθηκε από τα τέλη του 19ου αιώνα, από την επικράτηση δηλαδή του αστικού πολεοδομικού και οικιστικού μοντέλου της σύγχρονης μεγαλούπολης. Συσσώρευση και κάθετη δόμηση ώστε να ικανοποιηθούν τα αστυφιλικά ρεύματα και οι συμπαρομαρτούσες πληθυσμιακές ανάγκες.

Ένοικος, κάτοικος, ενοικιαστής: είναι κάποιοι όροι που αποπνέουν ένα νεωτερικό air du temps. Δεν είναι υποχρεωτικό να κατέχει κανείς γη ή τετραγωνικά για να ζει μέσα στη μεγαλούπολη ούτε να έχει δουλοπάροικους στην υπηρεσία του. Δεν δένεται ισοβίως και κληρονομικά με τον χώρο που κατέχει, έχει μια μεγάλη ευελιξία ώστε να μπορεί να κινείται και να μετακινείται εντός της μεγαλούπολης, η οποία πλέον αποκτά θηριώδεις διαστάσεις που δυσχεραίνουν την κυκλοφορία των «αστών» κατοίκων.

Ενώ ο «φεουδάρχης» της πολυκατοικίας (Μέλβυν Ντάγκλας) φαίνεται να έχει ακόμη μια εξουσία, που αποκλείει και επιτρέπει, αυτή είναι περιορισμένη στην τήρηση των κανόνων: καμιά παράλογη και ακατάσχετη εξουσία πάνω σε υπηκόους εφόσον ο καθένας περιορίζεται στο «φέουδο» του διαμερίσματός του. Μέσα στη σύγχρονη πόλη των κάθετων διαμερισμάτων η αίσθηση του χώρου που έχει ο ένοικος μεταβάλλεται ανεπαίσθητα, και μαζί της ο ορίζοντας τόσο ο οπτικός όσο και ο ηχητικός: τα λόγια κυκλοφορούν ευκολότερα από ό,τι πρωτύτερα, η στενή γειτνίαση μεγεθύνει τους θορύβους και τους ψιθύρους, η απέναντι θέα μπορεί να περιορίζεται από μια παρόμοια πολυκατοικία η οποία μπορεί να διαθέτει κι αυτή πίσω από τις κουρτίνες ζευγάρια ματιών που κοιτούν αθέατα. Μπορεί να υποψιάζεται κανείς την παρουσία του μόνο από τους στερεότυπους θορύβους που αφήνει μέσα στο ηχητικό πεδίο της κάθετης και ολίγον οριζόντιας συγκατοίκησης.

Η διάπλαση του αστικού και οικιστικού ιστού θέλει να εξυπηρετήσει τις οικονομικές πρωτίστως ανάγκες των ανθρώπων που κινούνται εντός του. Δεν είναι όμως πάντα εύκολο για τα κτήρια να γκρεμίζονται και να ανεγείρονται κάθε τόσο‒ ούτε και τόσο οικονομικά σύμφορο. Οι εποχές αλλάζουν η οικιστική φυσιογνωμία της πόλης πασχίζει να ακολουθήσει την αλλαγή. Έτσι, το αρχιτεκτονικό ιδίωμα του αστικού χώρου παραμένει εν πολλοίς αναχρονιστικό, οπισθοδρομικό, με το βλέμμα στραμμένο συνήθως προς μιαν αρχιτεκτονική κληρονομιά, που βαραίνει εν πολλοίς με το γόητρο της παράδοσης και της πολιτιστικής συνέχειας. Τούτη η συνέχεια μπορεί να περιφρουρείται για πολλούς λόγους (όπως τουρισμός, εθνική συνείδηση), αλλά και για οικονομικούς (δεν χτίζεις πάντα με τα ίδια υλικά, δεν είναι εύκολο και οικονομικά συμφέρον να γκρεμίζεις και να ξαναχτίζεις). Επιπλέον, οι αλλαγές του αστικού χώρου παρακολουθούν συνήθως την κυρίαρχη αντίληψη για μια βασική έννοια του αστικού κόσμου, την ατομικής ιδιοκτησία στις ποικίλες εκδοχές της, οπότε τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο. (περισσότερα…)

Βασικά δεδομένα

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

«Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει». Η βιογραφία του Ανθρώπου σε μια φράση.

///

Περίπου 73 χρόνια είναι το προσδόκιμο ζωής συνολικά στον κόσμο και περίπου 82 χρόνια στη χώρα μας και στην Ευρώπη. Πολλά ή λίγα; Εξαρτάται από το πόσο έχεις υποφέρει.

///

Συγνώμη Κύριε, εγώ τι φταίω αν ο Αδάμ έκανε τη μαλακία; Γιατί πρέπει να υποφέρουν και να πεθαίνουν δισεκατομμύρια για το λάθος του Πρώτου;

///

Ιδανικός τρόπος ζωής δεν υπάρχει. Όλοι τελούμε υπό τη διαρκή απειλή του πόνου, της αρρώστιας και του θανάτου. Ακόμα και οι καλύτερα προετοιμασμένες ζωές διατρέχουν κινδύνους. Το χειρότερο που μπορεί να κάνει κάποιος στον εαυτό του είναι να το παίζει άτρωτος και να κλείνει τα μάτια μπροστά στα βασικά δεδομένα της ύπαρξης.

///

Εφόσον υπάρχει ο θάνατος, όλες οι πράξεις μας πάσχουν από απόλυτη ματαιότητα. Είναι, όμως, αυτός λόγος να τα παρατήσουμε και να παραιτηθούμε; Όχι. Είναι λόγος να εξαντλήσουμε τα πάντα και να εξαντληθούμε αλλά όχι και να ξεφτιλιστούμε. Ο θάνατος μπορεί και πρέπει να λειτουργεί ως ηθικό φίλτρο όλων των πράξεων και όλων των αποφάσεών μας.

///

Σε αντίθεση, ίσως, με την κοινή αντίληψη, η αυτοκτονία δεν είναι σπάνια ή ασυνήθιστη επιλογή. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, κάθε σαράντα δευτερόλεπτα ένας άνθρωπος βάζει τέλος στη ζωή του. Προσωπικά απορρίπτω την αυτοκτονία ως λύση στο πρόβλημα της ματαιότητας αλλά ταυτόχρονα δεν έχω κανένα ακλόνητο επιχείρημα υπέρ της ζωής για κάποιον που δεν μπορεί πια να την αντέξει.

///

Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ) είναι αποκαλυπτικά: στην Ελλάδα το 2024 καταγράφηκαν 128.259 θάνατοι και μόλις 69.675 γεννήσεις. Δηλαδή στη χώρα μας οι θάνατοι είναι σχεδόν διπλάσιοι από τις γεννήσεις. Το 2010 οι γεννήσεις ξεπερνούσαν τους θανάτους. Από το 2011 και μετά η εικόνα αντιστράφηκε οριστικά. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Χωρίς συμβατικούς πολέμους αλλά με δόλιες μεδοθεύσεις το έθνος μας σταδιακά αφανίζεται.

///

Αν η μακροζωία είναι ο βασικός στόχος των περισσότερων ανθρώπων τότε πρέπει να δούμε τις συνταγές ζωής κάποιων που έφτασαν τα 110 και τα 120 χρόνια. Μελετώντας συνοπτικά τις βιογραφίες τους και τις δηλώσεις τους κατέληξα στο συμπέρασμα ότι με κάποιες διαφορές όλοι ομολογούν πως τρία ήταν τα βασικά δεδομένα του τρόπου ζωής τους. Λιτή ζωή και διατροφή, ήρεμη καρδιά και συμπόνια. Και τα τρία είναι δύσκολα αλλά όχι ανέφικτα. Αρκεί να έχει κάποιος το θάρρος να αντισταθεί στον καθιερωμένο τρόπο ζωής (χρήμα, επιτυχία κτλ) και να ζήσει σε μια απόσταση ασφαλείας από την υστερία της κοινωνίας. Είναι σχεδόν αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο, αυτές οι προϋποθέσεις μακροζωίας να καλλιεργηθούν στο κέντρο μιας κοινωνίας που έχει ως βασικές αξίες ζωής την υλιστική υπερβολή, την ακατάσχετη κίνηση, τη μίμηση και την απληστία. (περισσότερα…)

Η «μαζική ψυχοθεραπεία» και ο νεοφιλελεύθερος ατομισμός

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Εδώ και περίπου 30 χρόνια είμαστε μάρτυρες μιας τεράστιας εξάπλωσης πληθώρας ψυχοθεραπευτικών «τεχνικών»/«πρακτικών» ως απάντηση στην παρατηρούμενη «συναισθηματική δυσφορία» της εποχής του λεγόμενου ύστερου καπιταλισμού και της μετανεωτερικότητας.

Θεωρείται πλέον επαρκώς τεκμηριωμένο ότι οι όποιες ψυχικές παθήσεις συμβάλλουν στη διαμόρφωση αυτού που ονομάζεται «συναισθηματική δυσφορία», οφείλονται πρωταρχικά και αποφασιστικά στις αλλαγές που έχουν επέλθει στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και συγκεκριμένα στο πέρασμα από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό[1].

Ως απάντηση στη νέα διαμορφούμενη πραγματικότητα την περίοδο αυτή, παρατηρείται η εξάπλωση των διαφόρων ψυχοθεραπευτικών δογμάτων, που τις περισσότερες φορές γίνονται αποδεκτά χωρίς ιδιαίτερη κριτική Αυτό αποτελεί τον αδιάψευστο μάρτυρα της κατάστασης του κατακερματισμένου ατόμου στις σημερινές συνθήκες της μετανεωτερικότητας και του ύστερου καπιταλισμού. Η εξάπλωση αυτή συνοδεύτηκε από την καθοδηγούμενη αποδοχή τους εκ μέρους των λαϊκών στρωμάτων με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί ως «λαϊκή ψυχοθεραπευτική στροφή».

Οχήματα της διάχυσης της συγκεκριμένης εξέλιξης ήταν οι ίδιοι οι ψυχοθεραπευτές, οι οποίοι έσπευσαν να προσφέρουν «τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους» προκειμένου να βρεθεί διέξοδος από τη συναισθηματική δυσφορία που συσσωρευόταν σε όλα και μεγαλύτερο αριθμό πολιτών και εργαζομένων. (περισσότερα…)

Η μπαλάντα του Μάττυ Γκρόουβς

*

Απόδοση Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

Πρωτομηνιά, πρώτη γιορτή,
γιορτή, Πρωτοχρονιά.
Του Λόρδου Άρλαντ η γυναίκα
πάει στην εκκλησιά.

Και σαν ακούστηκε το «Αμήν»
τριγύρω της θωρεί
τον Μάττυ Γκρόουβς και προχωρά
στο πλήθος να τον βρει.

«Κοιμήσου απόψε πλάι μου
μικρέ μου Μάττυ Γκρόουβς
κοιμήσου απόψε πλάι μου
ως και το πρώτο φως.»

«Στο πλάι σου δεν κοιμάμαι εγώ
ως και τη χαραυγή.
Γυναίκα, μου είπε η βέρα σου,
του αφέντη μου είσαι εσύ.»

«Κι αν είμαι του αφέντη σου
ο αφέντης είν’ μακριά.
Πουλάρια καθαρόαιμα
τώρα θα ξεγεννά.»

(περισσότερα…)

«Δε θέλω εγώ να μ’ αποκαλούνε ποιητή»: Ένας πρώιμος Βενέζης σε μια σύγχρονη έκδοση

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Ηλίας Βενέζης, Ανέκδοτα διηγήματα και ποιήματα [1920-1922],
Εισαγωγή Α. Καστρινάκη, Μελέτη-Επιμέλεια Κ. Καλαϊτζάκης,
Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2025

Δεν υπάρχει, ενδεχομένως, μεγαλύτερος σκόπελος στη μελέτη της λογοτεχνίας από το να επιχειρηθεί η ανατροπή ή η διεύρυνση των παγιωμένων ορίων και της προκατασκευασμένης επικράτειας εντός της οποίας οφείλει ντε φάκτο να κινείται κάποιος κλασικός δημιουργός που βρίσκεται στο επίκεντρο του «κανόνα». Αδυνατούμε να δεχτούμε εύκολα εκδοχές του έργου του Παλαμά χωρίς την πατριδολατρεία, του Καραγάτση δίχως τον σεξουαλισμό, του Ρίτσου άνευ της αριστερής στράτευσης, μιας και τέτοιες θεάσεις σπάνε τα βολικά για την έρευνα «καλούπια» εντός των οποίων έχουμε τοποθετήσει τους συγγραφείς του παρελθόντος χωρίς να επιδέχονται εύκολα αλλαγών, πέραν κάποιων επιφανειακών προσθηκών εντός της ίδιας και σταθερής δομής σκέψης και αφήγησης.

Μια τέτοια αντίστοιχη περίπτωση αποτελεί και το πεζογραφικό έργο του Ηλία Βενέζη, το οποίο έχει συνδεθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου με τους απόηχους της Μικρασιατικής Καταστροφής, με τα πάθη των αιχμαλώτων στα τάγματα εργασίας, με το δράμα της προσφυγιάς και με τη συνακόλουθη προσπάθεια για την εκκίνηση μιας νέας ζωής στον ελλαδικό χώρο, ενώ, παράλληλα, κυριαρχούν εντός του εφ όρου ζωής οι αναμνήσεις μιας χαμένης για πάντα πατρίδας στην άλλη πλευρά του Αιγαίου. Αδυνατούμε, λοιπόν, σήμερα ακόμα και να διανοηθούμε πως υπάρχει εκεί έξω μια πλευρά του νεανικού Βενέζη που αγωνίζεται να ανακαλύψει τη φωνή του στην πεζογραφία και την… ποίηση πειραματιζόμενος με τον αισθητισμό, διαλεγόμενος με τα καινοτόμα ρεύματα των αρχών του 20ού αιώνα και πριμοδοτώντας στη γραφή του τη ρευστότητα και την υποβολή αίσθησης έναντι της γραμμικής εξιστόρησης και πλοκής. Αδυνατούμε, μάλιστα, να κατανοήσουμε πως, αν δεν είχε λάβει χώρα η Καταστροφή και η οδυνηρή του εμπειρία, όλα τα στοιχεία του πρώιμου έργου του οδηγούν μαθηματικά στο συμπέρασμα ότι η γραφή του θα εξελισσόταν σε εντελώς διαφορετικούς άξονες και ο λογοτέχνης Βενέζης σήμερα θα ήταν ταυτισμένος με εξ ολοκλήρου άλλα χαρακτηριστικά, ελάχιστα συμβατά με την εικόνα μας για εκείνον.

Αυτή την ως τώρα ανέκδοτη εκδοχή του πρώιμου Βενέζη φέρνει στο φως η τολμηρή και καλοστημένη αισθητικά σειρά «Αναψηλαφήσεις» των Εκδόσεων Σοκόλη σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης και (εν προκειμένω) η ενδελεχής έρευνα του νέου επιστήμονα Κωνσταντίνου Καλαϊτζάκη, ο οποίος κατορθώνει να τοποθετήσει με απόλυτη ακρίβεια το έργο του Μικρασιάτη Λογοτέχνη στα δεδομένα της εποχής του. Ο Καλαϊτζάκης περιγράφει με σαφήνεια και αρκετές παράπλευρες πληροφορίες τη (λησμονημένη σήμερα) φιλολογική κίνηση της Μικράς Ασίας και των παραλίων τα χρόνια πριν την τραγική λήξη της εκεί ελληνικής εμπλοκής και αναλύει την επιρροή αισθητιστικών, νιτσεϊκών και πρωτοπόρων θεωριών σε νέους Λογοτέχνες της περιοχής που επιχειρούν τόσο να ορθώσουν αυτόνομα τη φωνή της δικής τους γενιάς όσο και να προβάλουν το στοιχείο της εντοπιότητας στην παραγωγή πνευματικού λόγου, δίχως να διαμεσολαβούνται από την ισχυρή μαγνητική δύναμη του «κέντρου» των Αθηνών. (περισσότερα…)