Καταφανής υποκειμενικότητα, κι όμως το εγώ άφαντο

της ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΒΑΓΙΩΤΗ

~.~

[ Φ. Κ. Β. ],
σωρείτης,
Στιγμός 2024

Ας ξεκινήσω από την επιλογή του τετριμμένου και άκρως απροσδιόριστου όρου «βιβλίο»: ο σωρείτης μοιάζει να αντιστέκεται στην ειδολογική ταξινόμηση ή, τουλάχιστον, δεν θα είναι λίγοι εκείνοι που θα δυσκολευτούν να το κατατάξουν σε ένα ορισμένο είδος – πράγμα που σχετίζεται ως ένα βαθμό και με τη δυσκολία ανάγνωσής του. Η μορφή του κάπως βοηθά: εμπεριέχει ένα είδος εισαγωγικής προμετωπίδας, ένα απόσπασμα από το ποίημα του Καβάφη, «Απ’ τες εννιά —» (με την πρώιμη υπογραφή του ποιητή Κ.Φ.Κ. όπου και το γένος της μητέρας έχει κάποια βαρύτητα και αυτό έχει σημασία), ένα είδος λεξιλογικής υποβοήθησης μαζί με «κλειδιά» ανάγνωσης, μία άτιτλη μικρή εισαγωγή, τρία μεγάλα ίσα μέρη που τιτλοφορούνται «ΣΤΑΣΙΣ Α΄, Β΄ και Γ΄» και στοιχίζονται αριστερά-κέντρο-δεξιά και μία ηρωική (δικό μου) «ΕΞΟΔΟ» που στην τελευταία σελίδα διακόπτεται με κάτι που μοιάζει να είναι περιεχόμενο «στάσεως» και τιτλοφορείται «ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ». Πολύ σημαντικό είναι πως ό,τι εμπεριέχεται στις «ΣΤΑΣΕΙΣ» (και στα κλειδιά) μπαίνει σε εισαγωγικά. Από τη σελίδα των κλειδιών συμπεραίνουμε πως ο συγγραφέας σε αυτά τα σημεία ξεχωρίζει τον εαυτό του από τις «φωνές», απομακρυνόμενος κάποιες αφηγηματικές βαθμίδες πίσω. Έτσι, αν δεχτούμε ότι έχουμε ένα τρίπτυχο συγγραφέας-αφηγητής ή ποιητικό υποκείμενο (ό,τι εντάσσεται εκτός εισαγωγικών)-φωνές, τότε τείνουμε να θεωρούμε πως το βιβλίο αυτό γράφεται κανονιστικά, με αυστηρό τρόπο. Η γραφή που κατά τα φαινόμενα στοιβάζεται σε έναν άτακτο σωρό είναι τακτική και γι’ αυτό, θεωρώ, υπερτερεί η πεζολογία. Η παράθεση αράδων με τη μορφή στίχων είναι κάτι που άλλωστε υπονομεύεται και από τις ίδιες τις φωνές που φέρουν ιδιόλεκτο, προφορικότητα, ντοπιολαλιά, αφρόντιστη σύνταξη, συνειρμικότητα και μιαν αίσθηση ελευθερίας από συμβάσεις. Ο λόγος δεν είναι ούτε φροντισμένος, ούτε υπερρεαλιστικός· ο λόγος είναι «απομαγνητοφωνημένες» φωνές, σκέψεις, αναμνήσεις, που τις βάζει σε τάξη (φαινομενικά άναρχη) η αφήγηση. Το βιβλίο είναι πεζογραφικό, παρά τον Καβάφη, παρά τις στοιχίσεις, παρά την εσκεμμένα ποιητική μορφή. (περισσότερα…)

Μέμνησθε τῆς ἀγάπης

Άποψη του ναού του Αγίου Αβερκίου, άλλοτε καθολικού της μονής των Ηλίου Βωμών ή Ελεγμών, στο τωρινό χωριό Κurşunlu της Προποντίδας.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #16
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Μέμνησθε τῆς ἀγάπης

Στις ακτές της Προποντίδας, ανάμεσα στην Κίο και τα Μουδανιά, τόπους συνδεδεμένους με τις πικρές σεπτεμβριανές μνήμες του 1922, βρίσκεται το ελληνικό ως τότε χωριό των Ελεγμών ή Ελιγμών, που ονομάζεται τώρα Kurşunlu. Eπάνω σχεδόν στην ακτή, δίπλα στο μικρό παντοπωλείο Manastir Market, στέκουν ακόμη τα ερείπια της περιώνυμης κάποτε βυζαντινής μονής της Θεοτόκου των Ηλίου Βωμών ή Ελεγμών. Τα σημαντικότερα κατάλοιπα είναι αυτά του καθολικού, που είχε αφιερωθεί σε νεότερους χρόνους στον άγιο Αβέρκιο. Το δίχως πια τρούλο, γυμνό κουφάρι του ναού, ξεχωρίζει για την υψηλή ποιότητα της αρχιτεκτονικής και της όλης κατασκευής του, και σχετίζεται με την ανακαίνιση της μονής κατά τον 12ο αιώνα, από τον Νικηφόρο Μυστικό. Ο τελευταίος συνέταξε το 1162 το Τυπικόν της —τον κανονισμό λειτουργίας της— το οποίο σώζεται σήμερα σε χειρόγραφο της μονής της Πάτμου. Η ευρύτερη περιοχή είχε μακρά παράδοση στον μοναχισμό. Ο Όλυμπος της Βιθυνίας (σήμερα Uludağ), λίγο νότια από τις ακτές, ήταν ένα ιερό όρος που έφτασε κάποτε να φιλοξενεί γύρω στα 50 μοναστήρια, ορισμένα εκ των οποίων έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην έριδα της Εικονομαχίας. (περισσότερα…)

Erich Fried, «Τα βατράχια σκοτώνονται στα σοβαρά»

*

Ασταμάτητα

Ανοησία
Να σκουπίζει κανείς
Τα δάκρυά του
Προτού σταματήσει
Να κλαίει

*

Αλλά
Πρέπει κανείς
Να τα σκουπίζει
Για να σιγουρευτεί
Ότι πράγματι μπορεί
Να σταματήσει
Να κλαίει

*

Ή ότι δεν είναι δυνατόν
Πια να πάψει
Να θέλει να κλάψει

/// (περισσότερα…)

Ο Ζαν Πάουλ Ρίχτερ και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Συμπληρώνονται φέτος 200 χρόνια από τον θάνατο του κορυφαίου πεζογράφου της ρομαντικής Γερμανίας, του Johann Paul Friedrich Richter (Βούνσιντελ 1763 – Μπαϊρόυτ 1825), γνωστότερου ως Ζαν Πάουλ, όπως ο ίδιος θέλησε να μείνει στην ιστορία των Γραμμάτων. Επιδιώκοντας σταθερά την σύνθεση επικού και λυρικού/μουσικού στοιχείου και την σύνδεση του ορατού με τα αόριστα ψυχικά βιώματα, αντιστρέφοντας τη σχέση της φωτεινής επιφάνειας με το εσωτερικό βάθος, ο Ζαν Πάουλ, ξεπερνώντας την διάκριση γεγονότος και αίσθησης αλλά και την δουλεία της μορφής, οδήγησε την ρευστή αμορφία του ρομαντικού μυθιστορήματος στα άκρα της.

Το εντυπωσιακό του ξεκίνημα με τις σατιρικές Δοκιμασίες της Γροιλανδίας και το δημοφιλές μυθιστόρημα Έσπερος ή 45 Μέρες με Σκύλους δεν του χάρισαν την πολυπόθητη αναγνώριση που επιθυμούσε. Ο Χέρντερ και ο Βήλαντ τον επαίνεσαν αλλά ο Γκαίτε και ο Σίλλερ έστεκαν ψυχροί ενώ και το αναγνωστικό κοινό έδειχνε διχασμένο. Κάποιοι τον σέβονταν απόλυτα κι άλλοι τον αντιμετώπιζαν με κούνημα του κεφαλιού και αδιαφορία.

«Βρήκε την υγειά του» αφήνοντας την Βαϊμάρη για το Βερολίνο όπου η βασίλισσα της Πρωσίας Λουίζα αποδείχθηκε ενθουσιώδης αναγνώστρια των έργων του. Αυτό ώθησε τον Ζαν Πάουλ να μετακομίσει μόνιμα στο Βερολίνο τον Οκτώβριο του 1800, όπου έγινε φίλος με τους αδελφούς Σλέγκελ και τους άλλους μεγάλους ρομαντικούς, τον Τικ, τον Σλάιερμαχερ, τον Φίχτε. Από το 1804 όμως εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στο Μπαϊρόυτ όπου έζησε απομονωμένος ως τον θάνατό του. Παρά την απομόνωση όμως, ενέπνεε τις γερμανικές φοιτητικές αδελφότητες, τόσο για τον πατριωτισμό του όσο και για τις τολμηρές μεταφορές και τις λαβυρινθώδεις πλοκές των έργων του, στις οποίες ο Ζαν Πάουλ παρενέβαλλε στοχασμούς και ποιητικά ή φιλοσοφικά σχόλια που μαρτυρούν την αποστασιοποίησή του τόσο από τον διαφωτισμό όσο και από την μεταφυσική. Η πνευματώδης ειρωνεία του διανθιζόταν πάντα με απότομη πικρή σάτιρα και ο νηφάλιος ρεαλισμός του με τα πιο μεταμορφωτικά ειδύλλια. Έτσι, κατέληξε σε μια κοσμοθεωρία χωρίς ψευδαισθήσεις, σε συνδυασμό με την χιουμοριστική παραίτηση από κάθε διάθεση κατήχησης. Κέρδισε τελικά την υψηλότερη εκτίμηση μεταξύ των μεταγενέστερων ποιητών και δεν είναι τυχαίο ότι υπήρξε ο μόνος ποιητής του οποίου τα πλήρη έργα πήρε μαζί του στο Παρίσι ο Πάουλ Τσέλαν, στο έργο του οποίου είναι εμφανείς οι επιδράσεις. (περισσότερα…)

Η ζωή αποβάλλει ό,τι δεν είναι ζωή – Για τον Τσάρλι Κερκ

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Φαίνεται πως τη στιγμή που ο σκοπευτής πάτησε τη σκανδάλη, συνέβησαν ακαριαία δύο πράγματα: ο φιλελεύθερος συντηρητικός ντιμπέιτερ Τσάρλι Κερκ  άρθρωσε τις τελευταίες του λέξεις, οι οποίες για άλλη μια φορά, κατά ειρωνική σύμπτωση, σχημάτιζαν ερώτηση (οι ερωτήσεις, εχθροί των δογμάτων, καλούν σε συζήτηση) και, δεύτερον, ο ιδεολογικός αντίποδας του φιλελεύθερου συντηρητισμού, ο αυτοαποκαλούμενος «προοδευτικός» κόσμος, καταξέσκισε, με έξαλλη χαρά και εκρηκτική ανακούφιση, όποια υπολείμματα προοδευτισμού (και αξιοπρέπειας) του είχαν απομείνει μετά την εμβάπτισή του στην αποδομιστική woke παράκρουση των τελευταίων πολλών ετών. Επειδή, αλήθεια, από την υιοθέτηση της άποψης ότι η γλώσσα δεν είναι παρά ένα μέσο διαιώνισης εξουσιαστικών δομών μέχρι την απόρριψη του διαλόγου ως διαύλου επικοινωνίας είναι μισό τσιγάρο δρόμος, και με το άλλο μισό έχεις φτάσει στο μίσος – στην έξαλλη ή μετά βίας κεκαλυμμένη χαρά για τη δολοφονία κάποιου που έχει αντίθετες απόψεις και σε καλεί σε διάλογο.

Εδώ εδράζεται και το επιχείρημά τους ότι ο Κερκ «διέδιδε το μίσος», «έχει βλάψει την κοινότητα των LGBTQ+», «ήταν ρατσιστής» και άλλα παρόμοια, συνεπώς ήταν «φασίστας», «ακροδεξιός» και μάλλον «πήρε αυτό που του άξιζε».

Η γλώσσα είναι φυσικό να καθρεφτίζει την εποχή και τις κοινωνίες στις οποίες μιλιέται. Και αλλάζει μέσα στα χρόνια, όπως αλλάζουν και οι εποχές και οι κοινωνίες. Όταν οι άνθρωποι παύουν να τη χρησιμοποιούν ως αυτό που είναι, ως το κατεξοχήν μέσο επικοινωνίας, παύουν να είναι άνθρωποι και γίνονται κτήνη – αφενός γιατί παραιτούνται από το βασικότερο ανθρώπινο χαρακτηριστικό τους, τον ορθό λόγο, και αφετέρου γιατί, σε συναισθηματικό επίπεδο, χάνουν αυτό που καταλαβαίνουμε με τη λέξη «ανθρωπιά».

Είναι αλλόκοτο να παρακολουθείς ντιμπέιτ του Τσάρλι Κερκ με νέους ανθρώπους που εμφανίζονται μπροστά του και ουρλιάζουν στο μικρόφωνο «Μου κάνεις κακό!», κι όταν τους ρωτάει γιατί, του απαντούν «Επειδή είσαι κατά των εκτρώσεων!», «Επειδή είσαι κατά της φυλομετάβασης!» κτλ. κτλ. Πώς μπορεί κάποιος να κάνει κακό σε κάποιον άλλον μόνο και μόνο με τις απόψεις του για διάφορα θέματα που απασχολούν την εποχή του; (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, «Ο τόπος και ο καιρός δεν μας χωρούν πλέον»

*

Με αφορμή την αναδρομική έκθεση του ζωγράφου στην γκαλλερύ Art Projekt Space (Φαλήρου 66, Αθήνα, 10 Σεπτεμβρίου – 8 Οκτωβρίου 2025), το ΝΠ αναρτά μια παλαιότερη, του 2004, αλλά αδημοσίευτη συνομιλία του Χρήστου Μαρκίδη με τη στιχουργό Αγαθή Δημητρούκα.

~.~

ΑΓΑΘΗ ΔΗΜΗΤΡΟΥΚΑ: Η ζωγραφική σου, οι μορφές στη ζωγραφική σου, περιέχουν την ηχηρή μοναξιά. Μια μοναξιά διττή. Της προβαλλόμενης μορφής και του δημιουργού, που “κρύβεται” πίσω απ’ το έργο παρακολουθώντας το, ενώ παρακολουθεί ταυτόχρονα και τον θεατή. Θέλω να πω ότι όταν παρατηρώ ένα έργο σου, ακόμη κι αν στέκεσαι δίπλα μου και με “ξεναγείς” σ’ αυτό, έχω την αίσθηση πως με κοιτάς κρυμμένος πίσω από τον καμβά, με τη ματιά κάποιου θεού που βλέπει, εξετάζει, ερευνά, χωρίς να παρεμβαίνει. Χωρίς να παρεμβαίνει ακόμη, ίσως;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ: Αυτό σημαίνει ότι η ζωγραφική φέρει ακόμη τη μνήμη του Θεού κι ότι στο έργο μου υπάρχει κατά κάποιο τρόπο η παρουσία της. Η καθ’ ημάς παράδοση περιείχε πάντοτε τούτο το βλέμμα. Στην αντίστοιχη δυτική, τη θέση του Θεού έχει καταλάβει από ένα σημείο και πέρα, απολύτως βέβαιος για τον εαυτό του και τον κόσμο, ο καλλιτέχνης. Στον Βελάσκεθ, π.χ., δεν υπάρχει κανενός είδους μοναξιά. Υπάρχει το περιβάλλον της Αυλής και οι βεβαιότητες οι ακμαίες της εποχής του. Πώς να παρέμβει ο Θεός. Σήμερα δε, μοιάζει να μην μπορεί να παρέμβει όχι μόνον ο Θεός αλλά και ο άνθρωπος. Είμαστε υποχείρια της Τεχνικής, που ένας συγκεκριμένος επιθετικός πολιτισμός, δημιούργησε.

Α.Δ.: Μέσα στον επιθετικό πολιτισμό, η μοναξιά εκλαμβάνεται ως άμυνα, άμυνα καρτερική, αλλά ακλόνητη, δεν σπάει. Όσο και να λυγίζουν οι μορφές στα έργα σου, δεν σπάνε, δεν διαλύονται. Γέρνουν για ν’ αποτυπώσουν στην ύλη τη δική τους μνήμη του Παραδείσου, ή ατενίζουν. Είναι άραγε μνήμη του σκοταδιού πριν από τη δημιουργία του κόσμου; Η μορφή στο έργο σου μου δίνει την εντύπωση ότι συλλέγει και συμπυκνώνει εντός της το σκοτάδι του σύμπαντος για να μείνει η γη φωτεινή. Αλλά φωτιζόμενη εκ των έσω, σαν να φλέγεται εσωτερικά, σαν να πυρπολείται εσωτερικά και να εκπέμπει ένα στιλπνό φως και συγχρόνως πυκνό, απροσδιορίστου βάθους. Κι είναι φως, μόνο φως, όχι φωτιά.

Χ.Μ.: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός», θα έλεγα, προσυπογράφοντας τον στίχο του ποιητή. Πορευόμαστε με το πυρ δημιουργικά και καταστροφικά από τις απαρχές της υπάρξεώς μας. Η φωτιά και η στάχτη είναι οι υλικές πλευρές του κόσμου, ζωή-θάνατος και τανάπαλιν, δύο αρχέγονες δυνάμεις που αντιπαλεύουν στην πράξη. Το φως και το σκοτάδι ορίζουν ποιοτικής τάξεως συνειδητοποιήσεις, συνδιαλέγονται. Στις καθ’ ημάς νωπογραφίες, π.χ., το σκότος λειτουργεί ως φόντο για να προβάλλει τις μορφές. Στις ιερές Εικόνες η νύχτα μεταμορφώνεται σε απαστράπτον φως, ο υπερούσιος γνόφος αποτελεί πνευματικό συστατικό της παρηγορητικής θεοπτίας. Σήμερα ο καβγάς γίνεται για το πάπλωμα. Αυτό που ενδιαφέρει συνολικά είναι η αυτονομημένη προοπτική του φόντου της Αναγέννησης· ούτε o Θεός ούτε o κόσμος ούτε o άνθρωπος. Ανάγκη ποσοτικής επιβεβαίωσης, μ’ άλλα λόγια, και φαντασίωση ανελέητη της αδιαφάνειας. Έτσι η μοναχικότητα του εικαστικού ταμπλώ ταυτίζεται μαρτυρικά με την εξομολογητική αμηχανία του γραπτού λόγου. Είναι θαρρώ οι μόνες εναπομένουσες φωταγωγικές άμυνες.

*

(περισσότερα…)

Υπαίθριες σκέψεις για την βία, την ασχήμια και την ομορφιά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Αχνοφαίνεται πέρα μακριά. Ένα κομμάτι βουνοκορφής. Αχνό μέσα απ’ τη ζέστη που ανεβαίνει κι απλώνεται αργά αργά μαζί με το φως της μέρας, τους ήχους από τα τζιτζίκια και ότι άλλο σκιρτά στην ύπαιθρο.

Κοιτάζεις από ένα ψηλό σημείο. Είσαι σε σπίτι εξοχής, σε ύψωμα, κι αγναντεύεις πέρα τη βουνοκορφή. Αχνοφαίνεται κι όμως ελκύει. Μπορεί να θυμίζει κάτι άλλο, μια ανεπαίσθητη μορφή, μια εικόνα που έρχεται από το παρελθόν, άσβηστη, χαμένη ποιος ξέρει σε ποιο άβρετο βάθος που κάτι υπονοεί, κάτι υποβάλλει.

Και ο όγκος; Δεν σημαίνει κάτι, δεν φανερώνει; Διακρίνεις από μακριά δέντρα και βλάστηση. Όλα αχνά, σαν πίνακας ακουαρέλας, νεροχρώματα. Από πάνω απλωμένος ουρανός, αυτό το γαλάζιο, κάπως θαμπό, σίγουρα λόγω υδρατμών ζέστης που κόρωσε αυτές τις μέρες.

Άραγε ποιος λόγος σ’ έκανε να σταματήσεις σ’ αυτό το σημείο του βουνού; Ένα τοπίο ανοιχτό, όπου το βλέμμα περιφέρεται ελεύθερο, ζητάει κάτι να βρει, σίγουρα όμορφο, διάφανο, απλό αν όχι αδρό. Γραμμές, σχήματα, όγκοι, φύλλα, φυλλωσιές, κλαδιά, κορμοί μισοκαμένοι από την σχετικά πρόσφατη πυρκαγιά, ξερά χόρτα που τα χρυσίζει ο ήλιος, κυπαρίσσια καταπράσινα υψωμένα λίγο πιο ’κει που γλύτωσαν το κάψιμο, το μικρό νεκροταφείο του χωριού που πας να το πεις κοιμητήριο –αυτό είναι το σωστό, αλλά προϋποθέτει πίστη στην Ανάσταση–, πουλιά εξαφανισμένα –δεν ακούστηκε λαλιά–, το τσιτσίρισμα των τζιτζικιών, θάμνοι ξεραμένοι αλλά και άλλοι ολοζώντανοι και βέβαια ένας ολόκληρος μικρόκοσμος, εκατοντάδες λιλιπούτια πλάσματα αφανή, που αυλακώνουν το χώμα κρυμμένα.

Τώρα κοιτάζω φοίνικες. Δεν έχουν «ανδρωθεί» ακόμη, μοιάζουν παιδικοί. Είναι φουντωτοί, πράσινοι, τα μυτερά τους φύλλα σαν σπαθιά, περιβάλλουν το σπίτι, ακοίμητοι φρουροί ανήλικες, αντικρίζουν μικρές πεταλούδες που φάνηκαν μια στιγμή και χάθηκαν. Τις στροβιλίζει κι αυτές η αύρα και πετούν ανάμεσα στις πρασινάδες, ψάχνουν να βρουν κανένα λουλούδι να χαρούν την ευωδιά του ή να χαϊδευτούν στα πέταλά του.

Υπάρχει απουσία τρυφερότητας. (περισσότερα…)

Απορριματοtherapy

*

(Να ζήσεις 24 ώρες χωρίς το είδος πρώτης ανάγκης)*

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα,
μόνο μια μέρα δίχως του – χωρίς καν να τ’ αγγίξω.

(Ήθελες μόνο σήμερα, μονάχα ν’ αποφύγεις
τόσες χιλιάδες χρήσεις του, τόσες πολλές μορφές του.)

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα·
μια μέρα δίχως πλαστικό – χωρίς καν να τ’ αγγίξω.

***

Μ’ αυτές τις σκέψεις ξύπνησα…

Μ’ αυτές τις σκέψεις κάθισα στου κρεβατιού την άκρη
κι όπως βιαζόμουν πάτησα στο πλαστικό χαλάκι.

(Κι όπως σφιγγόσουν πάτησες στο πλαστικό χαλάκι·
τόσο νερό τι το ’θελες μέσα στη μαύρη νύχτα; )

Κι ύστερα βρέθηκα μπροστά στο πόμολο του μπάνιου
(κι ύστερα πέτρωσες μπροστά στο πόμολο του μπάνιου),

πόμολο γκρίζο στρογγυλό, γκρίζας κλεισμένης πόρτας,
όλο ντυμένο πλαστικό – δεν τ’ άγγιξα καθόλου·

δεν τ’ άγγιξα, μα φώναξα: καλή μου, θα μπορέσεις; …
Και μπόρεσε.

***

Υγρά σαπούνια σήμερα, πομάδες, ξυραφάκια,
κολόνιες κι αποσμητικά περίμεναν ματαίως.

Άνοιξα για τα δόντια μου (πες: τα σφραγίσματά σου )
μιαν οδοντόβουρτσα μπαμπού με τρίχες άγριου χοίρου, (περισσότερα…)

Από το Πραξικόπημα στην οικία Αζίνα: Ένα βιβλίο με προϊστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[1/12]

~.~

Ο Νίκος Σαμψών είναι μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι οκτώ –και, κατά τον ίδιο, οι εννέα, που ο Κυριάκος Μαργαρίτης,  συγγραφέας του φερώνυμου Σαμψών[1] τού πιστώνει παιγνιωδώς–, μέρες που ηγήθηκε της πραξικοπηματικής κυβέρνησης της Κύπρου σήμαναν την απαρχή μιας εθνικής τραγωδίας, της μεγαλύτερης μετά από εκείνην του 1922, που έμελλε να ολοκληρωθεί με την τουρκική επέλαση και την de facto διχοτόμηση της χώρας.

Ήδη ο Βασίλης Γκουρογιάννης, αγγίζοντας στο Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή (2009)[2] –ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της Μεταπολίτευσης– το ζήτημα των βετεράνων πολεμιστών της Κύπρου, είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Υπενθυμίζω, ενδεικτικά, ότι η παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα διακόπηκε από ορδές κουκουλοφόρων, ενώ ο συγγραφέας του βιβλίου λοιδορήθηκε από ακροδεξιά έντυπα για εθνική μειοδοσία, αλλά και χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα από την Αριστερά ως εκφραστής εθνομηδενιστικών αντιλήψεων.[3] Αντιθέτως, αρθρώνοντας την οδύνη του για τον οριστικό ακρωτηριασμό της Μεγαλονήσου από τον εθνικό κορμό, ο Γκουρογιάννης θέτει σημαντικά ζητήματα συνειδήσεως σε ό,τι αφορά στην πρότερη μετοχή –εκόντων ακόντων– Ελλαδιτών πολεμιστών της Κύπρου στο Πραξικόπημα και, συναφώς, στις βαριές ευθύνες του στρατιωτικού καθεστώτος της Ελλάδας στην προδοσία της Κύπρου. Αν ο Γκουρογιάννης, δεκαέξι χρόνια πριν, προκάλεσε, φέρνοντας στο φως την ιστορία ενός ανθρώπου ψυχικά και σωματικά σακατεμένου, που εν τέλει δεν ήξερε εναντίον ποιων -δικών του ή ξένων- ήταν εντεταλμένος να πολεμήσει, χρειάζεται να πιστωθεί η αντίστοιχη τόλμη -ου μην η πρόκληση- στο βιβλίο του Μαργαρίτη υπό τον τίτλο Σαμψών, που καταπιάνεται ονομαστικά –και όχι πια συμβολικά και αφηρημένα– με έναν από τους κατεξοχήν πρωταγωνιστές της κυπριακής προδοσίας.

Για να γίνει αντιληπτός ο βαθμός στον οποίο ο Νίκος Σαμψών ταυτίστηκε στο συλλογικό συνειδητό των Κυπρίων με το ίδιο το Πραξικόπημα, αρκεί να αναφερθεί ενδεικτικά πως τα παιδιά του, Μίνα και Σωτήρης, έτυχαν σε παιδική ηλικία επίθεσης στο δημοτικό σχολείο που φοιτούσαν από ομάδα μαυροφορημένων γυναικών –μανάδων και συγγενών αγνοουμένων και πεσόντων– που τα περιέλουσαν, έναντι του χυμένου αίματος των οικείων τους, με κόκκινη μπογιά: «Είναι πολύ δύσκολο –καλώς ή κακώς– κάποιος να σου έχει φορτώσει την τραγωδία όλου του τόπου σου στον ώμο σου»,[4] δηλώνει σαράντα πέντε χρόνια μετά η κόρη του Νίκου Σαμψών, Μίνα. Ομολογώ προσωπικά πως, έχοντας μαζί μου το βιβλίο Σαμψών σε χώρους οικείων, διαβάζοντάς το αδηφάγα άμα τη δημοσιεύσει του από τον Ίκαρο, μόνο και μόνο ο τίτλος ή και η φωτογραφία του υπό αναφορά προσώπου στο εξώφυλλο προκαλούσε μορφασμούς, φορτισμένες συζητήσεις και αποτροπιασμό, ανασύροντας μνήμες και τραύματα των συνομιλητών μου, όπως και ενδοιασμούς γύρω από έναν πολλά επίφοβο αναθεωρητισμό, που αφορά τόσο στον συγγραφέα του βιβλίου όσο και στην υποφαινόμενη κριτικό. Όχι τυχαία, η κριτική τηρεί ακόμα ευλαβικά σιωπή γύρω από το Σαμψών,[5] παρότι κυκλοφορεί εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, κι ενώ ο Μαργαρίτης έχει ήδη προχωρήσει στην έκδοση του Συμβάν 74 (2024),[6] γεγονός που καθιστά την παρούσα μελέτη την πρώτη και σε κάθε περίπτωση ανενδοίαστη προσέγγισή του. (περισσότερα…)

Natasha Lvovich, Μεταφορές*

*

In Memoriam:
Στην αγαπημένη φίλη και διακεκριμένη ποιήτρια
Wendy Barker, της οποίας η ελαφρότητα και η δεξιοτεχνία
υπήρξαν πηγή έμπνευσης και ενθάρρυνσης

Το ελαιόλαδο θα μου κρατήσει πολύ,
σαν το αγνό λάδι του Χανουκά, που κράτησε
οκτώ μέρες αντί για μια –
το θαύμα που έσωσε τον Ναό.
Το μπουκάλι είχε σφραγιστεί
προστατευμένο μέσα στα ρούχα μου—
ούτε μια σταγόνα δεν χύθηκε
στις αποσκευές—
ταξίδεψε ακέραιο ως την Αμερική.

Εκείνο το πολύτιμο λάδι,
με φειδώ το φύλαγα για τις σαλάτες,
γευόμουν κάθε σταγόνα,
όπως κάθε στιγμή στην Ελλάδα,
ανάμεσα σε ερείπια λαμπρά και ευρήματα,
στους δρόμους της Αθήνας, στα μουσεία, στο μετρό. Μια φορά,
μια σεβαστή κυρία στο τραμ με αγκάλιασε
όταν έμαθε
από πού είμαι — είμαι από τη Νέα Υόρκη.

Οι ελιές είχαν μαζευτεί
από την οικογένεια της Εύας — τρεις γενιές —
από δέντρα αρχαία σαν τα ερείπια
και που, όπως εκείνα, στέκονται ακόμη·
και φυτρώνουν παντού στην εξοχή
και στο μικρό χωριό
όπου όλοι,
όπως η Εύα, λέγονται Μαραγκός: ο πατέρας,
τα ξαδέλφια, οι θείοι, οι θείες,
δεν μιλούσαν αγγλικά
μα μου άπλωναν τα χέρια
και γελούσαν με όλη τους
την καρδιά. (περισσότερα…)

Ίρις

*

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΙΡΙΔΑ

Ω Ίρις, το ουράνιο τόξο μου, Ίρις, η αγγελιοφόρος των θεών, Ίρις εσύ των οφθαλμών μου, Ίρις, το άνθος του Φθινόπωρου… Ίρις, η πολυαγαπημένη μου, Ίρις, η σκάλα εσύ των Ουρανών, Ίρις, νεράιδα της Ραΐνας, Ίρις, η νύμφη εσύ της Κασταλίας….

Ω Ίρις, με το μίνι το λευκό και με το πέπλο σου, ω Ίρις, νύφη εσύ που προσκυνάς μπρος στον ναό του Παρθενώνα, ω Ίρις, στον Κρυφό Γιαλό μας η ολόγυμνη, ω Ίρις, στο ενδέκατο, το δάχτυλό μου, δαχτυλίδι…

Ίρις, ω έκσταση κι ουράνια χαρά, Ίρις, η γήινη ευτυχία… Ίρις, φτασμένη απ’ το Παντού κι από το Πάντα.

///

ΑΣ ΗΤΑΝ

Ας ήταν να ’χα εσένανε εκεί βαθιά στον Άδη
η ομορφιά σου Ήλιου φως να κάνει το σκοτάδι.

Να με φιλάς κι όσο βαστώ, γλυκό βυζί να πιάνω,
αλλ’ αχ, σα μπαίνω μέσα σου, στο άφταστο να φτάνω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Το ελληνικό διήγημα 1974-2024: 50 επιλογες

 *

Ανθολογεί ο Π. ΕΝΙΓΟΥΕΪ

~.~

Μετά την επιγραμματική παρουσίαση 85 διηγημάτων (εδώ) και την συνοπτική παράθεσή τους ανά κατηγορία (εδώ), θα ήθελα να ολοκληρώσω την προσωπική αυτή εξερεύνηση στο ελληνικό διήγημα της περιόδου 1974-2024 με μια σύντομη παρουσίαση 50 εξ αυτών.

Η παρούσα, λοιπόν, επιλογή επιχειρεί μια διαδρομή στον πυρήνα της σύγχρονης ελληνικής διηγηματογραφίας, εστιάζοντας όχι μόνο σε ονόματα αναγνωρισμένα και καταξιωμένα, αλλά και σε φωνές λιγότερο προβεβλημένες.

Η ποικιλία είναι εντυπωσιακή: διηγήματα υπαρξιακά, αλληγορικά, ερωτικά, αστυνομικά, πολιτικά, φουτουριστικά, σπαρακτικά ή κωμικά. Ιστορίες ωμού ρεαλισμού, ποιητικής αλληγορίας, σατιρικής πρόζας, φανταστικής λογοτεχνίας μέχρι και μεταμοντέρνας μεταμυθοπλασίας που διαδραματίζονται στη επαρχία, στο κέντρο της Αθήνας, σε ένα διαμέρισμα, σε ένα ορυχείο ή και στη… Δευτέρα Παρουσία.

Η θεματική ποικίλει εξίσου: Ιστορία, μνήμη, έμφυλη ταυτότητα, τεχνολογική αλλοτρίωση, μοναξιά, θάνατος, ερωτική επιθυμία.

Γλώσσα: λυρική, στομφώδης, ξερή, ρεαλιστική, σκωπτική, αρχαιοπρεπής, ωμή, ακατέργαστη, λαϊκή μέχρι βωμολοχική. Γιατί, από τη Μεταπολίτευση και μετά, το ελληνικό διήγημα έγινε και προκλητικό.

Τα κείμενα που ακολουθούν, με αλφαβητική σειρά ανά συγγραφέα, δεν αποτελούν «κανόνα», ούτε διεκδικούν το θέσφατο. Συνθέτουν, ωστόσο, έναν πυκνό χάρτη, μια εκδοχή λογοτεχνικής γεωγραφίας πέντε δεκαετιών.

Απολαύστε, λοιπόν, μια συλλογή-ταξίδι, ένα λογοτεχνικό road-trip.

~.~

Κώστας Ακρίβος
Λαέρτης, ο πατέρας
[Τελευταία νέα απ΄ την Ιθάκη, Μεταίχμιο, 2016]

Πρωτότυπο και ιδιόμορφο στο ύφος κείμενο που πλέκει τη φωνή του Θοδωρή Κολοκοτρώνη με αυτή του Λαέρτη της Ομηρικής Οδύσσειας, μεταφέροντας το σπαραχτικό πένθος ενός πατέρα που χάνει τον πρωτότοκο γιο του – τον Πάνο Κολοκοτρώνη – κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου το 1824.

Η εξαιρετική χρήση της προφορικής γλώσσας και η μίμηση (σε ύφος, ορθογραφία και σύνταξη) των χειρόγραφων απομνημονευμάτων ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ακούει τον ίδιο τον Γέρο του Μοριά να μιλά. Η ροή είναι συνεχής και το κείμενο εναλλάσσει ιστορικά γεγονότα, προσωπικές μνήμες και ηθικές εξομολογήσεις όλα αυτά με έκδηλη πικρία και παράπονο.

Κορυφαίο δείγμα της υποκατηγορίας της ιστορικής μεταμυθοπλασίας.

///

Τηλέμαχος Αλαβέρας
Αγέλη
[Ακριβά γούστα η κυρία, Κέδρος, 2006]

Εντύπωση προκαλεί το μάκρος της πρώτης πρότασης τετρακοσίων ογδόντα έξι λέξεων του σύντομου αυτού διηγήματος  –μοναδική περίπτωση στην εγχώρια διηγηματογραφία! Η φαινομενικά απλή σκηνή μιας βόλτας ενός ζευγαριού στο πάρκο μετατρέπεται, μετά τη συνάντηση με μια αγέλη αδέσποτων σκύλων, σε μια κινηματογραφική σκηνή έντασης και ανασφάλειας, δισταγμών και αναβλητικότητας.

Η αγέλη συμβολίζει την εξωτερική δύναμη που εισβάλλει στο πεδίο του ατόμου. Η διαφυγή του ζεύγους στην τελική σκηνή ερμηνεύεται τόσο ως νίκη όσο και ως προσωρινό ελιγμό μιας μόνιμης απειλής.

///

Ανδρέας Αποστολίδης
Εφιάλτης
[Αστυνομικές ιστορίες για πέντε δεκαετίες, Άγρα, 1998]

Διήγημα που διεξάγεται στην Αθήνα των Δεκεμβριανών 1944 παντρεύοντας το αστυνομικό σασπένς και την ιστορική τοιχογραφία με νευρώδη, κινηματογραφικό ρυθμό.

Πρόκειται για την απελπισμένη προσπάθεια δύο φίλων – του γλύπτη Λέλου και του «Παύλου» – να ξεφύγουν από την ομηρία τους στην κλινική «Λυμπέρη», ανάμεσα σε ΕΛΑΣίτες, Χίτες και μπλόκα βρετανικών στρατευμάτων.

Αφήγηση με λεπτομέρειες του χώρου, ενδυμάτων, μικρών καθημερινών σκηνών προσώπων: της κυνικής πανούργας αριστοκράτισσας, του μυστηριώδη πάτηρ (Άγγλου πράκτορα), της ταπεινής και λαϊκής μοδίστρας.

Ο συγγραφέας δίνει ένα πικρό σχόλιο για την εποχή: σε δύσκολους καιρούς η επιβίωση είναι ζήτημα μεταμόρφωσης και ψέματος.

/// (περισσότερα…)