Οικείο και ανοίκειο στις έμφυλες ζεύξεις του Ευριπίδη

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

«Κάθε άνθρωπος αλλάζει, όταν περάσει στη σιγουριά απ’ τη θέση του κινδύνου.»[1] Η φράση αυτή καταγράφει μια από τις κεντρικές δραματουργικές αρχές του Ευριπίδη: τις συνεχόμενες μεταβολές των ανθρώπων, καθώς αλλάζουν οι όροι της ζωής τους. Στις τραγωδίες του, η αρχή αυτή γίνεται ιδιαίτερα πολύσημη στις γυναικείες μορφές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο χορός των Τρωαδιτισσών γυναικών και των Βακχών. Στον Ευριπίδη οι έμφυλες κανονικότητες αντιστρέφονται, ό,τι θεωρείται οικείο στις ηγεμονικές κατασκευές της θηλυκότητας μεταλλάσσεται με αποτέλεσμα το οικείο να γίνεται ανοίκειο και τα όρια ανάμεσά τους να χαρακτηρίζονται από ρευστότητα. Η ρευστότητα αυτή του ανοίκειου στις έμφυλες ζεύξεις που παρατηρούνται στις τραγωδίες του Ευριπίδη καταγράφονται με πολυφωνικούς όρους που αποφεύγουν τον διδακτισμό. Το έμφυλο κατασκευάζεται μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικότητες που μαρτυρούν την πρωτοτυπία και τους νεωτερισμούς του. Σε μια επικαιροποιημένη ανάγνωση των κειμένων με όρους παροντικούς η θεωρία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού για το φύλο πραγματώνεται. Το φύλο δεν είναι μια συνεχής ουσιοκρατική παγίωση αλλά επιτελεστική πράξη. Οι λόγοι λοιπόν για τα φύλα κατασκευάζονται κοινωνικά και αλλάζουν διαρκώς ως προς το περιεχόμενό τους με βάση τους εκάστοτε κοινούς τόπους και το ιστορικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής. Οι αλλαγές δεν είναι απλώς ατομικές και προσωπικές. Αντίθετα, είναι έμφυλες, κοινωνικές και πολιτικές. Το οικείο – η μητρότητα, ο γάμος, οι σχέσεις των γυναικών μεταξύ τους και με τους άλλους μετατρέπονται σε ανοίκειες καταστάσεις κάθε φορά που εγγράφονται σε νέες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες.

Όπως αναφέρει η Μεσσάρη[2], οι γυναίκες στις τραγωδίες του Ευριπίδη βγαίνουν από τον περιορισμένο χώρο του οίκου. Παύουν να είναι σιωπηλές και υπάκουες, και «σιγᾶν δ’ ὅπου δεῖ» γίνονται «θυελλώδεις», εκδικητικές και διεκδικητικές. Είναι επιπλέον αυτές που δίνουν φωνή και αποδίδουν δικαιοσύνη σχετικά με την αντιπολεμική συλλογιστική του Ευριπίδη που δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στους νικητές του Τρωικού πολέμου, να δώσει φωνή στους ηττημένους και ηττημένες και να αμφισβητήσει ακόμα και την παντοδυναμία των θεών, μιλώντας για τους παραλογισμούς τους. (περισσότερα…)

Αναθυμιάσεις

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

1312
Πετούσαν στα 10.000 πόδια. Τα καύσιμα κόντευαν να σωθούν, οι κινητήρες σε λίγο θα σταματούσαν, ακόμη όμως το αεροσκάφος ανέβαινε. Μάταια αναβόσβηναν τα λαμπάκια του κινδύνου στο έρημο πιλοτήριο. Στην καμπίνα, εμπρός στους ενθουσιώδεις επιβάτες, ο κυβερνήτης με φωνή στεντόρεια απήγγελλε: «Μ’ έναν σκοπό του ταξιδιού – προς τ’ άστρα!»

1412
Σε μια πισίνα ξενοδοχείου, ο ήρωας πασχίζει να σοδομίσει την ερωμένη του. Αποτυγχάνει αλλά ωσάν η διείσδυση να έχει επιτευχθεί, παριστάνει ότι επιτελεί όντως την πράξη. Το επεισόδιο παρμένο απ’ τον Κούντερα. Πισίνες, πισινοί, χουνέρια και πόζες – υπάρχει πιο μεστή περιγραφή της ενεστώσης Ευρώπης;

1512
Τι σόι άνθρωπος ήταν πράγματι, το ψυχανεμίστηκες μόνο όταν αποπειράθηκες να του εκφράσεις τον ώς τότε βουβό θαυμασμό σου. Θυμάσαι την γκριμάτσα του, εκείνη τη στιγμιαία αμφιταλάντευση μεταξύ θεατρικής μετριοφροσύνης και αυθόρμητης έπαρσης. Σαν να σου έλεγε: «Και ποιος είσαι εσύ που με κρίνεις;»

1612
Ο Μπρετόν: «Βγες στο δρόμο μ’ ένα περίστροφο κι άρχισε να πυροβολείς τυχαία στο πλήθος». Ο Μαγιακόφσκι: «Μ’ ένα ρεβόλβερ μοναχά στο χέρι μας και μέσα στο κεφάλι μας τον Λένιν». Και ο Γκαίμπελς: «Όταν ακούω τη λέξη κουλτούρα, απασφαλίζω το Μπράουνινγκ». (Απ’ τα «Μεσοπολεμικά ξεστρατίσματα. Λησμονημένες σελίδες της Ιστορίας»).

1712
«Άραγες νά ’ναι η μοναξιά σ’ όλους τους κόσμους η ίδια;» (Ο ποιητής). «Δισεκατομμύρια πλανήτες περιπλανώνται “ορφανοί”, χωρίς άστρο μητρικό, στο διάστημα.» (Η εφημερίδα).

1812
Ένας περιπλανώμενος δερβίσης κάποτε εισόρμησε στο Βατικανό την ώρα που συνεδρίαζε η Κουρία κι άρχισε να κηρύττει με πάθος. Είναι ασεβής, είπε ένας καρδινάλιος. Είναι εξοργιστικός, είπε ένας άλλος. Του αξίζει ο θάνατος, υπερθεμάτισε ένας τρίτος. Α, είναι απλώς θεοπάλαβος, χαμογέλασε ο ποντίφηκας. Και επιπλέον, μας διασκεδάζει.

(περισσότερα…)

Mark Strand, Ὁ Ἐρχομός τοῦ Φωτός

*

Ἀκόμη καί τόσο ἀργά, συμβαίνει:
ὁ ἐρχομός τῆς ἀγάπης, ὁ ἐρχομός τοῦ φωτός.
Ξυπνᾶς και τά κεριά εἶναι ἀναμένα σάν ἀπό μόνα τους,
ἀστέρια συνάζονται, ὄνειρα ξεχύνονται στά μαξιλάρια σου
στέλνοντας ψηλά θερμά μπουκέτα ἀέρα.
Ἀκόμη και τόσο ἀργά, τά ὀστά τοῦ σώματος λάμπουν
Καί ἡ αὐριανή σκόνη λαμπρή φουντώνει στήν ἀναπνοή.

(The Late Hour, 2002)

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

*

*

*

W. B. Yeats, Στοχασμοί

*

 

Κάθε τοποθέτηση που βλέπει όλη την αλήθεια σε μία μόνο πλευρά, τον νου τον βαθυστόχαστο τον ταράζει και τον καταπονεί.

///

Γιατί τιμούμε τους πεσόντες στους πολέμους; Κανείς μπορεί να επιδείξει το ίδιο απερίσκεπτο θάρρος βουτώντας στην άβυσσο του εαυτού του.

///

Η ύψιστη τέχνη είναι η παραδοσιακή έκφραση μιας ηρωικής και θρησκευτικής αλήθειας, μεταλαμπαδευόμενης από εποχή σε εποχή, τροποποιούμενης κάθε φορά από την ατομική ιδιοφυΐα, αλλά ουδέποτε εγκαταλελειμμένης.

///

Όταν όλα θα ’χουν ειπωθεί, όλα θα ’χουν τελειώσει, δεν θα γνωρίζουμε πια ότι ο δικός μας παραλογισμός είναι καλύτερος από την αλήθεια κάθε άλλου; Γιατί έχει θερμανθεί στις δικές μας εστίες και στις δικές μας ψυχές και είναι τώρα φωλιά για τις αγριομέλισσες της αλήθειας και το δικό τους γλυκύτατο μέλι. Ω ας ξαναρχόσασταν στον κόσμο, αγριομέλισσες!

///

Κάθε νικημένος πειρασμός είναι και ένα νέο απόθεμα ηθικής ενέργειας. Κάθε δοκιμασία που η ψυχή μας υφίσταται και υπομένει καταπώς πρέπει, την εξευγενίζει και την δυναμώνει.

///

Δεν υπάρχουν ξένοι εδώ· μονάχα φίλοι που δεν έχεις ακόμη γνωρίσει. (περισσότερα…)

Derek Walcott, Ο φάρος και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Νίκος Κωσταγιόλας

~.~

Ο ΦΑΡΟΣ

I

Σαν μέσα σε φυσούνα φωτογράφου
η οροσειρά που βλέπει προς την πόλη
κεντράρει το ηλιοβασίλεμα, τραβάει ένα κορδόνι –
κι όλα μεμιάς τα φώτα της ανάβουν.

Το σετ των καρτ-ποστάλ του περιστρέφεις
–τρίζουν λιγάκι– μια πενηνταετία μπροστά:
ο φάρος, ένα νέφος
καϊκιών σε διάπυρα νερά,

κι αστέρια στίκτοντας τις συνεπείς τους θέσεις
πάνω απ’ το Κάστρις· ξεπατικωμένες
τελείες που ήταν να συνδέσεις
σε παιδικό βιβλίο, τώρα μόλις ενωμένες

λάμπα τη λάμπα ως τη Λα Πλας, τούτο το βράδυ
που η ανάσα του άσπρο ρούμι αναδίνει
κι έχει ένα βάδισμα κηδείας το σκοτάδι
που σαν την πόλη να προεκτείνει,

ώσπου το φως του προβολέα –η σελήνη–
σβέλτα περνώντας τ’ ανεμόδαρτα φιτίλια
των θαλασσοκλημάτων, να επιμείνει
στο μπαρ Νέα Ιερουσαλήμ, όπου τα χείλια

σε λίγο βρέχεις με ουίσκι. Αστέρες άλλοι
τις μάζες μοιάζει εσχάτως να ηλεκτρίζουν (περισσότερα…)

Ευρώπη: Υπό το κράτος όχι του φόβου, αλλά της φοβίας

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Εδώ και περίπου 30 χρόνια πάνω κάτω, οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ αναφέρονται σε αυτή ως το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου». Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά εθνικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του εθνικού κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών[1]. Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου[2] «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου», με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία – στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην ιστορία.

Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ σχηματοποιείται σιγά-σιγά σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας.[3] Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις «εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού» τύπου Χάμπερμας, αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί αλλά παράγονται αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά ηθικές και νομικοκανονιστικές[4].

Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχειρούν να διαμορφώσουν το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος, αποκλειόμενης της στρατιωτικής ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα που, μόνο ως τέτοιο[5], θεωρεί ότι ο πόλεμος –η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα– αποτελεί αποτυχία της πολιτικής.

Οι Ευρωπαίοι τείνουν να αντιλαμβάνονται το δικό τους μεταμοντέρνο σύστημα ως μέρος ενός γενικότερου συστήματος, στο οποίο η έννοια του συσχετισμού δυνάμεων πρέπει να αντικατασταθεί από έννοιες όπως η «απόρριψη της ισχύος» και η «αυτοεπιβαλλόμενη συμπεριφορά». Αυτό τους οδηγεί στην απόρριψη του κλασικού raison d’état από την εποχή του Μακιαβέλλι, δηλαδή της αποτελεσματικότητας –άρα, εν πολλοίς, και της μη ηθικής– της λειτουργίας του κράτους, και στην αντικατάστασή του από μια συγχορδία, όσο και να φαντάζει αντιφατικό, οικουμενικής και σχετικιστικής ηθικής στις διεθνείς υποθέσεις.[6]. (περισσότερα…)

Ρέκβιεμ τῆς μικρῆς γειτονιᾶς

 *

1 . Στόν χωματόδρομο, κυλᾶνε στεφάνες ἀπό ρόδες τ’ ἀγόρια, τά τσέρκια, μ’ ἕνα κομμάτι σίδερο λυγισμένο, γιά μανιβέλα. Σκόνη σηκώνεται ἀπό τά ποδοβολητά καί στήν τρεχάλα τους παίρνουνε σβάρνα τίς στημένες πέτρες πού ἐμεῖς τά κορίτσια ἔχουμε στήσει γιά νά παίξουμε‘πυργάκια’. «Φύγετε ἀπ’ τή μέση, σκατοῦλες!» φωνάζουν καί φτύνουν κάτω. Κι ὁ Μανώλης. Προχτές μοῦ εἶχε πεῖ πώς θά μέ παντρευτεῖ ὅταν μεγαλώσει. Ἐγώ ὅμως, τό ἀποφάσισα. Δέν θά τόν πάρω!

2 . Στό οἰκόπεδο, δίπλα στό σπίτι μας, βρίσκουμε λογιῶν-λογιῶν πράγματα. Σχισμένες παντόφλες, τσίγκινα καπάκια, μικρά κομμάτια κορδέλας καί σκατά σκύλων. Κοιτᾶμε ποιός θά μαζέψει τά πιό ὡραῖα καί χρήσιμα. Ὅπως, μιά πεταμένη κορνιζούλα. Κάνουμε διαγωνισμό. Ὅποιος μαζέψει τά πιό ὡραῖα, εἶναι ὁ νικητής τῆς ἡμέρας.

Μιά μέρα τά κορίτσια βρήκαμε κάτι νεογέννητα γατάκια. Τυφλά. Τά πήραμε ἀγκαλιά καί ψάχναμε γιά τροφή. Μᾶς τά ἅρπαξαν τά ἀγόρια κοροϊδεύοντάς μας. «Μυξιάρες, σάν κι αὐτά». Φωνάζαμε. Σέ λίγο ὁ Μιχάλης, ὁ μεγάλος τῆς παρέας, πῆρε ἕνα ξύλο καί χωρίς δεύτερη σκέψη τό ἔχωσε στά μάτια τους. Οἱ «μυξιάρες» βάλαμε τίς φωνές. Ὁ Μανώλης γελοῦσε τρανταχτά. Ὄχι, τό ἀποφάσισα. Δέν θά τόν παντρευτῶ.

3 . Ἀκούσαμε στριγγλιές καί βγήκαμε στά μπαλκόνια. Ἀπό τήν ἀνοιχτή πόρτα μιᾶς κουζίνας, ἀκούστηκε ἕνα  «τρομάρα μουου!». Οἱ μανάδες, μᾶς ἔβαλαν μέσα τά μικρά παιδιά, ἔκλεισαν τίς πόρτες, μᾶς εἶπαν μέ συνομωτικό τρόπο «καθίστε μέσα καί μήν κουνηθῆτε ἀπό’ δῶ» καί τράβηξαν κατά τό σπίτι ἀπ’ ὅπου ἀκούστηκε ἡ κραυγή. Ὅταν γύρισαν, μάθαμε πώς ὁ γείτονας πέθανε ξαφνικά. Μπροστά στή γυναίκα του καί στά παιδιά του. Κατάλαβα τότε, πώς μπροστά στόν θάνατο τρομάζει κανείς. Τρομάζει πολύ. (περισσότερα…)

«Ε! Ιστορία»: Από την κόπρο στη μεθιστορία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[2/12]

~.~

Το σχέδιο της Νέας Κρόνακας, της οποίας ο Σαμψών αποτελεί το δεύτερο στη σειρά μυθιστόρημα, εγείρεται ως σύλληψη το 2016 επί των ερειπίων του πρωτολείου, ομοουσίου της σχεδίου με τίτλο Κρόνακα, του οποίου το πρώτο –και τελευταίο– μυθιστόρημα φέρει τον ίδιο τίτλο.[37] Ανέκδοτα παραμένουν άλλα έξι μυθιστορήματα του εν λόγω κύκλου, έν τινι τρόπω αποκηρυγμένα, γραμμένα ανάμεσα στα 2014 και 2018, τα οποία ο Κυριάκος Μαργαρίτης ομαδοποιεί άτυπα ως Παλαιά Κρόνακα, έναντι της Νέας, με παιγνιώδη νύξη στο σχήμα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Με εμφανή τον συσσωρευμένο μόχθο, ωριμότερη διάθεση, δομικότερη σύλληψη και πιο διασαφηνισμένη πορεία πλεύσης, η Νέα Κρόνακα φιλοδοξεί να απαρτιστεί από έντεκα μυθιστορηματικές τριλογίες, εκ των οποίων μέχρι στιγμής έχει εκδοθεί η πρώτη (Εννέα, Σαμψών, Συμβάν 74). Κάθε τριλογία καλύπτει τις ταραγμένες δεκαετίες του κυπριακού προβλήματος 1950, 1960 και 1970, με κάθε τόμο να πραγματεύεται, αντιστοίχως, το έπος του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα (1955–1959), τα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1960– ) και τα γεγονότα του Πραξικοπήματος και της Εισβολής, όχι χωρίς αναγωγές εντός ενός εκάστου από τη μία δεκαετία στην άλλη. Παρότι ο Μαργαρίτης είχε ανακοινώσει τη συμπερίληψη στη Νέα Κρόνακα άλλων δεκαεπτά δοκιμιακών τόμων,[38] από τους οποίους έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής οι έξι και εκ των οποίων ορισμένοι προέκυψαν εν παρόδω ως πάρεργα,[39] ο συγγραφέας, έχοντας περάσει από πολλές φάσεις του σχεδιασμού, φαίνεται να εντάσσει στο σχέδιό του προς το παρόν μόνο τα τριάντα τρία μυθιστορήματα. Αξίζει να αναφερθεί ότι σε κάθε έναν από τους μυθιστορηματικούς τόμους, αλλά και στους δοκιμιακούς προστίθεται ένα παραρτηματικό postscriptum, το οποίο αναδεικνύει στοιχεία της μεθόδου εργασίας και πηγές που αξιοποιήθηκαν.

(περισσότερα…)

Hans-Georg Gadamer, Προκαταλήψεις, αυθεντία και παράδοση

*

Εδώ έχει την αφετήρια του το ερμηνευτικό πρόβλημα. Γι’ αυτόν τον λόγο εξετάσαμε την δυσφήμηση από τους διαφωτιστές της έννοιας της «προκατάληψης». Ό,τι οι θιασώτες της ιδέας της απόλυτης αυτοκατασκευής του Λόγου είδαν ως περιοριστική προκατάληψη, ανήκει ουσιωδώς στην ίδια την ιστορική πραγματικότητα. Αν επιθυμούμε να κρίνουμε ορθά τον πεπερασμένο και ιστορικό χαρακτήρα του ανθρώπινου Είναι, είναι αναγκαίο πρώτα να αποκαταστήσουμε την έννοια της προκατάληψης και να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν και προκαταλήψεις νόμιμες. Συνεπώς το κεντρικό ερώτημα για μια αληθινά ιστορική ερμηνευτική, το θεμελιώδες γνωσιοθεωρητικό της ερώτημα, μπορεί αν διατυπωθεί ως εξής: Πού μπορεί να στηριχθεί η νομιμοποίηση των προκαταλήψεων; Τι διαστέλλει τις νόμιμες προκαταλήψεις από τις αναρίθμητες άλλες, των οποίων η υπέρβαση αποτελεί αδιαφιλονίκητο μέλημα του κριτικού λόγου;

Θα προσεγγίσουμε το ερώτημα αυτό εξετάζοντας τη θεωρία περί προκαταλήψεων που ανέπτυξε με κριτική πρόθεση ο Διαφωτισμός και εκθέσαμε παραπάνω, τούτη τη φορά όμως από τη θετική της πλευρά. Σε ό,τι αφορά την διάκριση των προκαταλήψεων σε εκπορευόμενες από την αυθεντία και σε απορρέουσες από την απερισκεψία, είναι κατ’ αρχάς προφανές ότι ο επιμερισμός αυτός ερείδεται στο θεμελιώδες αξίωμα του Διαφωτισμού, σύμφωνα με το οποίο η μεθοδική και πειθαρχημένη χρήση του Λόγου είναι ικανή να αποτρέψει κάθε πλάνη. Αυτή ήταν η αντίληψη του Descartes για την μέθοδο. Στο μέτρο που κάνουμε χρήση της λογικής μας, μπορούμε να σφάλουμε μόνον αν οι αποφάσεις μας έχουν ληφθεί με απερισκεψία και υπερβολική σπουδή. Από την άλλη πλευρά, η αυθεντία ευθύνεται για το γεγονός ότι δεν κάνουμε καν χρήση της λογικής μας ικανότητας. Στη βάση επομένως του επιμερισμού αυτού βρίσκεται μια στεγανή αντίθεση μεταξύ αυθεντίας και Λόγου. Είναι αυτή η αβασάνιστη προτίμηση προς κάθε τι το παλαιό, προς κάθε αυθεντία, που ως εσφαλμένη πρέπει να καταπολεμηθεί. Έτσι ο Διαφωτισμός υπολαμβάνει ως κύριο μεταρρυθμιστικό επίτευγμα του Λούθηρου το ότι «η γενική προκατάληψη που έτεινε να δέχεται αβασάνιστα την κρίση ορισμένων αυθεντιών, ιδίως του πάπα της φιλοσοφίας (ως τέτοιος υπονοείται ο Αριστοτέλης) και εκείνου της Ρώμης, εξασθένησε κατά πολύ»… Με τον τρόπο αυτό, η Μεταρρύθμιση οδηγεί στην άνθηση της ερμηνευτικής, η οποία αναλαμβάνει πλέον να διδάξει την ορθή χρήση του Λόγου στο πεδίο της κατανόησης της παράδοσης. Ούτε η αυθεντία του πάπα ως διδασκάλου ούτε η επίκληση της παράδοσης μπορούν να καταστήσουν περιττό το ερμηνευτικό επιτήδευμα που γνωρίζει να υπερασπίζει το έλλογο νόημα του κειμένου ενάντια σε όλες τις έξωθεν υπαγορεύσεις. (περισσότερα…)

Από τον Λαφόργκ στον Έλιοτ και από τον Καρυωτάκη στον Σεφέρη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Στην «Εισαγωγή στον Θ. Σ. Έλιοτ» του Γιώργου Σεφέρη (1936) και με αφορμή το ζήτημα της «καθαρής ποίησης» (poesie pure) που δέσποζε στις λογοτεχνικές συζητήσεις εκείνου του καιρού, μία παράγραφος έχει ίσως επιπρόσθετη αξία. Αναφερόμενος στην ροπή να τίθεται η συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες του Κ. Καρυωτάκη ως όριο της νέας «καθαρής ποίησης» και αφού θέσει ως απαρχή της σύγχρονης ποίησης το έργο του Μπωντλαίρ (χαρακτηρίζοντας γενικότερα τον συμβολισμό ως το «πρώτο σημαντικό στάσιμο»), ο Σεφέρης αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει και για τις οφειλές του Τ. Σ. Έλιοτ προς τον Ζυλ Λαφόργκ, τον λιγόχρονο και ελάχιστα γνωστό στις ημέρες μας, Γάλλο συμβολιστή που υπήρξε ένας εκ των πρωτοπόρων της νεωτερικής ποίησης.

«Η αποφασιστική επίδραση πάνω στο έργο του Έλιοτ και η πιο γόνιμη, στάθηκε η επίδραση του Jules Laforgue: πικρά συναισθήματα κάτω από μια χιουμοριστική απάθεια, λεπτομέρειες κοινότοπες με μια ροπή να γίνουν συγκλονιστικές, δίψα του απολύτου που καταλήγει σε μηδενισμό, εικόνες ρεαλιστικές εναρμονισμένες με την αίσθηση μιας ψυχικής απομόνωσης, ποίηση γελωτοποιού όπου οι επιστημονικοί όροι και οι λόγιες εκφράσεις χρησιμοποιούνται για να καλύψουν μιαν αμλετική αναποφασιστικότητα, μουσική γεμάτη από παρατονισμούς, όπως και η ψυχολογία. Κάτι γνωρίσαμε κι εμείς από τη διάθεση αυτή με τον Καρυωτάκη».

Ποιος ήταν όμως αυτός ο ποιητής, η «διάθεση» του οποίου επηρέασε δραστικά τον Τ. Σ. Έλιοτ μα και τον Κ. Καρυωτάκη; Ο Ζυλ Λαφόργκ γεννήθηκε το 1860 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, απ’ όπου, μικρό παιδί, επέστρεψε στη Γαλλία για να εξελιχθεί εκεί σε αριστοτέχνη της λυρικής ειρωνείας και σ’ έναν από τους πιο προικισμένους εισηγητές του ελεύθερου στίχου, πριν πεθάνει στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 27 χρονών, φυματικός και πάμπτωχος. Είχε προλάβει να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (περισσότερα…)

«Με το καράβι της εξορίας»: Αφιέρωμα στην Cristina Peri Rossi [3/3]

*

Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

Εισαγωγή και Πρώτο Μέρος
του αφιερώματος εδώ

Δεύτερο Μέρος εδώ

~.~

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Βιογραφία

Θυμάμαι τους ενήλικες
να μιλούν για την κλίση μου στη λογοτεχνία
όπως μιλά κανείς για κάποιον
με συνήθειες επιβλαβείς,
την τάση προς εγκληματικότητα, φέρ’ ειπείν,
ή τον εθισμό στα ναρκωτικά.

Δεν είχαν κι άδικο.

///

Ποιητές

Εμείς οι ποιητές δεν είμαστε αξιόπιστοι για κανέναν.
Δεν είμαστε αξιόπιστοι για τους εκδότες
αφού προτιμούν να εκδίδουν μυθιστορήματα,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τις τράπεζες
αφού δεν έχουμε σταθερό εισόδημα,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τις εφημερίδες
αφού προτιμούν να γράφουν για πολέμους και ληστείες,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τους σπιτονοικοκύρηδες
αφού καθυστερούμε το νοίκι.
Δεν είμαστε αξιόπιστοι
ούτε καν για τους αναγνώστες
αφού προτιμούν να ξοδεύουν τα χρήματά τους
για αράδες ολόκληρες
και όχι στη μέση κομμένες.

/// (περισσότερα…)

Ήπια σκηνοθεσία καταστάσεων

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Βάκης Λοΐζίδης,
Σωστό παιχνίδι,
Μανδραγόρας 2025

Στη δωδέκατη ποιητική συλλογή του ο Βάκης Λοϊζίδης συνεχίζει να αναπτύσσει μια γραφή άμεση και απλή, κινούμενη λες από την αυθορμησία της εντύπωσης αποτυπωμένης σε ένα λεπτό κειμενικό σώμα. Αυτή η γραφή διαθέτει την απτότητα του βλέμματος και την οικειότητα του βιώματος, εντάσσοντας τον αναγνώστη σε μια βατή και προσηνή επικοινωνία με τον κόσμο του, χωρίς όμως πάντα να αποφεύγει τους κινδύνους που εγκυμονεί η απλότητα, να εκπέσει σε κοινόχρηστο λόγο ή να μη μπορέσει να προσλάβει εκείνη την μεστότητα του λίγου και πυκνού.

Ο ίδιος υπεραμύνεται αυτής της επιλογής του, ασκώντας παράλληλα κριτική και στην πεποιημένη λογιοσύνη ή στον εξεζητημένο φόρτο που πνίγει την ποίηση με προγραμματικές προθέσεις. Παράδειγμα στο ποίημα «Δεν»:

[…]
Δεν σας διαβάζουμε γιατί έχετε διδακτορικό.
Το αψεγάδιαστο της γραφής σας
δεν είναι το παν
ακόμα κι αν το μέτρο κυλά
σαν γάργαρο νερό.
Ως συνθέτες θραυσμάτων
είστε συμπαθητικοί.
Οι συνθέσεις σας
είναι όντως φιλόδοξες
μα καθόλου απτές
σ’ έναν κόσμο που αιμορραγεί.
Εμείς συνηθίσαμε
να βρίσκουμε την πυκνότητα
σε κουβέντες καθημερινές.
Η κλάψα για το τέλος του κόσμου
δεν βοηθά. […] (περισσότερα…)