Θραύσματα

Αλβανικό Μέτωπο, φωτογραφία αρχείου. Κατά πάσα πιθανότητα, ο πατέρας.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ Σ. ΤΟΣΚΑ

~.~

«Δεν ήταν, λοιπόν, τόσο απλό
ούτε τόσο απαλό το τέλος.»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Το δικό μας αίμα

Οι ιστορίες όλων των ανθρώπων έχουν παράλληλες –καμμιά φορά και αντιπαράλληλες αλλά με την ίδια κατεύθυνση– φορές. Πόσο αντέχει κανείς να ξύνει τις πληγές του; Όσο ζει; Υπάρχουν όμως στιγμές που οι μνήμες φέρνουν μπρος μας ακούσματα και ιστορίες αληθινές, γραμμένες θραυσματικά σε υποσυνείδητα ενίοτε μισοσβησμένα, άλλοτε ως βάλσαμο κι άλλοτε ως σφάχτες. Με μιαν αλήθεια όμως βιωμένη στο λόγο. Με την απόσταση που ο χρόνος και οι γεωγραφικές συντεταγμένες το επιτρέπουν. Και με τη διαθλαστική ματιά των επιγόνων.

Ο πατέρας και παππούς των παιδιών μας, από δώδεκα χρονών –αρχές του ’30– στέλνεται μόνος σε συγγενείς στην Αθήνα, βγάζει το Γυμνάσιο και καταφέρνει να σπουδάσει μηχανικός αεροσκαφών στην Αεροπορία. Μια φορά σε μια δοκιμαστική πτήση με διπλάνο, καθόταν στο πίσω κάθισμα. Είχε όμως ξεχάσει να δέσει τη ζώνη του. Ο πιλότος κάνει ξαφνικά «loop», αναστροφή, αλλά ο νέος τότε μηχανικός κρατιέται.

Το βράδυ της 6ης Ιουνίου του 1933 φρουρούσε ως νεαρός υπαξιωματικός της αεροπορίας στην λεωφόρο Κηφησίας. Κάπου κοντά άκουσε τον –ευτυχώς άστοχο– πυροβολισμό με στόχο τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Δυο χρόνια αργότερα έλαβε μέρος στο αποτυχημένο κίνημα των τότε βενιζελικών κι αριστερών αξιωματικών κι αποστρατεύεται.

Ο πόλεμος του ’40 τον βρίσκει επιλοχία του πεζικού στα βουνά της Χειμάρρας. Συνέχεια στην πρώτη γραμμή. Εκεί που, όπως διηγήθηκε, οι φωτογράφοι δεν τολμούσαν να φθάσουν. Ο ίδιος λέει –είπε– ότι έζησε γιατί τραυματίστηκε. Δεν θ’άντεχε άλλο. Και πάλι κατά τύχη επέζησε.

Όταν στο ύψωμα επάνω σκοτώθηκε ο χειριστής του οπλοπολυβόλου, το πήρε εκείνος. Μέχρι που μια ιταλική ριπή γάζωσε την χλαίνη και τον βρίσκει στο πόδι κοντά στο γόνατο. Η σφαίρα πέρασε το πόδι αφήνοντας διαμπερές τραύμα. Ήταν ήδη σούρουπο, έπεσε σιγά-σιγά το βράδυ. Σύρθηκε κάτω από έναν θάμνο, τυλίχτηκε στην κομματιασμένη χλαίνη του και λούφαξε με την πληγή του αιμάσουσα. Πώς πέρασε η παγωμένη νύχτα, μόνο εκείνες οι ψυχές το ξέρουν. Το πρωί περνά ένας ημιονηγός του Ερυθρού Σταυρού με το μουλάρι του. Βλέπει ένα ρυάκι αίμα να κατρακυλά από τον θάμνο. Κοιτάζει από κάτω, τον βλέπει. Στο μουλάρι κουβαλούσε έναν βαριά τραυματισμένο Ιταλό αξιωματικό. Παρότι οι αξιωματικοί –ακόμα κι οι εχθροί– προηγούνταν, τον πετά και παίρνει τον πατέρα. Γύρω από τον λόφο –μαθαίνει αργότερα– κοίτονται δεκάδες σκοτωμένοι Ιταλοί. Ήταν ανήμερα της γιορτής του, 27 Δεκεμβρίου, όταν τραυματίστηκε. (περισσότερα…)

Πείνα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Η Αθήνα πεινούσε και πάγωνε. Έξι βαθμούς υπό το μηδέν η θερμοκρασία. Δύο εβδομάδες κράτησε το χιόνι. Στο Πεδίον του Άρεως έφτασε στο ένα μέτρο. Ογδόντα χρόνια είχε να κάνει τέτοιο ψοφόκρυο στην Αττική. 700.000 άνθρωποι πέθαναν απ’ την πείνα και τα λοιμώδη νοσήματα τον χειμώνα του 1941-1942. Οι νεκροί έφταναν καθημερινά τους τετρακόσιους. Το δεύτερο εξάμηνο του 1941 οι γεννήσεις στην Αθήνα ήταν 5.400 και οι θάνατοι 20.300. Πέθαναν 15.000 περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους γεννήθηκαν. Το πρώτο εξάμηνο του 1942 η διαφορά εκτινάχθηκε στους 22.500 περισσότερους νεκρούς. Οι θάνατοι δεν αναφέρονταν σκοπίμως επίσημα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα κουπόνια σίτισης των αποθανόντων απ’ τους συγγενείς τους.

Δημοσιεύονταν στις εφημερίδες οι συνταγές της πείνας: «Σέσκουλα πουρέ, χορτόσουπα με χθεσινά αποφάγια, κρεμμυδόσουπα, λαχανόσουπα, σούπα με ελιές, βλιτοκεφτέδες, ζελέ από χόρτα, πλιγουροκεφτέδες, λάχανο με κάστανα, μελιτζάνες με πουρέ πατάτας, κολοκύθια με βλίτα στον φούρνο, κολοκύθια γεμιστά με τραχανά και πατατοτηγανίτες». Η περαιτέρω ευρηματικότητα των συνδυασμών επαφίονταν στην οξύνοια του ατόμου που λιμοκτονούσε.

Ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον, γράφει:

«Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονταν με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλάκεια. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλον. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί».

* (περισσότερα…)

Εννιά φθινοπωρινά χαϊκού

*

Στέμμα ομίχλης
ξαποσταίνει στο βουνό
σαν ελεγεία

///

Το χώμα γνέθει
οστά αγαπημένων,
σκιές και φύλλα

///

Πένθιμες πομπές
κραδαίνει σωπαίνοντας
η πάμφορη γη

///

Το χώμα σήπει
χέρια που μας έσπρωχναν
στις κούνιες παιδιά

/// (περισσότερα…)

«Όλοι ρουφάμε θάνατον»: Ο ποιητής Άνθος Πωγωνίτης (1910-1976)

Σκίτσο του Άνθου Πωγωνίτη από τον ζωγράφο Πολύκλειτο Ρέγκο

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Ηπειρώτης ποιητής Άνθος Πωγωνίτης, κατά κόσμον Βασίλης Καραφύλλης, γεννήθηκε το 1910 στον Άγιο Κοσμά Πωγωνίου, ένα μικρό χωριό ανάμεσα στην Βήσσανη και το Βασιλικό. «Μιας κι’ έφτασες στης Βήσσιανης τον πλάτανο αδελφέ μου, / αχό ψαλμού να μπόραγα χαιρετισμό να στείλω, / Στον ίσκιο και τα κλώνια του με τα φτερά τ’ ανέμου».

«Να κοιτάς κατάματα τη γη που σε γέννησε / Ας έχουν πεθάνει εκείνοι που θαύμαζες / θα γεννηθούν αυτοί που θα φέρουν / το μεγάλο δώρο στα παιδιά», προέτρεπε, αφού σαφή επιρροή αποτελούσε και το κήρυγμα του Αγίου Κοσμά («οι άνθρωποι θα μείνουν πτωχοί γιατί δεν θάχουν αγάπη στα δέντρα»), που πέρασε από το Βασιλικό δύο φορές για να διδάξει και να προφητεύσει, ενώ συχνά καυχιέται: «Τα καλύτερα ελληνικά μιλιούνται στο Πωγώνι, έχει η κάθε λέξη τη δική της μουσική στο χορό της Πασχαλιάς».

Γεννημένος στην Ήπειρο ήταν λογικό να κοινωνήσει το δημοτικό τραγούδι («Κουλέ με το κλαρίνο σου κρυφές χαρές μου πρώτες») και την παράδοση. Για εκείνον, η λεβεντιά ήταν λέξη ιερή· την χρησιμοποίησε τόσο στην πορεία της ζωής του όσο και στη λογοτεχνική του δημιουργία.

Εγώ κι η λαλητάρα μου ψυχή που αντικρύσαμε
πικρό μαχαίρι δίκοπο στης μοίρας το παιχνίδι
σα σε τυφώνα το κορμί ολόρθο το κρατήσαμε
και τη βουνίσια λεβεντιά να μη μας φύγει (περισσότερα…)

Ελεγεία και ύμνος της παιδικής ηλικίας

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Εύα Πολυβίου,
Οι ορτανσίες,
Βακχικόν, 2024

Η σπονδυλωτή νουβέλα Οι ορτανσίες αποτελεί την πρώτη πεζογραφική κατάθεση της κλασικής φιλολόγου, εκπαιδευτικού και προέδρου του Κέντρου Λογοτεχνικών και Πολιτιστικών Σπουδών (ΚΕΛΟΠΟΣ) Εύας Πολυβίου. Πιο συγκεκριμένα, η καλαίσθητη εκδοτικά νουβέλα αποτελείται από εννέα αυτόνομα και σύντομα ως επί το πλείστον κεφάλαια που διαδραματίζονται σε διαφορετικούς τόπους (π.χ. Καζάφανι, ένα ορεινό χωριό του Τροόδους, μια πόλη, Ευρώπη), στα οποία εκτός από τα κύρια πρόσωπα της οικογένειας της ηρωίδας Ελένης (Μυριάνθη [μητέρα], Παναγιώτης [πατέρας], γιαγιά Ελενού, θείος Αντρίκος), εμφανίζονται και άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα (Νίκος, Σόνια, κ. Ανδρέας κ.ά.) Με πυρήνα και καταλύτη της μνήμης, λοιπόν, τις φουντωτές ορτανσίες που φυτρώνουν σε τενεκέδες στη βεράντα της γιαγιάς Ελενούς, η ενήλικη πια ηρωίδα της νουβέλας Ελένη καταβυθίζεται συνεχώς στις τραυματικές μα και συνάμα ευφρόσυνες στιγμές της παιδικής της ηλικίας, επιχειρώντας να κατανοήσει το επώδυνό της παρόν που έχει στιγματιστεί από την καθοριστική ψυχική νόσο της κατάθλιψης. Μια νόσο, που απ’ ό,τι υποδηλώνεται στο βιβλίο δεν έχει μόνο κληρονομική αιτία, αλλά ριζώνει εξελικτικά μετά τον θάνατο του θείου Αντρίκου στην εισβολή του 1974, τον θάνατο της επίσης καταθλιπτικής μητέρας της, αλλά και της γιαγιάς της ηρωίδας που φρόντιζε ανελλιπώς τα φυτά, τα οποία μετά τον θάνατό της ξεραίνονται.

Όπως αναφέρει η ίδια η αφηγήτρια:

Η μέρα που ξεράθηκε και η τελευταία ορτανσία σηματοδότησε για πάντα το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης. Ποτέ κανείς δεν ξαναμίλησε γι’ αυτές, όπως όλοι επιμελώς αποφεύγαμε να αναφερόμαστε και στον θείο Αντρίκο, όμως πιστεύω ότι το τέλος των ορτανσιών αποτέλεσε ένα ορόσημο βίαιης ενηλικίωσης, όχι μόνο για την αδερφή μου και εμένα, αλλά για ολόκληρη την οικογένεια. Καταρχάς, ποτέ ξανά δε γιόρτασα τα γενέθλιά μου· εκείνη τη μέρα είχαμε πάντα μνημόσυνο και τρισάγιο στον τάφο της γιαγιάς. […] Απλώς η μέρα που γεννήθηκα δεν αποτελούσε για μένα, όπως ίσως για τον υπόλοιπο κόσμο, την αφορμή για μια νέα αρχή, αλλά ακαριαία υπόμνηση του τέλους. (περισσότερα…)

Το πυρφόρο

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 26.x.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΤΟ ΠΥΡΦΟΡΟ

«Όχι, δεν αρρώστησα», μου διευκρίνισε το πυρφόρο δέντρο, πανέτοιμο να αναληφθεί.

«Απλώς οι ρίζες μου χτύπησαν κάτω βαθιά τα πετρώματα του κασσίτερου, μπήκαν στα ποτάμια του κεχριμπαριού και όλο το κίτρινο βρήκε τις φλέβες μου και ανέβηκε μέχρι τα φύλλα. Λέω να το κάνω κίτρινη βροχή, λέω να το κάνω μελαγχολικό τραγούδι, λέω να το ρίξω στο δάσος και να σπαράξει σύγκορμο.

Εσένα, πες μου, μήπως σου έρχεται καμιά ιδέα; Ακόμα και σαν ανάερη κλωστή ξεκομμένη από ύφασμα ονείρου;»

*

* (περισσότερα…)

Conrad Ferdinand Meyer, Τα πόδια στην πυρά

Conrad Ferdinand Meyer (1825-1898)

~.~

Άγρια αστράφτει ο κεραυνός. Στο σύθαμπο αχνοφαίνεται ένας πύργος.
Σέρνεται η βροντή. Δαμάζει ο καβαλάρης τ’ άτι του,
Πηδάει κάτω, χτυπάει την πύλη και φωνάζει. Ο μανδύας του σφυρίζει
Στον αέρα. Κρατάει τ’ άγριο ρούσικο άλογο γερά από τα ηνία.
Ένα στενό παράθυρο χρυσίζει πίσω απ’ τα κάγκελα
Και τρίζοντας, την πύλη ανοίγει τώρα ένας ευγενής.
«Υπηρέτης είμαι του βασιλιά, ως αγγελιαφόρος στάλθηκα
Στη Νιμ. Φιλοξενήστε με! Γνωρίζετε δα το κιλτ του βασιλιά!»
«Έχει καταιγίδα. Είσαι καλεσμένος μου. Για τη στολή σου, τι με νοιάζει;
Πέρασε μέσα και ζεστάσου! Το ζώο σου θα το φροντίσω εγώ!»
Μπαίνει σε μια αίθουσα σκοτεινή με πίνακες προγόνων ο ιππέας,
Απ’ τη φωτιά μιας εστίας μεγάλης αμυδρά φωτισμένη,
Και μέσα στο τρεμοφέγγισμα του ασταθούς φωτός της,
Απειλεί ένας Ουγενότος με πανοπλία εδώ, μια γυναίκα εκεί,
Μια περήφανη ευγενής μέσα απ’ τον πολυκαιρισμένο πίνακα.
Ο καβαλάρης σωριάζεται στην πολυθρόνα μπροστά από την εστία
Και ρίχνει το βλέμμα του απλανές στη ζωντανή πυρά. Καίει, αναπολεί.
Ανασηκώνονται τα μαλλιά του ελαφρά. Γνωρίζει την εστία, την αίθουσα…
Συρίζει η φλόγα. Δυό πόδια τρεμοπαίζουν μέσα στην ανθρακιά… (περισσότερα…)

Αυταξίες και οι φάροι

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Η ταυτότητα ενός προσώπου ριζώνει σε έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα, και σχηματίζεται από τη ζύμωση με αξίες και μια συναισθηματική ώθηση προς ό,τι το εν λόγω πρόσωπο θεωρεί ως συγκροτητικό του χαρακτηριστικό. Αλλά με ποιον τρόπο αλληλεπιδρούν έμφυτες ροπές και αξίες; Για παράδειγμα, μήπως η επιδίωξη ισχύος έχει αιτιακή σχέση με την αξία του θάρρους και της γενναιότητας; Πώς συνδέεται η επιδίωξη απόλαυσης διά των αισθήσεων με την αξία της ομορφιάς; Η φροντίδα προς τρίτους δεν είναι ταυτόχρονα και μία έκφραση ευσπλαχνίας;

Εφόσον οι έμφυτες ροπές εδράζονται στην έμβια (ή βιολογική) πραγματικότητα και οι αξίες εκφράζουν έναν ορθολογισμό, όντας εξισορροπητικές μεταξύ έμφυτων ροπών,  η σχέση  τους μοιάζει με  εκείνη μεταξύ βιολογικών και έλλογων χαρακτηριστικών του ανθρώπου. Για μία τέτοια σχέση, οι επιλογές από τον φιλοσοφικό διάλογο είναι αρκετές. Μία πρώτη, αυτή της διχοτόμησης, εισάγει ένα δυϊσμό μεταξύ έμφυτων ροπών και αξιών ανάλογο με τον δυϊσμό φύσης και λόγου. Όμως ένας τέτοιος δυισμός δεν συνιστά εδώ επιλογή, αφού στις έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα  συγκαταλέγεται η ομιλίας της φυσικής μας  γλώσσας, κάτι που αντικατοπτρίζεται στη δημιουργία και την ελευθερία, κατεξοχήν έλλογα χαρακτηριστικά με αξιακό φορτίο ικανό να επηρεάσει αποφάσεις προσανατολισμού. (περισσότερα…)

Εκεχειρία

*

Και νά η λυτρωτική εκεχειρία!
Πώς αναδύεται όλο υποσχέσεις
μεσ’ από τ’ άλικο νερό της λίμνης
της προαπαιτούμενης σφαγής… Κοιτάξτε
πώς ανεμίζει το λευκό πανί της
το υφασμένο με τις παρεμβάσεις
τις έγκαιρες και τις μελετημένες,
το στριφωμένο με αγαθοσύνη…
Οι ειρηνευτές τα στήθη παρατάσσουν
μνηστήρες φαύλοι στην αυλή του Νόμπελ.
Σε άλλο πλάνο, μειωμένης λάμψης,
μέσα στο χασαπόχαρτο τα μέλη
τυλίγονται προσεκτικά· πακέτα
στα ράφια της κατάψυξης της μνήμης
–χέρια άδεια, πόδια αβάδιστα, μονήρη–
στοιβάζονται με τάξη· να χωράνε
τα επόμενα, μιας άλλης συγκυρίας…

Μα ας είναι· το “μετά” ας μας εκπλήξει.
Ας αρκεστούμε πια στην αίσια λήξη.
Τώρα γιορτή, κι όλα νερό κι αλάτι…
Εμπρός λαοί, υμνείστε την απάτη!

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Άνθρωποι και τελίτσες

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Kινηματογράφος: διεύρυνση της αντιληπτικής μας υπόστασης, αλλαγή της καταστατικής θέσης του βλέποντος υποκειμένου, που μας προσκαλεί να ανασηκωθούμε από τη θέση μας, να ξεβολευτούμε σε σχέση με τη συνείδησή μας και το σώμα μας. Μετά από αυτόν, η όραση και η αντίληψη θα πάρουν ένα καινούργιο νόημα, η μεταξύ τους σχέση θα νοηματοδοτηθεί διαφορετικά. Δεν βλέπουμε κατά τον ίδιο τρόπο μετά την έλευση του κινηματογράφου, ούτε την ίδια την πραγματικότητα ούτε την ταινία, ενώ ο χρόνος αυτής της τελευταίας δεν είναι πια ο ίδιος, ούτε καν εγκιβωτίζεται, όπως θέλει ένας αφελής ρεαλιστικός παραλληλισμός, στον πραγματικό κοινό μας χρόνο, αν τολμήσουμε να σκεφτούμε ότι αυτός ο τελευταίος έχει μια κοινή υπόσταση.

Με τις παραπάνω προϋποθέσεις, υπό την ακροθιγή τους σήμανση, μπορούμε (όσο μπορούμε) να σκεφτούμε τη σχέση της πραγματικότητας με τη ροή του φιλμ. Αυτές οι κάπως ακαδημαϊκές ενατενίσεις τείνουν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την καταστατική (αν όχι οντολογική) μας θέση ως θεατών: πώς αυτή η κινούμενη εικόνα μπορεί να μας ενδιαφέρει, να μας κρατήσει το βλέμμα και την προσοχή, να μας μιλήσει για κάτι, που επιπλέον μπορεί να έχει αισθητικές αξιώσεις και πολιτισμική σπουδαιότητα. Από την απλή διεκπεραιωτική κινηματογράφηση μέχρι τα υψίπεδα του «καλλιτεχνικού» κινηματογράφου, υπάρχει μια μεγάλη απόσταση, εκείνο που προέχει όμως είναι ότι είμαστε «θεατές» (κάτι καθόλου απλό, και χρήζον αναλύσεως, βέβαια). Με το γκογκ και την πρώτη φωτεινή δέσμη μπαίνουμε σε μια «περιπέτεια του βλέμματος» που ενδέχεται στο τέλος της να μας προκαλέσει ένα ευφορικό φούσκωμα, ή να μας αφήσει αδιάφορους ή (πράγμα που είναι το ίδιο) να κινητοποιήσει τους δυσφορικούς και απωθητικούς μας μηχανισμούς. Το σινεμά είναι επιτήδειο για κάτι τέτοιο, και σε αυτό συνηγορούν λόγοι που δεν είναι του προκειμένου: το σκοτάδι της αίθουσας, το ημίφως και οι προοπτικές του, η υποχρεωτική ακινησία που επιβάλλει η κοινωνική συνθήκη της θέασης, η προϋπνωτική προδιάθεση που δημιουργούν τα παραπάνω, η ανθρωπολογία της σκοπικής ενόρμησης, που προϋποθέτουν, το δόλωμα της εικόνας ως καθηλωτική αντιληπτική και ψυχολογική φενάκη: όλα αυτά, και όχι μόνο, κάνουν τον θεατή υπέροχα ανοχύρωτο απέναντι στο φιλμικό γεγονός. (περισσότερα…)

Κλαυσίγελως

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Η δεύτερη συνάντηση του Τραμπ με τον Πούτιν θα φιλοξενηθεί, ως γνωστόν, στην Βουδαπέστη με στόχο μια νέα προσπάθεια για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Καθένας μπορεί να έχει την άποψή του για τον τρόπο που θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος. Εκ των πραγμάτων η ΕΕ και γενικά οι χώρες της Ηπείρου μας θα έπρεπε να πρωτοστατούν επιδιώκοντας τον τερματισμό του πολέμου, με παράλληλη διαπραγμάτευση για μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Αντ’ αυτού όμως, και εκτός του ότι για άλλη μια φορά έμεινε άναυδη από την πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ να συναντηθεί με τον Βλάντιμιρ Πούτιν, η Ευρώπη αντιμετωπίζει επίσης ένα πρόβλημα που είναι τόσο διπλωματικό όσο και νομικό. Και προκαλεί σημαντική αμηχανία. Συγκεκριμένα: πώς μπορεί ο Ρώσος πρόεδρος να φτάσει στην Ουγγαρία, και επομένως σε έδαφος της ΕΕ, χωρίς να παραβιάσει τις κυρώσεις που έχουν εκδοθεί από τις Βρυξέλλες και το ένταλμα σύλληψης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου; Mεγάλο αίνιγμα!

Το ένταλμα σύλληψης για τον Πούτιν εκδόθηκε από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Είναι αλήθεια ότι η Βουδαπέστη αποσύρθηκε από το Δικαστήριο πριν από μερικούς μήνες, αλλά η ιδιότητά της ως μέλους ισχύει για ένα έτος μετά την «παραίτησή» της. Επομένως, η Ουγγαρία είναι επί του παρόντος πλήρες μέλος. Και μάλιστα, εξήγησε ένας εκπρόσωπος του ΔΠΔ, «η αποχώρηση δεν έχει καμία επίδραση στις τρέχουσες διαδικασίες ή σε οποιοδήποτε θέμα που ήδη εξετάζεται από το Δικαστήριο». Επομένως, και για τις ουγγρικές αρχές, η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης αποτελεί «νομική υποχρέωση και ευθύνη»! (περισσότερα…)

Ο δικός μου Σαββόπουλος

 *

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Με τον Διονύση Σαββόπουλο τον πρώιμο, εκείνον του Φορτηγού ή του Μπάλλου, σχέση βαθιά ποτέ δεν απόκτησα. Έφηβος δεν τον άκουσα ώστε να με συνδέουν μ’ εκείνον βιώματα σχετικά. Και φοιτητής μετά το 1985 ήμουν απέναντί του κουμπωμένος, σ’ αντίθεση με άλλους που άκουγα τριγύρω μου να τον υμνούν. Τραγούδια σαν κι εκείνα για την ΕΦΕΕ και τις συγκεντρώσεις της ή το Βιετνάμ και το πυρπολημένο του ρύζι ή για τα «κορίτσια τα καημένα» που πληρώνουν «την ασχήμια των γονιών τους» ακούγονταν στ’ αυτιά μου, ήδη τότε, «πολύ ζαχαρωμένα».

Στίχοι σαν το, πρεβερικό την καταγωγή, «μέρα μ’ ήλιο σαν αυτόν / να την τρώει τ’ αφεντικό» ή το συναφές «σ’ ευχαριστώ, ω εταιρεία!» τα αντιμετώπιζα με θυμηδία για την ασπρόμαυρη εικονογραφία τους. Αλλά και άλλα δικά του, όπως το πολυθρύλητο “Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο”, μ’ όλη την αναντίρρητη μουσική τους αξία, μου ακούγονταν παράτονα – κάτι σαν εγκωμιασμός εγκλήματος κατ’ άρθρ. 185 ΠΚ, απ’ αυτούς για τους οποίους διαβάζαμε στα εγχειρίδια του Ποινικού στη Σχολή. Αυτή η μανία μας στην Ελλάδα, σκεφτόμουν, να βλέπουμε τον ήρωα ακόμη και στον κοινό μαχαιροβγάλτη, φτάνει να απειθήσει κατά της Αρχής… Ιδίως το περίφημο «στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευθεί» μου προκαλούσε ευθυμία κάθε φορά που το άκουγα στις παρέες. Όχι γιατί ο Σαββόπουλος είχε άδικο για τους καρεκλοκένταυρους των κομμάτων. Αλλά γιατί ανακάλυπτε έναν «αγνό ενθουσιασμό» στους νεαρούς οπαδούς τους, που φοιτητής όντας, προσωπικά αδυνατούσα να εντοπίσω στο περιβάλλον μου. Προφανώς, οι καιροί είχαν αλλάξει…

Τον δικό  μου Σαββόπουλο έμελλε να τον γνωρίσω το 1989, με το Κούρεμα. Κι έζησα το παράδοξο να με συγκλονίσει ένας ποιητής την ώρα ακριβώς που όλοι γύρω μου τον εγκατέλειπαν. Γιατί βέβαια οι κραυγές εναντίον του είχαν αρχίσει ήδη από τα Τραπεζάκια έξω. Εκείνο το «Εθνική Ελλάδος, γεια σου», η δοξαστική επίκληση των αρχαιοτήτων και της ορθοδοξίας, είχαν ενοχλήσει πολλούς. H μεταστροφή πολλών εναντίον του, σ’ εκείνα τα τραγούδια έχει τις ρίζες του. Στιχουργικά ωστόσο, δεν πήγαιναν πολύ παραπέρα από τη γνωστή ποπουλίστικη σχάση: από τη μια μεριά η Βουλή και οι εκπρόσωποι «έρημοι κι απρόσωποι», κι από την άλλη ο καθαγιασμένος και άμωμος Έλλην, που (περισσότερα…)