«Με το καράβι της εξορίας»: Αφιέρωμα στην Cristina Peri Rossi [2/3]

*

Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

Εισαγωγή και Πρώτο Μέρος
του αφιερώματος εδώ

~.~

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Παρίσι 1974

Ο άντρας στεκόταν θλιμμένος
καταμεσής της Σαιν Ζερμαίν
αναποφάσιστος
ποια κατεύθυνση να πάρει.
Τούτοι οι δρόμοι είναι αλλιώτικοι απ’ τους δικούς μου,
σκεφτόταν,
τούτες οι λέξεις είναι αλλιώτικες απ’ τις δικές μου,
σκεφτόταν.
Εδώ που έφτασα,
αν το ήξερε ο παππούς μου,
αν μπορούσε να με δει,
να στέκομαι στη Σαιν Ζερμαίν ντε Πρε
χωρίς να ξέρω γρι γαλλικά,
χαμένο μες στα τρένα
τους σταθμούς και τα μετρό,
αν ο παππούς μου το γνώριζε
–είμαι ο πρώτος στο σόι που πάτησε Παρίσι–
θα το έλεγε στους φίλους του
και θα μ’ έκανε διάσημο,
σκεφτόταν,
στις πέντε του Νοέμβρη
του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα,
στεκoύμενος στη Σαιν Ζερμαίν
πεθαίνοντας της πείνας μες στο κρύο
χωρίς να ξέρει γρι γαλλικά.

(περισσότερα…)

Δασμοί, μεταποίηση και ξένες επενδύσεις στις ΗΠΑ

*

ΟΙ ΗΠΑ ΣΗΜΕΡΑ #6
γράφει ο Κώστας Μελάς

~.~

1.

Ένα από τα θεμέλια της δασμολογικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ είναι η πεποίθηση ότι οι υψηλότεροι δασμοί θα αυξήσουν σημαντικά την απασχόληση στον τομέα της μεταποίησης. Η μεταποίηση θωρείται ότι αποτελεί τομέα υψηλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας μεσαίας ειδίκευσης, απαραίτητη βάση για τη δημιουργία σταθερών μεταποιητικών πυρήνων παραγωγής και σημαντική πηγή καινοτομίας.

Πολλοί υποστηρικτές της πολιτικής επιβολής των δασμών υποστηρίζουν ότι ο τομέας της μεταποίησης των ΗΠΑ έχει υποβαθμιστεί κυρίως λόγω της εύκολης πρόσβασης των ξένων αγαθών στις ΗΠΑ, κατά συνέπεια και των εμπορικών ελλειμμάτων που δημιουργούνται. Συνεπώς, σκέφτονται ότι η χρήση δασμών μπορεί να εξαλείψει τα εμπορικά ελλείμματα, να ενισχύσει τον εγχώριο μεταποιητικό τομέα και να αναιρέσει τις ζημιές του παρελθόντος που προκλήθηκαν την εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Μερικοί από αυτούς επισημαίνουν την αμερικανική εμπειρία της εκβιομηχάνισης πίσω από τα υψηλά δασμολογικά τείχη στα τέλη του 19ου αιώνα, υποδηλώνοντας ότι αυτό μπορεί να αναπαραχθεί σήμερα. Όμως η εύκολη και απρόσεκτη ιστορική αναγωγή σε περασμένες ιστορικές περιόδους δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος για μελλοντικές λύσεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν τότε κυρίως μια αγροτική οικονομία, με ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας στη γεωργία που απελευθέρωσε μεγάλη προσφορά εργασίας για τη βιομηχανία (καθώς και για τον αναπτυσσόμενο τομέα των υπηρεσιών). Αυτή η πηγή προσφοράς εργασίας είχε εξαφανιστεί προ πολλού μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την μεταπολεμική περίοδο, υπήρξε μια σταθερή μείωση του μεριδίου απασχόλησης της μεταποίησης, καθώς οι εργαζόμενοι μετακινήθηκαν στον τομέα των υπηρεσιών, όπου η αύξηση της παραγωγικότητας (μέχρι πρόσφατα) ήταν χαμηλότερη από τον αντίστοιχο ρυθμό στη μεταποίηση. Όπως αναφέρεται[1], αυτό συνέβη σε όλες τις οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, ανεξάρτητα από το αν είχαν εμπορικά ελλείμματα ή πλεονάσματα, και πουθενά αυτή η κατάσταση δεν έχει αντιστραφεί. (περισσότερα…)

«Με το καράβι της εξορίας»: Αφιέρωμα στην Cristina Peri Rossi [1/3]

*

Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

Η Κριστίνα Πέρι Ρόσσι είναι μία από τις κορυφαίες λογοτέχνιδες της Λατινικής Αμερικής και του ισπανόφωνου κόσμου γενικότερα. Γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1941 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης και ήδη από το 1963 κατείχε την έδρα Συγκριτικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μοντεβιδέο. Εξαιτίας του δικτατορικού καθεστώτος καθώς και των απόψεων και της δράσης της εναντίον του, αναγκάστηκε να εξοριστεί το 1972 και να καταφύγει στην Ισπανία. Συνεχίζοντας εκεί τη δράση της, ενόχλησε το δικτατορικό καθεστώς του Φράνκο, λόγος για τον οποίο εξορίστηκε (η ίδια ονομάζει αυτήν την περίοδο ‘δεύτερη εξορία’) στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε –ομοϊδεάτες και μη– ομοτέχνους της, μεταξύ των οποίων και ο Χούλιο Κορτάσαρ που την ερωτεύτηκε απεγνωσμένα και με τον οποίο διατήρησε βαθιά φιλία ώς το τέλος της ζωής του. Στην Ισπανία επέστρεψε το 1974, αποκτώντας την ισπανική υπηκοότητα κι επιλέγοντας ως τόπο εγκατάστασής της τη Βαρκελώνη, όπου ζει κι εργάζεται έως σήμερα.

Το πολύπλευρο κι εντυπωσιακά ογκώδες έργο τής Πέρι Ρόσσι περιλαμβάνει οχτώ μυθιστορήματα, τέσσερα βιβλία δοκιμίων, δεκαπέντε βιβλία διηγημάτων, ενώ τα ποιητικά της άπαντα καλύπτουν χίλιες σελίδες. Η Ρόσσι εργάστηκε επιπλέον ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια και απέσπασε πολυάριθμα βραβεία διεθνώς, μεταξύ των οποίων το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Ουρουγουάης, ήδη το 1969, με το πρώτο μυθιστόρημά της, και βέβαια το σπουδαιότερο λογοτεχνικό βραβείο του ισπανόφωνου κόσμου, το Βραβείο Θερβάντες, το 2021 για το σύνολο του έργου και της προσφοράς της.

Έχοντας έρθει σε επαφή με την ίδια την ποιήτρια, η Έλενα Σταγκουράκη παρουσιάζει σε ένα τρίπτυχο αφιέρωμα στο Νέο Πλανόδιον ένα μικρό απάνθισμα των ποιημάτων της, τα οποία η μεταφράστρια χώρισε σε δύο αναρτήσεις  που κάθε μία περιλαμβάνει από δύο θεματικές κατηγορίες: Εξορία/Διασπορά – Έρωτας και Ποιητική – Χρόνος. Των ποιημάτων προτάσσεται με την παρούσα ανάρτηση ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενο της ίδιας της Πέρι Ρόσσι, που περιλαμβάνεται στην έκδοση των ποιητικών της Απάντων. Ήδη το πρώτο ποιητικό βιβλίο της το 1971 με τίτλο Ευοί υπήρξε πρωτοπόρο κι επαναστατικό, χαρίζοντάς της μαζί με τη Διασπορά του 1976 –καθώς και όλες τις συλλογές που μεσολάβησαν κι ακολούθησαν έκτοτε– όχι απλώς αναγνώριση, αλλά εξαιρετικά ένθερμους αναγνώστες και ιδιαίτερα ενθουσιώδες κοινό.

(περισσότερα…)

Περιμένοντας τον Κώστα Πατρώνη στην καφετέρια και άλλα ποιήματα

*

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ
ΠΑΤΡΩΝΗ ΣΤΗΝ ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ

Δεν έχω τί να κάνω εδώ
Που κάθοντ’ όλα τα εγώ
Πίνουν καφέδες και ποτά
Κι όλο κοιτούν στα κινητά.

Γελούν γιατί δεν θα ’χουν στόμα
Όταν σε λίγο γίνουν χώμα.

Η μεν βυζάκια σαν κουμπιά
Κ’ η δε μαστούς οχτώ κιλά.
Όποιαν ο δόλιος κι αν διαλέξω
Με τη χειρότερη θα μπλέξω.

Μ’ έφερ’ εδώ η μάνα Φύση
Σ’ αυτό που τ’ ονομάσαν ζήση.
Μα ποιος τη Φύση έχει φέρει;
Ούτε αυτή, ούτ’ άλλος ξέρει.

(περισσότερα…)

Μάταιες επαγγελίες;

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Όσοι είδαμε την ταινία του Αντρέι Βάιντα Η γη της επαγγελίας κατά τη δεκαετία του ’70, όταν αποτελούσε ένα από τα sine qua non κάθε «προοδευτικού» νέου, δεν μπορεί να μη νιώθουμε κάποια αμηχανία βλέποντάς τη τώρα. Εκείνη την εποχή η ταινία έφερε την παράδοξη για μας σφραγίδα της στρατευμένης τέχνης, όπως μας ερχόταν κατευθείαν, ετοιμοπαράδοτη, από τις σοσιαλιστικές χώρες και όπως πραγματευόταν ένα θέμα απαγορευμένο για τη λογοκρισία της δικτατορίας και τα ανακλαστικά του ελληνικού συντηρητισμού, αλλά και όπως ξεχυνόταν πρωτόγνωρα και ορμητικά κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Τότε, βέβαια, πλανιόταν πάνω από την ταινία μια υποψία προπαγάνδας της ιστορίας ενός κράτους του σοσιαλιστικού μπλοκ, μιας ιστορίας που δικαίωνε το σοσιαλιστικό παρόν της Πολωνίας, έστω κι αν το όνομα του σκηνοθέτη, με τη φιλμογραφία που κουβαλούσε, δεν μας οδηγούσε τόσο αβίαστα σε τούτη την κατεύθυνση.

Τώρα με την παρέλευση τόσων χρόνων, και τόσων βαθιών τομών πάνω στην ιστορική συνέχεια, το παραξένισμα δεν είναι τόσο έντονο: έχουμε αφομοιώσει πολλά πράγματα έκτοτε, οι ψυχροπολεμικές προκλήσεις έχουν διαλυθεί, ενώ η επιστροφή στην παλιά εκείνη αίσθηση από την προβολή μιας «σοσιαλιστικής» ταινίας αποτελεί όχι μόνο ένα κάλεσμα ιστορικής συνειδητοποίησης, αλλά και μιαν άσκηση εσωτερικής αυτοσυνειδησίας: ουκ αν εμβαίης δις στην ίδια κινηματογραφική ταινία: ακόμη και η θέαση της ίδιας κινηματογραφικής ταινίας μετά από μια μέρα ξεσκεπάζει μέσα μας ένα κενό διάστημα άγνοιας, μιαν αμηχανία και αμφισβήτηση για τον παντογνώστη θεατή της άπαξ κινηματογραφικής θέασης. Ο κινηματογράφος, μια τέχνη του χρόνου, του χρόνου όχι μόνο του αισθητικού αντικειμένου αλλά και του παραλήπτη του, μπορεί δηλαδή να μας διδάξει την ταπεινότητα απέναντι στις τελεσίδικες αισθητικές κρίσεις. (περισσότερα…)

Λογοκλοπή και διαστρέβλωση, κοινό αποτέλεσμα: Η παραπλάνηση

*

Από τον κ. Νώντα Παπαμιχαήλ λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή.

 ~.~

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Δύο υπουργοί της δεύτερης κυβέρνησης Μέρκελ (2009-2013), ο Καρλ-Τέοντορ τσου Γκούττενμπεργκ, Υπουργός Οικονομίας και Τεχνολογίας (2011) και η Ανέττε Σαβάν, Υπουργός Παιδείας και Αθλητισμού (2013) εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση. Ο πρώτος καταδικάστηκε πρόσθετα από αστικό δικαστήριο σε υποχρεωτική δωρεά 20.000 ευρώ υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Ο λόγος; Αποκαλύφθηκε ότι οι εργασίες τους για διδακτορική διατριβή περιείχαν τμήματα άλλων συγγραφέων. Επρόκειτο δηλαδή για λογοκλοπή.

Θεωρώ ότι όταν ένας εκλεγμένος εκπρόσωπος των ψηφοφόρων επιχειρεί με δόλια μέσα να «εμπλουτίσει» το βιογραφικό του, είναι στην ίδια ηθική κατηγορία με έναν συγγραφέα/ επιμελητή που παραθέτει σκόπιμα παραποιημένα στοιχεία σε βιβλίο. Κοινός παρονομαστής, η διαστρέβλωση πραγματικών γεγονότων ή καταστάσεων. Στην πρώτη περίπτωση, οι διαδικασίες μιας συγκροτημένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας επιτρέπουν την θεραπεία μέσω της αποπομπής ή αναγκαστικής παραίτησης. Στη δεύτερη –δυστυχώς– η όποια αποκατάσταση της αλήθειας επαφίεται στην εγρήγορση του αναγνωστικού κοινού και στην οξεία ματιά των κριτικών, με τις παρεμβάσεις τους.

Θα επισημάνω μια περίπτωση που με θίγει και προσωπικά. Ο κ. Ηρακλής Κακαβάνης, εκδότης του ηλεκτρονικού περιοδικού Ατέχνως, εδώ και 8 χρόνια με το βιβλίο του στις ομώνυμες εκδόσεις Κώστας Βάρναλης: 39+1 Άγνωστα ποιήματα (2016) έχει επιδοθεί σε ένα σφυροκόπημα παραποιήσεων και διαστρεβλώσεων αναφορικά με μια συλλογή παιδικών ποιημάτων (Ο κορυδαλλός, 1937) του Κώστα Βάρναλη, δημοσιευμένη σε συνεργασία με τον εκπαιδευτικό και συγγραφέα αναγνωστικών πρωτοβάθμιας στην δημοτική Νώντα Έλατο, που ήταν παππούς μου. (περισσότερα…)

Νηρηΐδες: κατάλογοι και φαντασιώσεις

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Περιδιαβαίνοντας την Νικόπολη, στη δυτική πλευρά του δρόμου, πάνω στο ύψωμα, δίπλα από τον οίκο του Έκδικου Γεωργίου κι απέναντι από τη βασιλική του Δουμετίου, από τον 2ο μ.Χ. αιώνα υπάρχει το μικρό Νυμφαίο. Στην αψίδα του σώζεται ξεθωριασμένη αυτή η ψηφιδωτή παράσταση μιας Νηρηίδας που ιππεύει θαλάσσιο κήτος (σπάνιο δείγμα εντοίχιου ψηφιδωτού στον ελληνικό χώρο).

Γράφει στη συνοδευτική επιγραφή:

«Η Νηρηίδα αποδίδεται ημίγυμνη, με το δεξί χέρι, λυγισμένο, να ακουμπά στο λαιμό του κήτους και το αριστερό να στηρίζεται στο σώμα ή στην ουρά του. Το σώμα της θαλάσσιας μορφής εμφανίζεται διάστικτο και παραπέμπει σε αιλουροειδές, ενδεχομένως λεοπάρδαλη, με το κατώτερο τμήμα του να προσομοιάζει σε ουρά ιππόκαμπου ή ιχθύος, με τριπλή θυσανωτή ουρά… Την παράσταση επιστέφει μεγάλων διαστάσεων κοχύλι, σύμβολο του θαλάσσιου κόσμου, το οποίο, ο πρώτος ανασκαφέας της Νικόπολης, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς ερμήνευσε ως “ακτινοβολούντα ήλιο”».

Το γνωστό στην κλασσική αρχαιότητα μυθικό βεστιάριο των θαλάσσιων υποζυγίων, των Τριτόνων (των ιχθυοκενταύρων του Τζέτζη και του Μπόρχες), των ιπποκάμπων ή των δελφινιών, εμπλουτίστηκε στη μετακλασική περίοδο και προσέθεσε στην ελληνιστική και στη ρωμαϊκή Βίβλο των φανταστικών όντων κι άλλους ζωόμορφους συνδυασμούς. Κι έτσι στις παραστατικές τέχνες εμφανίζονται οι Νηρηίδες, κόρες του Νηρέα και της Δωρίδος, να εποχούνται επί ιπποκάμπων, ιχθυοκενταύρων, θαλασσίων δρακόντων, αιγικάμπων, ταυροκάμπων, λεοκάμπων ή και παρδαλοκάμπων, όπως και στην εν λόγω παράσταση από την Νικόπολη. Και εφόσον και μέχρι σήμερα

«ένας άνθρωπος καβαλάει το ξύλινο αλογάκι του ήσυχα και πορεύεται όμορφα-όμορφα…χωρίς να υποχρεώνει ούτ’ εμένα, ούτ’ εσάς να καβαλήσουμε ξοπίσω του, ―πείτε μου, κύριε, εμάς, τι μας νοιάζει;» (περισσότερα…)

Ἀπὸ τί εἶναι φτιαγμένη ἡ ἱστορία;

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τὸ ἀνώτερο εἶδος ἱστοριογραφίας εἶναι ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἐπαγγελματίες ἱστορικοὶ τοῦ καιροῦ μας τὸ βλέπουν κάπως ἀφ’ ὑψηλοῦ, ἂν δὲν τὸ περιφρονοῦν κιόλας: ἡ κλασσικοῦ τύπου ἀφήγηση, ἐκείνη ποὺ ἐκθέτει γραμμικὰ τὰ συμβάντα, ἡ ἀποκαλούμενη ὑποτιμητικὰ «γεγονοτική». Ἡ πολιτική, στρατιωτικὴ καὶ διπλωματικὴ ἱστορία κυρίως, καὶ τὰ ὑποείδη τους.

Καὶ ὑπερέχει αὐτὴ ἡ ἱστοριογραφία κατὰ πολὺ ἀπὸ τὶς τωρινὲς ἱστορικὲς σχολὲς γιὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὰ ἐκφραστικά της μέσα. Ἱστορῶ σημαίνει ἀφηγοῦμαι, διηγοῦμαι, ἀναθιβάλλω καταπὼς ἔλεγε ὁ Κορνάρος. Ἀνακαλῶ χρονικὰ μιὰ ἁλυσίδα συμβάντων, ἀφήνω τὰ ἴδια τα συντελεσθέντα νὰ παρουσιάσουν τὸν ἑαυτό τους, νὰ αὐτοαναλυθοῦν, κρατῶ τὰ συμπεράσματα τὰ δικά μου γιὰ τὸ τέλος καὶ περιορίζω τὶς εἰδικὲς ἔννοιες στὸ ἐλάχιστο.

Οἱ μεγάλοι τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας, ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο καὶ δῶθε, ἦταν πρὶν ἀπ’ ὅλα σπουδαῖοι παραμυθάδες, ἦταν τεχνίτες τοῦ λόγου, ἤξεραν νὰ αἰχμαλωτίζουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἀναγνώστη, νὰ τὸν τέρπουν μὲ τὸ πιὸ ἁπλὸ μέσο, ἐκθέτοντάς του γραμμικά τα καθέκαστα. Οἱ σημερινοὶ ἱστορικοὶ πάλι, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ εὐφραδεῖς ἀνάμεσά τους, ἐπειδὴ συνήθως ἀναλύουν πολὺ καὶ ἀφηγοῦνται λίγο, ἢ καὶ καθόλου, στὴν καλὴ περίπτωση εἶναι ἐξαίρετοι λόγιοι. Πάει νὰ πεῖ, χαμένοι ἀπὸ χέρι στὴ σύγκριση.

Ὁ δεύτερος λόγος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν γνωστικὸ πλοῦτο τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας. Πλάι στὴ λογοτεχνία, ἡ ἀφηγηματικὴ ἱστορία εἶναι ἡ μόνη ποὺ μελετᾶ στὸ ὠμό, χαοτικό της ξετύλιγμα τὴν ἀνθρώπινη πράξη. Ἄρα καὶ ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ φέρει στὸ φῶς τὴν ἀβυσσαλέα τυχαιότητα ποὺ διέπει τὴ ζωή μας, τὴν ἰλιγγιώδη ἀπροσδιοριστία ποὺ ὁρίζει τὴ μοίρα μας. Ἀλλὰ καὶ τὴν μεγαλειότητα τῶν ἀνθρώπινων παθῶν. (περισσότερα…)

Κραιπάλη

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 ~.~

Άπαξ και ανάψει, το κερί αρχίζει να σώνεται. Άλλοι
το ανάβουν από τη μια μεριά, άλλοι κι από τις δύο.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ, Περί μέθης

1

Μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Γ. άρχισε να πίνει. Ερχόταν στο μπαράκι που δούλευα. Τον ήξερα από παλιά, από την εποχή που δούλευα στο καρνάγιο. Κάθε χειμώνα έβγαζαν το οικογενειακό σκάφος για συντήρηση – ένα γιοτ δεκαέξι μέτρα. Κάποιες νύχτες ο Γ. έμενε στο σκάφος, πότε μόνος, πότε με γυναίκα. Τριαντάρης, όμορφος, δεν περνούσε απαρατήρητος. Η ξαφνική απώλεια του πατέρα του τον έφερε αντιμέτωπο με ερωτήματα που δεν τον είχαν απασχολήσει μέχρι τότε. Άβγαλτος στο ποτό, στην αρχή γινόταν λιώμα, σταδιακά βρήκε τις ισορροπίες του. Μεθούσε αλλά δεν κατέρρεε, στεκόταν στα πόδια του. Δοκίμασε χρώματα και γεύσεις. Κατέληξε να πίνει σταθερά Μανχάταν – σκληρό ποτό για τα δικά μου δεδομένα.

Μια νύχτα του έκανα παρέα. Συνήθως καθόταν σε κάποιο τραπέζι, εκείνη τη φορά ήρθε στη μπάρα. Ήπια μαζί του, συγκρατημένα. Μιλήσαμε, για ποτά κυρίως. Το χάραμα με ρώτησε αν μπορούσα να τον μεταφέρω στο σκάφος – εκεί κοιμόταν, δεν άντεχε να πάει στο σπίτι. Είχε πιει παραπάνω από το συνηθισμένο, ήθελε κάποιο στήριγμα. Ένοιωθα εξαντλημένος αλλά  δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Κάλεσα ταξί. Καθίσαμε πίσω. Μετά από λίγο έγειρε στον ώμο μου, αποκοιμήθηκε. Τον κοίταξα. Ένας μεθυσμένος άγγελος. Όπως και άλλες φορές, είχα την αίσθηση ότι αυτές οι πρόσκαιρες γνωριμίες ήταν μοιραίες, αναπόφευκτες, προέκταση ενός παρελθόντος που παιζόταν κάθε φορά σε νέες παραλλαγές. Έκλεισα τα μάτια, θυμήθηκα τα περασμένα. Παλιά ξεχασμένα δωμάτια, γλαρωμένα χαμόγελα, ξένα πάθη που άφησαν μέσα μου ανεξίτηλα τα πένθιμα και σκοτεινά τους ίχνη.

Είχα χρόνια να κατέβω στο καρνάγιο. Ξημέρωνε. Το φεγγάρι μισό, ανεξήγητο. Ο φύλακας ήταν παλιός γνωστός. Φέρθηκε εγκάρδια. Του εξήγησα την κατάσταση. Το ξέρω, μου λέει, κάθε νύχτα τα ίδια. Τον ανεβάσαμε στην καμπίνα και τον βάλαμε στο κρεβάτι. Το εσωτερικό του σκάφους ήταν εντυπωσιακό, άνετο αλλά ακατάστατο. Πάνω στο τραπέζι του σαλονιού υπήρχαν άδεια μπουκάλια κρασί, ένα σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα, χαρτιά, φάκελοι και μια φωτογραφία σε μεγάλη επίχρυση κορνίζα – υπέθεσα πως ήταν ο πατέρας του, τον θυμόμουν αμυδρά. Πήγα να φύγω αλλά ο φύλακας μου ζήτησε να κοιμηθώ εκεί. Ανησυχούσε μη γίνει καμιά στραβή και πάρει φωτιά το σκάφος. Πριν από καιρό ένας μεθυσμένος Ισπανός είχε καεί μαζί με το ιστιοφόρο του από ένα ξεχασμένο τσιγάρο. (περισσότερα…)

Τρίτη ηλικία

*

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;

Πόσο σ’ αρέσει να ξεχνιέσαι
και πόσο γρήγορα ξεχνάς.
Στης λύπης το μαντίλι δέσε
δώδεκα κόμπους ξενοιασιάς.

Τί κι άν θολώνει το ποτάμι,
τί κι άν οι θύμησες ριγούν;
Στης βουβαμάρας το θαλάμι
μήν τις αφήσεις να πνιγούν.

Βγές για περίπατο και μίλα.
Στο δάσος δέ σ’ ακούει κανείς.
Τα χρυσοκόκκινα τα φύλλα
σκύψε και μέτρα τα. Μπορείς;

Ασπριδερά, καφέ και γκρίζα
καβάλησαν στα κουτουρού
μικρά ομπρελάκια δίχως ρίζα
τα δαχτυλίδια ενος κορμού.

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;
Βρές μια γερή βαλανιδιά
κι αφού την αγκαλιάσεις, άσε
στη φλούδα-της μια χαρακιά. (περισσότερα…)

«Μὲ γέννησαν ἡ Ζούρτσα καὶ τὸ Ἀργοστόλι»: Τάσος Γαλάτης (1937-2025)

*

του ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

~.~

«Γεννήθηκα στὸ Ἀργοστόλι τῆς Κεφαλλονιᾶς στὶς 8 Δεκεμβρίου 1937, μιὰ ἐποχὴ δύσκολη καὶ ἐπικίνδυνη γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν Εὐρώπη. Ἄλλωστε εἶχαν προηγηθεῖ ὁ ἱσπανικὸς ἐμφύλιος πόλεμος καὶ οἱ Δίκες τῆς Μόσχας. Τὰ πάντα ἔδειχναν ὅτι ὅσα θὰ ἐπακολουθοῦσαν δὲν θὰ ἦταν αἰσιόδοξα.

Ἤμουν κιόλας ἑπτὰ χρονῶν ὅταν διαδραματίστηκαν τὰ Δεκεμβριανὰ καὶ ἀκολούθησε ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός. Σ᾿ ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν περίοδο, ἀμέσως μετὰ τὰ Δεκεμβριανὰ ἡ οἰκογένειά μου ἐγκαταστάθηκε στὴν Καλογραίζα ὅπου ζήσαμε ὣς τὰ δεκαέξι μου χρόνια, ὁπότε μετακινηθήκαμε σὲ ἄλλες γειτονιὲς τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ τοῦ Νέου Ἡρακλείου. Νωρίτερα κάπως εἶχα ἀρχίσει νὰ ἀνακαλύπτω τὴν ποίηση παρακολουθώντας φανατικὰ τὸ Ἑλληνόπουλο καὶ τὸν Θησαυρὸ τῶν παιδιῶν, τὰ δύο περιοδικὰ ποὺ στήριξαν τὰ παιδικά μας χρόνια καὶ τὴν ἐφηβεία μας. Ἂς προσθέσω σ᾿ αὐτὰ καὶ τὸ Σπίτι τοῦ παιδιοῦ. Τί ἦταν ὅμως ἡ ποίηση γιὰ μένα; Χρειάστηκε νὰ περάσει καὶ ἄλλος καιρὸς γιὰ νὰ συνειδητοποιήσω τὴ σημασία της, τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀποστολή της. Στὴν πρώτη μου συλλογὴ προτάσσω ἕνα πολύστιχο κάπως ποίημα μὲ τὸν τίτλο «Στὸ Λαβύρινθο». Ἐκεῖ χρησιμοποιώντας ὡς σύμβολο τὸν Μινωϊκὸ Λαβύρινθο ἀπὸ τὸν ὁποῖο βγῆκε σῶος ὁ Θησέας χάρη στὴ βοήθεια τῆς Ἀριάδνης, θέλησα νὰ δώσω μιὰ εἰκόνα τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ Λαβύρινθος εἶναι ὁ σύγχρονος κόσμος καὶ ἡ Ἀριάδνη μιὰ ἀπὸ τὶς μεταμορφώσεις τῆς ποιήσεως. Σ᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ στιχούργημα ἀκούγεται ἡ φωνή

Δὲν θὰ ξαναγυρίσεις πιά
δὲν θὰ ξαναγυρίσεις
εἶσαι ὁ ποιητής.

Ἡ προειδοποίηση αὐτὴ στάθηκε προφητική, ἀφοῦ γιὰ πάντα ἔμεινα σ᾿ ἐκεῖνα τὰ χαλάσματα μὲ τὰ παγωμένα βλήματα. Στὰ ἑπόμενα βιβλία μου ἡ φωνὴ αὐτὴ ἄλλοτε ἀπειλητική ἄλλοτε παρηγορητική, ἐπίμονη πάντα μὲ συνοδεύει μέχρι σήμερα καὶ στὶς ἑπόμενες συλλογές μου.

Ὡστόσο ἐπιθυμῶ πέρα ἀπὸ τὶς προσωπικές μου ἐμπειρίες νὰ μνημονεύσω τὸ ἀνθρώπινο περιβάλλον ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ ἰδιαίτερα τοὺς φίλους μου. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλους τὸν συμμαθητή μου Δαμιανὸ Κοκκινίδη, τὸν βιβλιογράφο τοῦ ζεύγους Roger [καὶ Τατιάνας] Milliex. Ἦταν ὁ Δαμιανὸς ποὺ μὲ παράσυρε σ᾿ ἕνα ἀτέλειωτο κυνηγητὸ γνωστῶν τότε ποιητῶν καὶ λογοτεχνῶν. Στὴν Νέα Ἰωνία ζοῦσε κι ἔγινε ὁ στενότερος φίλος μας ὁ ποιητὴς Χρῖστος Ρουμελιωτάκης ποὺ χάσαμε πρόσφατα, ὁ σκηνοθέτης καὶ πεζογράφος Γιῶργος Μιχαηλίδης, ὁ ζωγράφος, ἀρχιτέκτονας καὶ ποιητὴς Νίκος Γαζέπης καὶ ἄλλοι ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸν πνευματικὸ κόσμο τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ στάθηκαν ὁδηγητές μας. Πρέπει νὰ ἀναφέρω τὸν σπουδαῖο ποιητὴ Τάκη Σινόπουλο, τὸν σημαντικὸ λόγιο Νίκο Μηλιώρη, τὸν ποιητὴ τῶν Λιμανιῶν Χρῖστο Καμπούρογλου, τὸν ζωγράφο Βάσο Βασιλειάδη, τὸν γιατρὸ καὶ συγγραφέα Βάσο Βογιατζόγλου καὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλους τὸν ποιητὴ Δημήτρη Δούκαρη ποὺ χάθηκε πρόωρα μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερός μας. (περισσότερα…)

Αντωνυμία

*

… απέθανεν και Καρασούτσας τις
ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Ο ένδοξος δέκατος ένατος αιώνας
με τις παλιγγενεσίες, τα ανδραγαθήματα
και άλλα τοιαύτα εθνικά ωραία.

Κι αν τον μνημονεύω δεν είναι για τα κραταιά
ούτε για το ξαστέρωμα της σκέψης
είναι για την άκρα περιφρόνηση της λέξης
που είπανε γι’ αυτόν την άλλη μέρα της θανής του.

Και ήταν εύρετρα της σορού αυτή η αντωνυμία
κέρμα ευτελές για τον περατάρη
για μένα πρώτο της ποίησης κεντρί
στα δεκαπέντε μου η γνωριμία με τους στίχους.

Τους σπουδαίους ύστερα τους γνώρισα
κι έγινε η αντωνυμία βάλσαμο και η κάργα αηδόνι.
Μα τη λέξη την αόριστη δεν ξέχασα ποτέ
πολλές φορές εις εν άστρον σηκώνω το κεφάλι
τους ίαμβους λέω του ποιητή (περισσότερα…)