«Νέα Κρόνακα»: Η γενεαλογία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[3/12]

~.~

Η Νέα Κρόνακα, σειριακό έργο τριάντα τριών τόμων με δεύτερό της μυθιστόρημα το έργο Σαμψών, προκύπτει ως ένα σύνθετο σχέδιο, το οποίο ανάγεται σε ποικίλες –κατά κύριο λόγο συνειδητές– επιρροές και αναγνωστικές επιδράσεις.[114] Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται λόγος ειδικότερα για τα κείμενα ποικίλης γραμματειακής προέλευσης τα οποία πληροφορούν τη Νέα Κρόνακα αποκλειστικά ως προς το σχηματικό και αξονικό επίπεδο της σύλληψης. Συναφώς, εξ αυτών απορρέουν συγκεκριμένες και προσδιορίσιμες διακειμενικές σχέσεις σε διάφορα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη, εμπλουτισμένες από ένα κατά πολύ ευρύτερο δίκτυο-βιβλιοθήκη, οι οποίες χρήζουν κατά τόμο, θέμα και περίπτωση εξειδικευμένης συγκριτολογικής προσέγγισης. Ορισμένες από αυτές τις σχέσεις θα τύχουν περαιτέρω ανάλυσης, όπου προσφέρουν στην προσέγγισή μας του Σαμψών, σε ειδικότερες ενότητες της μελέτης.

2.1 Από το Χρονικό στην Κρόνακα: Λεόντιος Μαχαιράς

Η απαρχή της Νέας Κρόνακας σε ειδολογικό και πνευματικό επίπεδο χρειάζεται πρωτίστως να αναζητηθεί στο μεσαιωνικό χρονικό του Κύπριου χρονικογράφου Λεοντίου Μαχαιρά Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Xρονικόν,[115] από το οποίο αντλεί τον τίτλο της.[116] Η πρόσβαση του Μαργαρίτη σε αυτό τελεί αδιαμφισβήτητα παλίμψηστη, καθότι τα πρωτεία της διάσωσής του από τη λήθη αποδίδονται στον Γιώργο Σεφέρη και την κυπριακή του συλλογή Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν (1955) (Ημερολόγιο Καταστρώματος, γ΄).[117] Το Χρονικό κατέστη έκτοτε, χάρη στη σεφερική κατάθεση, αιμοδοτικό της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής στο νησί. Παρότι στον ελλαδικό χώρο το Χρονικό δεν είχε καμιά ουσιαστική επίδραση,[118] γεγονός που, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι άσχετο με την πνευματική απομάκρυνση των Ελλαδιτών λογοτεχνών από την κυπριακή πραγματικότητα από το 1974 και εντεύθεν, έτυχε αξιοπρόσεκτης διεθνούς πρόσληψης από σημαντικούς Ευρωπαίους λογοτέχνες, όπως ο Ιταλός Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο,[119] ο Πολωνός Μέλχιορ Βανκόβιτς[120] και ο Βούλγαρος Αλεξάνταρ Κοστόφ.[121]

Το γεγονός ότι το Χρονικό είναι το πρώτο εκτενές πεζογράφημα σε διάλεκτο της υστερομεσαιωνικής ελληνικής[122] επιτρέπει στον Μαργαρίτη να διασυνδέσει την ιστορικότητα με την εντοπιότητα και, δι’ αυτής, την καθαυτό ελληνικότητα του κυπριακού χώρου.  Όχι χωρίς πικρία για την αφασία του ελλαδικού δημόσιου λόγου στα περί Κύπρου, αλλά και για την απαξίωση του ίδιου ως συγγραφέα, ο Μαργαρίτης επαναφέρει τον Μαχαιρά, για να ανακινήσει το ιστορικό ενδιαφέρον γύρω από τη γενέτειρά του, αλλά και για να εμβαθύνει ο ίδιος σε στοιχεία της εντοπιότητας τα οποία έχουν καθορίσει τη συγγραφική και πνευματική του ταυτότητα: (περισσότερα…)

«Ο Αποσυναρμολογημένος Άνθρωπος» 

*

 Ή πώς η ψηφιακή τεχνολογία κατατρώει την ύπαρξή μας

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Είναι μόλις 24 ετών. Και δεν έχει γνωρίσει τον κόσμο πριν από την ψηφιακή εποχή. Κι όμως. Το βιβλίο του, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη Γαλλία, θέτει το ζήτημα του καιρού μας χωρίς περιφράσεις. Αυτό που κατά τον Baptiste Detombe –αυτό είναι το όνομα νέου Γάλλου δοκιμιογράφου– διακυβεύεται με την ψηφιακή επανάσταση δεν είναι τίποτα λιγότερο από την επιβίωση ή την κατάρρευση του ανθρώπινης ύπαρξης. Το βιβλίο επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τον χώρο στον οποίο κινείται η ολοένα και πιο εικονικοποιημένη ύπαρξή μας, δείχνοντας πώς η αναδιαμόρφωση της πραγματικότητας που προκαλείται από την ψηφιακή τεχνολογία διαβρώνει σταδιακά ορισμένες από τις πιο βασικές ανθρωπολογικές μας σταθερές εκ των έσω, τόσο στην κατασκευή της ταυτότητάς μας όσο και στη σχέση μας με τον Άλλο.

Εκκινώντας από την στατιστική διαπίστωση ότι τα παιδιά στη Γαλλία περνούν πλέον τόσο χρόνο μπροστά σε μια οθόνη όσο και στην τάξη και οι έφηβοι αφιερώνουν μόνο 12 λεπτά την ημέρα στο διάβασμα έντυπου βιβλίου –σε σύγκριση με 5 ώρες και 10 λεπτά σε οθόνες– ο ταλαντούχος δοκιμιογράφος εξετάζει πώς η ψηφιακή τεχνολογία «κατατρώει τη ζωή μας». Βασιζόμενος σε μια σύνθεση μελετών και δημοσιεύσεων από ερευνητές διαφορετικών ιδεολογικών χώρων, ο Μπατίστ Ντετόμπ σχολιάζει μια πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ που έδειξε ότι, κατά μέσο όρο, οι άνθρωποι προτιμούν «να υποβληθούν σε ηλεκτροσόκ παρά να υπομείνουν 6 έως 15 λεπτά σιωπής». Το ποσοστό των ανθρώπων που περιηγούνται στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια του χρόνου διακοπών τους, προσθέτει, «έχει αυξηθεί κατά 40 μονάδες από το 2013 (70%!)». Μέσα σε μια δεκαετία! Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους νέους, των οποίων το εύρος προσοχής κατακερματίζεται ολοένα και περισσότερο και των οποίων οι ζωές υπαγορεύονται από εφαρμογές που, χάρη σε ολοένα και πιο εθιστικούς αλγόριθμους και διαδικασίες (βίντεο 20 δευτερολέπτων, σάρωση με το δάχτυλο, ατελείωτη κύλιση), καθορίζουν τι βλέπουν, τι ακούν και τι τους αρέσει.

«Το σύγχρονο εγχείρημα της αυτονομίας έχει ολοκληρωθεί με την ψηφιακή επανάσταση», λέει σε πρόσφατη συνέντευξή του στην επιθεώρηση Philitt, ο Ντετόμπ, που όταν μιλάει για ψηφιακό κόσμο τα περιλαμβάνει όλα: (περισσότερα…)

Γιρμεγιάχου

*

σεισμὸς μέγας ἐκ γῆς βορρᾶ (Ιερεμίας 10,22)

Σάν να τραντάζεται η γή
Καλπάζουν οι καβαλάρηδες
της καταιγίδας οι γιοί
Άργησες άργησες άργησες

Σάν να τραντάζεται η γή
Τί μας προσμένει το ξέρουμε
Σακατεμός συντριβή
κι ενα τσαντήρι στην έρημο

Βγαίνει η πουτάνα Κραγιόν
βάζει στα μούτρα-της μάσκαρα
Νύν υπερ πάντων ο αγών
και θα τον δώσεις ανάσκελα

Πέφτει ο φρουρός καταγής
Βάζει στην πέτρα τον κρόταφο
μήπως ακούσει στο υπόκωφο
τράνταγμα τον ψιθυριστό
λ ό γ ο  τ η ς  κ α τ α λ λ α γ ή ς (περισσότερα…)

Μακρολεπιότα ἡ ὑψηλὴ

*

τοῦ ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

~.~

Ζύγιζα τὸ κάθε μου βῆμα. Ἦταν ἀπόγευμα καὶ κόντευε νὰ νυχτώσει στὸ δάσος. Ζύγιζα καὶ ἰσορροποῦσα σὲ κάθε μου κίνηση. Σὲ ποιὰ πέτρα θὰ πατήσω, τὸ κλαδὶ ποῦ θὰ κρατηθῶ καὶ δὲν θὰ σπάσει, πῶς θὰ διαβῶ τὴν ἀτέλειωτη σειρὰ τῶν χειμάρρων – κανένα μονοπάτι, ἄγριος τόπος, ἄγρια ἡ ὀμορφιά του.

Τότε, ἕνα ἀχνὸ σύννεφο, σὰν κινούμενο πέπλο, θαμπάδα τοῦ δάσους· νύχτα, ἔξω ἀπὸ τὶς ὧρες τῆς νύχτας, σκέπασε τὰ πάντα. Καὶ ἦταν αὐτὸ ποὺ μ’ ἔκανε νὰ φοβᾶμαι τὶς γλιστερὲς πέτρες, τὸ νοτισμένο στρῶμα ἀπὸ φύλλα ὀξιᾶς, τὸ τυχὸν στραβοπάτημα καὶ τὴν εὐαισθησία τοῦ δεξιοῦ ἀστραγάλου. Μὰ πιὸ πολύ, τὰ γόνατα, ποὺ λυγίζουν ἀπὸ τὴν κούραση καὶ τὰ χρόνια.

Ἀκόμη, φοβόμουνα τὴ βροχὴ –τὶς ἀτέλειωτες ὧρες βροχῆς, κακὸς ὁδηγός, κακὸς σύμβουλος– ποὺ ξέπλενε τὰ μανιτάρια –ἴδιος καιρὸς τὰ γεννοῦσε, ἴδιος τὰ παραμόρφωνε–, καὶ τότε δυσκολευόμουνα νὰ τὰ γνωρίσω. Ὅπως τὶς λέξεις, ὅταν ἔχαναν τὸν ἦχο, τὸ χρῶμα, ἀκόμα καὶ τὸ νόημά τους καὶ ἐξοστρακίζονταν ἀπὸ τοὺς στίχους, καὶ ἔπρεπε νὰ τὶς ἐπαναφέρουμε προσδιορίζοντας τὶς λειτουργίες τους μέσα στὸ κείμενο, ποὺ ἔμοιαζε μὲ μακρινὸ ἀναλλοίωτο τοπίο –ὄχι ἀπρόσιτο, ἀλλὰ δύσκολα προσεγγίσιμο–, ὅπως αὐτὸ τοῦ δάσους.

Μὲ τὸ δάσος ἔνιωθα νὰ γίνομαι ἕνα. Γνώριζα τὴ μεγάλη ἀποκαλυπτικὴ δύναμη ποὺ ἔκρυβε μέσα του. Πίστευα πὼς κάθε σημεῖο του –ποὺ ἦταν ἕνας συνδυασμός, ἕνα ἄγριο συνταίριασμα δέντρων, νερῶν, πηγῶν, κακοτράχαλων μονοπατιῶν, καὶ συνήθως ὅλα αὐτὰ κρυμμένα ἀπὸ τὸν οὐρανό, μάλιστα κάποιες φορὲς θαμπὰ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ διαβατάρικο σύννεφο– (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης: Τὸ εἴδωλο τοῦ θραύσματος

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

~.~

Ἡ ποίηση εἶναι λύσις συνεχείας τοῦ πνεύματος
(περίπου ἔτσι ὁ Νίκος Καροῦζος)

Μαντόρλα – ἀμύγδαλο – Mandel – Mandelstamm

Στὸ ἀμύγδαλο –τί στέκεται στὸ ἀμύγδαλο;
Τὸ Τίποτα.
Τὸ Τίποτα στέκεται στὸ ἀμύγδαλο.
Στέκεται καὶ στέκεται

Ἀπόσπασμα ποιήματος τοῦ Πάουλ Τσέλαν ἀπὸ τὴ συλλογὴ Die Niemandsrose (Τοῦ Κανενὸς τὸ ρόδο, 1963), γραμμένου στὶς 23.5.61.

Πενήντα τρία ποιήματα, αὐστηρὰ χρονολογημένα: 3 Μαρτίου 1959-Μάρτιος 1963. Κλειδί τους τὸ ἀμύγδαλο (Mandel, Mandorla), ἡ ἀμυγδαλιά. Αὐτὸ βρίσκεται καὶ στὸ ὄνομα τοῦ πιὸ ἀκριβοῦ φίλου τοῦ Τσέλαν, τοῦ σπουδαίου ποιητῆ Ὀσὶπ Μαντελστάμ: κορμὸς τοῦ ἀμύγδαλου, ἀμυγδαλιά. Ἀλλὰ δὲν θὰ φτάσουμε ὣς ἐκεῖ, τὸ κεφάλαιο εἶναι τεράστιο. Τὸ μοτίβο ὑπάρχει καὶ στὴ συλλογὴ τοῦ 1952 Mohn und Gedächtnis (Ἀφιόνι καὶ μνήμη), στὸ ποίημα «Μέτρα τ᾽ ἀμύγδαλα»:

Μέτρα τ ἀμύγδαλα,
μέτρα αὐτὸ ποὺ ἦταν πικρὸ καὶ σὲ κράτησε ξύπνιο,
μέτρα κι ἐμένα σ᾽ αὐτά […] 

Βρισκόμαστε στὰ πρῶτα μεταπολεμικὰ χρόνια. Στὴν ἀρχὴ τοῦ τραύματος ποὺ δὲν θὰ κλείσει ποτέ. Γιὰ τὸν Τσέλαν τὰ «ἀδειανὰ μάτια», τὸ κενὸ ποὺ χάσκει ἀπέναντι στὸ Τίποτα, ἔχουν τὸ σχῆμα τοῦ ἀμύγδαλου∙ τὰ πετρωμένα, ἀμυγδαλωτὰ μάτια, μὲ τὸ ἀμυγδαλωτό τους δάκρυ, σὰν τὸν σκληρὸ φλοιὸ τοῦ ἀμύγδαλου, τοῦ ἀδειανοῦ, χωρὶς καρπό, ἀμύγδαλου. Τώρα γνωρίζουμε ὅτι λίγα χρόνια μετὰ (1970) ὁ ποιητής ἔδωσε τέλος στὴ ζωή του ἔχοντας ἀντικρύσει στὸ κάτοπτρο τοῦ ἀμύγδαλου καὶ τὸ δικό του κενό. Ὅμως αὐτὸ τὸ κενὸ ἔκρυβε περισσότερα ἀπὸ ὀκτακόσια ποιήματα-λαμπηδόνες ἀνθηρῆς ἀμυγδαλιᾶς. (περισσότερα…)

Κινηματογράφος Αλεξάνδρα

*

Προδημοσίευση από την ομώνυμη συλλογή του Δημήτριου Μουζάκη που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις Εκδόσεις Σίγμα Πι Λάμδα.

~.~

ΨΙΧΑΛΕΣ ΑΠΟ ΚΥΜΑΤΑ

Τη θάλασσα και τη βροχή
τις ερωτεύτηκα απ’ τον ήχο.
Τα κύματα και οι ψιχάλες
δεν απευθύνονται στα μάτια.
Απευθύνονται στα όνειρα.

***

ΓΑΣΤΡΑΛΙΑ

Όταν αντίκρυζα
μια όμορφη γυναίκα
σκεπτόμουν όλβιος
γαστράλια, σκιοδερμίς.
Υπέροχες λέξεις
ό,τι κι αν σημαίνουν. (περισσότερα…)

Ο θάνατος του Σαββόπουλου ως αστάθμητος παράγοντας στο Έτος Θεοδωράκη

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #8

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Στο όγδοο μέρος της ετήσιας στήλης μας για το «Έτος Μίκη Θεοδωράκη», προβαίνουμε σε μια έκτακτη και παρενθετική καταγραφή που γέννησαν οι συνθήκες, μιας και ο θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου παρείχε σε πολλούς ερευνητές και (ταυτόχρονα) σε κάθε λογής σχολιαστές την ευκαιρία για πολλαπλές συγκρίσεις με τον Θεοδωράκη στους άξονες της παράλληλης πορείας, της αντίστοιχης και μη δημιουργίας, της ιδεολογικής μεταστροφής, ακόμα εντέλει και του στερνού αποχαιρετισμού που έλαβαν οι δύο καλλιτέχνες. Επιχειρώντας να συνενώσουμε τους βασικούς και μόνο άξονες αυτής της σύγκρισης, θα προβούμε κι εμείς με τη σειρά μας τόσο στην καταγραφή των έλξεων και των αποκλίσεων τους όσο και σε μια επιλογική (και ενδεχομένως εύλογη) εικασία.

///

–> Στο δεύτερο μισό του Αφιερωματικού Έτους Μίκη Θεοδωράκη που διανύουμε, ενώ είχαν αρχίσει ήδη να διατυπώνονται ορισμένες ενστάσεις με αφορμή την επέτειο εκατό χρόνων από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι για τη μη συμπερίληψη του τελευταίου ως ισότιμου στην επέτειο, ο ξαφνικός θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου, η κηδεία του και οι αντιδράσεις που την ακολούθησαν, μετατόπισαν σημαντικά την ατζέντα και τον δημόσιο διάλογο. Ενδιαφέρουσα δε σύμπτωση αποτελεί το γεγονός πως ο πρωτοπόρος τραγουδοποιός, το έργο του οποίου έχει, εξάλλου, συνεξεταστεί ερευνητικά και επιστημονικά ως παραπληρωματικό και εναλλακτικό στα παραδείγματα Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, στο τελευταίο του εν ζωή δημόσιο κείμενο είχε αρθρογραφήσει κι εκείνος με τη σειρά του υπέρ της τιμής στη μνήμη του Χατζιδάκι ισότιμα μ’ εκείνη του Θεοδωράκη, κλείνοντας, έτσι, άθελά του έναν ιδιότυπο κύκλο.

–> Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η στάση ενός μεγάλου τμήματος του προοδευτικού χώρου έναντι των δύο καλλιτεχνών, όπως αυτή εκφράστηκε μετά τον θάνατό τους (περισσότερα…)

Σκέψεις για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα

 *

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Σε περιόδους παρακμής διαπιστώνεται μια ταλάντωση μεταξύ των λεπτότερων αποχρώσεων της πιο σχολαστικής υπερευαισθησίας και της ξαφνικής συχνά υστερικής κτηνωδίας. Επίσης μια βαθιά δυσαρέσκεια με την κουλτούρα του παρόντος, μια δυσφορία, μια εξέγερση εναντίον της, αλλά μια εξέγερση στην οποία ο «εξεγερμένος» δεν θέλει να δει τα δικά του παρασιτικά προνόμια και την κοινωνική τους βάση να θίγονται σε καμιά περίπτωση, και έτσι το καλωσορίζει με ενθουσιασμό όταν ο επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της δυσαρέσκειας επιδοκιμάζεται φιλοσοφικά, αλλά ταυτόχρονα, ως προς το κοινωνικό του περιεχόμενο, μετατρέπεται σε άμυνα κατά οποιασδήποτε αλλαγής του υφιστάμενου καθεστώτος.
ΓΚΕΟΡΓΚ ΛΟΥΚΑΤΣ

Στο περιβάλλον της προχωρημένης μετανεωτερικότητας, όπου η ιδεολογία ζει και βασιλεύει και τους ανθρώπους κυριεύει, παρά τα όσα αντίθετα λέγονται, η πολιτική ως κυβερνητικό φαινόμενο, δηλαδή ως άσκηση της εξουσίας και «διαχείριση» της κυριαρχίας από το πολιτικό προσωπικό των ελίτ, παράλληλα με την εξάρθρωση της λαϊκής υποκειμενικότητας, αδυνατεί να προκαλέσει την γνήσια εκδίπλωση εκείνων των συγκρουσιακών καταστάσεων που αποτελούν τον πυρήνα της Δημοκρατίας.

Το πολιτικό προσωπικό των αρχηγεσιών που ηγείται σήμερα μετριέται στην ικανότητα να «αλλάζει γήπεδο», να φαντάζεται και να εφευρίσκει νέες ευκαιρίες για σύγκρουση, μέσω όμως των οποίων επιτυγχάνεται πάντοτε η συναίνεση στα προκαθορισμένα σημεία εντός ενός δεδομένου πλαισίου. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας του εκλογικού σώματος, αλλά και εντός της ίδιας της πλειοψηφίας, των κομμάτων –ή των ρευμάτων– τεστάροντας συνεχώς τα αναχώματα του αντιπάλου, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τη ροή των εξερχόμενων ψήφων.

Σε αντίθεση με όσους είχαν ελπίσει ότι η βαθιά πολύπλευρη κρίση που διέρχεται η χώρα θα οδηγούσε σε στοιχειώδη ποιοτική αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων της χώρας, η αδήριτη πραγματικότητα δικαιώνει όλους όσοι είχαν τολμήσει να υποστηρίξουν (-ζουν) ότι αντιθέτως αυτή όχι μόνο θα παραμείνει η ίδια αλλά και θα κατρακυλήσει σε χειρότερα επίπεδα. Μάλιστα η συμπεριφορά των πολιτικών κομμάτων οδηγεί σε οδυνηρές σκέψεις ότι τελικά «δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να μη μαίνεται κατά της πατρίδας».[1]

Δυστυχώς κανένα πολιτικό κόμμα για το ζήτημα αυτό δεν δίνει καμία εξήγηση. Καθένα έχει τα δικά του σκοτεινά σημεία, τις κρυφές του εκατόμβες και τα ανομολόγητα όνειρά του. Τους θησαυρούς του από απερίσκεπτα πράγματα και από προπέτειες. Όσα λησμόνησε στα σχέδιά του και όσα θέλει να κάνει να ξεχάσουν οι άλλοι. Αποσύρουν, προκειμένου να επιβιώσουν, όλα εκείνα τα οποία υπόσχονται προκειμένου να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους. Συμπεριφέρονται «λαϊκιστικά» όσο βρίσκονται εκτός εξουσίας και άλλο τόσο και περισσότερο όταν βρίσκονται στην εξουσία. (περισσότερα…)

Τα λογοτεχνικά αρχεία: Η περίπτωση του αρχείου του Νίκου Εγγονόπουλου

Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο εργαστήριό του

*

ΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

~.~

Τα λογοτεχνικά αρχεία αποτελούν αναπόσπαστο και σημαντικό μέρος της διεθνούς αρχειακής κληρονομιάς δεδομένου ότι τα λογοτεχνικά και εικαστικά έργα ως αριστουργήματα της ανθρώπινης δημιουργικής διάνοιας, αποτελούν «Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς». Το Τμήμα Αρχείων Λογοτεχνίας και Τέχνης του Διεθνούς Συμβουλίου Αρχείων από το 2009 έχει θέσει ως αποστολή του την διάδοση της πολιτιστικής αξίας και μαγείας – όπως είναι ακριβώς διατυπωμένο – των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών αρχείων μέσα από την δημιουργία ενός παγκόσμιου δικτύου αρχειονόμων, επιμελητών και χρηστών, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τις τοποθεσίες και την ποικιλομορφία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών συλλογών σε όλο τον κόσμο και  δίνοντας κατευθύνσεις για τις βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την καταλογογράφηση, την αποθήκευση, την δημοσιοποίηση και προώθηση αυτών των πολιτιστικών αρχειακών θησαυρών.[1]

Σύμφωνα με το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο τα λογοτεχνικά αρχεία αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία ιδιωτικών αρχείων. Πρόκειται για αρχεία λογοτεχνών ή γενικότερα ανθρώπων των γραμμάτων (λογίων και διανοουμένων που διακρίθηκαν στις τέχνες και τα γράμματα), ακόμα και προσώπων ή φορέων που σχετίζονται με την ιστορία της λογοτεχνίας χωρίς να συμμετέχουν άμεσα στη λογοτεχνική παραγωγή, όπως είναι για παράδειγμα τα αρχεία εκδοτών, φιλολόγων, κριτικών, δημοσιογράφων, λογοτεχνικών περιοδικών, λογοτεχνικών σωματείων και ενώσεων μέσα από τα οποία μπορεί να χαρτογραφηθεί η λογοτεχνική παραγωγή της χώρας.

Τα αρχειακά κατάλοιπα εντοπίζονται σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς μετά από  δωρεά των ίδιων των λογοτεχνικών παραγωγών ή των κληρονόμων τους ή από άλλους που έχουν περιέλθει στην κατοχή τους. Γενικότερα μπορεί κανείς να αναζητήσει αναλυτικούς καταλόγους λογοτεχνικών αρχείων ηλεκτρονικά στο Εθνικό Ευρετήριο Αρχείων, πρόκειται για μια υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους (όπου καταγράφεται το σύνολο του αρχειακού πλούτου της χώρας).[2]  Όπως επίσης και στον ειδικό κατάλογο λογοτεχνικών αρχείων του 19ου και 20ού αιώνα που έχουν δημιουργήσει από κοινού η Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία  και το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.[3]

Το αρχείο του Νίκου Εγγονόπουλου περιήλθε στην κατοχή του Παντείου Πανεπιστημίου και της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών τον Ιανουάριο του 2022, μετά την ευγενική χορηγία της κόρης του ποιητή, Εριέττης Εγγονοπούλου. Η διαχείρισή του γίνεται με την ευθύνη και την επιμέλεια της Ελισάβετ Αρσενίου (Καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών), του Κώστα Χριστόπουλου (Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών) και του Γιάννη Στογιαννίδη (Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Αρχειονομίας Βιβλιοθηκονομίας, Συστημάτων Πληροφόρησης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής) στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος ArchArt με τίτλο «Αρχείο Νίκου Εγγονόπουλου: ψηφιοποίηση, τεκμηρίωση και δημοσιοποίηση του» που χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.). Μέχρι πρότινος το μοναδικό πλήρως ψηφιοποιημένο αρχείο στην Ελλάδα ήταν του Κ. Π. Καβάφη υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Ωνάση[4] παράλληλο με αντίστοιχα ψηφιακά αρχεία του εξωτερικού όπως του William Blake[5], της Emily Dickinson[6], του Dante Gabriel Rossetti[7], του Walt Whitman[8] και άλλων πολλών σπουδαίων δημιουργών. Η πρόσφατη επεξεργασία του Αρχείου Εγγονόπουλου δημιουργεί αφενός ένα πρότυπο ως προς τη μεθοδολογία ψηφιοποίησης και τεκμηρίωσης αρχείων προερχόμενων από λογοτέχνες που είναι συγχρόνως εικαστικοί καλλιτέχνες, (περισσότερα…)

Τα νησάκια

* * * 

Νοέμβρης· τα νησάκια μπαίνουν στον ορό
με μια γερή γροθιά πέφτουν σε νάρκη
μέχρι το Πάσχα (τύπου Ανάσταση θαρρώ…).

Κλειστές ταβέρνες, στοιχειωμένα πάρκινγκ,
ξεθωριασμένα διαφημιστικά εκδρομών,
χωριά ερημωμένα – άλλοτε αυτάρκη…

Οι επιχειρηματίες –οι πιο πολλοί– υπ’ ατμόν
φεύγουν, να διαχειμάσουνε και πάλι
στις πολιτείες των φώτων, των ευκαιριών

κι ύστερα με το λάπτοπ στη μασχάλη
και μ’ άπταιστη αγγλική θα ’ρθούν σε υποδοχή
ορδών με παρεό και με σανδάλι.

Νησιά πεντόβολα σε φαύλη χούφτα· ηχεί
φάλτσα το Άξιον Εστί εντέλει…
Νησιά πηχτά στη λασπουριά και στη βροχή

που ο ήλιος μισθωμένος ανατέλλει. (περισσότερα…)

Κάπου αλλού, ήτοι άλλοθι

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Το Ρίφενσταλ του Γερμανού Άντρες Φάιελ είναι μια ταινία τεκμηρίωσης ‒ και όχι μυθοπλασίας. Μόνο που δεν γλιτώνει εύκολα από αυτήν την τελευταία. Το αρχειακό και τεκμηριωτικό υλικό που διαθέτει και εκθέτει είναι ήδη εμβαπτισμένο μέσα στη φημολογική και ακριτομυθική ύλη όπου την έχουν βουτήξει στα τόσα χρόνια απόστασης, οι αντιρρήσεις και οι αμφισβητήσεις, οι υποψίες και αιτιάσεις που περιέβαλλαν τόσα χρόνια, από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το κεντρικό πρόσωπο της τεκμηριωτικής αναζήτησης της εν λόγω ταινίας, δηλαδή τη Γερμανίδα σκηνοθέτιδα Λένι Ρίφενσταλ. Η Ρίφενσταλ έθεσε το ταλέντο της στην υπηρεσία του ναζιστικού καθεστώτος, υπήρξε έμπιστη του Χίτλερ, αλλά, ευτυχώς για αυτήν, χωρίς να είναι μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, ενώ ταυτόχρονα ήταν εισηγήτρια ενός ρωμαλέου νεοκλασικισμού της ντοκυμανταιρίστικης εικόνας, που θεωρήθηκε αισθητική αποκάλυψη, έστω κι αν φλερτάρει κάποτε, για τα σημερινά μας μάτια, με μια πομπώδη, και κιτς πλέον, αρχαιολατρία. (Τα ίδια αισθητικά χαρακτηριστικά εντοπίζουμε και στην καθ’ ημάς φωτογράφο Νelly’s. Οι δύο γυναίκες μάλιστα είχαν συνεργαστεί επ’ ευκαιρία της Ολυμπιάδας του 1936.)

Ως εκ τούτου, πολλοί διανοητές θέλησαν να ξεχωρίσουν ρητώς και σαφώς τα «ατοπήματα» της προσωπικής της ζωής με τη ρηξικέλευθη αυθεντικότητα του εικονοπλαστικού της στυλ. Κάποιοι άλλοι επέμεναν, τουναντίον, ότι το περιεχόμενο δεν μπορεί να διακριθεί από την αισθητική μορφή, ανατρέχοντας στη γνωστή πλέον θέση ότι αυτά τα δύο, στυλ και περιεχόμενο, είναι άρρηκτα δεμένα και αδιαχώριστα και ότι κάθε στυλ προϋποθέτει μια ηθική ευθύνη και επιλογή. Πάντως σε αμφότερες τις θέσεις κοινός παρονομαστής είναι ότι η Ρίφενσταλ αποτελεί ένα προκλητικό παράδοξο, μιαν απαραγνώριστη σαγήνη που μας θέτει ενώπιον των ευθυνών μας όσον αφορά σε θέματα αισθητικού γούστου. Η αισθητική περιέχει μήπως μια ηθική, είναι από μόνη της μια ηθική, και δεν έχει να λογοδοτήσει περαιτέρω; Ή αυτή η θέση μπορεί να έχει επικίνδυνες συνέπειες: είναι ένα παμπάλαιο ζήτημα που η περίπτωση Ρίφενσταλ θέτει εκ νέου.

Θα ήταν μάταιο και αφελές να πιστεύουμε ότι το εν λόγω ντοκυμανταίρ (περισσότερα…)

Ο αυτόπτης και άλλα διπλά σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

1. Ο ΑΥΤΟΠΤΗΣ

Έβλεπα πώς τον έσερναν μπροστά μου
άπνοο, πελιδνό, σχεδόν πνιγμένο·
το σώμα του το μισοβουλιαγμένο
ρίχτηκε σ’ ένα πλάτωμα της άμμου

με τον ναυαγοσώστη από πάνω
να του πιέζει βίαια το στήθος.
Νεαρός πολύ, έμοιαζε με τσιγγάνο·
κρατούσε την ανάσα του το πλήθος.

Δεν ξέρω πόσα πέρασαν λεπτά
αλλ’ όταν επανήλθε ξαφνικά
τινάχτηκε με μια έξαλλη ορμή.
Να ’ταν της πάλης μια χειρονομία;
Ή μια ανεπίγνωστη διαμαρτυρία
που τον τραβήξαν πίσω στη ζωή; (περισσότερα…)