Paul Gottfried, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο απαρχαιωμένος συντηρητισμός

*

Εφέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, θα αποθησαυρίσει στη διάρκεια του έτους έναν αριθμό κειμένων είτε του ιδίου του στοχαστή, είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων, δημοσιευμένων παλαιότερα.

~.~

Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Παναγιώτης Κονδύλης ίσως είναι, εν αγνοία του, ένας απ’ τους σπουδαιότερους συντηρητικούς διανοητές της εποχής μας. Η περιγραφή του Κονδύλη ως συντηρητικού ίσως μπερδέψει τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Το πεντακοσίων σελίδων έργο του Συντηρητισμός (1986) εξετάζει «το ιστορικό περιεχόμενο και την παρακμή» της έννοιας αυτής. Για τον Κονδύλη, ο συντηρητισμός είχε ήδη πτωτική πορεία τον τελευταίο αιώνα ως μείζων πολιτική δύναμη. Ήταν το ιδανικό μιας ουσιαστικά μεσαιωνικής ιεραρχίας κοινωνίας υπερασπιζόμενο από γαιοκτήμονες αριστοκράτες και τους διανοούμενους ακολούθους τους. Αυτό το οποίο οι Αμερικάνοι παρουσιάζουν συνήθως ως συντηρητικές αξίες, εξηγεί ο Κονδύλης, ανήκει σε έναν «αστικό κόσμο σκέψης». Πράγματι, οι ιστορικές κατασκευές των Αμερικανών παραδοσιοκρατών ήταν κατά κύριο λόγο προσπάθειες «εξύψωσης μιας παλαιότερης κληρονομιάς αντιλήψεων και ενός προ πολλού νεκρού τρόπου ζωής ενάντια στις νέες εξελίξεις στην κατεύθυνση της καταναλωτικής μαζικής δημοκρατίας».[i] Ο Κονδύλης αναφέρεται στον Ράσσελ Κερκ και τους Νότιους Αγροτιστές ως παραδείγματα αυτής της τάσης να ανακληθεί ένα οργανικά ιδεατό παρελθόν σε μια κοινωνία η οποία ήταν πάντα πιο κοντά στη μαζική δημοκρατία απ’ ό,τι στην Ευρωπαϊκή παράδοση. Ο Κονδύλης τοποθετεί τον εαυτό του στον μαρξισμό, όπως ευρέως γίνεται κατανοητό. Σε μια πρόσφατη εργασία Ο Μαρξισμός, ο Κομμουνισμός, και η Ιστορία του Εικοστού Αιώνα, ο Κονδύλης παραθέτει αυτή την αποκαλυπτική άποψη: «Η πλανητική κοινωνική απόπειρα του κομμουνισμού απέτυχε όχι λόγω ηθικής ή οικονομικής κατωτερότητας αλλά επειδή η εθνική δύναμη της Ρωσίας αντιμετώπισε την ισχυρότερη εθνική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών». Παρακάτω: «Ποτέ άλλοτε δεν έχει η μαρξιστική οπτική της ιστορίας υπάρξει τόσο αληθής και επίκαιρη όσο είναι τώρα στην αρχική φάση μιας πλανητικής ιστορίας», ιδιαίτερα στον καθορισμό των κοινωνικών σχέσεων και των “ιδεολογικών” μορφών που αυτές παίρνουν.[ii] Στη γερμανόφωνη αλληλογραφία μου μαζί του, ο Κονδύλης υποστηρίζει πως, αντίθετα με εμένα, «Βρίσκεται πιο κοντά στον Μαρξ απ’ ότι στον (Γερμανό νομικό διανοητή) Καρλ Σμιτ».[iii] Η λεπτομερής ανάλυσή του των κοινωνικών τάξεων και της ιδεολογικής συνείδησης όπως αντανακλώνται στον πολιτισμό πηγάζουν απ’ τον Μαρξ και τον μαρξιστή ερμηνευτή της διανοητικής ιστορίας του 20ού αιώνα, Γκέοργκ Λούκατς. Ο Κονδύλης υπογραμμίζει αυτές τις συνδέσεις όποτε μπορεί. Η ξεκάθαρη δυσαρέσκεια του για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την τωρινή τους αφοσίωση στα “ανθρώπινα δικαιώματα” ίσως προσβάλλει κάποιους Αμερικανούς πατριώτες. Υποβιβάζει την αμερικανική πίστη στη δημοκρατία και στα οικουμενικά δικαιώματα σε ένα όργανο εθνικής ισχύος. Σε ένα καυστικό κείμενο για το Frankfurter Rundschau (18 Αυγούστου 1996), «Ανθρώπινα Δικαιώματα: Εννοιολογική Σύγχυση και Πολιτική Εκμετάλλευση», σημειώνει πως οι ΗΠΑ μιλούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο πλαίσιο των διεθνών ζητημάτων, όχι για να αντικαταστήσουν τους δικούς τους εθνικούς νόμους, και πως διατηρούν το διαχωρισμό μεταξύ πολιτών και μη πολιτών: «Κανένα κράτος δε μπορεί να δώσει σε όλη την ανθρωπότητα τα ίδια δικαιώματα —π.χ. δικαιώματα εγκατάστασης και ψήφου— χωρίς να πάψει να υπάρχει». Για την Αμερικάνικη κυβέρνηση, «τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ένα πολιτικό εργαλείο στα πλαίσια ενός πλανητικού υποβάθρου του οποίου η πυκνότητα απαιτεί τη χρήση οικουμενικών ιδεολογιών· σε αυτό το πλαίσιο, ωστόσο, τα ισχυρά έθνη εξακολουθούν να καθορίζουν την ερμηνεία των ίδιων αυτών κατασκευασμάτων».[iv] Στον Κονδύλη δεν αρέσουν οι Αμερικανοί όχι μόνο για αυτό θεωρεί πολιτική υποκρισία αλλά και για την καταναλωτική τους νοοτροπία. Έχει αρθρογραφήσει κατά του αμερικανικού ηδονισμού, που θεωρεί πως πλέον μολύνει τους Ευρωπαίους. (περισσότερα…)

Κόιντος Αυρήλιος Σύμμαχος, Για τον Βωμό της Νίκης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το Υπόμνημα αρ. 3 «Για τον Βωμό της Νίκης» (Relatio III, De Ara Victoriae) του συγκλητικού και κορυφαίου ρήτορα Κόιντου Αυρήλιου Σύμμαχου είναι οπωσδήποτε το πιο διάσημο αλλά και ένα από τα ελάχιστα διασωθέντα κείμενα αντίδρασης των υπερασπιστών της παραδοσιακής ρωμαϊκής θρησκείας απέναντι στην καταστολή που επέβαλαν οι χριστιανοί αυτοκράτορες τον 4ο αιώνα. Ο Βωμός (μαζί με το χρυσό άγαλμα) της θεάς Νίκης εγκαταστάθηκε από τον Αύγουστο το 29 π.Χ. στην Κουρία, την έδρα της Συγκλήτου, και αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της Ρώμης – σημείο αναφοράς για τη σύνδεση της ευημερίας της πόλης με την εύνοια των θεών. O Βωμός αφαιρέθηκε κατόπιν διαταγής του Κωνστάντιου Β΄ το 357 και αποκαταστάθηκε προσωρινά είτε από τον ίδιο, είτε από τον Ιουλιανό. Το 382 ο Γρατιανός όχι μόνον διέταξε να αφαιρεθεί αλλά εισήγαγε και άλλα κατασταλτικά μέτρα, μεταξύ των οποίων τη διακοπή της χρηματοδότησης των εθνικών λατρευτικών τελετών, την κατάργηση των προνομίων των Εστιάδων Παρθένων και την απαλλοτρίωση περιουσιακών εκτάσεων ορισμένων ιερατικών κολληγίων. Η Σύγκλητος, στην οποία πλειοψηφούσαν οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής θρησκείας, εξουσιοδότησε τότε τον Σύμμαχο να παρουσιαστεί στο Μιλάνο (έδρα της αυτοκρατορικής αυλής) και να εκφράσει τη διαμαρτυρία της στον Γρατιανό. Με την έντεχνη μεσολάβηση του Αμβρόσιου, επισκόπου Μιλάνου, αλλά και αντίπαλων συγκλητικών, ο Γρατιανός αρνήθηκε την ακρόαση. Το επόμενο έτος (383) ο Γρατιανός δολοφονείται, ενώ μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας μαστίζεται από λιμό. Τον τελευταίο οι εθνικοί τον ερμηνεύουν ως τιμωρία που επέβαλαν οι θεοί της Ρώμης εξαιτίας της υποβάθμισης της λατρείας τους. Στον θρόνο ανεβαίνει ο 12ετής ετεροθαλής αδελφός του Γρατιανού, Ουαλεντινιανός Β΄. Το 384 ο Σύμμαχος εκλέγεται «πολίαρχος» Ρώμης (Praefectus Urbis Romae) και υποβάλλει το διάσημο υπόμνημά του στον νέο αυτοκράτορα. Αν και γνωστό ως υπόμνημα για την αποκατάσταση του Βωμού της Νίκης, στο κείμενο ο Σύμμαχος υπερμάχεται επίσης της επανακαθιέρωσης των προνομίων και του δικαίου των ιερατικών κολληγίων (κυρίως εκείνων των Εστιάδων Παρθένων) και, γενικότερα, του σεβασμού της πατρώας λατρείας. Το υπόμνημα καταπνίγεται στο αυτοκρατορικό Κονσιστόριο υπό την επίδραση, και πάλι, του Αμβρόσιου. Κομβική ως προς αυτό στάθηκε η επιστολή αρ. 17 του τελευταίου. Σε επόμενη δε επιστολή (αρ. 18), όταν το ζήτημα έχει πια κριθεί, ο Αμβρόσιος απαντά στα επιχειρήματα του Σύμμαχου με ευγλωττία οπωσδήποτε ισάξια του θύραθεν αντιπάλου του.

~.~

ΚΟΪΝΤΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ

Για τον Βωμό της Νίκης

Υπόμνημα ΙΙΙ [1]

Στους Αεισέβαστους Δεσπότες και Αυτοκράτορές μας Ουαλεντινιανό, Θεοδόσιο και Αρκάδιο[2], από τον Λαμπρότατο Σύμμαχο, Πολίαρχο Ρώμης.

1 . Μόλις η περιφανέστατη Σύγκλητος, πάντα αφοσιωμένη σε εσάς, πληροφορήθηκε ότι για τις αδικίες λογοδοτεί πια κανείς στον νόμο και πως ευσεβείς ηγεμόνες λαγαρίζουν τη Ρώμη από τη μαυρίλα που επικράτησε τα τελευταία χρόνια, ενθαρρυμένη δε από τη μεγαλειώδη έλευση μιας πιο ελπιδοφόρας εποχής, έλυσε τη σιωπή της, εξέφρασε την επί μακρόν καταπνιγμένη θλίψη της και με εξουσιοδότησε να την εκπροσωπήσω για δεύτερη φορά προκειμένου να μεταφέρω τις ενστάσεις της. Διότι, την πρώτη φορά, άνδρες ιδιοτελείς είχαν καταφέρει να μου αποστερήσουν το προνόμιο της ακρόασης από τον Θείο[3] Αυτοκράτορα. Εάν δεν το είχαν μεθοδεύσει αυτό, η δικαιοσύνη θα είχε ασφαλώς αποδοθεί, Δεσπότες και Αυτοκράτορές μας.

2 . Απευθύνομαι σε εσάς με διπλή ιδιότητα. Ως πολίαρχος, ενεργώ στο πλαίσιο των δημοσίων καθηκόντων μου, ενώ ως πρεσβευτής είμαι επιφορτισμένος να σας μεταφέρω τη βουλή των πολιτών. Δεν υφίσταται πλέον διάσταση προθέσεων στη Σύγκλητο, αφού οι άνδρες έχουν πάψει πια να πιστεύουν ότι, εκφράζοντας μια προσποιητή διαφωνία, θα κερδίσουν την εύνοια των αυλικών. Το να σε αγαπούν, το να σε σέβονται, το να σε εκτιμούν, είναι πράγματα πολύ σπουδαιότερα από την εξουσία. Ποιος μπορεί να ανέχεται ιδιωτικά συμφέροντα να στρέφονται ενάντια στην πολιτεία; Και δικαίως, φυσικά, η Σύγκλητος πατάσσει εκείνους που ενεργούν προς χάριν της δικής τους ισχύος και όχι υπέρ της δόξας του ηγεμόνα. Οι κόποι μας αποσκοπούν στην περιφρούρηση της Μεγαλοφροσύνης σας. Για ποιον άλλωστε λόγο υπερασπιζόμαστε τους θεσμούς των προγόνων μας και τα δικαιώματα και το πεπρωμένο της πατρίδας μας, παρά για τη δόξα που όλα αυτά επιθέτουν στο παρόν; Και τούτη η δόξα στα αλήθεια εκτινάσσεται όταν ενεργεί κανείς με την επίγνωση πως δεν μπορεί να αντιμάχεται, ούτε στο ελάχιστο, το έθος των προγόνων. (περισσότερα…)

Τόμ Χέννεν, Ἀπό μιά παραμελημένη ἐπαρχία

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Ἀπό μιά παραμελημένη ἐπαρχία

Πλάσματα νά μή μπορεῖς ν’ ἀγαπήσεις δέν ὑπάρχουν.
Ἕνας βάτραχος κοάζοντας καλεῖ τόν Θεό
Ἀπό τ’ ὁλόγιομο σεληνόφωτο χαντάκι
Καθώς στέκεις στόν ἀγροτικό δρόμο νύχτα Ἰουνίου.

Ὁ ἦχος ἀρκεῖ γιά νά φέρει στ’ ἄστρα λυγμούς
Εὐτυχίας.
Τό πρωί χλοερό τό τοπίο
Ἀνυψώνεται ἀπό τό χῶμα μέ τήν εὐωδιά τοῦ γρασιδιοῦ.

Περατάρηδες τῆς μέρας πάνω στίς ὧρες της
Δίχως καμιά προσπάθεια τ’ ἀστραφτερά ἔντομα
Ζοῦν τίς μυστικές τους ζωές.

Ἡ ἔκταση ἀνάμεσα στούς ὁρίζοντες τῶν λιμώνων
Μᾶς πονάει μέ τήν ὀμορφιά της.

Φύλλα ἀπό τό δάσος τῆς λεύκας ἠχοῦν σέ μιάν ἀρχαία γλώσσα
Ὥς τό πιό μακρινό παγωμένο σκοτάδι τοῦ σύμπαντος.
Τό δάσος μέ τίς λεῦκες μιλάει καί σέ σένα
Γιά μελτεμάκι καί ἡλιόφωτες κηλίδες.

Εἶσαι στήν πατρίδα σου σ’ αὐτές
τίς μεγαλόπρεπες ἄδειες ἁπλωσιές
μαζί μέ κοκκινόφτερα μαυροπούλια καί βαλτοτόπια.

Νιώθεις ἀναπαυμένος σέ τοῦτο τόν τόπο
πλήρη σέ χάρη καί ὕπαρξη τόσο
πού στραφταλίζει ὅπως πετράδια
σκορπισμένα πάνω στά νερά. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες ο

*

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

*

*

*

*

*

*

*

*
Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

*

*

Γιάννης Υφαντής, Δύο ποιήματα

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Φαντάσου να σου εύχεται
χρόνια πολλά ο «Μπαμπούλας» πού ’χει θάψει
χιλιάδες κόσμο σ’ όλα τα Βαλκάνια.
Ή να σου εύχεται ο «Χάνδακας» που έχαψε
όλο το Περιστέρι και το Ίλιον, ολόκληρη
τη Δυτική Αττική.

Φαντάσου να σου εύχονται υγεία οι γιατροί που περιμένουν
πότε θα πάθεις κάτι να σ’ τ’ αρπάξουνε
γιατί αυτοί χωρίς αρρώστους θα πεινάσουν.

Και τί να περιμένεις απ’ ανθρώπους
που έχουν συνεργείο αυτοκινήτων;
Αφού σαν φεύγεις πίσω σου μουτζώνουνε
για να τρακάρεις και να βγάλουνε λεφτά.

Οι δικηγόροι ανάβουνε κεριά στην Παναγία
για να μαλώνουνε οι άνθρωποι, να φτάνουν ως τον φόνο,
γιατί αυτοί απ’ το κακό πάντα κερδίζουν.

Δεν πάει άλλο βρε παιδιά με τους γρουσούζηδες,
μ’ αυτούς τους κερδοσκόπους, τα βαμπίρ, τους νεκροθάφτες,
τους παπάδες, τους γιατρούς, τους δικηγόρους, (ε;)
τα συνεργεία, ναι, δεν πάει άλλο,
μ’ όλους αυτούς
τους δημοσιογράφους στα κανάλια π’ όλο εύχονται
να γίνονται στον κόσμο τα φριχτότερα
ώστε να έχουνε αυτοί κακές ειδήσεις
για ν’ ανεβάζουν την ακρόαση. Γαμώ το!

Όχι σ’ αυτούς, μην τους σηκώνετε τηλέφωνο.
Κλείστε την τηλεόραση σα λένε τις ειδήσεις.
Μήνυμα όταν στείλουνε αυτοί στο κινητό
σβήστε το πριν να το διαβάσετε. Κι αν τύχει
κάρτα μ’ ευχές από αυτούς
να φέρει ο ταχυδρόμος, να την στείλετε
πίσω αμέσως γράφοντας στο φάκελο:
«Ευχαριστώ, επίσης, ρε καριόλη». (περισσότερα…)

Πλατεία Γεωργίου, Πάτρα

*

ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΤΡΑ
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

~.~

 

ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΤΡΑ

Ένα τσιγάρο ή μία σοκολάτα
–ανάλογα πώς βλέπεις τον εαυτό σου–
στον ήχο ενός σαξόφωνου απαλού
στη θέα μιας βενετσιάνικης πλατείας
και κόσμος, ουλαμός από σφυγμούς
κάτω απ’ το ευρύχωρο μπαλκόνι.

Εντός ολίγου ξεκινώ για τους Χαιρετισμούς.
Αμήν, αμήν σας λέω·
στ’ αθέατα σημεία, στις κωφές γωνιές
μικρές μικρές αποχωρήσεις
διαισθάνομαι, χωρίς ανάπαυλα
χωρίς σταμάτημο,
μικρές μικρές επικυρώσεις της ζωής.

Τόσα πολλά συμβαίνουν
κάτω και μέσα στο κουβούκλιο
που απόψε κατοικώ. (περισσότερα…)

Ένας Έλληνας στη Γερμανία: Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998)

*

Εφέτος συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη γέννηση και 25 από τον θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998). Με την ευκαιρία της επετείου, το ΝΠ, για το οποίο το έργο του Κονδύλη στάθηκε εξ αρχής βασικό σημείο αναφοράς, θα αποθησαυρίσει στη διάρκεια του έτους έναν αριθμό κειμένων είτε του ιδίου του στοχαστή, είτε μελετητών του, Ελλήνων και ξένων, δημοσιευμένων παλαιότερα.

~.~

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Περνούσε τα πρωινά στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης κρατώντας σημειώσεις σε αναρίθμητα δελτία. Τις νύχτες κοιμόταν στη σοφίτα του φίλου του, Χέννινγκ, αρχιτέκτονα παντρεμένου με Ελληνίδα. Ανάμεσα στη δουλειά και την ανάπαυση καθόταν στο οινοπωλείο «Florian» για να πιει και να συζητήσει με τους φίλους: δικηγόρους, εκδότες, δημοσιογράφους, όχι όμως φιλοσόφους. Με τα χρόνια τα δελτία γίνονταν βιβλία και οι συναναστροφές στέρεες φιλίες. Συνδύαζε τους τρόπους ενός ευπατρίδη με την ανεμελιά ενός μποέμ, την επιβαλλόμενη από τις όποιες περιστάσεις φιλοφροσύνη με μια διαπεραστική δηκτικότητα. Θυμάμαι πόσο άβολη του φαινόταν η γραβάτα που είχε αγοράσει ειδικά για την τελετή απονομής του Μεταλλίου Γκαίτε στη Φραγκφούρτη το 1991. Απείχε συνειδητά των πανεπιστημιακών κυάμων, έστω και αν υπήρξε διαπρεπής ιστορικός των ιδεών στον γερμανόφωνο χώρο. Ο Παναγιώτης Κονδύλης προτιμούσε να συρρικνώνει την ανθρώπινη και επιστημονική παρουσία του σε μία μόνο λιτή βιογραφική αναφορά: «Συγγραφέας. Ζει στη Χαϊδελβέργη και στην Αθήνα». Και όταν του ζήτησαν μια φωτογραφία για τα Πεπραγμένα του Ινστιτούτου Ανωτέρων Σπουδών στο Βερολίνο, του οποίου υπήρξε εταίρος τη χρονιά 1995-96, τους έστειλε τη σημείωση: «Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια σχέση έχει η εξωτερική εμφάνιση ενός ερευνητή με το αποτέλεσμα των ερευνών του». Ο αιφνίδιος θάνατός του άφησε το τελευταίο έργο του ανολοκλήρωτο και τους φίλους αποσβολωμένους. Ο πρώτος τόμος της ατελούς κοινωνικής οντολογίας του, ένα χειρόγραφο χιλίων σελίδων, έφτασε στον Γερμανό εκδότη του χωρίς τη συνοδεία του συγγραφέα.

Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 όταν ο διάσημος εγελιανός Ντήτερ Χένριχ, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, παρελάμβανε ταχυδρομικά ένα εκτενές κείμενο για τη γένεση της διαλεκτικής με την υπογραφή Παναγιώτης Κονδύλης. Ούτε του περνούσε από το μυαλό ότι ένας Έλληνας θα ήταν σε θέση να διαφωτίσει τις σκολιές οδούς του γερμανικού ιδεαλισμού. Πήρε παρ’ όλα αυτά το χειρόγραφο μαζί του στις διακοπές του στην Ελλάδα. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες έμεινε έκθαμβος με την ουσιαστική γνώση του φιλοσοφικού αντικειμένου, την άριστη χρήση της γερμανικής και τη συνδυαστική ικανότητα του νεαρού επιστήμονα. Ο Παναγιώτης Κονδύλης σπούδασε τελικά στη Χαϊδελβέργη και το χειρόγραφο εκείνο εξελίχθηκε στη διδακτορική διατριβή του, που εκδόθηκε λίγο αργότερα με τον τίτλο Η γένεση της διαλεκτικής. Ανάλυση της πνευματικής εξέλιξης των Χαίλντερλιν, Σέλλινγκ και Χέγκελ ώς το 1802. (περισσότερα…)

Δημήτρη Αρμάου Αναμνήσ(ε)ις : Δύο Τεκμήρια

*

Ὁ βιβλιάνθρωπος τοῦ τελευταίου θρανίου

Ἀπὸ τὴ μία τὰ κολλυβογράμματα, ἡ κάκιστη ὀρθογραφία, οἱ παρατονισμοί, οἱ συντακτικὲς ἀσυνέπειες καὶ οἱ νοηματικὲς ἀσυνέχειες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, αὐτὸ τὸ κόκκινο μελάνι στὸν τίτλο καὶ στὸν εὐθὺ λόγο τοῦ πατέρα, μὲ ἐμφανῆ τὴν λαϊκὴ προφορικότητα. «Τὸ παιδὶ καὶ τὸ παιδί», «τὸ παιδοπουλόπουλον». Κάπου στὴ δεκαετία τοῦ ’60, κάπου στὸ Δημοτικό σχολεῖο, ὁ τὰ κοντὰ παντελόνια ἐνδυόμενος Δημήτρης γράφει γιὰ τὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ πατέρα του, κεντράροντας (ἢ ὅπως θὰ ἔλεγε ἀργότερα «κεντρώνοντας», λὲς κι’ εἶναι ξεραμένη ἀμυγδαλιὰ) τὴ λέξη ποὺ γύριζε στὴν ἀπὸ κάτω ἀράδα τοῦ τίτλου (τὸ γερμανικὸ ποὺ λίγα ἢ πολλὰ χρόνια μετὰ θὰ μάθαινε ἀπὸ τοὺς πρωτομάστορες δασκάλους του).

Κι’ ἀγάπαγε (ποὺ λέμε στὸ Δημοτικὸ) κάποιαν Ἄντα (ἢ κάτι τέτοιο), ποὺ ἦταν καλὴ μαθήτρια, κι’ αὐτὸς σκράπας, ὅλο στὸ παιχνίδι ὁ νοῦς του, στὶς μπάλες καὶ τὰ τσέρκια, στὶς πορεῖες καὶ τὸ ξύλο τοῖς κείνων ρήμασι παιδείας πειθομένων. Κι’ ὀ δάσκαλος τοῦ εἶπε μιὰ μέρα: «Δημήτρη, ἀφοῦ τὰ παίρνεις τὰ ρημάδια, γιατί εἶσαι τεμπελάκος; Δὲν βλέπεις τὴ φίλη σου; Θὰ ἀποτύχεις στὶς ἐξετάσεις». Κι’ αὐτὸς ἔπιασε χαρτὶ καὶ μολύβι κι’ ἔμαθε τὰ γράμματα. Κι’ ἄφησε πίσω τὰ κολλυβογράμματα καὶ τὶς ἀνορθογραφίες, καὶ πέρασε πρῶτος στὶς ἐξετάσεις. Κι’ ἀργότερα βρέθηκε σ’ ἕνα βιβλιοπωλεῖο καὶ τοῦ χάρισε ὁ βιβλιοπώλης τὸν Σκαρίμπα, μιᾶς καὶ δὲν “τὰ εἶχε” γιὰ νὰ τὸν ἀγοράσει. Κι’ ἄλλα πολλὰ καὶ τί νὰ λέμε τώρα… Ἀπὸ Δημητράκης ἔγινε Δημήτρης, γιὰ τοὺς φίλους Μῆτσος, γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες Δημήτρης Ἀρμάος. Κι’ ἀγάπησε τὰ βιβλία. (περισσότερα…)

Έλα να σε στεγάσω

*

Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΕΛΑ ΝΑ ΣΕ ΣΤΕΓΑΣΩ

Έλα να σε στεγάσω, φώναξε το δέντρο.

Έλα να σ’ αγκαλιάσω και να σε περικλείσω με τον φλοιό μου μέσα στα έγκατά μου. Η κουφάλα μου είναι μια μικρή σπηλιά και σε χωράει μαζί με όλους τους φίλους σου. Έλα, λοιπόν, να γίνεις ο εσωτερικός μου κόσμος. Έλα να γίνουμε ένα σύνθετο ον και να χαρούμε την απόλυτη συνύπαρξη.

Ο Homo Gestalt ας ξεκινήσει από εδώ. Άνθρωποι συνεκτικοί σε έναν και μαζί τους ένα δέντρο. Επειδή παντού χωράει ένα δέντρο.

~.~ (περισσότερα…)

Θεοδόσης Βολκώφ, Έξι από «ΕΠ7Α»

*

11.

Ακόμη έχεις τ’ όνομα, την όψη
εκείνης που αγάπησε, κι ωστόσο
στα δυο τον χρόνο έχει κατακόψει,
σε πριν και σε μετά, κι αυτό με πόσο
μεγάλη μάνητα, φρικτό μαχαίρι –
το «ύστερα» το «πρώτα» δεν γνωρίζει
και το παρόν το παρελθόν δεν ξέρει.
Ποια είσαι πλέον δεν αναγνωρίζει
κι όσο κι αν προσπαθεί να διακρίνει
το πρόσωπό σου, κάτι να μαντέψει
απ’ τη ζωή που πλέον θα ’χεις γίνει
ανήμπορη εκπίπτει κάθε σκέψη
στις μνήμες τις παλιές παντού και πάλι.
Έφυγες για να γίνεις κάποια Άλλη.

~.~

14.

Είσαι η πληγή απ’ όπου αναβλύζει
ό,τι αγαθό σε μένα κι ό,τι αχρείο,
ό,τι κι αν με λευκαίνει ή με μαυρίζει,
το ένα που γεννά παντού το δύο,
τον διχασμό αξήγητο και πλήρη
σε σκέψη, βούληση, ένστικτο και πράξη,
το σχίσμα ώς τη ρίζα μου που εγείρει
μυριάδες αντιθέσεις για να υπάρξει.
Είσαι ο έρωτας κι η άρνησή του
κι ακόμα η ζωή κι ο θάνατός της,
το μνήμα του νεκρού κι η ανάστασή του,
το άσκοπο της φύσης κι ο παλμός της.
Και θα ’σαι πάντοτε το πρόσωπό Του,
εσύ Θεός – μα και τ’ αντίθετό Του.

~.~ (περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2023 | Πρόγραμμα εκδηλώσεων

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023

Πρόγραμμα εκδηλώσεων 

Όπου δεν αναφέρεται κάτι διαφορετικό,
οι εκδηλώσεις ξεκινούν στις 9.00 μ.μ.
και η είσοδος είναι ελεύθερη. 

H Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, για έβδομη συνεχή χρονιά εφέτος, διοργανώνουν στον ΑΙΘΡΙΟ ΧΩΡΟ του Θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, Υψηλαντών 12, τις «Νύχτες του Ιουλίου».

Και αυτό το καλοκαίρι, οι φίλοι και οι επισκέπτες μας θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν έναν ευρύ κύκλο παραστάσεων, συζητήσεων, διαλέξεων, βιβλιοπαρουσιάσεων και εκδηλώσεων λόγου με διακεκριμένους εκπροσώπους του θεάτρου, της λογοτεχνίας, του στοχασμού και της επιστήμης.

Ανάμεσά τους οι Βασίλης Κάλφας, Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης, Κώστας Μελάς, Ξάνθος Μαϊντάς, Δημήτρης Δημητριάδης, Λίλα Τρουλινού, Μιχάλης Μακρόπουλος, Ηλίας Μαλεβίτης κ.ά.

Το εφετινό μας πρόγραμμα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων συζητήσεις για τον ρόλο της επιστήμης στη δημόσια σφαίρα και για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο, παρουσιάσεις βιβλίων από την πρόσφατη ελληνική πεζογραφία και βραδιές αφιερωμένες σε δύο μεγάλους Αμερικανούς ποιητές, την Έμιλυ Ντίκινσον και τον Έζρα Πάουντ.

Συμπλήρωμα και αποκορύφωση του προγράμματος, η εφετινή θερινή παραγωγή της Ε. Θ. ΜΝΗΜΗ «Ιφιγένεια στο Σπλοτ», έργο του Γκάρι Όουεν που εμπνέεται από τον ελληνικό μύθο και ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Το πρόγραμμα όπως πάντα συνεπιμελούνται ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, διευθυντής του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Σαν λιοντάρια» 1

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον θα δημοσιεύσει τους προσεχείς μήνες σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Ξεκινάμε σήμερα με την αρχή του Πρώτου Μέρους.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Πρώτο
ΣΑΝ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ  [1/2] 

Αυτή την πόλη δεν την ξέρω καλά, ούτε τη συμπαθώ. Κι όσο περιμένω τον καλό μου φίλο Ιωάννη Κίνναμο σκέφτομαι: τι κρίμα που δεν έχει καμπάνες η λογοτεχνία, αγγέλους και ιερείς, ένα ευρύ και ταπεινό εκκλησίασμα που θα νηστεύει και θα γιορτάζει, θα παρακολουθεί μαθήματα αγάπης, θα οργανώνει  εκδρομές σε μοναστήρια στους γκρεμούς και θα περιμένει με χαρά τη χαρμολύπη μιας ανάλογης Σαρακοστής. Κι ακόμα: όπως τη Μεγάλη Παρασκευή όπου το χωριό, σύσσωμο, ακολουθεί την περιφορά του επιταφίου, ο καθένας με το κερί του, κι όλες οι αυλές είναι φωτισμένες και οι πασχαλιές μοσχοβολούν, γιατί να μη συγχρονίζονται όλοι ευλαβικά, σε παρέες ή κατά μόνας,  για την παρουσίαση ενός βιβλίου ή για μια ανέσπερη, έστω, ποιητική βραδιά;  Παρατηρώ τα παιδιά απέναντι, στο περίπτερο μπροστά, που έχουν παρατήσει τα ποδήλατά τους ξάπλα και αγοράζουν αυτοκόλλητα – τα κοιτάζω λες και είναι αυτά που θα μου δώσουν την απάντηση. Παρατηρώ τις κυρίες που περνούν, μάλλον μάνα και κόρη, με σακούλες στα χέρια  από το σούπερ μάρκετ. Κοιτώ την κοπέλα στη γωνία, ίσιο σώμα, πεταχτό στήθος, καθώς διέρχεται με τα χέρια στις τσέπες του παλτού της, και στα αυτιά ακουστικά. Η εντύπωση που αποκομίζω, ότι δηλαδή τίποτα δεν είναι πιο άχρηστο για αυτούς από τη λογοτεχνία, με φέρνει αντιμέτωπο με μια πιο δύσκολη υπόθεση:  άραγε ποιος φταίει γι’ αυτό; Η πολιτεία; Οι λογοτέχνες; Τα σχολεία; Ο αγώνας για τον επιούσιο;  Και τότε μια φωνή σφυρίζει στην πλάτη μου: Νικήτα, φωνάζει ο Κίνναμος –  γυρίζω να τον δω. Ο ολύμπιος φίλος μου Ιωάννης Κίνναμος, με κασκόλ, καφέ σακάκι κοτλέ κι ένα χαμόγελο σαν του επαίτη που του ’πες καλημέρα. Χαίρομαι που τον συναντώ, μήνες έχουμε να ιδωθούμε. Αγκαλιαζόμαστε, τον σκουντώ, του λέω ότι ψήλωσε κι εκείνος γελάει. Άρχισες τις μαλακίες, μουρμουρίζει, έχεις ώρα που περιμένεις; Πάμε και θα τα πούμε, αποκρίνομαι. Αργήσαμε, λέει ο Κίνναμος, πάμε να φύγουμε. Και ξεκινάμε για το βιβλιοπωλείο. Σαν δυο έφηβοι που αποφάσισαν να κάνουν κοπάνα. (περισσότερα…)