Αίλιος Αριστείδης, Εγκώμιο στο πέλαγος του Αιγαίου

Herbert List, Δήλος (1937)

~. ~

Απόδοση ΠΑΡΙΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Στον Μ. για τον κοινό υδάτινο πατέρα

Ο Αίλιος Αριστείδης υπήρξε φημισμένος ρήτορας στον καιρό του. Γεννημένος στη Μυσία το 117 μ.Χ., φοίτησε δίπλα στον Αλέξανδρο Κοτυέα στη Σμύρνη και συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα και την Αλεξάνδρεια, έχοντας ξακουστούς ρητοροδιδασκάλους. Περιπλανήθηκε στην Αίγυπτο, ενώ ρητόρευσε σε πολλά μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σε ένα από τα ταξίδια του στην Αίγυπτο τοποθετείται και η έναρξη της φθίσεως, ασθένεια που θα τον ταλαιπωρήσει με διακυμάνσεις για το υπόλοιπο της ζωής του. Επιστρέφοντας από τη Ρώμη στη Σμύρνη, μετέβη στο ιερό του Ασκληπιού στην Πέργαμο, όπου –ασθενής και με κλονισμένη την ψυχική του υγεία– δεήθηκε και οραματίστηκε τον θεό – από αυτή την εμπειρία εμπνεύστηκε να συγγράψει τους Ιερούς λόγους. Αργότερα, επισκέφθηκε την Αθήνα και τη Ρώμη, όπου εκφώνησε τους πλέον περίφημους από τους λόγους του, ενώ ήταν εκείνος που μετά από έναν σεισμό παρακάλεσε τον Μάρκο Αυρήλιο, τότε αυτοκράτορα, να ανοικοδομήσει τη Σμύρνη. Πέθανε το 181 μ.Χ. ως ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της Β΄ Σοφιστικής

            Ο λόγος του «Εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος» εκφωνήθηκε σε ένα από τα ταξίδια του, μάλλον το 155 μ.Χ. στη Δήλο, οπότε και την επισκέφθηκε. Ως εγκώμιο, ανήκει στο είδος των επιδεικτικών λόγων, μαζί και με άλλους που έγραψε τότε και αργότερα. Ειδικότερη κατηγορία αυτού του είδους λόγων είναι όσοι έχουν ως αντικείμενό τους κάποια πόλη. Κοινοί τόποι, όπως η γεωγραφία και η τοπογραφία, το κλίμα και οι κάτοικοι, οι ασχολίες και τα ήθη τους, οργανώνουν βάσει των κανόνων της ρητορικής τέχνης αυτό το είδος λόγων. Το ίδιο συμβαίνει και με το εγκώμιο του Αιγαίου, αφού ο συγγραφέας του εκλαμβάνει τον χώρο ως ενιαίο, οριοθετημένο και με σαφή χαρακτηριστικά τόπο, ο οποίος μπορεί να ιδωθεί ως εκτεταμένη νησιωτική πολιτεία.

            Από την εποχή της πρώτης έντυπης έκδοσης του Αίλιου Αριστείδη από τον Άλδο Μανούτιο (1513) μέχρι τη σημαντικότερη από τον μεγάλο κλασικό φιλόλογο Karl Wilhelm Dindorf (1829), μεσολαβούν εκδόσεις, μεταφράσεις και σχόλια που ενίοτε βλέπουν και το φως της δημοσιότητας. Τα επιστημονικά desiderata από τότε έχουν εμπλουτιστεί και σήμερα πλέον μπορούμε να αναζητήσουμε τον Αίλιο Αριστείδη στο μεταίχμιο μεταξύ του αρχαίου και του ελληνιστικού κόσμου, αλλά και να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τις ποικίλες εκφάνσεις της πολιτισμικής του ταυτότητας μέσα σε έναν κόσμο διαρκών και συνεχόμενων αλλαγών.

            Το κείμενο ακολουθεί την έκδοση του Guilielmi Dindorfii Aristides, τ. I, Λειψία, Libraria Weidmannia, MDCCCXXIX [1829], σ. 401-407. Πρόσφατη νεοελληνική απόδοση του κειμένου στο Αίλιος Αριστείδης, Εἰς Αἰγαῖον πέλαγος, μτφ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Αθήνα, Άγρα, 2012 (φυλλάδιο εκτός εμπορίου).

(περισσότερα…)

Πεταλίδα

*

Ίσως αναζητούσε την εμπειρία. Ίσως πάλι να θέλησε να δοκιμάσει την τόλμη της. Έτσι βρέθηκε να κάθεται στον μικρό αλλά με κοφτερές μύτες βράχο στα δέκα μέτρα από την ακτή. Πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Γλυκιές και η θάλασσα βάλσαμο. Ο βράχος στη μονοτονία του. Οι παρέες εφήβων που συναγωνίζονταν στα μακροβούτια από την κορυφή του ασκούνταν τώρα στις αυλές των ιδρυμάτων εκπαίδευσης. Έτσι ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε να τον πολιορκούν τρία σώματα γυναικών.

Οι φωνές τους σήκωσαν κυματάκια που μου έφεραν ανατριχίλα.  Τα σώματα κρατούσαν απόσταση ενός μέτρου από μένα. Έκαναν τον γύρο μου δυο τρεις φορές, άλλοτε πλησιάζοντας περισσότερο άλλοτε όχι. Παρατηρούσαν τα έμβρυα μύδια και τις πεταλίδες που ήταν κολλημένα στο σώμα μου. Έβγαλαν κραυγές ενθουσιασμού όταν μία από τις τρεις είδε ένα καβουράκι που ξαφνιασμένο βρήκε καταφύγιο στην πρώτη κόχη μου. Συνέχισαν να κωπηλατούν με τα χέρια τους και να με γυροφέρνουν. Οι δυο βαρέθηκαν και με απλωτές απομακρύνθηκαν. Με ξάφνιασε το άγγιγμα της τρίτης. Τα δάχτυλά της χώθηκαν στις μικρές οπές μου που ήταν ακριβώς στο μέγεθός τους. Έδειχνε αποφασισμένη και αυτή την πρόθεσή της τη βεβαίωσε το πέλμα του ενός ποδιού της που με δύναμη πίεσε το σώμα μου. Ακολούθησε και το άλλο και τα δάχτυλα των χεριών μετατοπίστηκαν στις πιο πάνω κοφτερές μου οπές. Χωρίς κλυδωνισμούς σήκωσε το σώμα της σωστό ιστίο πάνω μου. Ζύγιασε το ύψος, το βάθος μα περισσότερο την τόλμη της. Εγώ άφωνος περίμενα την εξέλιξη με βεβαιότητα αναβολής ενός πηδήματος. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζήτημα να έζησα πάνω από δέκα μακροβούτια εφήβων γυναικών. Ήταν αλήθεια διαφορετικά από αυτά των αγοριών. Να όπως ας πούμε διαφέρει το μακροβούτι του Ποσειδώνα από αυτό μιας γοργόνας που η ουρά της σε πνίγει αλλά και σε νεκρανασταίνει.

Περίμενα με κομμένη την ανάσα. Τα μύδια και κάθε είδους πεταλίδα σφίχτηκαν εντελώς πάνω μου. Τα καβουράκια εξαφανισμένα. Μόνο εκείνο το ξέμπαρκο χταποδάκι ξεμύτισε από την κρυψώνα του για να δει το μακροβούτι.

Τότε το είδαν οι άλλες δυο και «χταπόδι! Χταπόδι!” λες και μπροστά τους φάνηκε ο Άγιος Πέτρος! Κι αμέσως βουβάθηκαν. Ήταν η στιγμή που την είδαν όρθια πάνω μου. Το βλέμμα τους αδηφάγο. Θα βουτήξει; Όχι;

Το σώμα της δίπλωσε. θύμισε σπασμό που το έκοψε στα δυο. Τα γόνατα λύγισαν τα χέρια έψαχναν αγγίγματα ήπια να κρατηθούν. Αναζητούσε κατάλληλο σημείο να καθίσει, να στερεωθεί. Κι όταν το βρήκε τα πόδια της δοκίμαζαν θέσεις ασφαλείς ώστε σιγά να γλιστρήσει στο νερό χωρίς τραυματισμούς. Λίγο πριν αφεθεί στο νερό και με εγκαταλείψει, την ώρα που δύο χιλιόμετρα μακριά στον παρακείμενο οικισμό οι δείκτες του ρολογιού της εκκλησίας φιλιόντουσαν στο στόμα για τέταρτη φορά μετά τις δώδεκα το μεσημέρι, οι ολόλευκοι διάπλατα ανοιγμένοι στον ήλιο  μηροί της σχημάτισαν την ομορφότερη πεταλίδα που με είχε ποτέ κατοικήσει.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΤΣΙΛΙΜΕΝΗ

*

Οι αρραβωνιασμένοι

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Στo παρακάτω απόσπασμα του υπό έκδοση βιβλίου μου Η Ελισάβετ της Κρήτης. Από ταπεινό κορίτσι μοχλός πολιτικών εξελίξεων παρακολουθούμε ένα προσωπικό γεγονός της Ελισάβετ, καθόλου αποκομμένο από τα πολιτικά και εθνικά θέματα ούτε από τη Γενική Διοίκηση της Κρήτης.

~.~

Πολύ μεγάλη χαρά ένιωσε η Ελισάβετ, όταν είδε τον Χριστόφορο να της χτυπά την πόρτα λίγο πριν από εκείνο το ζεστό μεσημέρι της τελευταίας ημέρας του Οκτωβρίου του 1858. Δεν ήταν μικρότερη και η δική του. Αυθόρμητα την αγκάλιασε και τη φίλησε στη δεξιά παρειά. Έκπληξη και ευχαρίστηση ένιωσε η Ελισάβετ, αλλά δεν την έδειξε· «ένας θερμός φιλικός ασπασμός είναι», σκέφτηκε, μη δίνοντας άλλη ερμηνεία στον νεανικό ενθουσιασμό του. Είχε εξάλλου να την δει πολύ καιρό.

—Δεν σε περίμενα, νόμιζα πως μας ελησμόνησες, του είπε με δυσδιάκριτο παράπονο.

—Να λησμονήσω εσένα, Ελισάβετ; Είναι δυνατόν; Ήλθα για σένα κυρίως…

—Κυρίως; Τι εννοείς, έχομε κάποια αποστολή;

—Ακριβώς· μόνο που αυτή τη φορά έχω αναθέσει την αποστολή στον εαυτό μου.

—Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω, Χριστόφορε.

—Άκουσε με προσοχή ό,τι θα πω. Έχω έλθει με τον πατέρα μου, για να σε ζητήσω σε γάμο από τη μητέρα και τον αδελφό σου. Δεν σε έχει δει ποτέ, αλλά του έχω μιλήσει για σένα τόσο, που σε έχει μάθει καλά.

—Νομίζεις πως οι συνθήκες είναι κατάλληλες για γάμο;

—Η γνήσια αγάπη θάλλει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, Ελισάβετ.

—Φοβούμαι μήπως ο πατέρας σου δεν εγκρίνει τη μεγάλη διαφορά της ηλικίας μας.

—Ο πατέρας μου με εμπιστεύεται, δεν θα φέρει καμιά αντίρρηση, της είπε και την αγκάλιασε με θέρμη.

* * *

Μετά τον αρραβώνα, ο Χριστόφορος παρέμεινε στα Χανιά αρκετό καιρό, υποσχόμενος ότι θα πηγαινοέρχεται με το ατμόπλοιο από το Ηράκλειο, μέχρι να γίνει ο γάμος· ακόμη δεν είχε προσδιοριστεί η ημερομηνία του.

Στο διάστημα αυτό ήθελε να γνωρισθούν καλύτερα, να μιλήσουν περισσότερο για την προηγούμενη ζωή τους, για τις λύπες, τις χαρές, τις εμπειρίες τους· να γίνει η ζωή τού ενός κομμάτι της ζωής τού άλλου· πριν ενωθούν «εἰς σάρκα μίαν», να  νιώσουν πως έχουν ενωθεί «εἰς ψυχὴν μίαν»· κι αυτό απαιτεί χρόνο και προϋπόθεση της σαρκικής ένωσης.

Η Ελισάβετ εξιστορούσε στον Χριστόφορο για μέρες όλη την περασμένη ζωή της και με λεπτομέρειες· ακόμη και τον έρωτά της με τον Πέτρο Μωραΐτη τού ομολόγησε, δεν ήθελε να έχει μυστικές πτυχές η σχέση τους. (περισσότερα…)

Γιατί ο Μίλαν Κούντερα δεν επέστρεψε ποτέ στην Τσεχία;

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις 11 Ιουλίου πέθανε, σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, ο σπουδαίος Τσέχος μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος Μίλαν Κούντερα. Αυτοεξόριστος στη Γαλλία από το 1975, πήρε τη γαλλική υπηκοότητα το 1981 (η τσεχική τού είχε αφαιρεθεί το 1979) και σταδιακά άρχισε να γράφει τα έργα του στα γαλλικά, θεωρώντας πια τον εαυτό του Γάλλο συγγραφέα. Η τσεχική υπηκοότητα θα του αποδοθεί και πάλι μόλις το 2019. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, απ’ αυτή την άποψη, η νεκρολογία που δημοσίευσε την 1η Αυγούστου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Compact ο Πετρ Ντρουλάκ.[1] Ο Ντρουλάκ, Τσέχος ακαδημαϊκός και πολιτικός, ήταν εκείνος που ως πρέσβης της Τσεχίας στη Γαλλία παρέδωσε στον Κούντερα το έγγραφο το οποίο πιστοποιούσε την επανάκτηση της τσεχικής υπηκοότητας. Στο πολύ όμορφο κείμενό του, ο Ντρουλάκ επιχειρεί ν’ απαντήσει στο ερώτημα γιατί ο Κούντερα δεν επέστρεψε ποτέ στην πατρίδα του, παρά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος και τη φιλελευθεροποίηση μετά το 1989. Ο Ντρουλάκ ισχυρίζεται πως ο Κούντερα είχε σκοπό να επιστρέψει, μαζί με την οικογένεια του, στην Τσεχία: «Μετά το 1989, οι Κούντερα σχεδίαζαν να μοιράζουν το χρόνο τους ανάμεσα στο Παρίσι, στην Πράγα και στο Μπρνο, τη γενέτειρα του Μίλαν. Αλλά αυτό δε συνέβη ποτέ. Λίγα ταξίδια ινκόγκνιτο στην Τσεχία, περιστασιακές επισκέψεις Τσέχων φίλων στο Παρίσι ή στη θερινή του κατοικία στο Τουκέ, συχνά τηλεφωνήματα – αυτό ήταν όλο. Καμία επιστροφή. Γιατί;»

Μία ερμηνεία της παράδοξης συμπεριφοράς του Κούντερα, λέει ο Ντρουλάκ, θα μπορούσε να είναι η αντιπαράθεσή του με τους αντιφρονούντες. Ο Κούντερα «δε γελοιοποιεί μόνο τους κομμουνιστές αξιωματούχους στα μυθιστορήματά του, αλλά αποστασιοποιείται κριτικά και από τους αντιφρονούντες». Η υποψία του Ντρουλάκ ενισχύεται από μια συνέντευξη που έδωσε η σύζυγος του Κούντερα, Βέρα, το 2019, στην οποία αποκάλυψε πόσο θα ήθελαν να επιστρέψουν, αλλά δεν μπορούσαν. «Πολλοί Τσέχοι αναγνώστες σοκαρίστηκαν μαθαίνοντας ότι για δεκαετίες ο Κούντερα αντιμετωπιζόταν με εχθρότητα από τους αντιφρονούντες στην Πράγα, αλλά και από τους αντικομμουνιστές εξορίστους. Οι φίλοι του Χάβελ ήταν ιδιαίτερα δραστήριοι σε αυτές τις επιθέσεις εναντίον του Κούντερα.»

Οι φιλελεύθεροι που υπό την ηγεσία του Βάτσλαβ Χάβελ ανήλθαν στην εξουσία, όταν το καθεστώς κατέρρευσε, είχαν παλιά αντιδικία με τον Κούντερα, εξηγεί ο Ντρουλάκ. Στην πραγματικότητα, τον είχαν περιθωριοποιήσει και τον είχαν απομονώσει ήδη εδώ και δεκαετίες, πολύ πριν απ’ τη Βελούδινη Επανάσταση, και δεν τον είδαν ποτέ με καλό μάτι. Ακόμα και οι εξόριστοι αντιφρονούντες στη Γαλλία τον αντιμετώπιζαν εχθρικά σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ποια ήταν όμως η αιτία της εχθρότητας προς τον Κούντερα εκμέρους της φιλελεύθερης τσεχικής ιντελιγκέντσιας; (περισσότερα…)

Ὁ πρὶν βέβηλος τόπος

Η επιγραφή στο γείσο της εισόδου της Παναγίας των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #4
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ὁ πρὶν βέβηλος τόπος

Ένα μεγάλο μέρος των μεσαιωνικών βυζαντινών επιγραφών αναφέρεται στην ίδρυση ή την ανακαίνιση ναών από κληρικούς, αξιωματούχους του στρατού και της κρατικής διοίκησης, αλλά και απλούς ιδιώτες. Πρόκειται για τις λεγόμενες κτιτορικές επιγραφές, οι οποίες τοποθετούνταν σε εξέχοντα σημεία των εκκλησιών, με συνηθέστερη θέση το ανώφλι της κύριας εισόδου, εξωτερικά ή εσωτερικά ‒ στη δεύτερη περίπτωση εντάσσονταν στον ζωγραφικό διάκοσμο. Ορισμένες φορές εμφανίζονταν και επάνω στο τέμπλο, το οποίο ήταν τότε μαρμάρινο. Η γλώσσα τους ποικίλει, από λακωνικές διατυπώσεις με δημώδεις εκφράσεις και πλήθος ορθογραφικών λαθών, ως περίτεχνα επιγράμματα με υψηλές λογοτεχνικές προθέσεις.

Οι κτιτορικές επιγραφές δεν είχαν απλά σκοπό να απαθανατίσουν την πράξη της δωρεάς. Απεναντίας, αποτελούσαν ένα άριστο μέσον, σε προβεβλημένη και μόνιμη θέση, για να προβάλει ο δωρητής την ευσέβειά του αλλά και την κοινωνική του περιωπή, παραθέτοντας αφενός τα κίνητρα της πρωτοβουλίας του και αφετέρου τίτλους, αξιώματα και άλλες ιδιότητες που προσδιόριζαν το προσωπικό του κύρος. Οι επιγραφές δεν απευθύνονταν βέβαια μόνο στους πιστούς που εισέρχονταν στον ναό· παραλήπτης τους ήταν πρωτίστως το ίδιο το θείον, με την προσδοκία —ή σχεδόν την απαίτηση, ορισμένες φορές— να ανταποδώσει την προσφορά. Στο πλαίσιο αυτό, πολλά κείμενα τόνιζαν σκόπιμα και με έμφαση την αντίθεση ανάμεσα στο προσφερόμενο νέο έργο και την προηγούμενη από αυτό κατάσταση, ώστε να αναδειχθούν το μέγεθος και η σημασία της δωρεάς. (περισσότερα…)

Καμένη γη

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Μα οι αριθμοί δεν έχουνε σπλαχνιά.
ΦΩΤΟΣ ΓΙΟΦΥΛΛΗΣ

– «Πάνω από το 60% των καμένων εκτάσεων στην Ελλάδα τον 21ο αιώνα κάηκε την τελευταία τετραετία – κάπου 3.000.000 στρέμματα, άνω του 2% της χώρας.
– Μόνο στην Αττική μετά το 2021 κάηκε το 30% των δασών, πάνω από 500.000 στρέμματα.
– Με βάση τις εξιχνιασμένες υποθέσεις, στη Μεσογειακή Ευρώπη εκτιμάται ότι το 95% των πυρκαγιών οφείλεται σε ανθρώπινα αίτια. Απ’ αυτές, το 56% από εμπρησμούς.

(Ο πίνακας και τα περισσότερα στοιχεία από τον Ηλία Βουίτση και τη σελίδα του στο facebook.)

~.~

Ο Γύζης τον είχε προειδοποιήσει, εκεί στην ξενιτιά είχε φήμη και σίγουρη δουλειά. Εκείνος όμως δεν τον άκουσε. Η υγεία της γυναίκας του είχε κλονιστεί, ο χειμώνας του Μονάχου ήταν σκληρός, και η επιστροφή στην πατρίδα, εν έτει 1883, φάνταζε δελεαστική.

Αποδείχτηκε μοιραία. Το 1891, σε αδιέξοδο βιοποριστικό, προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει. Τα έργα του πουλιούνταν σε τιμές εξευτελιστικές, έφτασε να προσαρμόζει τους πίνακες του στα έτοιμα κάδρα ενός κορνιζά, με κάτι ψευτοδιδασκαλίες σε Σχολεία Καλών Τεχνών και τα Μετάλλια που του απένεμε το Κράτος το μεροκάματο δεν έβγαινε. Είχε κι εφτά παιδιά. Στην κηδεία του το ’07 πήγαν πέντ’ έξι.

Σήμερα, τα έργα του κοστίζουν εκατομμύρια, αλλάζουν χέρια σε τιμές-ρεκόρ. Η θαυμάσια έκθεση που του αφιερώνουν η Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων και το Ίδρυμα Λασκαρίδη αποδεικνύει για μια ακόμη φορά τη γοητεία και τη δύναμή τους. Η Ελλάς του 19ου αιώνα έναν Κωνσταντίνο Βολανάκη δεν μπορούσε να τον θρέψει.

~.~

«Όσον αφορά τη ρομαντική αντίληψη ότι τα έθνη ή οι κυβερνήσεις επηρεάζονται πολύ ή μόνιμα από τις φιλίες μεταξύ τους, Κύριος οίδε για ποιον λόγο, λέω ότι όσοι τρέφουν αυτές τις ρομαντικές αντιλήψεις και συσχετίζουν τις συναναστροφές των ατόμων με τις συναναστροφές των εθνών, επιδίδονται σε ένα μάταιο όνειρο. Το μόνο πράγμα που κάνει μια κυβέρνηση να ακολουθεί τις υποδείξεις και να υποκύπτει στις συμβουλές μιας άλλης, είναι η ελπίδα ότι θα αποκομίσει όφελος αν τις υιοθετήσει ή ο φόβος ότι θα υπάρξουν επιπτώσεις αν εναντιωθεί».

ΛΟΡΔΟΣ ΠΑΛΜΕΡΣΤΟΝ
Λόγος στο Κοινοβούλιο, 1.3.1848

(περισσότερα…)

Βερνάρδος του Κλαιρβώ, Απολογία προς τον αββά Γουλιέλμο

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Περί το 1124 ο Γουλιέλμος, αββάς του Σαιντ-Τιερρύ, φέρεται να παρακάλεσε τον μέντορά του, Βερνάρδο του Κλαιρβώ, να συντάξει μια πραγματεία που θα υπερασπιζόταν το βαθιά διακριτό μοναστικό φρόνημα των Κιστερσιανών στους κόλπους των Βενεδικτίνων. Ο Βερνάρδος, επιφανής ηθικολόγος του 12ου αιώνα και σκαπανέας μιας εντυπωσιακής αναζωογόνησης των Κιστερσιανών, ανταποκρίθηκε μάλλον άμεσα, συγγράφοντας ένα από τα διασημότερα κείμενα της δυτικής μεσαιωνικής μοναστικής γραμματείας: την Απολογία.

Την πιο επιδραστική στιγμή του κειμένου σηματοδοτούν αναμφίβολα οι ενότητες 28-29, όπου ο Βερνάρδος συντάσσει μια πολεμική εναντίον της ακόρεστης επιθυμίας για πολυδάπανη (αναπαραστατική) τέχνη ή/και διακόσμηση σε μοναστικούς τόπους λατρείας, την οποία αντιπροσώπευε, ίσως πιο χαρακτηριστικά, η κλουνιακή πτέρυγα. Στις ενότητες αυτές αναβλύζει ρηξικέλευθη αισθητική σκέψη ενώ από ιστορική άποψη είναι εξίσου ενδιαφέρον ότι η πραγματεία του Βερνάρδου είναι συγκαιρινή της άνθισης της ρομανικής και γοτθικής τέχνης.

~.~

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ ΤΟΥ ΚΛΑΙΡΒΩ

Απολογία προς τον αββά Γουλιέλμο

(28-29) [1]

ΧII. 28. Αλλά αυτά είναι ασήμαντα. Θα σχολιάσω τώρα τα μεγάλα, τα οποία, βέβαια, μοιάζουν μικρά, επειδή είναι τόσο κοινά. Δεν θα πω τίποτα για το τεράστιο ύψος, το υπερβολικό μήκος και το περιττό πλάτος των χώρων προσευχής, τον δαπανηρό καταστολισμό και τις εξεζητημένες απεικονίσεις που τραβούν το βλέμμα του προσευχόμενου και περιορίζουν την ευλάβειά του, και που, προσωπικά, μου φαίνεται λες και αναβιώνουν την αρχαία εβραϊκή λατρεία. Και θα παραδεχθώ ότι όλα αυτά γίνονται προς τιμήν του Θεού. Ωστόσο, θα απευθύνω ως μοναχός στους μοναχούς το ερώτημα που απηύθυνε ο εθνικός στους εθνικούς: «Πείτε μου, ποντίφικες», είχε πει, «τι κάνει το χρυσάφι στο ιερό;»[2].

Δίνοντας δε σημασία στο νόημα και όχι στο μέτρο του στίχου, παραφράζω το ερώτημα: «Πείτε μου, φτωχοί, αν είστε πραγματικά φτωχοί, τι κάνει το χρυσάφι στο ιερό;». Ας μην συγχέουμε εδώ τους επισκόπους με τους μοναχούς. Γνωρίζουμε ότι οι επίσκοποι, έχοντας ευθύνη απέναντι τόσο στους σοφούς όσο και στους αμόρφωτους[3], χρησιμοποιούν τον υλικό καλλωπισμό για να διεγείρουν την ευλάβεια ενός σαρκικού πλήθους, αφού δεν είναι δυνατόν να το επιτύχουν αυτό με τον πνευματικό.  Εμείς, όμως, που αποσυρθήκαμε από αυτό το πλήθος, εμείς που αφήσαμε τα πολύτιμα και υπέροχα πράγματα του κόσμου για χάρη του Χριστού[4], εμείς που επιλέξαμε να θεωρούμε καθετί που λάμπει από ομορφιά, ηχεί απαλά, ευωδιάζει γλυκά, τέρπει τη γεύση μας ή είναι ευχάριστο στην αφή -εν ολίγοις, όλες τις σωματικές απολαύσεις- σκέτη κοπριά προκειμένου να κερδίσουμε τον Χριστό[5], ποιανού την ευλάβεια περιμένουμε να διεγείρουμε με αυτόν τον καλλωπισμό; Πού αποσκοπούμε ακριβώς[6]; Στον θαυμασμό των αδαών, ή άραγε στις προσφορές των αφελών;  Ή μήπως, επειδή συγχρωτιστήκαμε με τους εθνικούς, υιοθετήσαμε τους τρόπους τους[7] και υπηρετούμε τα είδωλά τους; (περισσότερα…)

Συνομιλία στο δάσος

*

Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

«Είμαι τόσο φτωχός», είπα στο δάσος, «τα μόνα υπάρχοντά μου είναι οι λέξεις. Πόσο μακριά μπορώ να πάω;»

«Πολύ μακριά, αν προσπαθήσεις», είπε το δάσος.

Και πρόσθεσε:

«Όσο για τα πλούτη έχω πολλά να σου δώσω και μάλιστα διαφόρων ειδών. Όμως, να ξέρεις, αυτά τα πλούτη δεν ταιριάζουν σε όλους τους βίους των ανθρώπων. Για σένα θα ρίξω στα πόδια σου μια φούχτα χρυσά νομίσματα, δηλαδή λάμψεις των χρυσαφένιων φύλλων μου, που ευδοκίμησαν επάνω στο κλαδί τους. Μ’ αυτά χρωμάτισε τις λέξεις σου. Δος τους μακρόπνοη υπόσταση. Είσαι έτοιμος; Τα πετώ, πιάσε τα». (περισσότερα…)

Τάνια Μαλιάρτσουκ, Μόνο θάνατος, μόνο γέλιο

*

Μετάφραση ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Σε αυτό το σημείο κανονικά θα βρισκόταν άλλο κείμενο. Το οποίο, δυστυχώς, δεν μου πέτυχε. Αφορούσε την Ουκρανία και τον πόλεμο εκεί, τη Σοβιετική Ένωση και τα αδιαλεύκαντα εγκλήματά της, για τα οποία ουδέποτε καταδικάστηκε κανείς. Αφορούσε ακόμη τα αγάλματα Σοβιετικών πολιτικών που έβριθαν μέχρι πρότινος σε ολόκληρη τη χώρα, λες και δεν επρόκειτο για δολοφόνους, παρά για εθνικούς ήρωες. Η αποτρόπαιη πραγματικότητα έχει τα θεμέλιά της σε ένα ακόμη πιο αποτρόπαιο παρελθόν. Μόλις πριν ένα χρόνο άρχισαν οι Ουκρανοί να καταστρέφουν σε μεγάλη κλίμακα σοβιετικά μνημεία – μία τρομακτικά καθυστερημένη πράξη αποσοβιετικοποίησης, η οποία έλαβε σχεδόν διαστάσεις τελετουργίας εξορκισμού.

Στο αποτυχημένο εκείνο κείμενο έγραφα ακόμη για τον προπάππο μου, εύπορο Ουκρανό αγρότη, που το 1933 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εν μια νυκτί το αγρόκτημά του, παίρνοντας μαζί του τα απολύτως απαραίτητα. Στις σκάλες του ορφανοτροφείου είπε στη μικρή του κόρη να τον περιμένει εκεί, θα πήγαινε να πάρει φαγητό και θα επέστρεφε αμέσως. Η κόρη τον περίμενε υπάκουη. Κάποτε, με κυριεύει η υποψία πως κατά βάθος εξακολουθεί ακόμη να τον περιμένει.

Το σπίτι του προπάππου μου μετατράπηκε σε κατάστημα για τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μία μόνο ακόμη φορά βρέθηκε εκεί η κόρη του, η γιαγιά μου, σαν το έσκασε από το ορφανοτροφείο για να μην αφήσει εκεί τα κοκαλάκια της. Ο καλόβουλος πωλητής είπε ένα «το ξέρω αυτό το κοριτσάκι, εδώ έμενε παλιά», της έβαλε ένα ψωμάκι στο χέρι και την έστειλε πάλι από εκεί που ήρθε.

Περνώντας μπροστά απ’ το μνημείο του Συντρόφου Κοσιόρ, ο οποίος υπό τας διαταγάς του Στάλιν επέβαλε καθεστώς πείνας στην Ουκρανία οδηγώντας εκατομμύρια ανθρώπων στο θάνατο, περνώντας λοιπόν μπροστά από το εν λόγω μνημείο σε δρόμο του Κιέβου, προσποιούμουν μέχρι πρότινος ότι ΔΕΝ το έβλεπα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως ΔΕΝ έβλεπα ούτε τον προπάππο μου που άφησε την τελευταία του πνοή καταρρέοντας σαν σκυλί στην άκρη του δρόμου ούτε και το κοριτσάκι που μαρμάρωσε μπροστά από το ίδιο του το σπίτι με ένα ψωμάκι στο χέρι. Το ψωμάκι τού το έκλεψαν λιμασμένα σκυλιά.

Το αποτυχημένο εκείνο κείμενο κατέληγε με τη δήλωση πως η Ουκρανία μπορεί να πλησίασε γεωγραφικά τη Δυτική Ευρώπη τώρα με τον πόλεμο, παραμένει ωστόσο, ακόμη και τώρα, παντελώς άγνωστη. Περιμένει να τη διηγηθούν. Δυστυχώς, στις ιστορίες της την κυρίαρχη θέση την κατέχει πάντα ο θάνατος. (περισσότερα…)

Ενύπνιο μήπως;


*

Ενύπνιο μήπως;

Από το παράθυρο αγνάντευα μια συστάδα δέντρων. Φόντο γενικά πράσινο με μια κιτρινάδα χορταριών στη μέση. Στρωμένα χορτάρια κάτω, πατημένα. Ακινησία. Κάτι σαν η ακινησία του πρωινού. Θα ήταν περίπου 7. Ο ήλιος, άφαντος ακόμη, πρέπει να κρυβόταν κάπου πίσω από το σπίτι. Εξοχή. Ύπαιθρος. Βουνό. Πέρα η θάλασσα. Απλωσιά. Όλα ακίνητα. Γιατί μιλούν διαρκώς για κίνηση;

*

Ήμουν μισοξύπνιος πριν κάμποση ώρα και δεν ήξερα αν βλέπω όνειρο ή συμβαίνει κάτι άλλο παράξενο. Κάτι σαν εισβολή, μέσα στον ύπνο ή στο μισοξύπνιο, μιας σειράς εικόνων, μιας συρροής όπου υπήρχαν και μερικές με χρώμα. Ωστόσο, δέσποζε κυρίως μια μορφή. Ένας προχωρημένης ηλικίας άνθρωπος, γύρω στα ογδόντα, που εκινείτο συνέχεια σ’ ένα χώρο σαν κατάστημα ή αίθουσα εκθεμάτων, όπου όμως δεν υπήρχαν πίνακες αλλά διάφορα αντικείμενα: ρούχα, βιβλία, περιοδικά ίσως και κάποια άλλα που δεν κατάλαβα.

Ο άνθρωπος ήταν μετρίου αναστήματος είχε ένα κάπως μυτερό γένι, ή μάλλον γένια αραιά αλλά όχι γενάκι, φορούσε γυαλιά και διατηρούσε κάμποσα μαλλιά. Σε κοιτούσε μέσα από τα γυαλιά του σα να σε έψαχνε, να γύρευε να βρει έως που φτάνει το μυαλό σου και οι αισθήσεις σου, τι «πιάνεις».

Στάθηκα μπροστά σε ρούχα. Τα είχε κάπως στοιβαγμένα σε μια γωνιά, αλλά και σαν εικαστικά αντικείμενα. Έδειξα ένα χρωματιστό. Το ξεδίπλωσε κι ήταν μια φόρμα ριγωτή για νέο κορίτσι. Στο πλάι φορέματα μακριά, άλλης εποχής. Ρώτησα: «Αυτά;». Αποκρίθηκε: «Είναι ακριβά».

Μετακινήθηκα. Προχώρησα προς έναν πάγκο, όπως αυτούς στα καφέ-μπαρ, και πάνω εκεί υπήρχαν λευκώματα, βιβλία, περιοδικά. Άρχισα να κοιτάζω ένα που σχετιζόταν με την «Μικρή μας πόλη». Χατζιδάκις. Αυτό το κατάλαβε και σαν να συγκατένευσε ότι αξίζει τον κόπο, ψιθυρίζοντας ότι «δεν υπάρχουν σήμερα τέτοια». Καθώς το ξεφύλλιζα πήρε το μάτι μου ένα κείμενο με την υπογραφή του ζωγράφου Παρθένη.

Πήρα ύστερα στα χέρια μου δύο μικρά βιβλία με χοντρά σκούρα εξώφυλλα, στενόμακρα και τα κοιτούσα. Μού άρεσε η έκδοση. Σκέφτηκα να τα αγοράσω. Τον άκουσα να λέει τον αριθμό 10. Υπέθεσα πως είναι η τιμή τους. «Θα τα πάρω», είπα.
Αυτός τότε άρχισε να ετοιμάζει αποδείξεις αλλά το έκανε κατά τέτοιο τρόπο που ήταν σαν να επρόκειτο να γράψει κανένα ποίημα ή διήγημα. Κάποια στιγμή είπε: «πενήντα τρία ευρώ».

Δεν κατάλαβα. «Μα τί λέτε;» είπα. «Προηγουμένως είπατε δέκα». «Όχι. Αυτό ήταν για τις σελίδες», αποκρίθηκε. «Δεν είμαστε καλά. Αυτά τα δυο βιβλιαράκια κάνουν 53 ευρώ;», φώναξα. «Δεν μπορώ να τα πάρω, με συγχωρείτε, αλλά πρόκειται για απάτη».

Με κοιτούσε ατάραχος. Είχε πάψει τις ετοιμασίες για ποίημα ή διήγημα –τις αποδείξεις– και περίμενε ακίνητος.

Τελικά μήπως όλοι εξαπατούμε; Μήπως μας έχει χτυπήσει κάτι σαν αρρώστια όπου εδώ δεν ανακατεύονται γιατροί, δεν είναι όπως στον κορωνοϊό, αλλά κάτι βαθύτερο, πιο ύπουλο και σκοτεινό. Να ξεγελάσεις τον άλλο. Να θεωρείς ότι είσαι πιο έξυπνος, πιο καπάτσος, πιο ικανός. Να τον κάνεις να πιστέψει ότι όλα είναι κανονικά. Ότι κι αυτός κάπως έτσι είναι αλλά σε άλλο επίπεδο εργασίας ή απασχόλησης. Να μοιραστείς μαζί του την αρρώστια της απατεωνιάς.

Δεν ξέρω πως έφυγα από εκεί. Εξακολουθώ να βλέπω μπροστά μου αυτόν τον ηλικιωμένο άνθρωπο με τα γένια, τα γυαλιά, τα μαλλιά –τι φορούσε δεν θυμάμαι– και τον τρόπο που κοιτούσε. Μοναδικός. (περισσότερα…)

Νίκος Κωσταγιόλας, Έξι ποιήματα από το «Σαν άλλος Σαούλ»

*

Τα τοπία αντιστέκονται στους ξένους

Τα παροξυσμικά τζιτζίκια
το παλίμψηστο σταυρών στ’ ανώφλι, το ρόπτρο
κι η τυφλωτική ρομφαία φωτός
στο χώρισμα των μαστών μιας Θεοτόκου
που καρφώνεται

Μουγκρητό εξάτμισης και ύστερα σκαλιά, πολλά σκαλιά μαρμάρινα κι έπειτα ξύλινα σωρό, μ’ έναν ιδρώτα να κατασκηνώνει εκεί στον κρόταφο. «Πρόσεχε», μου ’πες, «το πάνω πάνω σκαλοπάτι έχει λασκάρει». Με τα κανιά μου δρασκελώντας έφτασα στην κάμαρα.

Πάνω στον κομό η εικόνα της κι ένα κερί λιπόσαρκο. Φευγάτο το φιτίλι. Ο αέρας γνώριμος, οξύς, τραύλιζε νότες της κλεισούρας. Έσκυψα και προσκύνησα. Μου χαμογέλασε σαν τότε. Ύστερα κουβέντα: «Πώς πέρασες;», «τι έκανες;», «πού  χ ά θ η κ ε ς ;». Έσυρα για τον κήπο, με βλέμμα απλανές, φυγαδευμένο. Ήξερα.

Το χώμα άγονος πηλός και κάποιοι τζίντζιροι. Έκανες να τους τσακώσεις μα ψυλλιάστηκαν και πέταξαν μακριά. Οι υμένες των φτερών τρίζαν σαν χόβολη. «Τίποτα δεν σου χαρίζεται σ’ αυτόν τον τόπο», έκρωξα κι όρμησα στη δημοσιά σωστό ελατήριο. Αγρίμι.

39°36’56.4″N 19°54’23.4″E

*

Πρόοδος

Παραστάσεις κυνηγιού στην Αλταμίρα·
φωτιά, συνοικισμοί
σπορές και θερισμοί
πόλεμοι σωρό
για Ελένες, χωρίς Ελένες·
χαλκός, σίδηρος, χάλυβας και λοιπά κράματα,
τώρα αφθονία πυριτίου και 3D printing

Σπίτια από λάσπη, άχυρο και τερακότα,
πέτρα ή μάρμαρο, από ξύλο –ύλη σχετικά φθηνή–
από μπετόν αρμέ και πλεξιγκλάς

Θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση,
υπολογιστής, τάμπλετ
λοιπές χεριού προεκτάσεις
youtube και pornhub

Θεοί σε οργασμό προπάντων:
πρώτα χθόνιοι
κατόπιν επουράνιοι
άλλοτε πολλοί, άλλοτε λίγοι
–το μεροκάματο ας τσουλά–

Ξάφνου εις αληθινός και μόνος
κατ’ εικόνα και ομοίωσιν πλασμένος
βολικός και φιλεύσπλαχνος
–εσχάτως εκλείπει κι αυτός,
ασθμαίνει η πίστη από των bit τον πακτωλό·
μετά τρελαίνεται–

Άνθρωπος η μόνη σταθερά
μες στη φρενήρη τύρβη
της προόδου

Άνθρωπος; (περισσότερα…)

Ενώπιον του γήρατος

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Γιώργου Καλοζώη
Η άφιξη των θηρίων
Ενύπνιον 2023

Αποτελεί κοινή παραδοχή το γεγονός ότι η γραμμή ανάμεσα στη μανιέρα και τη συνέπεια στο έργο είναι πολύ λεπτή. Και είναι αλήθεια ότι, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να προσάψει στον Γιώργο Καλοζώη μανιερισμό: υπερρεαλιστικές εικόνες,[1] εξπρεσιονιστική αίσθηση,[2] ανθρωπόμορφη ζωολογία (ή ζωώδης ανθρωπολογία), ζούγκλες, δάση, πουλιά και μια «κανιβαλιστική συνθήκη»,[3] ανάβαση/κατάβαση σε βουνά, κλίμακες και σκάλες[4] σε εναρμονισμένα στο ζήτημα της μορφής ιδιότυπα σωληνοειδή ποιήματα[5] σε κάθε ποιητική συλλογή. Πρόκειται όμως για ένα αναγνωρίσιμο και ποιητικά υπαρκτό σύμπαν στο οποίο αιωρούνται —ή βαραίνουν— σταθερά τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα: πώς, γιατί, πού; Ο ανοικειωτικός καλοζωικός κόσμος διαθλάται σε κάθε έργο του ποιητή πιο διαυγώς, διερευνάται κάθε φορά σε μεγαλύτερο ύψος και βάθος, σκοτεινιάζει περισσότερο με την πάροδο του χρόνου και, κυρίως, δεν αντιγράφεταιˑ για αυτό δεν θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μανιερισμό παρά για συνέπεια, ποιητικής στάσης και έργου.

Αν στα προηγούμενα έργα του Καλοζώη το γήρας ήταν μια μακρινή αίσθηση, μια εικόνα, μια απειλή μέσα στην «επίγνωση της θνητότητας»,[6] τώρα αποτελεί ένα ζωντανό γεγονός το οποίο έχει αφιχθεί επιβλητικά στο οπτικό πεδίο. «Το γήρας ακόμη και μέσα / στην πιο μαύρη κι από / πίσσα νύχτα φωσφορίζει» γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Ο αλπινιστής η ωραία κι ο γυπαετός». Το ποιητικό υποκείμενο στέκεται συντετριμμένο ενώπιον του γήρατος που καταφθάνει επιθετικά και αδιαπραγμάτευτα. Και μοιάζει να επαναλαμβάνει πίσω από κάθε στίχο “να, καταφθάνουν”, “τα βλέπω, υπάρχουν”, “ήρθε (και για μένα) η ώρα να γνωρίσω τα θηρία”. Στο ποίημα «Ο ιστός» το ποιητικό υποκείμενο/ο ποιητής συνειδητοποιεί ότι η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει και, κάποια στιγμή, αυτό που θα έχει συμβεί – για όλους. Για κάθε άνθρωπο έρχεται η σειρά, γιατί η ζωή είναι τετελεσμένη:

[…]
από τη μια άκρη μέχρι την άλλη
της αποθήκης ή του σύμπαντος ένας
χοντρός ιστός
πάνω του είδα τον παππού μου και
τον άλλο παππού μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν οι γονείς μου
πάνω του είδα τις θείες μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν είδα την πεθερά μου είδα
καλύτερα και ξανά για να είμαι
εντελώς σίγουρος πάνω στο άπειρο
δίχτυ έμβρυα και μωρά και μεγάλους
είδα πάνω σε καρφιτσωμένα χαρτιά
ερωτήσεις είδα ιστορίες πάνω στα
χαρτιά ποιήματα μυθιστορήματα και
θεατρικά και ψάχνοντας κάτι που
μου πήρε χρόνια είδα πάνω στον άχρονο
ιστό το καρτελάκι με τη σειρά και
την αριθμημένη θέση μου

(«Ο ιστός»)

(περισσότερα…)