Καναρίνια, ἀγελάδες, μαθητές: ἐπιβάτες στὸ ἴδιο τρένο

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἤμουν στὸ ἐκτροφεῖο τοῦ Παναγιώτη Μακρῆ, ἐκτροφέα καναρινιῶν χρώματος, τὰ ὁποῖα τὰ προετοίμαζε γιὰ τοὺς τοπικούς, ἐθνικοὺς καὶ πανευρωπαϊκοὺς ἢ παγκόσμιους μορφολογικοὺς διαγωνισμούς. Γιὰ περισσότερο ἀπὸ μιὰ δεκαετία συμμετεῖχα κι’ ἐγὼ σὲ ἀντίστοιχες ἐκθέσεις μὲ πτηνὰ δικῆς μου ἐκτροφῆς. Ἐξωγενεῖς συνθῆκες μὲ ὁδήγησαν μὲ πολλὴ λύπη νὰ σταματήσω τὸ κοπάδι μου, τὸ ὁποῖο σιγὰ-σιγὰ καὶ θὰ ξαναρχίσω νὰ φτιάχνω, αὐτὴ τὴ φορὰ πιὸ μεθοδικὰ καὶ σίγουρα πιὸ διαχειρίσιμα ἀπ’ ὅ,τι στὸ παρελθόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καὶ τόση σημασία. Αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔκανε τότε ἐντύπωση ἦταν ὅτι ὁ Μακρῆς ἐπισκεπτόταν τὸ ἐκτροφεῖο κάθε δύο μὲ τρεῖς ἡμέρες γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ καθαρίσει, νὰ ποτίσει, νὰ παρακολουθήσει τὴν πορεία τῆς ἀναπαραγωγῆς κ.ο.κ. Τὸν εἶχα, λοιπόν, ρωτήσει τότε, τί γίνεται στὸ ἐκτροφεῖο του ὅταν ἐκεῖνος λείπει. Πρακτικὰ ζητήματα ‒ ἄλλωστε, ἦταν ὁ μέντοράς μου: Ἀφήνει κάποιο παράθυρο ἀνοιχτό; Βάζει κάποιο θερμαντικὸ ἢ ψυκτικὸ σῶμα ἀνάλογα τὴν περίοδο; Παρακολουθεῖ μέσω κάποιας κάμερας τὸν χῶρο; Κι’ ἄλλα τέτοια παρόμοια. Ὁ «πτέραρχος» —ἀπόστρατος τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας, ἐξ οὗ καὶ τὸ παρατσούκλι— μοῦ ἐξηγοῦσε πάντοτε λεπτομερῶς τὸ τί καὶ τὸ πῶς, τὰ μυστικὰ τοῦ χόμπι μας, καὶ μεταξὺ ἄλλων μοῦ εἶχε πεῖ: «Καὶ φυσικὰ ὅλη μέρα παίζει μουσικὴ τὸ ραδιόφωνο. “Ντέρτι” ἢ “Μελωδία”. Πάντα λαϊκά».

Οἱ σύγχρονες κτηνοτροφικὲς μέθοδοι ἔχουν εἰσαγάγει τὴ μουσικὴ ὡς ἕνα μέσο «ἐξορθολογισμοῦ» τῆς μαζικῆς ἐκτροφῆς τῶν ζώων. Ἐπιπλέον, ἡ μουσικὴ βοηθᾶ στὴν αὐξημένη παραγωγὴ γάλακτος, στὴν παραγωγὴ μαλακότερου κρέατος, στὴ μείωση τῶν τοξινῶν ἕνεκα τοῦ ἄγχους ἐν ὄψει τῆς σφαγῆς, κι’ ἄλλα τέτοια ἀνθρωπιστικὰ μέν, ἐπιτατικὰ τῆς παραγωγῆς δὲ τεχνάσματα. Φυσικά, στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν μιλᾶμε γιὰ ἕνα ἁπλὸ μουσικὸ χαλὶ ἢ ἕναν λευκὸ θόρυβο, ἀλλὰ γιὰ σημαντικὰ ἢ ἀσήμαντα ἔργα τῆς κλασσικῆς μουσικῆς, μιᾶς καὶ οἱ τονικότητες, ἡ ἁρμονία κι’ ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα μοιάζουν στοὺς ἐπιστήμονες ὡς ἀποδοτικότερα γιὰ τοὺς στόχους τους. Βέβαια οἱ ἀγελάδες, τὰ αἰγοπρόβατα ἢ οἱ κότες δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουν τὸ πρελούδιο σὲ ντὸ δίεση ἐλάσσονα τοῦ Ραχμάνινωφ, (περισσότερα…)

Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά. Η σκέψη αυτή ήρθε στον νου μου βγαίνοντας από την αίθουσα όπου είδα την κινηματογραφική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια. Μια ταινία έντιμη που, αν μη τι άλλο (πέρα από ορισμένες ανακρίβειες και υπερβολές), αποδίδει πιστά το πρόσωπο ενός πολιτικού ηγέτη εμπνευσμένου και ανιδιοτελούς, ενός ανθρώπου με πίστη αλλά και πατριωτικό ρεαλισμό, ενός χαρακτήρα ευπροσήγορου όσο και αποφασιστικού, απολύτως αφοσιωμένου στο όραμα και στο σχέδιο για τη θεμελίωση σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Η σκέψη «Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά» αφορά στη δημόσια συζήτηση που για μία ακόμη φορά εγκλωβίστηκε στη διαχρονική και αδιέξοδη πόλωση, με εκατέρωθεν ανοησίες δύο στρατοπέδων που κρατούν τη χώρα δέσμια της καθυστέρησης και της εξάρτησης, με ρητορείες και παντομίμες είτε «εκσυγχρονισμού» είτε «παράδοσης». (Ελλάδα: η χώρα που για να ακριβολογείς πρέπει να χρησιμοποιείς πάντα εισαγωγικά).

Για τους κοντοτιέρους των Φώτων δεν υπάρχει Τότε διαφορετικό από αυτό που φαντασιώνονται ως αναγκαία πορεία προς την πρόοδο. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει αγώνες κοινούς με τους κοτζαμπάσηδες και την ολιγαρχία ή και φόνους («Απόλλων»: «ο τύραννος έπεσε»), προκειμένου να λείψει ο πραγματικά φωτισμένος ηγέτης που θα συγκροτούσε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος χωρίς να ξεριζωθεί η ελληνική ταυτότητα. Δεν διστάζουν για τούτο να διακινούν χοντροκομμένα ψέματα για τον «τύραννο» Καποδίστρια, λες και δεν τον κάλεσε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, λες και δεν υπήρξε ο εκλογικός θρίαμβος του 1829 και η Δ΄ εν Άργει Εθνοσυνέλευση. Γράψαμε παλαιότερα για το έργο του κυβερνήτη Καποδίστρια που κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει. (περισσότερα…)

Για τον καινούργιο χρόνο

*

WISHLIST

Να ξυπνώ περισσότερο ήλιος
και να πέφτω πιο λίγο σκοτάδι.
Να με θες όπως είμαι. Το χάδι
στο κορμί μου ν’ απλώνει ζεστό.
Στο ποτήρι να μη λείπει ο φίλος.
Να ξεχάσω το ρήμα «χρωστώ».

Το πλοκάμι του νου να γουλίσω
στης καρδιάς τον ιερό μετεωρίτη.
Να χυθώ στου σκοπού μου την κοίτη
και στη βύθια που προσπερνώ
τη φωνή, να κρατήσω το ίσο.
Το «εν δυνάμει» να κάνω ικανό.

Να φυτεύω τα λόγια μου χάμω
να βλαστήσουν μετά από μένα.
Να πετώ τα ξεχαρβαλωμένα.
Να γελάω. Κι αν είναι γραφτό
ν’ αγαπιέμαι ίσα που ν’ αποκάμω.
Να θυμάμαι το ποίημα μου αυτό.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον

Ἔργο τοῦ Σωτήρη Σόρογκα

*

Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν Στέργαιναν, δυστυχῶς δὲν ἠλήθευσε τὸ ρητόν, «ἡ πρώτη δούλα, ἡ δεύτερη κυρά». Ἡ Θοδωριά, ἡ πτωχή, ὑπέφερεν ὅλας τὰς ἀγγαρείας, ὅσας τῆς ἐπέβαλλεν ὁ σύζυγός της. Ἀσβεστὰς ἐκεῖνος, φουρνάρισσα αὐτή. Τὸ πτωχὸν νήπιον, ὁ Ἐλευθέρης, δὲν εἶχε χορτάσει τὸ γάλα τῆς μητρός του. Ἐφαίνετο γηράσασα ἤδη, ἂν καὶ μόλις εἶχεν ὑπερβῆ τὸ τριακοστὸν πέμπτον ἔτος. Ὁ μπαρμπα-Στέργιος, δεκαπέντε ἔτη μεγαλύτερός της, τὴν εἶχε πάρει εἰς δεύτερον γάμον, καὶ μάλιστα μὲ τὸ σπαθί του· τὴν ἔκλεψε. Ὁ μικρὸς Ἐλευθέριος, τετραέτης ἤδη, ἦτο ζαρωμένος, χλωμός, ζουριασμένος καὶ ἡ μήτηρ του οὔτε νὰ τὸν θρέψῃ ἦτο ἱκανὴ οὔτε νὰ τὸν «ἀποκόψη» ἠδύνατο. Οἱ μαζοί της, ὡς νὰ εἶχαν παραψηθῆ ἀπὸ τὴν ἀντιλαμπὴν τοῦ φούρνου, ἐκρέμαντο μαραμμένοι ὑπὸ τὴν τραχηλιάν, καὶ ὁ μικρὸς δυσκόλως εὕρισκεν ἐκεῖ σταγόνα γάλακτος.

Τῆς εἶχαν πεθάνει τὰ δύο πρῶτα παιδιά της, τὸ ἓν θῆλυ, τὸ ἄλλο μικρὸν ἀγόρι, καὶ τώρα ὅλαι αἱ ἐλπίδες της ἐκρέμαντο εἰς τὸν Λευθέρην. Ἀλλὰ μέγας φόβος τὴν εἶχε κυριεύσει, διότι καὶ αὐτό της τὸ παιδὶ ἦτον ἄρρωστον. Ἄ! ἡ καρδούλα της ἦτον καμένη! Καλύτερα νὰ μὴ ᾽μβαίνῃ στὸν κόσμο ἄνθρωπος. Ἐνθυμεῖτο μετὰ σπαραγμοῦ τὴν στιγμήν, ὅταν «ἀγγελιάστηκε» τὸ μικρὸν κοράσιόν της. Πηγαίνει καὶ τὸ βρίσκει στὴν κούνια του, ξερό, μελανό, μισοπεθαμένο. Βάζει μιὰ φωνή. Τρέχουν δυὸ γειτόνισσες. «Τί ἔχεις; Τί εἶναι;» «Τὸ παιδί μου! Τὸ παιδί μου!» Φωνάζουν τὸ γιατρό. Ὅσο νὰ ᾽ρθῇ ὁ γιατρός, τὸ κορίτσι «ἔσωσε». Σὲ μιὰ ὥρα, μιὰ ὡρίτσα! Ἦρθεν ἡ γειτόνισσα ἡ Κατερίνα ἡ Μπροστινή, τὸ σαβάνωσε· ἡ Θοδωριὰ ἔψαξε καὶ ηὗρε τὰ ρουχάκια του· ἔσκυφτε μὲς στὴν κασσέλα νὰ τὰ εὕρῃ, κ᾽ ἐμοιρολογοῦσε σιγανά! Ἡ Κατερίνα τὴν ἐμάλωνε, λέγουσα ὅτι δὲν μοιρολογοῦν τὸν νεκρόν, πρὶν τὸν ἐνδύσουν. Τὸ στόλισαν ὄμορφα-ὄμορφα, τὸ ξάπλωσαν στὸ κιλίμι, καὶ τὸ σκέπασαν νὰ μὴν τὸ βλέπῃ ὁ μικρὸς καὶ κλαίῃ. (περισσότερα…)

Ευχές για την καινούργια χρονιά!

*

«Αμετακίνητος μετανάστης»: Θραύσματα για τον Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [4/4]

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~ 

1.

Βιβλία του Γιώργη Μανουσάκη πρωτόπεσαν στα χέρια μου πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Ήμουν μαθητής του Λυκείου εδώ στα Χανιά, και θυμάμαι σαν να ’ταν σήμερα τον πατέρα μου να φέρνει στο σπίτι δύο ή τρεις ολιγοσέλιδες, κομψά τυπωμένες συλλογές. Αγορασμένες από τον ίδιο, χαρισμένες από τον ποιητή (μακρινή συγγένεια τους συνέδεε), το αγνοώ. Αδυνατώ ν’ ανασύρω απ’ τη μνήμη μου την εντύπωση που τα βιβλία άσκησαν τότε στον έφηβο που υπήρξα. Ιδιαίτερα έντονη πάντως δεν πρέπει να στάθηκε.

Ήταν για μένα η εποχή της υπακοής στα κοινά πρότυπα, στους σπουδαίους Δασκάλους. Σεφέρης, Ελύτης, Καβάφης, ο Έλιοτ ήταν θεοί, έτρεφα πειθήνιο θαυμασμό εμπρός στο εκτόπισμα κάθε λογής αυθεντίας. Ποιας λογής ήταν αυτή, πόσο πρωτογενής, πόσο αυτόφωτη, λίγο μετρούσε, μια νύξη του Γιώργου Σαββίδη ή του Δημήτρη Μαρωνίτη, λ.χ., αρκούσε για να μου προκαλέσει επί εβδομάδες φιλολογικά ρίγη. Όλα αυτά, όπως είναι επόμενο, άφηναν λίγο χώρο για ονόματα ακόμη αχαρτογράφητα στη δημόσια μνήμη, σαν κι αυτό του Μανουσάκη.

Ό,τι μου εντυπώθηκε τότε ήταν πάνω απ’ όλα οι τίτλοι: Ταριχευτήριο πουλιών, Το σώμα της σιωπής. Μου φάνηκε τότε, μου φαίνεται ακόμα και σήμερα, ότι ο ένας δεν είναι παρά επεξήγηση, νοερή προέκταση του άλλου. Από τα αρχαία χρόνια ώς τις μέρες μας, η ισχυρότερη μεταφορά της ανθρώπινης φωνής, υπήρξε πάντα το πουλί που κελαηδά. Αν η σιωπή έχει πράγματι σώμα, σκεφτόμουν, σκέφτομαι ακόμη σήμερα, τότε αυτό πρέπει, δεν μπορεί παρά να είναι το σώμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού.

2.

Σ’ αυτήν την πρώτη, την αρχέτυπη έννοια της σιωπής, έμελε να γυρίσω πολλές φορές τα μετέπειτα χρόνια. Θα την ανακάλυπτα στον Λόρδο Τσάντος, τον περίφημο ήρωα του νεαρού Χόφμανσταλ που στη περιβόητη Επιστολή του αρνείται στη γλώσσα κάθε ικανότητα να αρθρώσει τα ουσιώδη. Θα την συναντούσα στον γέροντα Πάουντ, των ύστερων Κάντος, όταν μας παρακινεί ν’ ακούσουμε τον άνεμο. Let the wind speak: όταν τα ανθρώπινα λόγια αστοχούν, μόνη πραγματική ομιλία μένει εκείνη της φύσης. Θα την έβρισκα τέλος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πάμπολλες σελίδες της μεταπολεμικής μας ιδίως ποίησης, με διαφορετική κάθε φορά μορφή, κάποτε αδύναμη και εξασθενημένη, αλλά πάντα παρούσα. (περισσότερα…)

Γιὰ τὸν Καποδίστρια τοῦ Γιάννη Σμαραγδῆ

*

τοῦ ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Σινεφὶλ δὲν εἶμαι, γιὰ πολλοὺς καὶ διάφορους λόγους. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔφτιαξαν τὸ θέατρο, οἱ Χριστιανοὶ τὴ θεία λειτουργία, καὶ οἱ Δυτικοὶ περιορίστηκαν σὲ ἕνα φθηνὸ ἀλλὰ λουσάτο μέσο, στὸν κινηματογράφο, ὅπου ὁ ἠθοποιὸς δὲν ἔχει νὰ ἀντικρίσει τὸ κοινό του, ὅπου τὰ ἐφὲ πᾶνε σύννεφο καὶ κατακυριεύουν τὴν ταινία, ὅπου τὸ μέσο εἶναι κατάλληλο ὡς προπαγάνδα γιὰ κάθε λογῆς δικτάτορες καὶ παράφρονες ἐναλλακτικούς, ὅπου κάθε σκηνὴ γυρίζεται 200 φορὲς ὥσπου ἀναπόφευκτα νὰ βγεῖ τὸ τέλειο (σκηνοθετικὰ τέλειο) ἀποτέλεσμα. Ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν λεφτὰ γιὰ ἄπειρα γυρίσματα: Τῆς εὐκολίας τὸ ἀνάγνωσμα. Ἴσως ἡ φράση, στὸ Μὲ λένε Ἀρτέμη, «πολὺ νόημα!» νὰ εἶναι ἡ τελικὴ δίκη καὶ καταδίκη γιὰ τὸν ψαγμένο καὶ μὴ κινηματογράφο. Καλῶς ἢ μᾶλλον κακῶς, αὐτὸ ἔχουμε σήμερα, ὅπως τὸν 8ο αἰώνα καὶ σ’ ὄλη τὴν Ἀρχαιότητα εἴχαμε τὶς εἰκονογραφίες καὶ τὰ ἀγάλματα. Ὅπως τότε ἐπικρατοῦσε ἡ δύναμη τῶν εἰκόνων, τώρα κυριαρχεῖ ἡ δύναμη τῆς ταινίας.

Ὅτι οἱ ταινίες ἐποχῆς ἔχουν ἕνα πολιτικὸ μήνυμα εἶναι προφανές. Οἱ 300 ἦταν ἐμμέσως καὶ μιὰ ἀπειλὴ γιὰ τὸ Ἰράν, ἕνας χαρακτηρισμός του ὡς τεράτων. Ἡ Ὑπατία στὴν Agora εἶναι μιὰ λαχταριστὴ νέα, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὅταν δολοφονήθηκε ἦταν μιὰ μπάμπω βάσει τοῦ προσδόκιμου ζωῆς στὴν ρωμαιοβυζαντινὴ Αἴγυπτο (ἡ παρουσίασή της ὡς μπάμπως θὰ μείωνε τὸ ἀντιχριστιανικὸ μένος -πάντα οἱ ἀντιχριστιανὲς εἶναι αἰσθησιακὲς «ἁμαρτωλὲς» τὸ πολὺ 19 χρόνων), καὶ ἦταν ντυμένη ὡς πόρνη γιὰ τὰ δεδομένα καὶ τῆς παγανιστικῆς ἑλληνορωμαϊκῆς Ἀρχαιότητας (βλ. σχετικὰ καὶ τὸν Πλούταρχο γιὰ τὴν ἰδεατὴ «σώφρονα γυναίκα»)· μεταξὺ ἄλλων, ἐνάντια σὲ κάθε ἱστορικότητα, στὴν ἴδια ταινία ὅσοι χαρακτῆρες προσηλυτίζονται στὸ Χριστιανισμό, ξαφνικὰ παύουν νὰ φοροῦν (τουριστικά…) ἀρχαιοελληνικὰ ροῦχα καὶ φοροῦνε κελεμπίες / χιτζάμπ (!! Ξανά: Ἰράν, πὲς ἀλεύρι…). (περισσότερα…)

«Ήχοι της περασμένης ζωής»: Το Οδοιπορικό των Σφακιών του Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό ἀφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [3/4]

*

 της ΣΤΕΛΛΑΣ ΑΛΙΓΙΖΑΚΗ

~.~

«Το πρώτο καθήκον του πνευματικού δημιουργού είναι να μην απιστεί στον εαυτό του. Να μην κολακεύει την προβολή κολακεύοντας το πλήθος , να μην ακολουθεί τυφλά τις κατά καιρούς λογοτεχνικές ή καλλιτεχνικές μόδες, να στέκεται πάνω από κομματικές δεσμεύσεις και φανατισμούς. Με μάτι καθαρό να παρατηρεί όσα συμβαίνουν γύρω του . Να καταθέτει όσο γίνεται πιο αντικειμενικά τη μαρτυρία του. Εκφράζοντας με γνησιότητα τον εαυτό του, εκφράζει και την εποχή και τον τόπο του, γιατί κι’ ο πιο εσωστρεφής πνευματικός δημιουργός δε ζει στην έρημο αλλά συνεχώς δέχεται τους ερεθισμούς όλων των εκδηλώσεων της ζωής, στην οποία μετέχει.» [1]

Το Οδοιπορικό των Σφακιών, το πρώτο εκδομένο πεζογράφημα του Γιώργη Μανουσάκη[2], στηρίχτηκε στις εντυπώσεις από μια περιήγηση, που έγινε σε δυο διαδοχικές φάσεις τον Ιούλιο του 1968 αρχικά στο φαράγγι της Σαμαριάς και το καλοκαίρι του επομένου έτους κατά τη διάρκεια μιας εβδομάδας. Σύμφωνα με τον ίδιο το συγγραφέα δεν επρόκειτο για «απλή περιήγηση αλλά για ουσιαστική επικοινωνία με τον τόπο και τους ανθρώπους του, βίωση της ιστορίας και συγκινημένη επαφή με το ξεχωριστό ήθος μιας περιοχής».

«Γνώστης και μύστης της σφακιανής κοσμοαντίληψης»[3] ο συγγραφέας συνθέτει ένα

«ελεγείο της σημερινής φθοράς του τόπου, αλλά κι’ ένα συγκρατημένο σοβαρό στοχαστικό εγκώμιο της προαιώνιας τάξης των πραγμάτων και των δοκιμασμένων ηθών των παλιών καιρών, όπως αυτά καθρεφτίζονται κι’ εκφράζονται στην κατασταλαγμένη σοφία των γερόντων».[4]

Οι εντυπώσεις αυτές «άρχισαν να γράφονται το ίδιο καλοκαίρι, πριν τις ξεθωριάσεις ο χρόνος», γι’ αυτό «το οδοιπορικό κλείνει πια μέσα του όχι μόνο την εικόνα ενός τόπου, μα και μιας εποχής που έχει περάσει ανεπίστροφα.» Το βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1980, ένα χρόνο μετά τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο και το 2002 επανεκδόθηκε από τις Εκδόσεις Μίτος, συμπληρωμένο με φωτογραφίες. (περισσότερα…)

Η γυναίκα και το σπίτι

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Η γυναίκα και το σπίτι, τίτλος περιοδικού κατά τη δεκαετία του 1950, που «βάζει τη γυναίκα στη θέση της», αλλά τουλάχιστον της παραχωρεί μια επικράτεια. «Eίναι φορές που το σπίτι μεγαλώνει απλώνεται, χρειάζεται μεγαλύτερη ελαστικότητα στην ονειροπόληση, μια ονειροπόληση όχι τόσο σχεδιασμένη για να το κατοικήσεις. Το σπίτι μου, λέει ο Γιώργος Σπυριδάκις, είναι διάφανο αλλά όχι από γυαλί. Θα ’λεγες ότι είναι από αχνό. Οι τοίχοι του πυκνώνουν και αραιώνουν ανάλογα με την επιθυμία μου. Άλλοτε τους σφίγγω γύρω μου σαν μια πανοπλία απομόνωσης… Άλλοτε όμως αφήνω τους τοίχους του σπιτιού μου να αναπτυχθούν μέσα στον χώρο τους, μέσα στον χώρο της άπειρης έκτασης.» (Γκαστόν Μπασλάρ).

Δεδομένης της παραπάνω οργανικής σχέσης μεταξύ γυναίκας και σπιτιού, ένα γεγονός που ξαφνικά τρυπά την οικιακή στέγη, και, με όσα επικίνδυνα φερτά αυτό το άνοιγμα υπονοεί, αποτελεί μια δραστική δραματουργική βάση για να γίνει ένα καίριο σχόλιο πάνω στη σχέση της γυναίκας με το άμεσο περιβάλλον της, ήτοι το οικιακό, αλλά και όχι μόνο. Θα λέγαμε το βιολογικό, αν όχι το κοσμολογικό, μέσω της κάθετης σχέσης που υποβάλλει η τρύπα στο ταβάνι η οποία δεσπόζει από την αρχή της ταινίας Αν είχα πόδια, θα σε κλωτσούσα. Από πολύ παλιά η σταθερή αγκυροβόληση τούτου του σώματος, η ακινησία του και η αμετακινησία του στο κέντρο του σπιτιού, στην εστία δηλαδή, είχαν προσλάβει μια εντονότατη συμβολική πύκνωση. Η γυναίκα, η θεά Εστία, σε αντίθεση με τον φτεροκόπο και ταξιδευτή Ερμή, που αποτύπωνε τη διάχυση του αρσενικού μέσα στον φυσικό και κοινωνικό χώρο, συμβόλιζε την ψυχολογική και κοινωνική σταθερότητα, την πάγια αναφορά της ατομικής και συλλογικής συνείδησης.

Όταν αυτή η σχέση υπονομεύεται λοιπόν, υπονομεύεται και ένας βασικός πυρήνας της κοινωνικής συνείδησης: η σχέση της γυναίκας με τον οικιακό της χώρο, η σχέση της γυναίκας με τον άντρα της και την οικογένειά της, η ατομική της συνείδηση, η σχέση της με το ίδιο της το σώμα. (περισσότερα…)

Ἡ σφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ ἡ μάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828) στὸ ἔργο τοῦ Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [2/4]

*

τῆς ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

~.~

Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1961 ὁ νεαρὸς Γιώργης Μανουσάκης ἀνέφερε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐπιφυλλίδες του τὴν ἑξῆς παρατήρηση μιᾶς ἑλληνίστριας:

Ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ζοφερή, ἀπαισιόδοξη. Σπάνια ν’ ἀνακαλύψεις σ’ αὐτὴν μιὰ ἀχτίνα ἀπὸ φῶς. Μιὰ κι ἡ τέχνη ἑνὸς λαοῦ εἶν’ ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς του, πρέπει, λοιπόν, νὰ ὑποθέσομε πὼς οἱ Ἕλληνες εἶναι στὸ βάθος ἕνας λαὸς μελαγχολικός;

Εἶναι, ἀπαντοῦσε ὁ Μανουσάκης, γιατὶ:

Ὁ ἄνθρωπος τούτης τῆς γωνιᾶς τῆς γῆς εἶναι γεμάτος ἱστορικὲς μνῆμες. Μνῆμες δόξας καὶ θριάμβων καὶ πικρὲς μνῆμες καταστροφῶν, δυστυχίας καὶ ξεπεσμοῦ. […]

Ἔτσι μὲ μιὰ σκληρὴ ἀτομικὴ μοίρα καὶ μὲ μιὰ σκληρότερη ἐθνικὴ ἀποχτήσαμε σιγά₋σιγὰ τὸ κατακάθι τῆς θλίψης χρωματίζει ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας.[1]

Ἐκεῖνο τὸ πατριωτικὸ «κατακάθι τῆς θλίψης» ὑπάρχει ἀπὸ τότε διαρκῶς στὸ ἔργο του, λογοτεχνικὸ καὶ δοκιμιακό, ἄλλοτε φανερὰ κι ἄλλοτε ὑπόγεια. Θὰ σᾶς παρουσιάσω σήμερα πῶς αὐτὸ ἔχει ἀποτυπωθεῖ λογοτεχνικὰ γιὰ δύο ἱστορικὰ γεγονότα τῆς Κρήτης, τὴσφαγὴ στὸ Ἐλαφονήσι (1824) καὶ τὴμάχη στὸ Φραγκοκάστελλο (1828). (περισσότερα…)

Hate Speech

*

στον συνταγματάρχη Ζάκ Μπώ (Jacques Baud)
ένδειξη αλληλεγγύης κι εκτίμησης

Προτιμά την αμάσητη αλήθεια,
των γενναίων την τροφή, των απλών,
απ’ την ψεύτικη γλύκα της τσίχλας;
Σκέτο μίσος ο λόγος λοιπόν

και τον τρέμουν – μα πότε δέν τρέμαν; –
της κλειστής πολιτείας οι ταγοί.
Πόσο θά ’θελαν νά ’μπει μια μέρα
στο αχαλίνωτο στόμα φραγή!

Τα κανάλια του κλείνουν, τις πύλες,
τις πλατφόρμες που πάει να κρυφτεί.
Τί του μένει; Η κοιλιά μιας μποτίλιας
και μιας άστοργης μούσας το αυτί.

Πότε ωχρός συνωμότης υπόγειος,
πότε εξόριστος πρό των πυλών
σκέτο μίσος ο ασίγαστος λόγος,
σκέτο μίσος ας πνέει λοιπόν…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

*

 

Γιώργης Μανουσάκης, Το πέρασμα του φαραγγιού

*

Μικρὸ ἀφιέρωμα στὸν Γιώργη Μανουσάκη [1/4]

*

Εἰσαγωγή-Ἐπιμέλεια:
Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

«Ὁ συγγραφέας ἐπέρασε τὸ φαράγγι τῆς Σαμαριᾶς τὸ καλοκαίρι τοῦ 1968 καὶ περιηγήθηκε τὰ Σφακιὰ τὸ ἑπόμενο καλοκαίρι. Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ πραγματικὴ ὁδοιπορία, ἀφοῦ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς διαδρομῆς ἔγινε μὲ τὰ πόδια.

Τὸ Ὁδοιπορικὸ τῶν Σφακιῶν δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ καταγραφὴ ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων. Ὁ συγγραφέας ἦρθε σὲ στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ φύση, συνδιαλέχθηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐβίωσε τὴν ἱστορία στοὺς τόπους ὅπου διαδραματίστηκαν τὰ γεγονότα, ἀναζήτησε μὲ συγκίνηση τὸ ἰδιαίτερο ἦθος μιᾶς κρητικῆς ἐπαρχίας. Ἡ ἐποχὴ τῆς ἐπίσκεψής του στὰ Σφακιὰ ἦταν μιὰ ἐποχὴ μεταβατική. Ὁ τρόπος ζωῆς κι ἡ νοοτροπία τῶν κατοίκων (ὅσων εἴχανε μείνει στὰ χώματά τους) κρατοῦσαν ἀκόμη πολλὰ ἀπὸ τὰ παλιὰ στοιχεῖα, ὡστόσο τὰ καινούργια μηνύματα ἦταν εὐδιάκριτα. Ἔτσι τὸ βιβλίο παίρνει τὸ χαρακτήρα ἑνὸς ντοκουμέντου ποὺ ἀποτυπώνει ὄχι μόνο τὴν εἰκόνα ἑνὸς τόπου, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἐποχῆς ποὺ ἔχει περάσει ἀνεπίστροφα.»

Τὸ παραπάνω σημείωμα, γραμμένο ἀπὸ τον ἴδιο τὸν Μανουσάκη, εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ Ὁδοιπορικοῦ τῶν Σφακιῶν (α΄ ἔκδοση Κέδρος, Ἀθήνα 1980, β΄ ἔκδοση Μίτος, Ρέθυμνο 2002, Κρατικὸ Βραβεῖο Ταξιδιωτικῶν Ἐντυπώσεων 1981). Τὸ κεφάλαιο που αναδημοσιεύουμε εδώ εἶναι τὸ τελευταῖο τοῦ βιβλίου. Γιὰ τοὺς μὴ Κρητικοὺς ἀναγνῶστες δίνεται ἀπὸ τὸ συγγραφέα (Σ.τ.σ.) ἡ σημασία τριῶν λέξεων. Περισσότερες ὅμως ἀπὸ τὴν ἐπιμελήτρια, κυρίως μέσῳ τοῦ λεξικοῦ τοῦ Ἀντωνίου Ξανθινάκη, Λεξικό Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, δ΄ έκδοση αναθεωρημένη και επαυξημένη με 1500 νέα λήμματα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2009.

~.~

Στὴ νοτιοανατολικὴ ἄκρα του ὁ Ὁμαλὸς στενεύει, καταλήγοντας στ’ ἀκρόχειλο τοῦ Ξυλόσκαλου. Δεξιά, σ’ ἕνα ψήλωμα, τὸ τουριστικὸ περίπτερο μοιάζει μὲ βίγλα. Πίσω του ἀνεβαίνει ἄγριος κι ἐπιβλητικὸς ὁ ὄγκος τοῦ Γκίγκιλου. Αὐτὸς εἶναι προπάντων ποὺ μαγνητίζει τὴ ματιά μας, ξαφνιάζοντάς την ὕστερ’ ἀπὸ τὴ νωχελικὴ μονοτονία τοῦ καρπεροῦ ὀροπέδιου. Αὐτὸς τραβᾶ τὰ βήματά μας ὣς τὴν ἄκρα τοῦ χάους, γιὰ νὰ τόνε δοῦμε ὁλόκληρο ν’ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ φαραγγιοῦ καὶ νὰ στέκετ’ ἐκεῖ, μπροστά μας, γυμνὸς καὶ τρομερός, ὅλο τεφρὴ πέτρα, ρυτιδωμένη, κατακομματιασμένη, φαγωμένη ἀπὸ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ νερὰ τῶν χειμωνιάτικων καταιγίδων. Ἀπὸ τὴ μέση κι ἀπάνω εἶναι παραδομένος στὸν ἥλιο, ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι βυθισμένος στὴ σκιά. Ἡ πυκνὴ μάζα του, ἔτσι ποὺ ὑψώνεται κατάντικρυ καὶ τόσο κοντά μας, μοιάζει μὲ βουβὴ ἀπειλή. Τὴν ἐντύπωση τούτη τὴ μεγαλώνει κι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη ζωῆς ― καὶ τῆς παραμικρῆς πράσινης κηλίδας ― ἀπὸ τὴν κορφὴ ὣς τὴ μέση του. Ὁ Γκίγκιλος ἔχει τὴν ὄψη τοπίου ἀπὸ πεθαμένο ἄστρο. (περισσότερα…)