Ίων Δραγουμης: Το λάγιο αρνί του ελληνισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Το εκδοτικό ημερολόγιο του 2025 έκλεισε με ένα μείζονος φιλολογικής σημασίας γεγονός. Την έκδοση, χάρη στην πολύχρονη συστηματική εργασία του αφιερωμένου στις δραγουμικές σπουδές Νώντα Τσίγκα, ενός ακόμη τμήματος από τα αδημοσίευτα Τετράδια του Ίωνος Δραγούμη. Ίσως μάλιστα του πιο καίριου για να αντιληφθούμε τη βαθύτερη ηθική και ψυχική ιδιοσυστασία του συγγραφέα τους, που καιρός είναι πια να πάρει την υψηλή θέση την οποία δικαιούται στα ελληνικά γράμματα. Σε αυτά τα Τετράδια (της περιόδου 1902- 1904), δεν λάμπει απλώς μια ψυχή δυνατή, βαθιά και πλούσια που αγωνίζεται σε κατάσταση διαρκούς ταραχής να συλλάβει το νόημα της ύπαρξής της. Δεν ανατέμνεται μόνο το περιβάλλον προσώπου με σημαντικότατο ρόλο στον επικό αγώνα της μακεδονικής ελευθερίας. Μέσα στις σελίδες του τόμου αυτού, ακολουθώντας τα βήματά του στα βουνά της Μακεδονίας (αλλά και της Ανατ. Ρωμυλίας), φωτίζεται ένας χαρακτήρας που θα γινόταν, μερικά χρόνια αργότερα, από λάγιο αρνί του Ελληνισμού ο Άμλετ του εθνικού διχασμού. Επιπρόσθετα: δεν είναι μικρότερης αξίας, ότι από τη μελέτη των Τετραδίων αυτών γίνεται πλέον σαφές και αναμφίλεκτο, από άποψη γραμματολογική, πως ο Δραγούμης, «η πιο βασανισμένη ψυχή στη λογοτεχνία μας», όπως επισήμαινε ο Γ. Θεοτοκάς, ήταν όντως «ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που ένιωσε την ύπαρξη του εσωτερικού ανθρώπου». Όποιος μελετήσει τα ημερολόγια του Ίδα, δεν θα βρει συμπυκνωμένο απλώς έναν συγγραφέα (όπως σημείωνε ο ίδιος στις 4 Απριλίου 1904) αλλά θα νιώσει τη σπάνια ηλεκτρική σπιθοβολή, για την οποία εκείνος έκανε λόγο. Αρκεί να είναι Ζωντανός.

Η περίοδος που καλύπτουν τα δημοσιευόμενα Τετράδια περιλαμβάνει όλη την πρώτη φάση του Μακεδονικού Αγώνα. Οι εγγραφές ξεκινούν από τις 12 Μαΐου 1902 στην Αθήνα, έξι μήνες πριν από τον διορισμό του Ι. Δραγούμη ως γραμματέα του προξενείου Μοναστηρίου, στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και κλείνουν στις 26 Δεκεμβρίου 1904, πάλι στην Αθήνα, όπου μόλις έχει επιστρέψει από τη θητεία του στο ελληνικό προξενείο Φιλιππουπόλεως, λίγο πριν αναχωρήσει για το προξενείο της Αλεξάνδρειας. (περισσότερα…)

Επανεξοπλισμός της Γερμανίας: Ένα παλαιό πολιτικό σχέδιο

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Εδώ και αρκετό καιρό, ένα ερώτημα αντηχεί στις κυβερνήσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών (και όχι μόνο): «Προς τα πού βαδίζει η Γερμανία;». Τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν με σαφήνεια ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ριζικό αναπροσδιορισμό της ισορροπίας δυνάμεων στη Γηραιά Ήπειρο. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φωτοαντίγραφο, αλλά μετεξελισσόμενη, και μάλιστα προς επίρρωση της ετερογένειας των σκοπών της.

Το Βερολίνο βιώνει αυτή τη στιγμή μια στρατηγική επανάσταση, η οποία προετοιμάζεται εδώ και πάνω από μια δεκαετία και επιταχύνεται δραματικά μετά την έναρξη της ρωσικής «Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης» στην Ουκρανία. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, αυτή η μετατόπιση θα αναδιαμορφώσει την παρουσία της Γερμανίας και τον ρόλο της στον κόσμο. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο. Ο επανεξοπλισμός αποτελεί τον πυρήνα αυτού που τολμώ να ονομάσω ως «γερμανική επανάσταση». Για να κατανοήσουμε τη μελλοντική στρατηγική διαμόρφωση της χώρας, δεν αρκεί να απαριθμήσουμε τα τεράστια κεφάλαια που διέθεσε το Βερολίνο για την Bundeswehr τους τελευταίους μήνες, τις προγραμματισμένες αγορές ή τις ηχηρές δηλώσεις του καγκελάριου Φρήντριχ Μερτς και άλλων υπουργών της κυβέρνησής του. Οι αριθμοί, όσο σημαντικοί κι αν είναι, μόνο επιφανειακά μας αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Το ζήτημα στην ουσία του είναι πολιτισμικό, και όχι απλώς υλικό[1].

Η Γερμανία έχει αναγνωρίσει επίσημα τη στρατιωτική ισχύ ως τον αποφασιστικό παράγοντα για την αναγέννησή της και την αύξηση της ισχύος της. Σήμερα, παντού στο Βερολίνο γίνεται παραδεκτό με ασυνήθιστη ειλικρίνεια ότι οι ακρογωνιαίοι λίθοι πάντω στους οποίους οι Γερμανοί στήριζαν την ευημερία τους για πάνω από τριάντα χρόνια έχουν καταρρεύσει: το ευρώ, η φτηνή ρωσική ενέργεια και οι μεταρρυθμίσεις Σραίντερ δεν μπορούν να συνεισφέρουν πια στην οικονομική ισχύ της Γερμανίας. Μια νέα ερμηνεία κερδίζει έδαφος: η πραγματική εναλλακτική λύση στην παρακμή είναι να επαναπροσδιοριστεί η σχέση με τις αμυντικές δαπάνες και τον ρόλο της στρατιωτικής ισχύος. (περισσότερα…)

Παραλλαγές θανάτου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~ 

«Δεν υπάρχει σοφία (ούτε έλεος) χωρίς μακάβριες ψυχώσεις.»
ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ

1

Εξήντα δύο χρόνια έζησε. Πέρασε τη μισή ζωή του μέσα στο ξυλουργείο, με τα ροκανίδια, τη σκόνη και τα χημικά. Εκεί μέσα αρρώστησε. Από τη διάγνωση μέχρι την τελευταία εισαγωγή στο νοσοκομείο, όλα έγιναν με συνοπτικές διαδικασίες. Οξεία μυελογενής λευχαιμία – καλπάζουσα μορφή, οκτώ μήνες άντεξε. Οι θεραπείες δεν απέδωσαν.

Η κηδεία έγινε κάποιο απόγευμα. Το φως είχε αρχίσει να λιγοστεύει όταν ο Ανδρέας στάθηκε δίπλα στον ανοιχτό τάφο του πατέρα του. Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι έκλαιγαν απαρηγόρητοι. Ο ίδιος ένοιωθε στεγνός μετά από μήνες αγωνίας και δακρύων. Τα λόγια του ιερέα έφταναν στ’ αφτιά του αδιάφορα, χωρίς νόημα, σαν προσευχή χωρίς αποδέκτη. Το μυαλό του είχε κολλήσει στην τρύπα. Σε λίγο οι νεκροθάφτες θα άρχιζαν να φτυαρίζουν το χώμα και να καλύπτουν το φέρετρο και τον πατέρα του για πάντα. Τόση ζωή, τόση δράση, τόση δουλειά, τόσες υλικές κατακτήσεις και στο τέλος… Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό ήταν όλο: αφανισμός και ξερίζωμα από κάθε σημείο του χώρου και του χρόνου. Μετάνιωσε πικρά για όλες τις αναβολές, για όλες τις αθετημένες υποσχέσεις, για όλες τις παρεξηγήσεις, για όλα τα ανεκπλήρωτα «αύριο» που είχε πει στον πατέρα του.

Καθώς οι συγγενείς έφευγαν, απόμεινε να κοιτάζει τα γειτονικά μνήματα. Διάβασε ονόματα και ημερομηνίες. Γέροι, νέοι και παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Πίσω ακριβώς από τον τάφο του πατέρα του μια εικόνα ακινητοποίησε το βλέμμα του. Η φωτογραφία και το όνομα ήταν γνώριμα, ένας παλιός συμμαθητής του από το λύκειο που είχε πεθάνει στον ύπνο του, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Τον είχε ξεχάσει. Είχε ξεχάσει ότι είχε ζήσει και ότι είχε πεθάνει. Ένοιωσε ένα ξαφνικό φτερούγισμα στην καρδιά. Τον αναστάτωσε βαθιά η μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης – πρώτη φορά το διαπίστωνε τόσο καθαρά και χωρίς καμιά διάθεση να εξαπατήσει τον εαυτό του. Ο θάνατος του φάνηκε αδυσώπητος, απάνθρωπος. Έβαζε οριστική τελεία στα πάντα. Μπορεί κάτι να υπήρχε μετά, αλλά το σώμα αφανιζόταν αμετάκλητα. Το πρόσωπο χανόταν για πάντα στη λήθη. Αν κάτι μπορούσε να κάνει ήταν να ζήσει, να ζήσει, να ζήσει. Αλλά όχι με τον ανόητο τρόπο που είχε ζήσει μέχρι τότε. (περισσότερα…)

Ὁ Κονδύλης, οἱ Κρητικοί καί οἱ κριτικοί

* 

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

 ~.~

 «Δέν ὑπάρχουν ἰδέες. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι. Βεβαίως, ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους μερικοί ἰσχυρίζονται πώς ὑπάρχουν ἰδέες καί ὄχι ἄνθρωποι ἤ πώς δεσμευτικές ἰδέες, καθώς ὁ Λόγος, πρέπει νά ὑποκαταστήσουν τήν αὐθαιρεσία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά καί πάλι: μόνο ἄνθρωποι μποροῦν νά ἰσχυριστοῦν κάτι τέτοιο.»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Βιάζομαι ἀμέσως νά πῶ, σχολιάζοντας τήν κονδυλική προμετωπίδα, πώς τίποτα δέν σηκώνεται ἀπό κάτω. Τέτοιο εἶναι τό βάρος τῆς ἀνθρωπολογικῆς σταθερᾶς τοῦ Κονδύλη.

Τά λίγα ἄρθρα[1] πού ἔχουν δημοσιευθεῖ στά ἑλληνικά γιά τό ἔργο τοῦ Κονδύλη  σπεύδουν νά ἐπισημάνουν μιά ἀντίφαση ἤ ἕνα λογικό παράδοξο: «Ἄν οἱ κοσμοεικόνες σχετικοποιοῦνται μέ τήν κατάδειξη τῶν ἱστορικῶν τους προσδιορισμῶν, τί σώζει τήν εἰκόνα τοῦ Κονδύλη ἀπό τή σχετικοποίηση»;[2] Ἐπίσης, οἱ τρεῖς ἀπό τούς τέσσερις ἀρθρογράφους τοῦ ἀφιερώματος τοῦ περιοδικοῦ Νέα Ἑστία[3] γιά τόν Κονδύλη δέν παραλείπουν νά ἀναφερθοῦν στό ἴδιο λογικό παράδοξο. Ὁ Ψυχοπαίδης στό ἐν λόγῳ ἀφιέρωμα, γιά εὐνόητους λόγους, ἐκδηλώνει ζωηρότερα ἀπό κάθε ἄλλον τήν ἐνόχλησή του· σχεδόν διαβλέπει κανείς, νοερῶς, τόν μορφασμό δυσαρέσκειας πού συσπᾶ τό πρόσωπό του. Ἀφοῦ ἀναθέσει τή σκέψη τοῦ Κονδύλη στά ἔργα τῶν Βέμπερ, Νίτσε, Σμίτ (μία μόνο φορά παραθέτει ἀπόσπασμα ἀπό τό ἔργο τοῦ Κονδύλη, γιά νά προσθέσει ἀμέσως ὅτι παραφράζει τόν Σμίτ), συγκεντρώνει κι αὐτός τήν προσοχή του στήν κατάδειξη ἑνός ἤδη ἀπό τήν ἀρχαιότητα γνωστοῦ παραδόξου:

«…μιᾶς θεωρίας πού παραιτεῖται ἡ ἴδια ἀπό οἱανδήποτε ἀξιακή ἐμπλοκή τοῦ βίου, ἐνῷ ταυτόχρονα δέχεται ὅτι ὁρισμένου εἴδους ἀξιακή ἐμπλοκή εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή ρύθμιση τοῦ βίου».[4]

Καί ὁ Leo Strauss γράφει:

«Ὁ ἱστορικισμός ἰσχυρίζεται ὅτι ὅλες οἱ ἀνθρώπινες σκέψεις ἤ πίστεις εἶναι ἱστορικές, καί κατά συνέπεια ὅτι ἄξια μοῖρα τους εἶναι ὁ ἀφανισμός· ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ ἱστορικισμός συνιστᾶ προϊόν τῆς ἀνθρώπινης σκέψης. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ ἱστορικισμός δέν μπορεῖ νά ἔχει παρά προσωρινή ἐγκυρότητα, ἀλλιῶς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀπολύτως ἀληθής».[5]

Σέ ἐπιστημονική ἡμερίδα[6] ἀφιερωμένη στήν «κοινωνική ὀντολογία» τοῦ Κονδύλη, πού ὀργάνωσε τό Τμῆμα Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, ὁ Βιρβιδάκης καί ὁ Φαράκλας (περισσότερα…)

Εις εαυτόν

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

2010
Εσύ και ο εαυτός σου. Το ίδιο πάντοτε παιχνίδι, ποιος πρώτος θα ξεγελαστεί.

2110
Εκείνος ο Άλλος μέσα στο κεφάλι σου που όλη την ώρα σού επαναλαμβάνει: Μη νοιάζεσαι, δεν είναι αυτή η δική σου ζωή, είναι η ζωή ενός Άλλου. Εκείνου του Άλλου που τον λένε Εσύ.

2210
Τα ιδεώδη σβέρκο δεν διαθέτουν. Οι σφαλιάρες που τρως είναι όλες δικές σου.

2310
Και η πείρα σου όλη; Ένα μικρόβιο απ’ το παρελθόν με ξενιστή τη μνήμη.

2410
Εδώ μέσα, τα παραμύθια σου και οι μαυλιστικοί σου σκοποί. Κι εκεί έξω, το ζώο που σου δείχνει τα νύχια του.

2510
Ποιον ελεείς; Αυτόν που δεν φοβάσαι. (περισσότερα…)

Για τον Καποδίστρια και πάλι

*

της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

~.~

Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή (ακόμη δεν κατάφερα να τη δω) ανακίνησε και πάλι το ζήτημα των πεπραγμένων μιας μεγάλης πολιτικής φυσιογνωμίας των αρχών του 19ου αιώνα, του Ιωάννη Καποδίστρια, που η δολοφονία του σημάδεψε τραγικά την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη του νεοσύστατου τότε ακόμη ελληνικού κράτους.

Αν οι Έλληνες τον 20ό  και τον 21ο αι., και ανάμεσα τους πρωτίστως οι διανοούμενοι, προσέτρεχαν στις σχετικές μαρτυρίες, μελέτες και έρευνες προκειμένου να αναζητήσουν και οι ίδιοι την ιστορική αλήθεια των πεπραγμένων εκείνων των λίγων πολιτικών που έμειναν στην σύγχρονη ιστορία μας, θα προσέφεραν υπηρεσίες στα πολιτικά κόμματα με τα οποία συντάσσονται. Γιατί τα πολιτικά μας κόμματα, ερήμην των πολιτών τους οποίους καλούνται να εκπροσωπήσουν στο Κοινοβούλιο, αδυνατούν να καθοδηγήσουν με τρόπο θετικό στην αντικειμενικότητά του την ευρύτερη κοινή γνώμη. Κι αν η αξιακή αποτίμηση στη βάση της ιστορικής αλήθειας γινόταν πάγια μέθοδός μας, η χώρα ίσως σήμερα δεν θα αντιμετώπιζε τόσα σοβαρά εσωτερικά όσο και εξωτερικά προβλήματα.

Σε σειρά σχετικών εκδόσεων, ο Λουκάς Αξελός με επιμέλεια και δική του εισαγωγή, προέταξε την έκδοση ενός κειμένου του σπουδαίου συνταγματολόγου Αλέξανδρου Σβώλου με τίτλο Η συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος (Ιανουάριος 1972). Το πρώτο που τονίζει ο Σβώλος είναι το ότι η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος μπορεί να είναι πλήρης μόνον εάν τοποθετηθεί στην εν γένει πολιτική ιστορία της χώρας και μόνον εάν βρει την έρεισή της στην ακριβή απεικόνιση της κοινωνικής εξέλιξής της, αφού η κοινωνική εξέλιξη είναι αυτή κατά βάση που προσδιορίζει το πολίτευμά της. (περισσότερα…)

Χρειαζόμαστε βραβείο αποκλειστικά για την έμμετρη ποίηση;

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Πολλές φορές κατά τα τελευταία χρόνια στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις μεταξύ των έμμετρων ποιητών και ποιητριών έχει τεθεί ανοιχτά και μετ’ επιτάσεως το ζήτημα των λογοτεχνικών βραβεύσεων, της ισχνής έως ανύπαρκτης παρουσίας της σύγχρονης έμμετρης ποιητικής παραγωγής στις λίστες τους και στην πριμοδότηση εντέλει εκείνων των ποιητικών συλλογών που συναινούν αγόγγυστα στη διαιώνιση του μοντερνιστικού παραδείγματος. Ως αντιπρόταση ορισμένων, έχει τεθεί η πρακτική της αγνόησης των συμβατικών επιτροπών και η ανακήρυξη ετήσιου βραβείου ή επάθλου έμμετρης ποίησης, το οποίο και θα πιάνει ομαλά το νήμα με τον προαιώνιο ορισμό της τέχνης, επανατοποθετώντας τον επάνω στον αρχικό του άξονα. Στο συγκεκριμένο άρθρο, δίχως να παίρνουμε ανοιχτά θέση, επιδιώκουμε να καταγράψουμε επιγραμματικά τις σημαντικότερες θέσεις της μίας και της άλλης πλευράς, διευρύνοντας και βαθαίνοντας τον σχετικό διάλογο. (περισσότερα…)

Ψυχογραφώντας τον χώρο

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Γιάννης Ξούριας
Φύλλα βασιλικού
Gutenberg, Αθήνα 2025

Υπάρχουν πεζογραφήματα που δεν εστιάζουν στους ανθρώπους, δεν ψυχογραφούν τη θνητότητα, αντίθετα την αναδεικνύουν μέσα από την προσεκτική και επίμονη περιγραφή και ανάδειξη του χώρου μέσα στην οποία αυτή περικλείεται: τους δρόμους, τα δημόσια κτήρια, τις κατοικίες, αλλά ακόμα και την υλικότητα που καθορίζει τη λειτουργικότητα και τη χρήση των αντικειμένων. Μία τέτοια προσέγγιση δεν αναιρεί φυσικά την ανάπτυξη προβληματισμών γύρω από τη βασανιστική μνήμη ή τον πεπερασμένο χαρακτήρα τής ανθρώπινης συνθήκης – απλώς τίθεται στο προσκήνιο, για να μιλήσουμε αριστοτελικά, η ὄψις, ενώ ο μῦθος ενίοτε παραμερίζεται και το ἦθος προκύπτει έμμεσα, ουσιαστικά υπονοείται. Σε κάθε περίπτωση, η λέξις έχει παντού την τιμητική της, γίνεται δηλαδή η κινητήριος δύναμη που οδηγεί την πέννα τού ταλαντούχου συγγραφέα.

Είναι πράγματι τέτοιας ποιότητας ο Γιάννης Ξούριας, δημιουργός τής σύντομης συλλογής αφηγημάτων Φύλλα βασιλικού, που με απασχολεί εδώ. Στο εσώφυλλο μαθαίνουμε ότι διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών και κατ’ αυτό τον τρόπο, νομίζω, εξηγείται επαρκώς η μετρημένη έκφραση, που όμως συνοδεύεται από πλούτο λεξιλογίου και αξιοπρόσεκτη περιγραφική δεινότητα, η οποία διαπερνά κάθε σελίδα και αράδα τού βιβλίου. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι στο (αξιόλογο) επιστημονικό του έργο ο Ξούριας ασχολείται με παλαιότερες μορφές και εποχές τής νεοελληνικής μας γραμματείας, πληροφορία που δεν παρέχεται από το ίδιο το βιβλίο, τότε η «περιγραφική δεινότητα» την οποία μόλις ανέφερα φωτίζεται με διαφορετικό τρόπο. (περισσότερα…)

Στις μυλόπετρες της ιστορίας

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

 ~.~

Η φύση της εικόνας είναι διττή, φέρει μέσα της μια ανεπίλυτη αντίφαση. Για την Σούζαν Σόνταγκ «η φωτογραφία στέλνει ετερόκλητα μηνύματα. Σταματήστε αυτήν την κατάσταση, μας προτρέπει. Από την άλλη όμως αναφωνεί: Τι θέαμα!»1. Πάνω σε αυτήν ακριβώς την αντινομία αναπτύσσεται η προβληματική της ιστορίας του Σεμπάστιαν, ενός εκ των δύο ηρώων στα «Σύνορα» του Βρετανού Χένρυ Νέιλορ που σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη παίζεται αυτόν τον καιρό στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων. Στην εναρκτήρια σκηνή τον βρίσκουμε στο Πακιστάν, τέλη της δεκαετίας του ’90. Είναι φωτορεπόρτερ, καλύπτει κάποιες τεράστιας έκτασης πλημμύρες που έχουν οδηγήσει στην καταστροφή φτωχούς αγρότες στην επαρχία του Μπαλουχιστάν. Δεν τραβάει μόνο τις λήψεις του, αλλά και ανθρώπινα κορμιά από τη λάσπη: «Όμως για την ώρα έχω βάλει την κάμερα στην άκρη (…) Σήμερα έσωσα έξι ακόμα ζωές». Είναι νέος, αδέκαρος, αφανής, καθ’ ομολογίαν ταλαντούχος, ιδεαλιστής. Στην τέχνη του βλέπει τον φορέα της αλλαγής, στα μάτια των απελπισμένων, όπως τα συλλαμβάνει ο φακός του, την ευαισθητοποίηση του (Δυτικού) κόσμου, το βγάλσιμο της απέραντης δυστυχίας  στο προσκήνιο της σύγχρονης ιστορίας. Περισσότερο απ’ όλα αυτά είναι φιλόδοξος, αναζητά μια κάποια καθιέρωση. Όταν εμπρός από έναν μπουφέ ξενοδοχείου στο Ισλαμαμπάντ γνωρίζει έναν παλιό επιτυχημένο ρεπόρτερ, τον Τζων Μέσεντζερ, δέχεται αμέσως τη δουλειά που εκείνος του προσφέρει: να τον συνοδεύσει, καλύπτοντας φωτογραφικά τη συνέντευξη που θα πάρει από τον, τότε ακόμα άγνωστο στους πολλούς, Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη τρία χρόνια αργότερα, και η ανάδυση του ονόματος του Σαουδάραβα ως συνώνυμο του Διαβόλου, θα τον μετατρέψουν αυτοστιγμεί σε διασημότητα. Η εισχώρησή του στην αρένα του σόου είναι ακαριαία: «Έχω δώσει δώδεκα συνεντεύξεις σε τρεις μέρες. Στον δρόμο όλοι με αναγνωρίζουν». Με πάθος χρυσοθήρα, εκείνος κυνηγά ακόμα ένα είδος ανθρώπινης δυστυχίας που θα είναι μπορετό να πουληθεί στις στήλες των εφημερίδων: «Δεν βρίσκω άλλες συμφορές για να καλύψω. (…) Τίποτα θεομηνίες; Εκρήξεις πετρελαιοπηγών; (…) Φήμες για καινούργιο πόλεμο στο Αφγανιστάν». Αντί αυτών, ο ατζέντης του προτείνει να δουλέψει για έναν αστέρα της μουσικής έναντι αδρής αμοιβής. (περισσότερα…)

Denise Levertov, Ἡ Πηγή

*

Mή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό
νά παρηγορήσει τήν στέγνια στίς καρδιές μας

Ἔχω δεῖ
τήν πηγή να ξεπηδᾶ ἀπό τόν βραχόκτιστο τοῖχο
καί σένα νά πίνεις ἐκεῖ. Κι ἐγώ ἐπίσης
μπροστά στά μάτια σου
βρῆκα πατήματα καί σκαρφάλωσα
γιά νά πιῶ τό δροσερό νερό.

Ἡ γυναίκα ἐκείνου τοῦ τόπου, σκιάζοντας τά μάτια της,
ἔσμιξε τά φρύδια της παρακολουθώντας – ἀλλ’ ὄχι γιατί
φθονοῦσε τό νερό
μόνο γιατί περίμενε
νά δεῖ πώς ξεδιψάσαμε καί
ἀναζωογονήθηκαμε.

Μή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό.

(περισσότερα…)

Ο γλύπτης Πολύγνωτος Βαγής μέσα από τα μάτια του ποιητή Γιώργου Χριστογιάννη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Παρακείμενα της εισόδου του κινηματοθεάτρου “Αριστοτέλειον”, στο κτήριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται ένα μνημείο, αυτό του Απόδημου Ελληνισμού, έργο που ανήκει στον γλύπτη Πολύγνωτο Βαγή (γεν. 14 Ιανουαρίου 1894), τον συγχωριανό μου γλύπτη εκ Θάσου, και κάπου αναμεταξύ εξιστόρησης θαυμάτων χειροπλασιδίων και αναθυμιάσεων παιδικών ιστοριών —το σπίτι της γιαγιάς μοιραζόταν την ίδια αυλή με το μουσείο όπου στεγάζεται μέρος της συλλογής του—, ετούτος ο μάστορας της πέτρας στάθηκε η παιδική μου ασπίδα, αφού μονίμως κρυβόμουν πίσω απ’ τους γρανιτένιους όγκους του, μπας και —υπάρχοντας άφαγο παιδάκι— γλιτώσω από το κουτάλι της γιαγιάς που κάθε καλοκαίρι με απειλούσε απ’ όλες τις γωνιές, με κάθε τρόπο, με ιστούς αδιόρατους ή και χονδρόσχοινα —τα ίδια κυνηγετικά δάχτυλα έπλεκαν συγχρόνως το εγκώμιο της μικρής Ρηνιώς και τον βρόγχο της αγχόνης μου— και κάπως έτσι εκείνοι οι εκθαμβωτικοί πρωταγωνιστές των συμβάντων του γλύπτη, περνώντας από το καθαρτήριο της ιστορίας, ξεροστάλιαζαν ακίνητοι μαζί μου, ως να κατασταλάξουν σε θλιβερούς κομπάρσους, ευτελών —κλάψας— μονόπρακτων.

«Όλα θα σου έλθουν μιαν ημέρα χωρίς προετοιμασίες, χωρίς φανφάρες και χειροκροτήματα, έτσι απλά σαν αύρα στο κατακαλόκαιρο», γράφει ο Γιαννιώτης ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Ι. Χριστογιάννης, ο ποιητής χάρη στον οποίον, το 1981, δεκαέξι χρόνια από τον θάνατό του γλύπτη —ο Χριστογιάννης υπήρξε τότε διευθυντής της Διεύθυνσης Αποδήμων Ελλήνων του ΥΠΕΞ, αν κι η σχέση φιλίας αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δύο άντρες τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο ποιητής υπηρετούσε ως πρόξενος της Ελλάδας στην Νέα Υόρκη και ο Πολύγνωτος Βαγής ήταν ήδη ένας αναγνωρίσιμος εκεί καλλιτέχνης—, όλα τα εναπομείναντα έργα του Θάσιου, «τα παιδιά του», όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί, κατάφερε να μεταφερθούν στην Ελλάδα, για να έρθουν λίγα χρόνια μετά όλες οι μικρές άφαγες Ρηνούλες εκεί στην αυλή, να τα φαρμακώσουν με τις ραδιουργίες, τις μηχανορραφίες, το καθημερινό κρυφτό, κυρίως με τις μικρές φτυστές μπουκιές, ώσπου στο τέλος αναγκάστηκαν, αυτά τα δύο ξεσπιτωμένα της αυλής αγάλματα, χορτάτα πια και τροφαντά από αβγό μελάτο σε φλυτζάνι, να αναζητήσουν καταφύγιο στο μουσείο εντός. (περισσότερα…)

«Το δέντρο είναι η αγάπη»


*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Χρήστος Αναγνωστόπουλος
Δέντρο ξανά
Περισπωμένη, 2025

Ο ποιητικός αυτός λόγος, ο ποιητικός αυτός μονόλογος, μας πάει αλλού. Μας βγάζει από τα τρέχοντα και χαώδη και μας εισάγει σε μια ομιλούσα ησυχία, μια σιγαλιά εικόνων, περιγραφών και ενοράσεων. Κι ωστόσο, πολλές από τις εικόνες του προέρχονται από τον σάλαγο της εποχής, βγαίνουν μέσα από καθημερινές πραγματικότητες πλάι στις οποίες σαν μόνιμοι συνοδοί βρίσκονται η μελαγχολία και η μοναξιά.

Ο Χρήστος Αναγνωστόπουλος αργοπορεί. Η ποίησή του βρίσκεται στους αντίποδες της φρενιτιώδους ταχύτητας του σύγχρονου κόσμου. Δεν έχει καμιά σχέση με τον Μαρινέττι, τον φουτουρισμό και την γενικευμένη αμερικανοποίηση του πλανήτη. Σκάβει ένα λαγούμι καταμεσής του κόσμου, το σκάβει πλάι στα σπίτια-ξενοδοχεία των πολλών, το σκάβει αναζητώντας εκείνες τις καθαρές πάναγνες όψεις της ζωής. Αυτές που συνάπτονται με την αγάπη.

Την έχει καθαρίσει από μολέματα, συναισθηματισμούς, μικροαστισμούς και κραιπάλες. Γι’ αυτό:

Σ’ αυτό το δρόμο για την αγάπη
Δύσκολα κανείς θα με συντροφεύει (σ. 18)

Στην πορεία του τον συντροφεύει κάτι σα μεγάλη αφαίρεση. Έχει κληθεί να αφαιρέσει τα περιττά, την προσκόλληση στις αισθήσεις, αυτό τον κατακλυσμό οριζόντιας αναζήτησης χωρίς ουρανό. Έχει άλλη αντίληψη για τα πράγματα που αποκαλύπτεται στους στίχους:

Γιατί οι αποστάσεις δεν μετριούνται
με τα χιλιόμετρα
παρά με την υπερηφάνεια ή την αγάπη (σ. 21)

Αυτοί οι στίχοι θυμίζουν τον Καρούζο όταν γράφει:

Ο χρόνος δεν είναι ρολόγι
είναι χιόνι.
(περισσότερα…)