Στήλες | Παλίμψηστα (από τον Ηλία Μαλεβίτη)

Journeys of a troubled mind.

Γυναίκειας άρπας ιστορήσεις, περασμένες

Η Μαχσατί και ο Αμίρ Άχμαντ συναντιούνται για πρώτη φορά (British Library Or.8755, f. 29v)

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Παρασυρμένος από ένα πέρσικο χειρόγραφο του 1462, που πρόσφατα παρουσίασε ψηφιοποιημένες μινιατούρες του η Βρετανική Βιβλιοθήκη (εδώ), άρχισα να διαβάζω για την ερωτική ιστορία που το ανώνυμο αυτό μυθιστόρημα αφηγείται ανάμεσα στην Ιρανή ποιήτρια και μουσικό Μαχαστί και τον Αμίρ Άχμαντ ιμπν Χατίμπ, τον γιο του ιεροκήρυκα καταπώς δηλοί και το πατρώνυμό του. Άλλη μια περσική ερωτική μυθιστορία, με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στα ρουμπαγιάτ που αντάλλαζαν μεταξύ τους οι ερωτευμένοι και στην ελευθεριότητα που επεδείκνυε στη ζωή και στις συναναστροφές της η ποιήτρια-μουσικός Μαχαστί, εκεί γύρω στον 11ο με 12ο αιώνα. Εργαζόμενη σε μια ταβέρνα, πίνει κρασί, απαγγέλλει ποίηση (έχοντας εξαιρετική ικανότητα στον αυτοσχεδιασμό και την άμεση δημιουργία ρουμπαγιάτ), ερωτοτροπεί κι ερωτεύεται και παίζει μουσική με την άρπα της.

Παρ’ όλα αυτά, η προσοχή μου σύντομα στράφηκε στη μινιατούρα που ιστορεί την Μαχσατί να κρούει τις χορδές της άρπας της. Κι αυτό γιατί αμέσως ανακάλεσα μιαν άλλη παμπάλαιη ανιστόρηση, σε ψηφιδωτό αυτή τη φορά, ξενιτεμένο και τούτο σε έναν άλλο ευρωπαϊκό τόπο, το Μουσείο του Λούβρου, αποσπασμένο απ’ το σασανιδικό παλάτι της Μπισαπούρ στο Ιράν, την πόλη του Σαπώρ. Του Σαπώρη, του μεγάλου και τρομερού εχθρού των Ρωμαίων και δεύτερου σασανίδη βασιλέως των βασιλευόντων τον τρίτο αιώνα˙ ταπείνωσε ήδη τρεις Ρωμαίους αυτοκράτορες, χρησιμοποιώντας μάλιστα τον τελευταίο, τον Βαλεριανό, σαν υποπόδιο για να καβαλικέψει το φαρί του, σύμφωνα με τα όσα η ίδια η βασιλική του προπαγάνδα μεγαλόπρεπα κι επιδεικτικά κομπάζει στα ανάγλυφα της Μπισαπούρ. (Στην τελευταία δεκαετία της βασιλείας του βέβαια, η κυριαρχία του στην Ανατολή και στη Συρία ειδικότερα αμφισβητήθηκε επιτυχώς πολεμικά από τον Οδέναθο, τον άρχοντα και θεμελιωτή της αναδυόμενης Παλμύρας, αλλά δε θα ξεστρατίσω τώρα προς τα κει). (περισσότερα…)

Η «Νύχτα Χριστουγέννων» του Γκόγκολ

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Στην περίφημη, εύθυμη κι ιδιαίτερη «Νύχτα Χριστουγέννων» του Γκόγκολ, που βρίσκεται στην πρώτη συλλογή διηγημάτων που εξέδωσε, σε δύο μέρη το 1831 και το 1832, μόλις στα 23 του χρόνια (Βραδιές στο μετόχι κοντά στη Ντικάνκα) παρελαύνει, όπως άλλωστε και σε όλη τη συλλογή του, ένα πλήθος λαογραφικών και ηθογραφικών στοιχείων της ιδιαίτερης πατρίδας του, παρουσιασμένο μέσα από ζωντανούς μύθους, θρύλους και παραδόσεις, δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις  της λαϊκής ψυχής του τόπου του. Κι όλα αυτά γραμμένα με έναν ξεχωριστό κωμικό τρόπο, που γοητεύει ακόμη ως σήμερα.

Με το ξεκίνημα του διηγήματος, καθώς την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνει στον ουρανό το φεγγάρι, λίγο προτού βγουν στους δρόμους του χωριού τα παλικάρια κι οι κοπέλες να πουν τα κάλαντα, έτσι απλά και φυσικά πετιέται από μια καμινάδα μια μάγισσα καβάλα στο σκουπόξυλό της και ξεκινάει το ταξίδι της στον νυχτερινό ουρανό. Ο συγγραφέας συνεχίζει λέγοντας πως η σχεδόν αόρατη μέσα στη σκοτεινιά μάγισσα μόνον από τον πρόεδρο της τοπικής κοινότητας, που «ξέρει πόσα ακριβώς γουρουνόπουλα γεννάει η γουρούνα της κάθε χωριάτισσας, πόσο λινό βρίσκεται στο σεντούκι της», δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη, αλλά αυτός δεν έτυχε να περνάει από κει.

Σε λίγο, στον ουρανό βγαίνει κομήτης ο Διάβολος, ο οποίος αφού παίξει σαν τόπι το φεγγάρι, το κρύβει μες στην τσέπη του. Ο λόγος που προβαίνει σε μια τέτοια πράξη είναι γιατί θέλει να εκδικηθεί τον σιδερά Βακούλα, ένα γερό, δυνατό και θεοφοβούμενο παλικάρι του χωριού, που η ζωγραφική του ικανότητα αποτύπωσε τον ίδιο τον διάβολο στον νάρθηκα της εκκλησίας, κατά την Δευτέρα Παρουσία να εξοστρακίζεται από την Κόλαση και να τον κυνηγούν και να τον δέρνουν όλοι οι πρωτύτερα αμαρτωλοί. Έτσι λοιπόν την τελευταία αυτή νύχτα του χρόνου που του έμενε να τριγυρίσει στον κόσμο, αποφάσισε να εκδικηθεί τον Βακούλα, ο οποίος με τέτοια σκοτεινιά –πίσσα-σκοτάδι– δεν θα μπορούσε να πάει να βρει την αγαπημένη του Οξάνα, που του έχει πάρει το μυαλό (αν κι αυτή τον αποδιώχνει περιφρονητικά, όπως και κάθε άλλο υποψήφιο γαμπρό). (περισσότερα…)

Σουλτανιγιέ, η αυτοκρατορική κι εγκαταλειμμένη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Δεν είναι άγνωστη στην ιστορία η συνήθεια πολλών ισχυρών να θεμελιώνουν νέες πόλεις, για τους δικούς του λόγους ο καθείς. Τουναντίον μάλιστα. Πολλοί χτίσανε νέες πόλεις, όπως ο Αλέξανδρος. Άλλοι θεμελιώσανε πόλεις για νέες πρωτεύουσες των αυτοκρατοριών τους, όπως ο Κωνσταντίνος την φερώνυμή του Πόλη, ο Μανσούρ την ολοστρόγγυλη Βαγδάτη στον Τίγρη ή ο Πέτρος την Άγια Πετρούπολή του στον Νέβα. Κι αλήθεια, κάποιες συνέχισαν για χρόνια και καιρούς να είναι πρωτεύουσες, πολυάνθρωπες και πολύβουες πολιτείες. Άλλες σύντομα απεκδύθηκαν τα παραφερνάλια της εστεμμένης κυριαρχίας τους, κράτησαν όμως τα παρελθόντα ψιμύθιά τους κι ανανεώθηκαν, συνεχίζοντας τον βίο τους ίσαμε σήμερα· εύκαιρα παραδείγματα οι πάλαι αββασιδικές (και χτυπημένες από τη βία στις μέρες μας) πρωτεύουσες Ράκκα και Σαμάρρα. Κι άλλες βυθίστηκαν στην λήθη, απολησμονημένες από το ανθρώπινο διάβα και, χωμένες στην κουφάλα του κορμιού τους, σαν την ψυχή του ‘μελβιλικού’ Αχαάβ, βυζαίνοντας το λαμπρό τους παρελθόν, αφέθηκαν να τις ρουφήξει ο τόπος· κι η εξαχνωμένη παρουσία τους μεταβλήθηκε σιγά σιγά από μνήμη σε κουκούλι-μνήμα τους, ωσότου η άπληστη τυμβωρυχία της νεωτερικής αρχαιολογίας τις αναδείξει σε μνημεία αξιοθέατα: το Ανγκόρ των Χμερ, το Καρακορούμ του Τζεγκισχάνου (ή μάλλον του γιου του Ογκετέϊ), η Βιτζαγιαναγκάρα των Ινδουϊστών βασιλέων του ινδικού νότου.

Η επιθυμία λοιπόν του Ολτζαϊτού να φτιάξει τη Σουλτανιγιέ ως νέα πρωτεύουσα του Ιλχανάτου, της αυτοκρατορίας του της κληρονομημένης απ’ τον εγγονό τού Τεμουτζίν, τον Χουλαγκού, διόλου καινούργια ή πρωτόφαντη δεν ήταν. Μάλιστα ο πατέρας του ο Αργκούν είχε ήδη διαλέξει τον τόπο αυτόν για θερινή του κατοικία. Κι ήδη τα βαφτίσια της δηλώναν και την ιδιότητά της: Σουλτανική, δηλονότι Αυτοκρατορική.

(περισσότερα…)

Eφευρέτης μηχανών, εφευρέτης λέξεων

Σκριπ 25/6/1895 (από http://efimeris.nlg.gr)

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Το καλοκαίρι του 1895 παρουσιάστηκε στην Αθήνα, προερχόμενος από την Ινδία, ο Οδυσσεύς Μελαχρινός (Πολίτης έμπορος), ισχυριζόμενος ότι κατέχει τρεις ιδιότητες: εφευρέτης μηχανών, εφευρέτης λέξεων και ποιητής. Το σατιρικό Σκριπ άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε χοντρή καζούρα στον αφελή μεν κι αγαθό, αλλά και φαντασμένο εκείνον άνθρωπο. Λίγο πριν μεταβάλλει οριστικά τον σατιρικό χαρακτήρα του, αφιέρωσε δύο φύλλα του στη διακωμώδηση του Οδυσσέα Μελαχρινού, παρουσιάζοντας στο αθηναϊκό κοινό με τρόπο περιπαιχτικό τις παραπάνω ιδιότητές του. Παράλληλα παρουσίασε και ένα-δυο ‘ποιήματά’ του, κυρίως όμως έστρεψε τα πυρά της ανελέητης σάτιράς του προς τους ευτράπελους νεολεκτισμούς τού εξ Ινδίας άρτι αφιχθέντος εμπόρου και φιλόδοξου εφευρέτη λέξεων και ποιητή. Στο φύλλο της 25ης Ιουνίου 1895, το έντυπο έβαλε μάλιστα και τη φωτογραφία του Μελαχρινού, την οποία συνόδευε με τα κάτωθι:

«Προσωπικότητες, οποία η του κ. Μελαχρινού, εισί τόσον σπάνιαι εν τω φιλολογικώ και κοινονικώ ημών ορίζοντι, ώστε το “Σκριπ” υψίστην του θεωρεί ευτυχίαν, όταν κατορθώνη να παρουσιάζη εις τους αναγνώστας του έστω και μίαν τοιαύτην κατά δεκαετίαν. Αλλ’ είνε αδύνατον, διότι αστέρες τοιούτου μεγέθου φαίνονται σπανιώτερον, ως θα ομολογήσωσι πάντες οι μέλλοντες να ευτρυφήσωσιν εις τας ολίγας ταύτας γραμμάς.

Ο κ. Μελαχρινός παρουσιάζεται ενώπιον ημών υπό τρεις ιδιότητες: ως εφευρέτης μηχανών, ως εφευρέτης λέξεων και ως ποιητής. Υπό την πρώτην ιδιότητα εκίνησε πολύ το ενδιαφέρον του μηχανικού κόσμου της Ευρώπης, ουχί δε άπαξ εγένετο λόγος περί των μηχανημάτων του δι’ ων προλαμβάνονται τα δυστυχήματα εν περιπτώσει σιδηροδρομικών συγκρούσεων, δι’ ων διευθύνονται τ’ αερόστατα κατά της φοράς του ανέμου και δι’ ων κατασκευάζονται… τέλεια σιγαρέτα. Αλλά περί τούτων δεν πρόκειται, διότι υποθέτομεν, ότι οι ημέτεροι αναγνώσται εύχονται να μη ευρεθώσιν εις συγκρούσεις σιδηροδρομικάς, έστω και υπό τας προφυλάξεις του κ. Μελαχρινού, και δεν επιθυμούσι να ταξιδεύωσιν εις ύψη δυσθεώρητα εν αεροστάτω βαίνοντι προς εναντίαν του ανέμου διεύθυνσιν, άνευ πηδαλίου. Λοιπόν αντί του ύψους τούτου, ερχόμεθα εις το ύψος της ποιήσεως του κ. Μελαχρινού και αντί των σιδηροδρομικών ανατροπών, εις τας ανατροπάς τας οποίας κάμνει ούτος εφευρίσκων νέας λέξεις, προς μεγάλην λύπην του κ. Ψυχάρη».

(περισσότερα…)

Κυνηγώντας λέξεις σε εικόνες της Μάνης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Η Μάνη που τριγυρνάω τα τελευταία είκοσι χρόνια αποτελεί πια έναν τόπο διαρκούς μαθητείας στην έκπληξη, όσο περισσότερο την μαθαίνω.  Έναν τόπο όπου το βλέμμα ασκείται στην ενόραση μικρών αποκαλυπτικών στιγμών διαμέσου μιας ακαταπόνητης επιμονής της ενατένισης στη φθορά, την καταπόνηση, την εγκατάλειψη, το ερείπωμα πολλές φορές των στοιχειωδών, που κάποτε-κάποτε φαντάζουν ως στοιχεία εξαρθρωμένα, περιττά,  συνοδευτικά μόνον παραφερνάλια μιας γυμνής, ηλιομαστιγωμένης, βραχόσπαρτης και θαλασσόδαρτης προεξοχής του Ταϋγέτου στη Μεσόγειο. Όχι! τίποτα δεν είναι κρυμμένο, παραχωμένο ή άδηλο· μάλλον το Κλεμμένο γράμμα του Πόε θυμίζουν. Το βλέμμα είναι που πρέπει ν’ ασκηθεί να ψάχνει και να ρωτά, να χαϊδεύει, να (ξανα)βλέπει, πέρα απ’ την προφάνεια και την επιβολή του περιττού και του δεδομένου. (περισσότερα…)

Στις άκριες των χωριών του ινδικού νότου

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ταξιδεύοντας στον ινδικό νότο, πολύ συχνά βλέπεις στο διάβα σου ναούς, ιερά, ειδώλια κι αγάλματα, αλλά και το διαρκές πηγαινέλα στους ιερούς τόπους ενός πολύχρωμου κι αρίφνητου πλήθους πιστών μαζί με τις εξίσου πολυχρώματες προσφορές του από λουλούδια, υγρά και καρπούς. (Πρόσφατα μου είχε πει ένας Ινδός πως επιταγή αυστηρή κι απαραβίαστη ορίζει οι προσφορές στους ναούς να είναι μόνο από ιθαγενή, του ινδικού τόπου, γεννήματα κι όχι ξενοφερμένα, ακόμα κι ας είναι υιοθετημένα εκατοντάδες χρόνια πια. Δεν μπορώ να ελέγξω την ακρίβεια των λεγομένων του, μα απ’ όσα έχουν δει τα μάτια μου φαίνεται να έχουν ισχύ κι εφαρμογή γενική σ’ όλους του ναούς της Ινδίας.)

Έλεγα λοιπόν πως συντυχαίνεις στον δρόμο σου πέρα από τα αρχιτεκτονήματα, τόσους θεούς και θεές, σκαλισμένους πάνω στους ναούς, βαλμένους στα τρίστρατα και στις γωνιές των δρόμων, που μετά από μερικές μέρες ταξιδιού δε δίνεις σημασία πια και σ’ όσα τέτοια αγάλματα συναντάς στις πόλεις, στην ύπαιθρο, στα χωριά και στις πολίχνες ή και καταμεσής της διαδρομής κάτω από κανα δέντρο ή σ’ ένα μικρό βωμό παράμερα. Άλλη μια αλλόκοτη ινδική θεότητα, μια άλλη έκφανση του Σίβα ή του Βίσνου· έχει χορτάσει πια το μάτι σου τ’ αριστουργήματα της ινδικής τέχνης (αρχιτεκτονικής, γλυπτικής ή ζωγραφικής) απαξιώνοντας τα νεώτερα κακόγουστα ομοιώματα. Ιδίως σαν προσπερνάς χρωματοπλούμιστα, με πλαστική μπογιά βαμμένα, αγάλματα από τσιμέντο, η πληθωρικότητα του κιτς καθίσταται σχεδόν απαρατήρητη, ως πανταχού παρούσα. Κι έτσι κάποτε ξαστοχάς να ξεχωρίσεις μες στην πληθώρα και το ανακάτωμα των χρωμάτων, των σχημάτων και των πολυπρόσωπων ινδικών θεών και πλασμάτων κάποιες ιδιαίτερες φανερώσεις της ινδικής τέχνης και της θρησκευτικότητας. (περισσότερα…)

ἀκακία ἢ ἀνεξικακία

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ναι, η αλήθεια είναι πως αρχικά με παραξένεψε το όνομά της, κατόπιν όμως αυτή καθαυτή η ύπαρξη ενός τέτοιου αντικειμένου στα χέρια του βυζαντινού αυτοκράτορα, μα, κι εξαιτίας αυτού, με ξάφνιασαν πολύ περισσότερο οι σημασίες της και οι μνείες που ανακαλούσε. Η ακακία λοιπόν (ή κι ανεξικακία ενωρίτερα, όπως θα δούμε) αποτελούσε ένα από τα βυζαντινά αυτοκρατορικά διάσημα και απεικονίζεται, σχεδόν αποκλειστικά, στα νομίσματα.

Η ακακία ήταν ένα κυλινδρικό πουγκί από μεταξωτό ύφασμα, που περιείχε εντός του μια φούχτα χώμα, και την κρατούσε ο αυτοκράτορας, σε τελετουργικές περιστάσεις, στο δεξί του χέρι (ή σύμφωνα με άλλους στο αριστερό) ενώ στο αριστερό κρατούσε το σκήπτρο, τη σφαίρα (globus cruciger) ή τον σταυρό. Η πλέον γνωστή (και μάλλον η μόνη) απεικόνιση της ακακίας, εκτός νομισμάτων, είναι το πασίγνωστο ψηφιδωτό στην Αγιασοφιά με τον αυτοκράτορα Αλέξανδρο (870-913), γιο του Βασίλειου Αʹ και αδελφό του Λέοντος ΣΤʹ του Σοφού, αυτόν που πρώτος εισήγαγε και τον όρο αυτοκράτωρ στον τίτλο του βασιλέα των Ρωμαίων. (περισσότερα…)

Το χρώμα της σελήνης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Σε μια από τις καταγραφές των οιονεί χαμάδων του, ο Λορεντζάτος, στα Collectanea, κάνει την ακόλουθη παρατήρηση στηριγμένος σε μιαν αντιστοιχία  που ενώνει τη Σαπφώ με τον Κάλβο· αντιγράφω:

Αθάνατη ελληνική γλώσσα! Παράξενες αντιστοιχίες βλέπω να ενώνουν τη Σαπφώ με τον Κάλβο:

ἄστερες μὲν ἀμφὶ κάλαν σελάνναν
ἂψ ἀπυκρύπτοισι φάεννον εἶδος,
ὄπποτα πλήθοισα μάλιστα λάμπῃ
γᾶν ἐπὶ παῖσαν
… ἀργυρία.

Σελλάναν… ἀργυρία. Ναι, από τη Σαπφώ φτάνομε στον καταμόναχο Κάλβο:

Τὸ ψυχρόν της ἀργύριον
ῥίπτει ἡ σελήνη.

Όταν ο Σεφέρης θα πει σχετικά με το τέλος της στροφής αυτής του Κάλβου: «ο νους μου πήγε στα τριάκοντα», η νεοελληνική κριτική βγαίνει από την περιοχή που την προσδιόριζαν Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου του Κωστή Παλαμά (μια εποχή) και μπαίνει οριστικά (μια άλλη εποχή) στη νεότερη φάση της.

(Collectanea, αρ. 384, σ. 190-191)

(περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (γ΄)

thumb_DSC_1714_1024

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

«Πήγα στην Κριμαία, στον [Νέο] Άθω, στο Σούχουμ, στο Μπατούμ, στην Τιφλίδα, στο Μπακού… Είδα πράματα και θάματα! Οι εντυπώσεις μου είναι τόσο καινούριες και ζωηρές, που όλα μου φαίνονται σαν όνειρο, δεν πιστεύω στα μάτια μου… Είδα… και βουνά, όλο βουνά…»
ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ, Επιστολή προς τον Κ. Σ. Μπαραντσέβιτς, 12 Αυγούστου 1888 (μετ. Μέλπως Αξιώτη)

Αφήνοντας την Ιβηρία είχαμε ήδη μπει στην Κολχίδα των μύθων. Η πινακίδα που έγραφε Shorapani στη δεξιά άκρη του δρόμου οδήγησε την σκέψη από τη σημερινή Γεωργία πίσω στην μυθική Αία, στις εσχατιές της γης και της θαλάσσης, εκεί όπου την φανταζόταν ο Απολλώνιος στα Αργοναυτικά του («Αἶα δὲ Κολχίς Πόντου καὶ γαίης ἐπικέκλιται ἐσχατιῇσιν»). Παράλληλα με το αυτοκίνητο που γλιστρούσε αθόρυβα πάνω στην άσφαλτο, ταξίδευαν κι οι σκέψεις, κάνοντας τις δικές τους στάσεις: τη Λαζική των Βυζαντινορωμιών («τὸ ἄλλο Λαζῶν φρούριον͵ ὃ δὴ καλοῦσι Σαραπανὶν͵ πρὸς αὐτοῖς μάλιστα τοῖς ἐσχάτοις ὁρίοις Λαζικῆς κείμενον» του Προκόπιου), τους περσοβυζαντινούς πολέμους αλλά και την αραβική κατάκτηση στις αρχές του 8ου αιώνα. Κι όμως να που το ταξίδι του νου στον χρόνο αλλά και του αυτοκινήτου πάνω στην άσφαλτο κάποια στιγμή συναντήθηκαν: διαβαίνοντας τον δρόμο που ακολουθεί από δίπλα τα στριφογυριστά κουλουριάσματα και τους φιδίσιους μαιάνδρους των υδάτινων περασμάτων, συνειδητοποίησα πως τα στενά στο Σαραπάνι διανοίγουν ακόμη την μόνη είσοδο απ’ τη μεριά της Μαύρης Θάλασσας προς την Ιβηρία, ίδια κι απαράλλαχτα από τον καιρό του Στράβωνα («μία μὲν διὰ Σαραπανῶν φρουρίου Κολχικοῦ καὶ τῶν κατ΄ αὐτὸ στενῶν»).

Το άλλοτε οχυρό φρούριο μαζί με την κωμόπολη απλωμένη στα πόδια του, σήμερα μοιάζουν πιο πολύ με προάστιο του Ζεσταφόνι, που ακολουθεί αμέσως παρακάτω. Είναι άραγε οι πόλεις μας τα καινούργια φρούρια και τα οχυρά που μας κρατούν προστατευμένους από τις κάθε είδους εισβολές; Ποιες οι στενωποί και πόσες οι κλεισούρες για τα περάσματα σε ό,τι πολύτιμο φυλάγεται μέσα μας; Κατά πόσο οι ερευνητές της ανθρώπινης ψυχής ανήγαγαν εξιδανικευτικά τις γεωγραφικές κατηγορίες σε μεταφορές για την ανθρώπινη ύπαρξη; μπας κι η ίδια η γεωγραφία προβάλει σα μετωνυμία της ανθρώπινης ύπαρξης, για αυτό κι έχει έναν πυρήνα κοινής ιδιολέκτου με την σωματοψυχή του ανθρώπου; (περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (β΄)

photo: georgianjournal.ge

*

Μέρες πολλές στη διάθεσή μου δεν είχα, ήθελα όμως να ταξιδέψω εδώ και τώρα! Ας πάω λοιπόν στη Μέστια είπα, ίσως στη Βάρτζια και τέλος στην Τιφλίδα. Ευτυχώς η Aegean είχε απευθείας πτήσεις για την Τιφλίδα (Αθήνα-Tbilisi, αναχ.: 00:30, χρόνος πτήσης λιγότερος από 2 ώρες)· έκλεισα ηλεκτρονικά εισιτήρια στο άψε-σβήσε.

Σαν ήρθε η ώρα, νυσταγμένος κατέβηκα προς την πύλη εξόδου κι άραξα σε μια καρέκλα αρχίζοντας να γυροφέρνω στον νου μου το ταξίδι και να ξεφυλλίζω ράθυμα έναν οδηγό. Παραδίπλα κατέφθασε μια παρέα από 3-4 παπάδες, 2-3 καλόγριες και κάμποσες γυναίκες. Εκτός από τη παρέα της θρησκευτικής ‘αποστολής’ εμφανίστηκε και μια μεγάλη παρέα από Ολλανδούς φοιτητές, με βερμούδες, γέλια κι ακατάσχετο κουβεντολόϊ. Η πτήση γεμάτη. Έτυχε να κάθομαι ανάμεσα στην ολλανδική συντροφιά.

Ρώτησα τον νεαρό που καθόταν δίπλα μου να μάθω περισσότερα. Μου είπε ότι είναι ένας όμιλος (κλαμπ) κωπηλατών από διάφορες πανεπιστημιακές σχολές της Ολλανδίας για ένα ταξίδι-έκπληξη στη Γεωργία. Αφού πέρασαν μια μέρα στην Αθήνα, είδαν την Ακρόπολη κι έφαγαν γύρο, θα καθήσουν καμιά βδομάδα στη Γεωργία, όπου θα τους προσφέρουν ένα πλούσιο πρόγραμμα (γνωστό μόνον σε έναν από την πολυπληθή παρέα) ανάμεικτο με περιηγήσεις και αθλητικές δραστηριότητες. Απώτερος στόχος της αποστολής να πείσουν κάποιους από την παρέα να ασχοληθούν σε επαγγελματικό αθλητικό επίπεδο με την κωπηλασία στον εν λόγω όμιλο. Ενώ οι συζητήσεις δίναν και παίρναν αναμεταξύ τους μέχρι και πριν την απογείωση, αμέσως μετά έκαμαν νεκρική σιγή και χαλάρωσαν, φορώντας οι περισσότεροι ακουστικά, μέχρι την προσγείωση.

*

*

(περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (α΄): Πώς ξεκινήσαν όλα

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Κατά την διάρκεια της περεστρόϊκα παρουσιάστηκε και στην Ελλάδα η ταινία Monanieba (Η Μετάνοια, 1987) του Τενγκίζ Αμπουλάτζε. Η προβολή της έγινε αφορμή να γνωρίσουμε και τα προηγούμενα έργα του σκηνοθέτη. Πολύ σύντομα, η Ταινιοθήκη ή η Ίριδα (δεν θυμάμαι πια) έφερε την Vedreba (Η Ικεσία, 1967) και το Natvris Khe (Το δέντρο της επιθυμίας, 1977).

Ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη εξ ολοκλήρου στη Γεωργία, η Ικεσία αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας του Αμπουλάτζε. Ακατανόητη εν πολλοίς και δυσερμήνευτη ταινία, που με το πρόσχημα της αισθητικής απόλαυσης μιας ποιητικο-σουρρεαλιστικής διαδοχής εκφραστικών και καθηλωτικών εικόνων καμωνόμαστε πως κάτι καταλάβαμε, καταπώς έχουμε πράξει και με τις ταινίες του άλλου αρμενογεωργιανού ποιητή της οθόνης, του Παρατζάνοφ. Λέω δυσερμήνευτη για μας τους αμύητους, καθώς ενσωματώνει εικόνες και παραστάσεις, σημεία, χειρονομίες και σύμβολα που σχετίζονται με τελετουργικά, δοσοληψίες (ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων ή/και των πνευμάτων), αντιλήψεις και δοξασίες των Γεωργιανών, που βαστάνε αιώνες τώρα και που έχουν αξεδιάλυτα συνδέσει το καυκασιανό παγανιστικό παρελθόν με τον χριστιανισμό, που ρίζωσε νωρίς και εθνοταυτοτικά στις δασωμένες βουνοκορφές και πλαγιές του Καυκάσου.

(περισσότερα…)

Μουχαρράμ, Ασούρα και Ταζίγια ή Ασούρα δεν είναι μόνο οι δημόσιες αυτομαστιγώσεις

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ήδη από τον Γενάρη του 2020, με αφορμή τη δολοφονία του Κασέμ Σολεϊμανί, ήθελα να γράψω δυο κουβέντες για το μοναδικό (σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο) σηϊτικό θρησκευτικό θεατρικό δράμα. Αποφάσισα να το αφήσω για ευθετότερη και πιο επίκαιρη στιγμή (π.χ. την Ασούρα), αλλά ο καιρός πάντα κυλάει, με άλλες έγνοιες και γητειές να σε παραστρατίζουν αλλού, λόγω όμως της ημέρας δυο λόγια θα τα γράψω σήμερα. Το κίνητρο όπως είπα ήταν αφενός η ευρεία κυκλοφορία (μα κι η παρερμηνεία από κάμποσους) μιας απεικόνισης του Ιρανού ζωγράφου Χάσαν Ρουχολαμίν για τον θάνατο του Σολεϊμανί κι αφετέρου το κύμα συγκίνησης και συμπάθειας που προκαλούσε η συγκεκριμένη εικόνα, αναρτημένη σ’ ένα τουΐτ του Χαμενεΐ, στον σηϊτικό –πρωτίστως και κυρίως ιρανικό– κόσμο λόγω των συγκειμενικών αναφορών και παραδηλώσεων που σαφέστατα ανακαλεί και διεγείρει. Κι αυτές έχουν απόλυτη σχέση τόσο με το μαρτύριο του Χουσέϊν όσο και με τα εξ αυτού δρώμενα κατά τον μήνα Μουχαρράμ κι ιδίως την κορύφωσή τους τη δέκατη ημέρα του, την Ασούρα.

(περισσότερα…)