Μουχαρράμ, Ασούρα και Ταζίγια ή Ασούρα δεν είναι μόνο οι δημόσιες αυτομαστιγώσεις

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ήδη από τον Γενάρη του 2020, με αφορμή τη δολοφονία του Κασέμ Σολεϊμανί, ήθελα να γράψω δυο κουβέντες για το μοναδικό (σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο) σηϊτικό θρησκευτικό θεατρικό δράμα. Αποφάσισα να το αφήσω για ευθετότερη και πιο επίκαιρη στιγμή (π.χ. την Ασούρα), αλλά ο καιρός πάντα κυλάει, με άλλες έγνοιες και γητειές να σε παραστρατίζουν αλλού, λόγω όμως της ημέρας δυο λόγια θα τα γράψω σήμερα. Το κίνητρο όπως είπα ήταν αφενός η ευρεία κυκλοφορία (μα κι η παρερμηνεία από κάμποσους) μιας απεικόνισης του Ιρανού ζωγράφου Χάσαν Ρουχολαμίν για τον θάνατο του Σολεϊμανί κι αφετέρου το κύμα συγκίνησης και συμπάθειας που προκαλούσε η συγκεκριμένη εικόνα, αναρτημένη σ’ ένα τουΐτ του Χαμενεΐ, στον σηϊτικό –πρωτίστως και κυρίως ιρανικό– κόσμο λόγω των συγκειμενικών αναφορών και παραδηλώσεων που σαφέστατα ανακαλεί και διεγείρει. Κι αυτές έχουν απόλυτη σχέση τόσο με το μαρτύριο του Χουσέϊν όσο και με τα εξ αυτού δρώμενα κατά τον μήνα Μουχαρράμ κι ιδίως την κορύφωσή τους τη δέκατη ημέρα του, την Ασούρα.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ξεκινώντας απ’ την αρχή του ίδιου του ισλαμικού έτους που διανοίγει ο ιερός μήνας Μουχαρράμ. Ο Μουχαρράμ είναι ο μήνας ο σκληρός για τους σηΐτες καθώς τον σημαδιακό αυτό μήνα, σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση, κορυφώθηκε το δράμα που έμελε να αποτελέσει τον πυρήνα των σηϊτικών αντιλήψεων για το μαρτύριο, και την αιτία για τις ετησίως τελούμενες τελετές της Ασούρα, δημιουργώντας το σημείο εκείνο της ανεπίστρεπτης ρήξης μεταξύ σηϊτών και σουνιτών.  Έχοντας δολοφονηθεί ο Άλι, εξάδελφος και γαμπρός του Μωάμεθ και τέταρτος χαλίφης (διάδοχός του), το χαλιφάτο αναλαμβάνει ο εχθρός του από τον οίκο των Ομεϊαδών Μωαβίας (Μουάϊα στα αραβικά/Μαυίας στις βυζαντινές πηγές) και κατά παράβασιν των συμφωνηθέντων ορίζει ως διαδοχό του τον γιο του Γιαζίντ. Ο ένας γιος του Άλι, ο Χουσέϊν δεν τον αναγνωρίζει, αρνείται να δώσει τον καθιερωμένο όρκο υποταγής και διεκδικεί την ηγεσία του χαλιφάτου εξ ονόματος του πατέρα του Άλι και των ιδιαίτερων εσωτερικών-πνευματικών δεσμών και χαρισμάτων που τον συνδέουν ως μέλος της οικογένειας (του Μωάμεθ) με τη διαδοχή στην ηγεσία της ισλαμικής κοινότητας. Αναχωρεί λοιπόν με την οικογένειά του και μια ακολουθία εβδομήντα περίπου πιστών οπαδών του από τη Μεδίνα προς τη Μέκκα κι από εκεί προς την Κούφα, έδρα των υποστηρικτών των Αλιδών στη διαδοχή του Μωάμεθ (πρωτοσηϊτικών ομάδων θα λέγαμε), κατόπιν προσκλήσεως των τελευταίων που του ζητούν να ηγηθεί της εκστρατείας εναντίον των Ομεϊαδών. Ο χαλίφης Γιαζίντ όμως, έχοντας πληροφορεί τις κινήσεις του, του στήνει ενέδρα στην Κέρμπαλα. Ο Χουσέϊν, παρά την επίγνωση της μελλοντικής και συντριπτικής του ήττας, αρνείται να δηλώσει υποταγή. Τον αποκόπτουν από την πρόσβαση στο νερό για δέκα μέρες εν τω μέσω της φλεγομένης πεδιάδας της Κέρμπαλα, όπου έχουν στήσει τις σκηνές τους. Εντέλει αυτός, οι ενήλικες στρατιώτες και ορισμένα αγόρια της οικογένειάς του κατασφάζονται από τα ξίφη και τα βέλη του κατά πολύ μεγαλύτερου στρατού του Γιαζίντ, οι δε εναπομείνασες γυναίκες και τα παιδιά (καθώς και τα κεφάλια του Χουσέϊν και των οικείων του) στάλθηκαν στη Δαμασκό. Η πολιορκία τους ξεκίνησε την πρώτη του Μουχαρράμ του 61ου έτους της Εγίρας (680 μ.Χ.) και η ανελέητη, αιματόβρεχτη κι αιματοχαρής σφαγή έλαβε χώρα τη δεκάτη του ίδιου μήνα (Ασούρα).

Αυτό το γεγονός, με όλες τις συν τω χρόνω εγκεντρωμένες επ’ αυτού συνάψεις (μνείες και αναμνηστικές υπενθυμίσεις, πεποιθήσεις, θρησκευτικές, ιδεολογικές, πολιτικές φορτίσεις και σημασιοδοτήσεις) του σηϊτικού κόσμου, απέκτησε κεντρική και θεμελιώδη σημασία για την ανάπτυξη, εξέλιξη και διαμόρφωση των ιδιαιτεροτήτων του σηϊτικού Ισλάμ ως σήμερα, τόσο σε θρησκευτικό-ιδεολογικό όσο και σε πολιτικό αλλά και πολιτιστικό επίπεδο.

Για να ξαναγυρίσω στον μακαρίτη, και σφαγιασθέντα από τα αμερικανικά – δορυφορικώς κατευθυνόμενα– όπλα, Σολεϊμανί, μόλις δημοσιεύτηκε το τουϊτ του Χαμενεΐ ειπώθηκε πως τον απεικόνιζε στην αγκαλιά του Μωάμεθ. Κι όμως αυτό που ανακαλούσε ο συγκεκριμένος πίνακας του Ρουχολαμίν είναι η πασίγνωστη (στους Ιρανούς τουλάχιστον) εικόνα του εναγκαλισμού από τον Χουσέϊν του σκοτωμένου –από τους μισητούς Ομεϊάδες εχθρούς– ετεροθαλούς αδελφού και μπαϊραχτάρη του, αλ-Αμπάς ιμπν Άλι, κατά τη σφαγή της Ασούρα. Λέω πασίγνωστη εικόνα γιατί έχει εντυπωθεί γενιές ολόκληρες τώρα αυτή η εικόνα μέσα από την τέλεση του θεατρικού δρώμενου ταζίγια. Ταζίγια ή ταζίγιε ή ταζίε είναι ένα ρηματικό ουσιαστικό που δηλώνει το πένθος, τη συμπόνοια, το συμπάσχειν, και αναφέρεται στο σηϊτικό θεατρικό –θρησκευτικό– δράμα, τη μοναδική εξάλλου μορφή αξιοπρόσεκτου και άξιου λόγου θεατρικού δρώμενου που έχει αναδείξει ποτέ η ισλαμική κουλτούρα ως σήμερα.

Ο πυρήνας των έργων της ταζίγια περιστρέφεται γύρω από τα τραγικά γεγονότα των πρώτων ημερών εκείνου του μοιραίου κι αποτρόπαιου Μουχαρράμ. Επί δέκα ημέρες, καθημερινά ανεβαίνει επί σκηνής και ένα διαφορετικό έργο που σχετίζεται με το μαρτύριο ενός από τους συγγενείς ή τους συντρόφους του Χουσέϊν, με αποκορύφωση τον δικό του μαρτυρικό θάνατο την τελευταία, δέκατη ημέρα (Ασούρα). Οι παραστάσεις μπορούν να συνεχιστούν και μετά την Ασούρα και τον θάνατο του Χουσέϊν, περιγράφοντας την αιχμαλωσία, τη μεταφορά και την ταπεινωτική μοίρα των γυναικόπαιδων στη Δαμασκό.

*

1867399

*

*

Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, ήδη από τον δέκατο αιώνα οι ιρανοί σηΐτες εισήγαγαν διάφορες τελετουργίες κι εθιμοπραξίες προκειμένου να ανανεώνουν τελετουργικά ετησίως την εγκεντρωμένη στο μαρτύριο του Χουσέϊν πένθιμη ανάμνηση αφενός της εγκατάλειψης από την κοινότητα του Χουσέϊν ενάντια στους άδικους εχθρούς του αλλά και την υπόμνηση αντίστασης εναντίον του άδικου και του καταπιεστή. Χρειάστηκαν όμως αιώνες, ως τον ερχομό στην εξουσία των Σαφαβιδών στις αρχές του 16ου αιώνα (όπως εξάλλου συνέβη και με άλλες ιδιαίτερες εκφράσεις της περσικής σηϊτικής ψυχής), ώστε πλήρως να διαμορφωθούν και να παγιωθούν σε συγκεκριμένα τελετουργικές μορφές και πράξεις όλες αυτές οι πρόδρομες εθιμοτυπικές παραδόσεις. Κι έτσι πλάι στις δημόσιες αυτομαστιγώσεις και τους ακρωτηριασμούς, τις πένθιμες λιτανείες, τα ξεσπάσματα και τις θρηνητικές επωδούς βρήκε θέση και η ταζίγια. Ίσως, διόλου παραδόξως, αναπτύχθηκε πλήρως και εμφανίστηκε ως άρτιο και ολοκληρωμένο θεατρικό δράμα τον 18ο αιώνα, μετά την κατάρρευση των Σαφαβιδών από τις επεμβάσεις των σουνιτών Αφγανών. Φαίνεται πως αυτό που οδήγησε στην περαιτέρω επιβίωση του σηϊτικού χαρακτήρα του περσικού κράτους δεν ήταν πια η άνωθεν επιβολή του μέσω των κυρίαρχων μοναρχών αλλά η διάχυση και η ανάπτυξη ενός λαϊκού μυστικισμού, που μεταξύ των άλλων συμπεριλάμβανε και τους θρήνους για το μαρτύριο του Χουσέϊν, σημειώνει οξυδερκώς ο Ρόϋ Μοτταχέντε. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, οι Ιρανοί έγραφαν και ξαναέγραφαν, επεξεργάστηκαν και αύξησαν με άλλα επεισόδια από το Κοράνι και τις χαντίθ (π.χ. την ιστορία του Σολομώντα και της βασίλισσας του Σαβά), μέχρι σήμερα τα θεατρικά κείμενα, τα οποία θίασοι αναπαριστούσαν σε πόλεις κι απομακρυσμένα χωριά της περσικής επικράτειας όλον τον χρόνο κι όχι μόνο κατά τον μήνα Μουχαρράμ. Εντελώς χαρακτηριστικά ας αναφερθεί πως ο σάχης Ρεζά Παχλεβί τη δεκαετία του ’30 έθεσε περιορισμούς σε αυτού του είδους τα δρώμενα στις πόλεις, θεωρώντας τα οπισθοδρομικές εθιμοτυπικές παραδόσεις, ενώ ο Χομεϊνί αντίθετα τα ενθάρρυνε θέτοντάς τα στην υπηρεσία της μαζικής λαϊκής κινητοποίησης υπέρ της Ισλαμικής επανάστασης, ακόμα ακόμα και κατά τη διάρκεια του οκταετούς ιρανο-ιρακινού πολέμου, εμφυσώντας ανδρεία και θάρρος στα στρατεύματα αλλά και μεταδίδοντας παρηγοριά και στήριξη στους συγγενείς των σκοτωμένων. (Κατανοεί κανείς τώρα γιατί περιττεύει κάθε σχόλιο για τα αισθήματα και τις παραδηλώσεις που συνεγείρει σε έναν σηΐτη και δη Ιρανό μια τέτοια εικόνα όπως αυτή που πρόβαλε ο Χαμενεΐ!) Ό,τι βέβαια δεν κατάφεραν οι σουνιτικές εισβολές στο παρελθόν το κατάφερε κι εδώ ο πανταχού παρών κι εξαπλούμενος δυτικός τρόπος ζωής. Σήμερα πια είναι μια τέχνη που δεν έχει τόσο ισχυρή παρουσία ιδίως στο αστικό περιβάλλον και ξεθωριάζει αλλά και επισκιάζεται από τις θρηνητικές λιτανεύσεις και τις δημόσιες αυτομαστιγώσεις. Φιλότιμες και εργώδεις προσπάθειες ντόπιων καλλιτεχνών και ιστορικών-ερευνητών έχουν οδηγήσει στην αναβίωση (σε περιορισμένη βεβαίως κλίμακα) αλλά και στην εγγραφή αυτού του ιδιαίτερου σηϊτικού θεατρικού δρώμενου στον Κατάλογο της άϋλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας από την Ουνέσκο (https://ich.unesco.org/en/RL/ritual-dramatic-art-of-taziye-00377).

Οι χώροι οι οποίοι φιλοξενούν αυτές τις παραστάσεις ονομάζονται τακίγια και δεν είναι παρά μεγάλα κτήρια (στην ύπαιθρο πολλές φορές ανοιχτά) με ένα κυκλικό -συνήθως- σαν αλώνι υπερυψωμένο χώρο στο κέντρο, γύρω από τον οποίο κάθονταν, κυρίως οκλαδόν οι θεατές. Στην περίμετρο αυτής της σκηνής, τοποθετείται άμμος για τις μάχες είτε πεζή είτε με άλογα αλλά και για να δηλώσει η μετακίνηση του ηθοποιού, από ή προς την κεντρική πλατφόρμα προς ή από την άμμο, τη μετάβαση από ένα μέρος σε ένα άλλο. Πολλές φορές η δράση εκτείνεται και πέραν της σκηνής και των θεατών κι έτσι συμπεριλαμβάνει και τους ίδιους τους θεατές εντός της. Τα σκηνικά είναι ελάχιστα κι απλά, τονίζοντας τη γύμνια και τη στεγνότητα της ερήμου της Κέρμπαλα αλλά κι επειδή κατ’ ουσίαν η ταζίγια λειτουργεί δια συμβολικών μέσων και τρόπων κι όχι εικονιστικών. Π.χ. ένα δοχείο με ή χωρίς νερό αναπαριστά τον Ευφράτη, ένα κλαδί δηλώνει το φοινικόδασος, εάν ο άγγελος Γαβριήλ κρατά μια ομπρέλλα το κοινό αμέσως κατανοεί ότι έχει κατέβει από τον ουρανό κ.τ.ο. Με τα λόγια του Μάθιου Άρνολντ «η δύναμη των ηθοποιών έγκειται στην αυθεντική αίσθηση της σοβαρότητας του έργου με το  οποίο καταπιάνονται. Όπως και το κοινό γύρω τους, έτσι κι αυτοί διαποτίζονται από αυτήν». «Είναι ακριβώς η κοινότητα του αισθήματος και η απουσία  κάθε προκαθορισμένου φραγμού ανάμεσα στους ηθοποιούς και το κοινό που δίνει πνοή σε αυτά τα έργα· οι ηθοποιοί και το κοινό ρέουν ο ένας μέσα στον άλλο με τον ίδιο τρόπο που το κείμενο και η μινιατούρα ρέουν η μια μέσα στο άλλο σε ένα περσικό χειρόγραφο» συμπληρώνει γλαφυρά ο Μοτταχέντε.

*

*

Τους γυναικείους χαρακτήρες τους υποδύονται άντρες, οι οποίοι είναι καλυμμένοι από κεφαλής μέχρι ποδών με φαρδιά μαύρα ρούχα, και οι (καλοί) πρωταγωνιστές φορούν πράσινα ή λευκά ενώ οι (κακοί) αντίπαλοι κόκκινα. Κι ενώ όλων τα λόγια είναι γραμμένα σε έμμετρους στίχους, οι ήρωες τα ‘τραγουδούν’-απαγγέλλουν ρυθμικά ενώ οι κακοί τα εκφέρουν πεζολογικά. Τους τραγουδιστές συνοδεύουν μουσικοί με τύμπανα, τρομπέτες, νάϋ και άλλα όργανα. Συνήθως ο σκηνοθέτης μιας ταζίγια είναι και ο παραγωγός, ο μουσικός διευθυντής, ο σκηνογράφος, ο οικονομικός υπεύθυνος κλπ.

Αν και με τις καθοριστικές επιδράσεις του κινηματογράφου και της τηλεόρασης πολλά πράγματα μεταβάλλονται, παραδοσιακά οι ηθοποιοί παριστάνουν ένα ρόλο, δεν «παίζουν» τον χαρακτήρα που υποδύονται και δεν πρέπει να ταυτίζονται με τα πρόσωπα που αναπαριστούν, κυρίως για θεολογικούς –αν και όχι μόνο– λόγους. Κλείνω, παραθέτοντας πάλι τον Μοτταχέντε: «Τα συναισθήματα του κοινού προκαλούνται δια των σημείων που δηλώνουν το συναισθηματικό περιεχόμενο των απεικονιζόμενων γεγονότων. Και μιας και αυτό δεν είναι θέατρο αγωνιώδους προσμονής (σασπένς), καθώς όλοι γνωρίζουν από πριν τα γεγονότα, οι κορυφώσεις δεν επιτελούνται αναγκαστικά όταν τα κρίσιμα γεγονότα συμβαίνουν, παρά όταν παρουσιάζονται τα κρίσιμα σημεία. Στο δράμα της Ασούρα, η κορύφωση δεν επέρχεται όταν επί σκηνής σκοτώνεται ο Χουσέϊν· αλλά όταν βάζει το λευκό σάβανό του. Ο Χουσέϊν πήγε στην Κέρμπαλα γνωρίζοντας τις προφητείες σχετικά με τη σφαγή του εκεί· όπως λέει σ’ ένα έργο “οι άνθρωποι ταξιδεύουν τη νύχτα και το πεπρωμένο τους ταξιδεύει προς αυτούς”. Το εμβληματικό σύμβολο της προσωπικής επιλογής του μαρτυρίου του είναι ότι φορά ο ίδιος το λευκό του σάβανο. Τα συναισθήματα φρίκης και θλίψης κορυφώνονται όχι επειδή το κοινό έχει ‘συμπάθεια’ προς τον ‘χαρακτήρα’ που υποδύεται ο ηθοποιός, αλλά επειδή νιώθουν την τραγικότητα του ρόλου του μαρτυρίου, που τους θυμίζει».

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
iliasmalevitis.wordpress.com

ΥΓ. Του χουμ ιτ μαίη κονσέρν (που λεν κι οι Βρετανοί): Για τη σύνταξη των παραπάνω ανέτρεξα στην Encyclopaedia of Islam, την Encyclopaedia Iranica, και στα έργα των Chelkowski (Ta‘ziyeh: Ritual and Drama), Mottahedeh (The Mantle of the Prophet: Religion and Politics in Iran· αδιάβαστο ακόμα στα ελληνικά!), Mahani (The Holy Drama: Persian Passion Play in Modern Iran), αλλά και στις περιγραφές ευρωπαίων ταξιδιωτών (σημαντική η πρώτη αναφορά που έχουμε από τον William Francklin, Observations: Tour from Bengal to Persia, 1788).

Οι κεραμικές αναπαραστάσεις, ορισμένες από τις οποίες χρησιμοποιώ κι εδώ, από το περίφημο τακίγια του Κερμανσάχ εδώ. Στο διαδίκτυο υπάρχει πληθώρα σύγχρονων παραστάσεων ταζίγια (δες π.χ.  εδώ), αλλά και φωτογραφήσεις, εδώ. Στο δε Βρετανικό Μουσείο τέλος, φιλοξενείται κι ένα εξαίρετο σύγχρονο εικαστικό έργο, με θέμα την τραγωδία της Κέρμπαλα, εδώ.

*