Στήλες | Μεταφραστικά σταυρόλεξα (από την Νατάσα Κεσμέτη)

Μεταφραστικές δοκιμές από την ξένη ποίηση του καιρού μας.

Louise Glück (1943-2023), Περσεφόνη ἡ Περιπλανώμενη

*

Στήν πρώτη ἐκδοχή, ἁρπάζουν
τήν Περσεφόνη ἀπό τή μητέρα της
καί ἡ θεά τῆς γῆς
τιμωρεῖ τή γῆ – κάτι
συνεπές πρός ὅσα γνωρίζουμε γιά τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά,
πώς οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις παίρνουν βαθιά ἱκανοποίηση
προκαλώντας κακό, ἰδιαιτέρως
ἀσυναίσθητο κακό:

θά μπορούσαμε νά τό ἀποκαλέσουμε
ἀρνητική δημιουργία.

Ἡ ἀρχική διαμονή τῆς Περσεφόνης
στήν κόλαση συνεχίζει νά διασύρεται
ἀπό τούς μελετητές πού διαφωνοῦν γιά
τίς αἰσθήσεις τῆς παρθένας:

συνέβαλε στόν βιασμό της,
ἤ σύρθηκε, παρά τή θέλησή της,
ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει τώρα στά μοντέρνα κορίτσια.

Ὅπως εἶναι πασίγνωστο, ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀγαπημένου
δέν ἐπανορθώνει
τήν ἀπώλεια τοῦ ἀγαπημένου: ἡ Περσεφόνη (περισσότερα…)

Loren Eiseley, Ἡ Τελευταία Πεταλούδα

*

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ Τελευταία Πεταλούδα

Θάμνος ἀνώνυμος στό κηπάριο τῆς πρόσοψης εὐωδιάζει·
Κάποιος ἀπό κείνους τούς μερακλῆδες κηπουρούς, τώρα πεθαμένος,
γνώστης παράξενων φυτῶν ὅπου φυλάγονται μυστικά φυτώρια σάν τόν κόσμο
τόν ἀγόρασε καί τόν φύτεψε κεῖ.
Ἴσως εἶναι ἀπό τίς Ἄνδεις, τό Θιβέτ ἤ κάποιον ἄλλο τόπο λιγότερο ἀξιοσημείωτο.
Μοναδικό ἄρωμα σκορπίζει στόν ἀέρα κίτρινο λουλουδάκι, ἀφανές.
Ὅμως ὁ ἴδιος κάθε ἄνοιξη τόν λατρεύω καί τόν παρατηρῶ περισσότερο γιά τήν Papilio mahaon τήν ὄμορφη πεταλούδα πού ἔρχεται ἀπό πολύ μακριά τό νέκταρ στά μπουμπούκια νά ρουφήξει.
Χρειάζεται νά κατανοήσετε πώς τώρα σ’ αὐτή τήν πόλη σπανίζουν, τοῦτα τά πλάσματα
μιᾶς μόνον ἐποχῆς πού τήν σκέπτομαι πάντοτε ἐξαιτίας τῆς μοναδικῆς πεταλούδας πάνω στόν μοναχικό μου θάμνο ὡς μιά ἀθάνατη,
πού ἐμφανίζεται ἐξαφανίζεται μέ τίς χρυσές ἐποχές,
ἀλλ’ οὐσιαστικά ἀθάνατη
Εἰσχωρώντας στό χειμωνιάτικο σκοτάδι
ἐπιστρέφει, πάντα ἐπιστρέφει στό ἕνα καί μόνο καλοκαιρινό φυτό τοῦ κόσμου.
Ὁ κόσμος ἕνας συγκλίνων κῶνος ἀπό τήν παιδική ἡλικία, ὅπου τοῦτα τά πλάσματα ἦσαν ὁλόγυρά μου, ὅπου γνώριζα τήν σκοτεινιά προνύμφη τῆς σφήγγας τῶν σκώρων κάτω ἀπό τίς πατατιές τόν Ὀκτώβριο ἤ τίς κρεμάμενες χρυσαφιές χρυσαλίδες,
κρυμμένες στίς χειμωνιάτικες καταιγίδες,
τήν ἀνάσταση μέ τήν ἄνοιξη, τήν ἄσκοπη φευγαλέα περιπλάνηση
ἀσύλληπτη ψηλά πέρα ἀπό τίς πίσω αὐλές, χορεύοντας
σέ λιβάδια μαῦρα, χρυσά, κίτρινα,
ἡ οὐσία τοῦ καλοκαιριοῦ καί τό αἰώνιο ἡλιόφως.
Τήν κρατῶ στήν προχωρημένη ἡλικία τώρα, ἀπό τήν τελευταία
χελιδονοουρά – Papiliο mahaon. Kάθε καλοκαίρι μόνο μιά,
σιγανά κινώντας τά λεπτεπίλεπατα φτερά της, καθώς ρουφᾶ τόν χρυσαφένιο θάμνο.
Δοκιμάζω τό ἴδιο ἁπαλά νά ἀγγίξω τό φτερό της – δέ θά μοῦ τό ἐπιτρέψει,
Πάντα ψηλά φευγάτη σέ μιάν ἄνοιξη πολύ μακρινή γιά νά τή φτάσω.

Ἀπό τήν συλλογή: Notes of an Alchemist, 1972

(περισσότερα…)

Ελίζαμπεθ Σπάιρς, Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο.
JOHN DONNE

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα φθινόπωρο. Τά φύλλα  εἶναι πάντοτε ἑτοιμόρροπα ἐκεῖ ἀλλά ποτέ δέν πέφτουν, καί ζευγάρια ψυχῶν περπατοῦν ἔξω στά μονοπάτια τοῦ παραδείσου δίχως νά νιώθουν πιά τό βάρος τῶν χρόνων πάνω τους.

Ἀσφαλῆ στή νηνεμία τοῦ παραδείσου, κρατοῦν ὁ ἕνας τό μπράτσο τοῦ ἄλλου, λάμποντας τό φῶς τούς διαπερνᾶ, παρελθόντα ὅλα χαρά καί τρόμος.

Ἀλλά ἐμεῖς ἐδῶ εἴμαστε πολύ μακριά ἀπ’ τόν παράδεισο, σ’ ἕναν κῆπο ρημαγμένο καί παραμελημένο ὅπως θά ἦταν ἡ Ἐδέμ μέ τούς τοίχους  γκρεμισμένους, τά μονοπάτια σκεπασμένα μέ ἀσάρωτα φύλλα πολλῶν χρόνων, λαμπερά θυμητάρια γιά παιδιά τοῦ Φθινοπώρου. Τό φῶς χρυσό, καθώς ὁ ἥλιος ἀφαιρεῖ ἀπό κάθε πράγμα τή μακριά σκιά τῆς ψυχῆς, φανερώνοντας μιά κατάληξη.

Τά τελευταῖα ρόδα τῆς χρονιᾶς ταλαντεύουν τά εὔθριπτα κεφάλια τους, σάν ἀκροατές πού ἀφουγκράζονται ὅ,τι λέγεται, γιά νά ρωτήσουν:

Τί μᾶς ἔφερε ἐδῶ; Ποιός σπόρος; Ποιά βροχή; Ποιό φῶς;

Τί μᾶς ἔσπρωξε ψηλά μέσα ἀπό τήν σκοτεινή γῆ; Τί μᾶς ἔκανε ν’ ἀνθίσουμε;

Ποιός ἄνεμος γρήγορα θά μᾶς πάρει; Σαρώνοντας τόν κῆπο ὥς τή γύμνια;

Οἱ ἄφωνες φωνές τους κρέμονται ἐδῶ, ὅπως ἴσως κι οἱ δικές μας, ἄν ἤμασταν κι ἐμεῖς ρόδα. Τά παρτέρια καλυμμένα μέ φύλλα, φροντισμένα ἀπό ἕναν ἀπόντα κηπουρό πού ζεῖ κάπου ἀλλοῦ.

Εἶναι ἡ τελευταία ἀπό πολλές τελευταῖες μέρες. Ἀρκεῖ;

Νά ξεκουραστοῦμε αὐτή τή στιγμή; Νά στρέψουμε τά πρόσωπά μας στόν ἥλιο;

Νά παρατηρήσουμε τίς γάζες ἑνός παρερχόμενου κόσμου;

Νά νιώσουμε τό μέταλλο μαύρης σιδερένιας καρέκλας, κρύο καί αἰώνιο, καθώς πιέζει τό δέρμα μας; Νά κατανοήσουμε ἕνα παιδί σάν σύννεφα πού περνοῦν ψηλά, μετατρέποντάς μας σέ τρέμουσα σκίαση καί ἥσκιο;

Καί μετά νά γυρίσουμε ἀποκαταστημένοι, μικρό θαῦμα, ὁ ἥλιος νά φωτίζει λαμπερά ὅπως πρίν; Συνεχίζουμε, ἐσύ ὁδηγεῖς, μιά φιγούρα γερμένη σέ ραβδί πού ἀφήνει τό ἴχνος του στή γῆ.

Φίλε μου, μέ ἔχεις ὁδηγήσει πιό πέρα ἀπό ὅπου ἔφτασα ποτέ ἄλλοτε.

Σ’ ἕναν κῆπο τό φθινόπωρο. Σ’ ἕναν παράδεισο προσωρινότητας ὅπου ἡ τελική πτώση εἶναι ἀργή, ἕνα ἀργό καί ἀκτινοβόλο συμβάν.

Τό φῶς εἶναι χρυσό. Κι ὅσο εἴμαστε ἐδῶ, θαρρῶ πώς αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ παράδεισος.

ELIZABETH SPIRES

Γραμμένο το 2012. Περιλαμβάνεται στήν ποιητική συλλογή Now the Green Blade Rises, Kindle Edition, 2015

 ~.~

Ἡ Elizabeth Spires γεννήθηκε τό 1952 στό Lancaster, Ohio. Εἶναι διακεκριμένη ποιήτρια καί συγγραφέας παιδικῶν βιβλίων. Ζεῖ στήν Βαλτιμόρη, Maryland, καί διδάσκει στό Goucher College. Στίς συλλογές της περιλαμβάνονται: A Memory of the Future (2018), The Wave-Maker (2008), Now the Green Blade Rises (2004), Swan’s Island (1997), and Worldling (1995).

*

Adam Zagajewski, Ποιητές φωτογραφημένοι

*

Ποιητές φωτογραφημένοι,
ἀλλά ποτέ ὅταν
πραγματικά βλέπουν,
ποιητές φωτογραφημένοι
μέ φόντο βιβλία,
ἀλλά ποτέ στό σκοτάδι,
ποτέ σέ σιωπή,
τή νύχτα, μέσα στήν ἀβεβαιότητα,
ὅταν διστάζουν,
ὅταν ἡ χαρά, σάν τόν φωσφόρο,
κολλάει στά σπίρτα.
Ποιητές χαμογελαστοί,
καλά ἐνημερωμένοι, γαλήνιοι,
Ποιητές φωτογραφημένοι
ὅταν δέν εἶναι ποιητές.
Μακάρι νά γνωρίζαμε
τί εἶναι ἡ μουσική.
Μακάρι νά καταλαβαίναμε.

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Μνήμη Κωστῆ Γκιμοσούλη
θανόντος σήμερα 7.8.2023 – N.K.

*

 

Τόμ Χέννεν, Ἀπό μιά παραμελημένη ἐπαρχία

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Ἀπό μιά παραμελημένη ἐπαρχία

Πλάσματα νά μή μπορεῖς ν’ ἀγαπήσεις δέν ὑπάρχουν.
Ἕνας βάτραχος κοάζοντας καλεῖ τόν Θεό
Ἀπό τ’ ὁλόγιομο σεληνόφωτο χαντάκι
Καθώς στέκεις στόν ἀγροτικό δρόμο νύχτα Ἰουνίου.

Ὁ ἦχος ἀρκεῖ γιά νά φέρει στ’ ἄστρα λυγμούς
Εὐτυχίας.
Τό πρωί χλοερό τό τοπίο
Ἀνυψώνεται ἀπό τό χῶμα μέ τήν εὐωδιά τοῦ γρασιδιοῦ.

Περατάρηδες τῆς μέρας πάνω στίς ὧρες της
Δίχως καμιά προσπάθεια τ’ ἀστραφτερά ἔντομα
Ζοῦν τίς μυστικές τους ζωές.

Ἡ ἔκταση ἀνάμεσα στούς ὁρίζοντες τῶν λιμώνων
Μᾶς πονάει μέ τήν ὀμορφιά της.

Φύλλα ἀπό τό δάσος τῆς λεύκας ἠχοῦν σέ μιάν ἀρχαία γλώσσα
Ὥς τό πιό μακρινό παγωμένο σκοτάδι τοῦ σύμπαντος.
Τό δάσος μέ τίς λεῦκες μιλάει καί σέ σένα
Γιά μελτεμάκι καί ἡλιόφωτες κηλίδες.

Εἶσαι στήν πατρίδα σου σ’ αὐτές
τίς μεγαλόπρεπες ἄδειες ἁπλωσιές
μαζί μέ κοκκινόφτερα μαυροπούλια καί βαλτοτόπια.

Νιώθεις ἀναπαυμένος σέ τοῦτο τόν τόπο
πλήρη σέ χάρη καί ὕπαρξη τόσο
πού στραφταλίζει ὅπως πετράδια
σκορπισμένα πάνω στά νερά. (περισσότερα…)

Μαίρη Όλιβερ, Πέρα ἀπό τή ζώνη τοῦ χιονιοῦ

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Πέρα ἀπό τή ζώνη τοῦ χιονιοῦ

Ἐκφωνητές ἀπό τοπικούς σταθμούς, ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον, ἀπαριθμοῦν καταστροφές σάν ἀπαγγελίες σκοτεινῶν ποιημάτων
Ὅπως συμβαίνει πάντα στά δόντια τοῦ χειμώνα.
Ἀλλά γιά ἄλλη μιά φορά ἡ θύελλα μᾶς προσπερνᾶ:
Συνηθισμένα μέτριο κι ὄμορφο, τό χιόνι στρώνεται
Ἐνῶ παιδιά μέ ξεφωνητά ἐπιστρέφουν στό παιχνίδι,
Καί γελαστοί πολίτες κουκουλωμένοι ἀκόμη μιά φορά
Καθαρίζουν τά ἄνετα τους μονοπάτια τῆς καύχησης καί τῆς φιλικῆς ὑποδοχῆς.

Καί τί ἄλλο θά μπορούσαμε νά κάνουμε; Ἄς εἴμαστε εἰλικρινεῖς.
Δυό πολιτεῖες βόρεια, ἡ θύελλα πῆρε ζωές.
Δυό πολιτεῖες βόρεια, γιά μᾶς, εἶναι πάρα πολύ μακριά, –
Μιά χώρα δέντρων, μιά περιοχή πάνω σέ χάρτη,
Ἕνας ἄγριος τόπος, οὔτε πῆγε κανείς ἐκεῖ ποτέ, – ἔτσι κι ἐμεῖς
Εὔκολα λησμονᾶμε κάθε μακρινό θανατικό.

Εἰρηνικά ἀπό τίς παγωμένες μας αὐλές παρακολουθοῦμε
Τά παιδιά μας νά τρέχουν στούς ἥπιους λευκούς λόφους.
Αὐτό εἶναι τό τοπίο πού κατανοοῦμε, –
Κι ὅσο ἡ ἀρχή τῶν πραγμάτων παραμένει ριζωμένη,
Πῶς τά παραδείγματα νά μᾶς βγάλουν ἀπό τήν ἡρεμία μας;
Δέν λέω πώς δέν εἶναι σφάλμα.
Λέω μόνον πώς, παρεκτός κι ἄν ἔχουμε ἀγαπήσει,
Ὅλα τά νέα καταφθάνουν σάν ἀπό μιά πολύ μακρινή χώρα.

MARY OLIVER

*

 

 

Ἄνταμ Ζαγκαγιέφσκι, Δύο ποιήματα

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Πάω στό Λβόβ

Νά πᾶς στό Λβόβ. Ποῦ ὑπάρχει σταθμός
γιά τό Λβόβ, ἄν ὄχι σ’ ὄνειρο, τήν αὐγή, ὅταν ἡ δροσιά
λαμπυρίζει πάνω σέ μιά βαλίτσα, ὅταν τά ἐξπρές
καί τά τραῖνα γίνονται σφαῖρες. Νά φύγεις
βιαστικά γιά τό Λβόβ, νύχτα ἤ μέρα, τόν Σεπτέμβρη
ἤ τόν Μάρτη. Ἀλλά μόνο ἄν τό Λβόβ ὑπάρχει,
ἄν εἶναι νά βρεθεῖ ἐντός τῶν συνόρων καί ὄχι μόνο
στό νέο μου διαβατήριο, ἄν δόρατα δέντρων
–λεῦκες καί μελιές– ἀκόμα ἀνασαίνουν δυνατά
σάν Ἰνδιάνοι, καί ἄν τά ρυάκια μουρμουρᾶνε
τή σκοτεινή τους Ἐσπεράντο, καί τά φίδια τοῦ γρασιδιοῦ σάν μαλακά σήματα
στή Ρώσικη γλώσσα ἐξαφανίζονται
στά σύδεντρα. Νά μαζέψεις τά πράγματά σου καί νά ξεκινήσεις, νά φύγεις, μεσημέρι,
δίχως κανένα ἴχνος νά ἐξαφανιστεῖς
σάν κόρες πού λιγοθυμοῦν. Καί κολλητσίδες, πράσινες
στρατιές ἀπό κολλητσίδες, καί πιό χαμηλά, κάτω ἀπό καμβάδες Βενετσιάνικου καφέ, τά σαλιγκάρια κουβεντιάζουν γιά τήν αἰωνιότητα. Ἀλλά ὁ καθεδρικός ὑψώνεται, καί θυμήσου, τόσο εὐθύς, εὐθύς
σάν Κυριακή καί λευκές πετσέτες καί ἕνα καλάθι
ξέχειλο σμέουρα καί χόρτα καί τίς κεχριμπαρένιες
φράουλες τῆς Βασίλισσας Ἄννας, καί ἄσεμνο Φρέντρο.
Ὑπῆρχε πάντα ὑπερβολικά πολύ Λβόβ κανείς δέν μποροῦσε νά
γνωρίσει τίς περιοχές του, ν’ ἀκούσει
τό μούρμουρο κάθε πέτρας τσουρουφλισμένης
ἀπό τόν ἥλιο, τήν νύχτα ἡ σιωπή τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιᾶς διέφερε ἀπό αὐτήν τοῦ καθεδρικοῦ, οἱ Ἰησουίτες
βάφτιζαν τά φυτά, φύλλο τό φύλλο, ἀλλά φύτρωναν, φύτρωναν τόσο ἀνέμελα, καί ἡ χαρά πλανιόταν παντοῦ, σέ τραπεζαρίες, διαδρόμους καί μυλαράκια τοῦ καφέ πού γύριζαν ἀπό μόνα τους, σέ γαλάζιες τσαγιέρες, στό ἄμυλο, πού ἦταν ὁ πρῶτος
τυπολάτρης, σέ σταγόνες βροχῆς καί στ’ ἀγκάθια
τῶν ρόδων. Χιονισμένη φορσύθια χρύσιζε στό παράθυρο. (περισσότερα…)

Οὐίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Ὅταν τελειώσει ὁ πόλεμος

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Ὅταν τελειώσει ὁ πόλεμος
Φυσικά θά εἴμαστε περήφανοι ὁ ἀέρας θά εἶναι
Καλός νά τόν ἀναπνέεις ἐπιτέλους
Τό νερό θά ἔχει βελτιωθεῖ ὁ σολωμός
Καί ἡ σιωπή τοῦ παραδείσου θά μεταναστεύουν πιό τέλεια
Οἱ νεκροί θά σκέφτονται πώς οἱ ζωντανοί τό ἀξίζουν ἐμεῖς θά ξέρουμε
Ποιοί εἴμαστε
Καί θά καταταγοῦμε πάλι

~.~

Ὁ W. S. Merwing, γιός πρεσβυτεριανοῦ πάστορα, ἄρχισε νά γράφει σέ ἡλικία μόλις πέντε ἐτῶν, εἰκονογραφώντας ἐπίσης τούς ὕμνους πού ἄκουγε ἀπό τόν πατέρα του. Ἡ ἐξοικείωση ἀπό τόσο νωρίς μέ τούς ὕμνους, τόν ὁδήγησε σέ συγκεκριμένη ἀντίληψη γιά τήν φόρμα καί γιά τήν σημασία κάθε λέξης ξεχωριστά, δηλαδή τό εἰδικό βάρος της. Πολυγραφότατος (πάνω ἀπό πενήντα βιβλία ποίησης, πεζοῦ λόγου, μεταφράσεων) καί δυό φορές poet laureate (1999-2000, 2010-2011), χαρακτηρίστηκε στήν Ἀμερική ὡς «Thoreau τῆς ἐποχῆς μας» γιά τήν ἰσχυρή οἰκολογική του συνείδηση, τήν ἀντίθεσή του στήν πολεμική βαρβαρότητα, τήν ἀφοσίωσή του στήν γλώσσα, τό ὑψηλό ἐπίπεδο τῆς πνευματικότητάς του. Πολύ ἀργότερα, τήν ἐποχή τῆς μεγάλης πείρας καί ὡριμότητάς του, ὅταν συνέθετε τήν ποιητική συλλογή Garden Time, εἶχε ἤδη ἀρχίσει ὁ καιρός τῆς δοκιμασίας του: ἔχανε τό φῶς του. Ὅταν ἔφτασε στό σημεῖο νά μήν βλέπει, γιά νά συνεχίζει τό ἔργο του, ὑπαγόρευε στήν σύζυγό του Πώλα τά νέα του ποιήματα. Φαίνεται πώς ἡ δοκιμασία τόν ἔφερνε πλησιέστερα σέ ἄγνωστες περιοχές τῆς ὕπαρξής του, τόν ἔκανε νά τίς ἀφουγκράζεται καί νά μιλάει πιό ἄμεσα στόν ἀναγνώστη του.

Ἀποδεσμευμένος πιά ἀπό τήν προβολή πού δεχόταν γιά τό ἔργο του καί τούς πολύχρονους ἐπαίνους γιά τό πόσο ἐπηρέαζε ἄλλους ποιητές, περιβαλλόμενος τώρα ὁ Merwing ἀπό θαμπές σκιές ἔστρεφε ἐπίμονα τήν προσοχή του στούς ἤχους – ἐμψυχωμένους ἤχους. Ἀνακάλυπτε πῶς νά βρίσκεται στό πλάϊ τοῦ ἀναγνώστη μέ μιά, κερδισμένη μέ ὀδύνη, διασθητική ἀμεσότητα. Τόνιζε μέ κάθε τρόπο τήν ἐλπίδα πού χρειαζόμαστε: Ἐλπίδα σ’ αὐτό πού θέλει νά μᾶς βρεῖ. «Ἐλπίδα στό φῶς τῆς μέρας πού ἔρχεται».

Σέ ὅλο του τό ἔργο, διάλεγε συνειδητά τήν ἀπουσία στίξης, ἔτσι καί στό Garden Time. Τόν τίτλο αὐτόν θά μπορούσαμε νά τόν μεταφράσουμε ὡς Καιρό τοῦ Κήπου, γιατί αὐτό πού ἐπιδιώκει νά διαφανεῖ, στό ἀνεμπόδιστο κύλισμα τοῦ κάθε ποιήματος, δέν εἶναι ὁ χρόνος. Εἶναι ὁ Καιρός· μέ τήν δική μας, ἑλληνική σημασία τοῦ ὅρου: εὐ-καιρία μέ ἄλλα λόγια. Ἀποκτᾶ καί ἄλλες προεκτάσεις, ἄν σκεφθεῖ κανείς πώς ἡ συλλογή ἐκδόθηκε τό 2016, ἡ ἀγαπημένη του Πώλα ἀπεβίωσε τό 2017, καί ὁ ἴδιος ἐξέπνευσε εἰρηνικά στόν ὕπνο του, τό 2019. Ἑπομένως τό τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῆ, μέσα στήν δοκιμασία τῆς τύφλωσης,ὑπῆρξε πράγματι ἕνας Καιρός ἐκ νέου καλλιέργειας καί φροντίδας τοῦ Κήπου πού τοῦ δόθηκε: εὐκαιρία φιλοσοφικοῦ ἀναστοχασμοῦ, παρατηρήσεων μέ τά ἔσω μάτια, σπορᾶς ἐρωτημάτων ὅπως τά ἀκόλουθα μέ νηφάλιο καί γλυκύ τρόπο:

Eἶμαι ἐγώ πού ἔφτασα σ’ αὐτήν τήν ἡλικία
ἤ εἶναι ἡ ἡλικία πού ἦρθε σέ μένα
ποιό ἀπ’ τά δυό ἔφερε μαζί του ὅλες τοῦτες
τίς σιωπηλές εἰκόνες πάνω στόν σκιερό τους ποταμό

Ν.Κ.

*

Ἄνταμ Ζαγκαγιέφσκι, Δύο ποιήματα

*

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ Ψυχή

Τό ξέρουμε πώς δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά χρησιμοποιοῦμε τό ὄνομά σου.
Τό ξέρουμε πώς εἶσαι ἀνείπωτη
ἀναιμική, αἰθέρια, καί ὕποπτη
γιά προσβολές μυστηριωδῶν παραπτωμάτων τοῦ παιδιοῦ .
Τό γνωρίζουμε πώς δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά ζεῖς τώρα πιά
στήν μουσική ἤ στά δέντρα τό ἡλιοβασίλεμα.
Τό γνωρίζουμε -τουλάχιστον αὐτό μᾶς εἰπώθηκε-
πώς δέν ὑπάρχεις καθόλου, πουθενά.
Κι ὡστόσο συνεχίζουμε ν’ ἀκοῦμε τήν κουρασμένη φωνή σου
– σέ μιάν ἠχώ, ἕνα παράπονο, τίς ἐπιστολές πού λαμβάνουμε
ἀπό τήν Ἀντιγόνη στήν ἔρημο τῆς Ἑλλάδας.

~.~ (περισσότερα…)

Μαίρη Ὄλιβερ, Οἱ λιμνοῦλες

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΟΙ ΛΙΜΝΟΥΛΕΣ

Κάθε χρόνο
τά νoύφαρα
ἀνθίζουν τόσο ἀψεγάδιαστα
Δέν πιστεύω στά μάτια μου πώς

εἶναι τό φῶς τους αὐτό πού πληθαίνοντας ἀγκαλιάζει
τίς μαῦρες,
λιμνοῦλες τοῦ μεσοκαλόκαιρου.
Κανείς δέν θά μποροῦσε νά τά μετρήσει ὅλα τους –

Τά μοσχοπόντικα κολυμπώντας
ἀνάμεσα στά πέταλα τῶν νούφαρων καί τά χορτάρια
μποροῦν ν’ ἁπλώσουν
τά μυώδη τους μπράτσα καί ν’ ἀγγίξουν (περισσότερα…)

Οὐίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Στό φώς τοῦ Σεπτεμβρίου

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Ὅταν εἶσαι κιόλας ἐδῶ
παρουσιάζεσαι μόνον σάν
ἕνα ὄνομα πού εἴτε εἶσαι παρόν
εἶτε ὄχι μιλᾶ γιά σένα

καί γιά τήν ὥρα μοιάζει σάν
νά εἶσαι ἀκόμα καλοκαίρι
στό ἀποκορύφωμά του ἀκόμα
οἰκεῖο μας ἀτέλειωτο καλοκαίρι
ὡστόσο μέ μιάν ἀνταύγεια
χαλκοῦ στήν ψύχρα τῶν πρωϊνῶν
καί τ’ ἀργοπορημένα κίτρινα πέταλα
τοῦ φλόμου ἀνεμίζοντας στούς
στάχεις καθώς γέρνουν πάνω
ἀπό τίς θρυμματισμένες τους
σκιές πού διασχίζουν τήν χαρακωμένη γῆ (περισσότερα…)

Βισλάβα Συμπόρσκα, Τό Κρόμμυον

*

Tό Κρόμμυον

Τό κρόμμυον, τώρα εἶναι τό κάτι ἄλλο.
Σωθικά ἀνύπαρκτα.
Μόνον ἁγνή κρομμυωσύνη.
γιά χόρταση τοῦ ἀφοσιωμένου κρομμυολάτρη.
Κρομμυότητα ἐντός
Κρομμυομοιότητα στήν ὄψη ἐκτός.
Ἀκολουθεῖ δικό του κρεμμυδοδαιμόνιον
δίχως ἀνθρωποδάκρυα δικά μας.

Τό δέρμα μας περικάλυμμα μονάχα
γιά κείνη κεῖ τή γῆ ὅπου κανένας δέν τολμᾶ νά πάει,
κολαστήριο ἐσωτερικό
τῆς ἀνατομίας τό ἀνάθεμα. (περισσότερα…)