Στήλες | Δοκιμές (από τον Φώτη Παπαγεωργίου)

Σκοπός της στήλης «Δοκιμές» είναι να καταστήσει προσβάσιμα στο ευρύ κοινό, για πρώτη φορά στα ελληνικά, κλασικά κείμενα και αποσπάσματα της λατινικής και λατινογενούς γραμματείας. Κορφολογεί, εισάγει, μεταφράζει και σχολιάζει ο Φώτης Παπαγεωργίου.

Γιοχάννες Κέπλερ, Όνειρο, ή Σεληνιακή Αστρονομία

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια ο Κέπλερ (1571-1630), θαυμαστής του Κοπέρνικου, γοητευόταν ζωηρά από μια πρωτότυπη απορία: πώς, άραγε, θα αντιλαμβανόταν τα ουράνια φαινόμενα ένας παρατηρητής εγκατεστημένος στη Σελήνη; Το ερώτημα αυτό παρείχε το ερέθισμα για τη συγγραφή, αρκετά χρόνια αργότερα, ενός σύντομου έργου κοσμικής φαντασίας με τίτλο «Όνειρο ή Σεληνιακή Αστρονομία». Το κείμενο συντάχθηκε περί το 1609, με τον Κέπλερ να επιστρέφει σε αυτό και να το επεξεργάζεται εντατικά από το 1622 έως το 1630, συμπληρώνοντας την αφήγηση με 223 επεξηγηματικές σημειώσεις -τετραπλάσιες σε έκταση από την ίδια τη νουβέλα. Τμήμα του έργου εκδόθηκε πριν τον θάνατο του Κέπλερ, όμως την πρώτη ολοκληρωμένη εκδοση επιμελήθηκε το 1634 ο γιος του, Λούντβιχ.

Το έργο αφηγείται ένα οδοιπορικό στη Σελήνη. Η πρωτοτυπία του, όμως, δεν έγκειται σε αυτό, αφού η κοσμική φαντασία αποτελεί γραμματειακό είδος δημοφιλές ήδη από την αρχαιότητα (ο ίδιος ο Κέπλερ αναγνωρίζει την οφειλή του στον Πλούταρχο και τον Λουκιανό), ενώ είχε σημειώσει νέα άνθηση κατά την Αναγέννηση. Αυτό που κάνει το «Όνειρο» να ξεχωρίζει στη σχετική γραμματειακή παράδοση, πέρα από το βαρύ όνομα του συγγραφέα του, είναι ότι αποτελεί το πρώτο έργο στο οποίο η φαντασία γίνεται πραγματικά «επιστημονική», αλληγορώντας μάλιστα μοναδικά τη μετάβαση από την άγνοια στην επιστημονική γνώση.

Ο Κέπλερ αξιοποιεί την τεχνική της διήγησης που ενσωματώνει επάλληλες διηγήσεις. Σε κοσμολογικά συγκείμενα η τεχνική απαντά ήδη στον –αγαπημένο του Κέπλερ– Τίμαιο και αξιοποιείται κατά κόρον στη μακραίωνη ιστορία της γραμματείας της κοσμικής φαντασίας. Η υιοθέτηση της σύμβασης αυτής αποσκοπεί, επιπροσθέτως, στο να παράσχει κάποια κάλυψη στον Κέπλερ, έναν αληθινό μάρτυρα της επιστήμης. Η αφήγηση ξεκινά από τον ίδιο, περνώντας σύντομα στη φωνή του φανταστικού Ισλανδού συγγραφέα Δουρακότου. Με τη μεσολάβηση της μάγισσας Φιολξίλδης, μητέρας του Δουρακότου, η αφήγηση περνά στην τραχιά φωνή ενός «δαιμονίου» από τη Λεβανία (Σελήνη). Το δαιμόνιο αυτό το επικαλείται κανείς εκφωνώντας 21 γράμματα, με τον Κέπλερ να επεξηγεί στη σχετική σημείωση ότι τόσα είναι τα γράμματα που απαρτίζουν τη φράση «Κοπερνίκεια Αστρονομία» (Astronomia Copernicana). Ως δαιμόνιο πια, ο Κέπλερ χαρίζει μια συναρπαστική περιγραφή του ίδιου του ταξιδιού προς τη Σελήνη και, κυρίως, των ουρανίων φαινομένων και σωμάτων –πάνω από όλα της Γης– όπως τα αντιλαμβάνονται οι κάτοικοι των δύο ημισφαιρίων του δορυφόρου μας. Καταλήγει με μια αναπαράσταση της γεωγραφίας της Σελήνης και των αξιοπερίεργων πλασμάτων που ζουν εκεί. Η απελευθερωτική αφήγηση διακόπτεται όταν ο Κέπλερ ξυπνά, απότομα, από το σεληνιακό του αστρονομικό όνειρο.

~.~

ΓΙΟΧΑΝΝΕΣ ΚΕΠΛΕΡ

Όνειρο,
ή Σεληνιακή Αστρονομία 
[1]

Το 1608, ενόσω μαινόταν η διαμάχη μεταξύ των δύο αδελφών –του αυτοκράτορα Ροδόλφου και του Αρχιδούκα Ματθία[2]– ο λαός αναζητούσε προηγούμενα για όσα συνέβαιναν στην ιστορία της Βοημίας. Παρακινημένος από την περιρρέουσα φιλοπεριέργεια, επιδόθηκα και εγώ στη μελέτη των θρύλων της Βοημίας. Τότε έτυχε να διαβάσω για τη μυθική Λιβούσα[3], την ξακουστή για τη μαγική της τέχνη. Συνέβη, λοιπόν, το εξής. Μια νύχτα, λίγο αφότου είχα περιεργαστεί τη Σελήνη και τους αστέρες, πλάγιασα στον καναπέ μου και βυθίστηκα σε ύπνο πυκνό. Ονειρεύτηκα ότι είχα αγοράσει από το παζάρι ένα βιβλίο για να διαβάσω. Και το βιβλίο περιείχε την παρακάτω αφήγηση:

«Το όνομά μου είναι Δουρακότος και πατρίδα μου είναι η Ισλανδία, την οποία οι αρχαίοι αποκαλούσαν Θούλη[4]. Μητέρα μου ήταν η Φιολξίλδη, της οποίας ο πρόσφατος θάνατος μου χάρισε πια τη δυνατότητα να γράψω, πράγμα που ήθελα να κάνω εδώ και καιρό[5]. Γιατί όσο ζούσε, η μητέρα μου φρόντιζε με κάθε τρόπο να με αποτρέψει. Επαναλάμβανε ότι είναι πολλοί οι μοχθηροί που επιβουλεύονται τις τέχνες και οι οποίοι, εξαιτίας της άγνοιάς τους, χλευάζουν αυτό που δεν μπορεί να συλλάβει το φτωχό τους μυαλό και θεσπίζουν εναντίον του νόμους επιβλαβείς για το ανθρώπινο γένος. Σύμφωνα με αυτούς τους νόμους, πολλοί είναι οι άνθρωποι που θα έπρεπε να έχουν καταδικαστεί και καταβαραθρωθεί στην άβυσσο της Χέκλας[6]. Πώς έλεγαν τον πατέρα μου η Φιολξίλδη δεν μου αποκάλυψε ποτέ. Μου ανέφερε μόνον ότι ήταν ένας ψαράς που είχε πεθάνει σε ηλικία εκατόν πενήντα ετών, όταν εγώ ήμουν μόλις τριών, και πως ήταν παντρεμένοι για εβδομήντα περίπου χρόνια.

Όταν ήμουν ακόμα πολύ μικρός η μητέρα μου, κρατώντας με από το χέρι ή βαστάζοντάς με στους ώμους της, με πήγαινε συχνά στα χαμηλά των ραχών της Χέκλας, ιδίως κοντά στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη[7], όταν ο Ήλιος, ορατός όλο το εικοσιτετράωρο, δεν αφήνει κανέναν χώρο στη νύχτα. Μάζευε πολλά βοτάνια και στη συνέχεια τα μαγείρευε με απόλυτη ιεροτελεστία στο σπίτι. Έφτιαχνε σακιά από δέρμα κατσίκας και όταν αυτά γέμιζαν τα πήγαινε στο γειτονικό λιμάνι για να τα πουλήσει στους καπετάνιους των πλοίων. Έτσι εξασφάλιζε τα προς το ζην. Από περιέργεια έσκισα μια φορά ένα από τα σακιά. Η μητέρα μου, που δεν γνώριζε τι είχα κάνει, το είχε μόλις πουλήσει σε έναν καπετάνιο όταν ξαφνικά το σακί έσκασε και έπεσαν κατάχαμα βοτάνια αλλά και λινά πουγκιά, τα οποία ήταν ποικιλμένα με διάφορα σύμβολα κεντημένα με μεράκι. Αχρηστεύοντας αυτό το σακί της στέρησα ένα μικρό εισόδημα. Τότε η μητέρα μου, λυσσασμένη από οργή, μου ανακοίνωσε ότι θα προσφέρει εμένα στον καπετάνιο αντί για το σακί προκειμένου να κρατήσει τα χρήματα. Την επόμενη κιόλας μέρα το πλοίο σάλπαρε απροσδόκητα από το λιμάνι με ούριο άνεμο και έβαλε πλώρη για τα νησιά της Νορβηγίας. Μετά από κάποιες μέρες φύσηξε βοριάς που έσπρωξε το πλοίο ανάμεσα στη Νορβηγία και την Αγγλία[8]. Ο καπετάνιος διέπλευσε το κανάλι και τράβηξε για τη Δανία καθώς είχε να παραδώσει επιστολές ενός επισκόπου της Ισλανδίας στον Τύχο Μπράχε, τον Δανό, που ζούσε στο νησί Χβεν[9]. Εγώ, δεκατετράχρονο αγόρι ακόμα, αρρώστησα βαριά από τα τραμπαλίσματα του πλοίου και την ασυνήθιστη ζέστη που προκαλεί εκεί ο αέρας. Όταν άραξε το πλοίο, ο καπετάνιος μου εμπιστεύτηκε τις επιστολές και με άφησε στο σπίτι ενός ψαρά του νησιού, σαλπάροντας ξανά με την υπόσχεση να επιστρέψει.

Όταν του παρέδωσα τις επιστολές, ο Μπράχε άρχισε, εμφανώς ευδιάθετος, να μου κάνει πολλές ερωτήσεις. Δεν τις πολυκαταλάβαινα αφού δεν γνώριζα τη γλώσσα, εκτός από ελάχιστες λέξεις. Εκείνος όμως παρήγγειλε στους πολυάριθμους μαθητές του να μου αφιερώσουν αφειδώς χρόνο για να συζητούν μαζί μου. Χάρις στη γενναιοδωρία του Μπράχε, και με εξάσκηση λίγων μόλις εβδομάδων, άρχισα να μιλάω δανέζικα κάπως ανεκτά. Αισθανόμουν έτοιμος και πρόθυμος να απαντώ, τουλάχιστον όσο πρόθυμοι ήταν και εκείνοι να μου απευθύνουν ερωτήσεις. Είχα την ευκαιρία να θαυμάσω πολλά πράγματα που μου ήταν παντελώς άγνωστα. Και, με τη σειρά μου, διηγιόμουν ιστορίες από την πατρίδα μου που προκαλούσαν τον δικό τους θαυμασμό. (περισσότερα…)

Κόιντος Αυρήλιος Σύμμαχος, Για τον Βωμό της Νίκης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το Υπόμνημα αρ. 3 «Για τον Βωμό της Νίκης» (Relatio III, De Ara Victoriae) του συγκλητικού και κορυφαίου ρήτορα Κόιντου Αυρήλιου Σύμμαχου είναι οπωσδήποτε το πιο διάσημο αλλά και ένα από τα ελάχιστα διασωθέντα κείμενα αντίδρασης των υπερασπιστών της παραδοσιακής ρωμαϊκής θρησκείας απέναντι στην καταστολή που επέβαλαν οι χριστιανοί αυτοκράτορες τον 4ο αιώνα. Ο Βωμός (μαζί με το χρυσό άγαλμα) της θεάς Νίκης εγκαταστάθηκε από τον Αύγουστο το 29 π.Χ. στην Κουρία, την έδρα της Συγκλήτου, και αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της Ρώμης – σημείο αναφοράς για τη σύνδεση της ευημερίας της πόλης με την εύνοια των θεών. O Βωμός αφαιρέθηκε κατόπιν διαταγής του Κωνστάντιου Β΄ το 357 και αποκαταστάθηκε προσωρινά είτε από τον ίδιο, είτε από τον Ιουλιανό. Το 382 ο Γρατιανός όχι μόνον διέταξε να αφαιρεθεί αλλά εισήγαγε και άλλα κατασταλτικά μέτρα, μεταξύ των οποίων τη διακοπή της χρηματοδότησης των εθνικών λατρευτικών τελετών, την κατάργηση των προνομίων των Εστιάδων Παρθένων και την απαλλοτρίωση περιουσιακών εκτάσεων ορισμένων ιερατικών κολληγίων. Η Σύγκλητος, στην οποία πλειοψηφούσαν οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής θρησκείας, εξουσιοδότησε τότε τον Σύμμαχο να παρουσιαστεί στο Μιλάνο (έδρα της αυτοκρατορικής αυλής) και να εκφράσει τη διαμαρτυρία της στον Γρατιανό. Με την έντεχνη μεσολάβηση του Αμβρόσιου, επισκόπου Μιλάνου, αλλά και αντίπαλων συγκλητικών, ο Γρατιανός αρνήθηκε την ακρόαση. Το επόμενο έτος (383) ο Γρατιανός δολοφονείται, ενώ μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας μαστίζεται από λιμό. Τον τελευταίο οι εθνικοί τον ερμηνεύουν ως τιμωρία που επέβαλαν οι θεοί της Ρώμης εξαιτίας της υποβάθμισης της λατρείας τους. Στον θρόνο ανεβαίνει ο 12ετής ετεροθαλής αδελφός του Γρατιανού, Ουαλεντινιανός Β΄. Το 384 ο Σύμμαχος εκλέγεται «πολίαρχος» Ρώμης (Praefectus Urbis Romae) και υποβάλλει το διάσημο υπόμνημά του στον νέο αυτοκράτορα. Αν και γνωστό ως υπόμνημα για την αποκατάσταση του Βωμού της Νίκης, στο κείμενο ο Σύμμαχος υπερμάχεται επίσης της επανακαθιέρωσης των προνομίων και του δικαίου των ιερατικών κολληγίων (κυρίως εκείνων των Εστιάδων Παρθένων) και, γενικότερα, του σεβασμού της πατρώας λατρείας. Το υπόμνημα καταπνίγεται στο αυτοκρατορικό Κονσιστόριο υπό την επίδραση, και πάλι, του Αμβρόσιου. Κομβική ως προς αυτό στάθηκε η επιστολή αρ. 17 του τελευταίου. Σε επόμενη δε επιστολή (αρ. 18), όταν το ζήτημα έχει πια κριθεί, ο Αμβρόσιος απαντά στα επιχειρήματα του Σύμμαχου με ευγλωττία οπωσδήποτε ισάξια του θύραθεν αντιπάλου του.

~.~

ΚΟΪΝΤΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ

Για τον Βωμό της Νίκης

Υπόμνημα ΙΙΙ [1]

Στους Αεισέβαστους Δεσπότες και Αυτοκράτορές μας Ουαλεντινιανό, Θεοδόσιο και Αρκάδιο[2], από τον Λαμπρότατο Σύμμαχο, Πολίαρχο Ρώμης.

1 . Μόλις η περιφανέστατη Σύγκλητος, πάντα αφοσιωμένη σε εσάς, πληροφορήθηκε ότι για τις αδικίες λογοδοτεί πια κανείς στον νόμο και πως ευσεβείς ηγεμόνες λαγαρίζουν τη Ρώμη από τη μαυρίλα που επικράτησε τα τελευταία χρόνια, ενθαρρυμένη δε από τη μεγαλειώδη έλευση μιας πιο ελπιδοφόρας εποχής, έλυσε τη σιωπή της, εξέφρασε την επί μακρόν καταπνιγμένη θλίψη της και με εξουσιοδότησε να την εκπροσωπήσω για δεύτερη φορά προκειμένου να μεταφέρω τις ενστάσεις της. Διότι, την πρώτη φορά, άνδρες ιδιοτελείς είχαν καταφέρει να μου αποστερήσουν το προνόμιο της ακρόασης από τον Θείο[3] Αυτοκράτορα. Εάν δεν το είχαν μεθοδεύσει αυτό, η δικαιοσύνη θα είχε ασφαλώς αποδοθεί, Δεσπότες και Αυτοκράτορές μας.

2 . Απευθύνομαι σε εσάς με διπλή ιδιότητα. Ως πολίαρχος, ενεργώ στο πλαίσιο των δημοσίων καθηκόντων μου, ενώ ως πρεσβευτής είμαι επιφορτισμένος να σας μεταφέρω τη βουλή των πολιτών. Δεν υφίσταται πλέον διάσταση προθέσεων στη Σύγκλητο, αφού οι άνδρες έχουν πάψει πια να πιστεύουν ότι, εκφράζοντας μια προσποιητή διαφωνία, θα κερδίσουν την εύνοια των αυλικών. Το να σε αγαπούν, το να σε σέβονται, το να σε εκτιμούν, είναι πράγματα πολύ σπουδαιότερα από την εξουσία. Ποιος μπορεί να ανέχεται ιδιωτικά συμφέροντα να στρέφονται ενάντια στην πολιτεία; Και δικαίως, φυσικά, η Σύγκλητος πατάσσει εκείνους που ενεργούν προς χάριν της δικής τους ισχύος και όχι υπέρ της δόξας του ηγεμόνα. Οι κόποι μας αποσκοπούν στην περιφρούρηση της Μεγαλοφροσύνης σας. Για ποιον άλλωστε λόγο υπερασπιζόμαστε τους θεσμούς των προγόνων μας και τα δικαιώματα και το πεπρωμένο της πατρίδας μας, παρά για τη δόξα που όλα αυτά επιθέτουν στο παρόν; Και τούτη η δόξα στα αλήθεια εκτινάσσεται όταν ενεργεί κανείς με την επίγνωση πως δεν μπορεί να αντιμάχεται, ούτε στο ελάχιστο, το έθος των προγόνων. (περισσότερα…)

Αυγουστίνος, Για τη χρησιμότητα του να πιστεύεις [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το De utilitate credendi είναι το πρώτο έργο που έγραψε ο Αυγουστίνος (354-430) μετά τη χειροτόνησή του. Γράφτηκε περί το 391 και αποτελεί επιστολικό δοκίμιο που απευθύνεται στον παλιό του φίλο Ονοράτο. Ο αναγνώστης παραπέμπεται στη σύντομη εισαγωγή η οποία παρέχεται στη δημοσίευση του Α΄ μέρους των αποσπασμάτων του έργου.

~.~

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Για τη χρησιμότητα του να πιστεύεις

(Αποσπάσματα από τη δεύτερη ενότητα: §§14-36[1]

7. 14.  Τώρα θα προσπαθήσω να ολοκληρώσω αυτό που ξεκίνησα. Και χωρίς να προσπαθήσω να σου παραθέσω ανοιχτά την Καθολική πίστη, θα σoυ δείξω ότι, όσοι ενδιαφέρονται να εξετάσουν εξονυχιστικά τα μυστήρια της και μεριμνούν για την ψυχή τους, μπορούν να ελπίζουν στη θεϊκή εύνοια ενόσω προσπαθούν να βρουν την αλήθεια. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι εκείνος που αναζητά την αληθινή θρησκεία είτε πιστεύει ήδη στην αθανασία της ψυχής -την οποία αυτή η θρησκεία χαρίζει-, είτε θέλει να βρει αυτήν την αθανασία στην ίδια τη θρησκεία. Επομένως, κάθε θρησκεία ορθώνεται για χάρη της ψυχής. […]

15 .  Ας υποθέσουμε ότι δεν έχουμε ακούσει ακόμη τον κατηχητή καμίας θρησκείας. Είναι, ας πούμε, για εμάς ένα καινούργιο θέμα έρευνας. Μα τότε θα αναζητήσουμε, θαρρώ, ανθρώπους που διδάσκουν το αντικείμενο, όποιο και αν είναι αυτό. […]

16 .  […] Την αλήθεια την κατέχουν μόνον λίγοι. Γνωρίζουμε λοιπόν ποια είναι η αλήθεια, όταν γνωρίζουμε με ποιους βρίσκεται. […] Kαι αν από την ίδια τη φύση της αλήθειας συνάγουμε ότι λίγοι την κατέχουν, αυτό δεν συνεπάγεται ότι γνωρίζουμε και ποιοι είναι αυτοί. Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε όταν υπάρχουν τόσο λίγοι που γνωρίζουν την αλήθεια, και οι οποίοι, μάλιστα, ελέγχουν το πλήθος δια της αυθεντίας τους, όμως από το πλήθος αυτό είναι μετρημένοι στα δάχτυλα εκείνοι που ξεγλιστρούν από την αυθεντία και φθάνουν να διαλευκάνουν τη μυστική αλήθεια; […]

8. 20.  Έχοντας θέσει αυτές τις βάσεις, οι οποίες, νομίζω, είναι τόσο θεμιτές ώστε να μου εξασφαλίσουν τη νίκη σε αυτήν την υπόθεση ενώπιόν σου όποιος και αν είναι ο αντίπαλός μου, θα σου εκθέσω όσο καλύτερα μπορώ ποιο μονοπάτι ακολούθησα όταν αναζητούσα την αληθινή θρησκεία με τη στάση που, όπως εξήγησα παραπάνω, πρέπει να αναζητείται. Όταν σε άφησα και διέσχισα τη θάλασσα[1], ταλαντευόμουν και ακροβατούσα: τι πρέπει να κρατήσω και τι να αφήσω; Και αυτή η αμφιταλάντευση φούντωνε μέσα μου κάθε μέρα και πιο πολύ. Έχοντας δε υπάρξει μαθητής εκείνου του άνδρα[2] του οποίου η άφιξη μας είχε διαμηνυθεί, όπως γνωρίζεις, ως ουρανόπεμπτη, αυτός δε ως προορισμένος να ξεκαθαρίσει όλες μας τις απορίες, έφθασα πια να συνειδητοποιήσω ότι τούτος, εάν εξαιρέσεις κάποια ευγλωττία, δεν διέφερε και πολύ από τους υπολοίπους. Εγκατεστημένος πια στην Ιταλία διαλογιζόμουν και αναρωτιόμουν βαθιά, όχι αν θα παρέμενα σε αυτή την αίρεση, στην οποία μετάνιωσα που είχα ενταχθεί, αλλά με ποιον τρόπο θα έβρισκα την αλήθεια, για την οποία ξέρεις καλύτερα από τον καθένα πόσο έχει στενάξει η καρδιά μου. Συχνά μου φαινόταν αδύνατο να τη βρω, και μέσα στον κλυδωνισμό των σκέψεών μου ένιωθα έλξη προς τους Ακαδημεικούς. Άλλοτε, πάλι, στον βαθμό που μπορούσα, έκανα ενδοσκόπηση βρίσκοντας παρηγοριά στη δύναμη του ανθρώπινου νου: του τόσο ζωηρού, του τόσο διεισδυτικού, του τόσο οξυδερκούς. Θεωρούσα πως, αν η αλήθεια παραμένει κρυμμένη από αυτόν, τούτο θα συμβαίνει μόνον επειδή το μέσο αναζήτησής της παραμένει κρυμμένο μέσα της, και πως είναι απαραίτητο να λάβουμε αυτό ακριβώς το μέσο από κάποια θεϊκή αυθεντία. Έμενε λοιπόν να διερευνήσω ποια θα ήταν αυτή η αυθεντία, αφού, σε συνθήκες οξύτατης διαφωνίας, όλοι επαγγέλλονται πως την κατέχουν και την παραδίδουν. […] (περισσότερα…)

Αυγουστίνος, Για τη χρησιμότητα του να πιστεύεις [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το De utilitate credendi είναι το πρώτο έργο που έγραψε ο Αυγουστίνος (354-430) μετά τη χειροτόνησή του. Γράφτηκε περί το 391 και αποτελεί επιστολικό δοκίμιο που απευθύνεται στον παλιό του φίλο Ονοράτο. Ο Αυγουστίνος υπήρξε για εννέα χρόνια ακροατής στην αίρεση των Μανιχαίων και είχε πείσει τον Ονοράτο να κάνει το ίδιο. Όταν γράφει το De utilitate credendi έχουν περάσει ήδη οκτώ χρόνια από τότε που αποστασιοποιήθηκε από τους Μανιχαίους και τουλάχιστον πέντε χρόνια από τη μεταστροφή του στον χριστιανισμό. Ο παλιός του φίλος, όμως, είχε παραμείνει στο πλευρό των Μανιχαίων. Με την επιστολή του ο Αυγουστίνος ελπίζει να πείσει τον Ονοράτο να αντιμετωπίσει πιο ευνοϊκά την καθολική διδασκαλία. Και για αυτό συζητά και απαντά σε, δύο βασικές κριτικές τοποθετήσεις των Μανιχαίων απέναντι στον καθολικό χριστιανισμό: α) την απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης (§§4-13) και β) την υπεράσπιση του πρωτείου της λογικής έναντι της αυθεντίας (§§15-35).

Μέλημα του Αυγουστίνου είναι να καταδείξει την ανθρωπολογική, θεολογική και επιστημολογική χρησιμότητα (το όφελος, τα πλεονεκτήματα) της πίστης κατά τη διαδικασία της αναζήτησης -και εύρεσης- της αληθινής θρησκείας. Την αναζήτηση αυτή τη συνδέει και την εμπλουτίζει όχι μόνον με εμφανώς νεοπλατωνικές ιδέες, αλλά και με μια αυτοβιογραφική αναψηλάφηση που προοικονομεί τις διάσημες Εξομολογήσεις. Το κείμενο είναι, υπό μια έννοια, χαρακτηριστικά ρωμαϊκό αφού η λέξη-κλειδί του, η auctoritas («αυθεντία»), απουσιάζει τόσο ως όρος, αλλά εν πολλοίς και ως σύλληψη, από την ελληνική παράδοση. Αποτελεί κοινό τόπο στη Ρώμη ότι η αυθεντία οδηγεί στην πίστη. Πιστεύουμε, πρωτίστως, τα πρόσωπα, τις ομάδες, τους θεσμούς που διαθέτουν κύρος και αποτελούν για εμάς αυθεντίες. Ο Κικέρων, τα γραπτά του οποίου αποτελούν βασικό σημείο αναφοράς για τον Αυγουστίνο, ήταν εκείνος που έδωσε τις πιο κλασικές διατυπώσεις της αντίθεσης μεταξύ της ratio και της auctoritas. Για τον Αυγουστίνο, η φιλοσοφία διεκδικεί την πρώτη και υπόσχεται τη νόηση, ενώ η θρησκεία ξεκινά από τη δεύτερη, εδραιώνοντας την πίστη. Όμως, η λογική και ο νους πρέπει στην αρχή της διαδρομής να λάβουν τη θέση ικέτη και να ταπεινωθούν, αφού, δίχως την ισχυρή επίδραση της αυθεντίας και του δώρου της πίστης, είναι απολύτως αδύνατο να μυηθεί κανείς ορθά στην αληθινή γνώση του Θεού.

Στο πνεύμα της στήλης, η μετάφραση υποβάλλεται αρχικά ως «δοκιμή» και αποσπασματικά, στις δύο συναπτές αναρτήσεις της Μ. Πέμπτης και της Μ. Παρασκευής. Ολοκληρωμένη και στην τελική της απόδοση -όσο γίνεται να είναι τελική η απόδοση ενός τόσο απαιτητικού και διαχρονικού κειμένου- θα δημοσιευθεί στο 8ο τεύχος του περιοδικού Νέο Πλανόδιον, μαζί με μια εισαγωγή που θα ξεκλειδώνει κάποια από τα μυστικά του έργου και επαρκή σχολιασμό. Η μετάφραση αφιερώνεται στον Παντελή Μπασάκο, στη δροσερή σκιά της αυθεντίας του οποίου, έτη πολλά πριν, επιδόθηκα στη μελέτη του Αυγουστίνου.

~ . ~

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Για τη χρησιμότητα του να πιστεύεις

(Αποσπάσματα από την πρώτη ενότητα: §§1-13) [1]

1. 1.  Αν θεωρούσα, Ονοράτε, ότι o άνθρωπος o αιρετικός και ο άνθρωπος που πιστεύει τους αιρετικούς είναι ένα και το αυτό, θα επέλεγα τη σιωπή, αφήνοντας το ζήτημα μακριά από τη γλώσσα και τη γραφίδα μου. Είναι βέβαιο, όμως, πως υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο. Κατά τη γνώμη μου αιρετικός είναι εκείνος ο οποίος, επιδιώκοντας κάποιο πρόσκαιρο όφελος, ή, συχνότερα, επιδιώκοντας υπέρμετρη δόξα και περιωπή, είτε γεννά, είτε συμπαρατάσσεται με, ψευδείς και πρωτοφανείς δοξασίες. Εκείνος, από την άλλη, που πιστεύει ανθρώπους αυτού του είδους, έχει παραπλανηθεί από κάποιο ομοίωμα αλήθειας και ευσέβειας. Και επειδή έτσι έχουν τα πράγματα, δεν θεώρησα σωστό να σου κρύψω τις απόψεις μου για τον τρόπο με τον οποίο βρίσκει και συγκρατεί κανείς την αλήθεια. Όπως σίγουρα θα θυμάσαι, η φλογερή μας αγάπη για την αλήθεια είναι κάτι που μας συνδέει από τα νεανικά μας χρόνια. Η αλήθεια, όμως, βρίσκεται πολύ μακριά από τον νου μωρόσοφων ανθρώπων, οι οποίοι, έχοντας βαδίσει πολύ, ή, πιο σωστά, έχοντας φάει τα μούτρα τους στο μονοπάτι των σωματικών πραγμάτων, θαρρούν ότι η πραγματικότητα εξαντλείται σε ό,τι γίνεται αισθητό μέσω των πέντε διάσημων ανταποκριτών του σώματος. Και οι εντυπώσεις ή εικόνες που έχουν λάβει από αυτούς τους ανταποκριτές, στροβιλίζονται μέσα τους ακόμη και όταν αυτοί πασχίζουν να απομακρυνθούν από τις αισθήσεις. Mε τούτον τον θανατηφόρο και απατηλότατο γνώμονα δε, τις αισθήσεις, φαντάζονται ότι ορθοτομούν τα άφατα και ενδότατα διαμερίσματα της αλήθειας. […] (περισσότερα…)

Κολούτσιο Σαλουτάτι, Για την αποτυχία της παρηγοριάς απέναντι στον θάνατο

*

Συντομευμένη απόδοση της 2ης επιστολής
προς τον Φραντσέσκο Ζαμπαρέλλα  [1]

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

H 2η επιστολή του Κολούτσιο Σαλουτάτι προς τον Φραντσέσκο Ζαμπαρέλλα αποτελεί κορυφαία στιγμή στην ιστορία της φιλοσοφικής παραμυθητικής γραμματείας. Συντάσσεται όταν ο Σαλουτάτι, καγκελάριος της Φλωρεντίας και κορυφαία μορφή του ιταλικού ανθρωπισμού, συντρίβεται από τον χαμό του αγαπημένου του γιου Πιέρο στην Πανώλη του 1400 – λίγα χρόνια πριν είχε υπομείνει και τον θάνατο της γυναίκας του Πιέρα. Ο Ζαμπαρέλλα ήταν εκείνος που έγραψε πρώτος στον φίλο του, εξαίροντας μεταξύ άλλων την αξιοπρεπή και στωική του στάση ως εφάμιλλη της στάσης που τήρησαν απέναντι στο πένθος και την οδύνη σημαντικά πρόσωπα της αρχαιότητας. Στην πρώτη του επιστολή προς τον Ζαμπαρέλλα, ο Σαλουτάτι περιγράφει γλαφυρά τις τελευταίες στιγμές του Πιέρο και ομολογεί πόσο έχει απομυθοποιήσει την επάρκεια του φιλοσοφικού παραμυθητικού λόγου. Ο ίδιος βρίσκει περισσότερη παρηγοριά στη θρησκεία παρά στην παραμυθητική επιχειρηματολογία του 3ου βιβλίου των Τουσκουλανών διατριβών του Κικέρωνα. Ο Ζαμπαρέλλα συντάσσει νέα επιστολή στην οποία υπερασπίζεται εκτενώς την ικανότητα της φιλοσοφίας –ιδίως εκείνης που παραδέχεται την αθανασία της ψυχής– να προφυλάσσει τον άνθρωπο απ’ την οδύνη που προκαλεί ο θάνατος. Η 2η επιστολή του Σαλουτάτι περιλαμβάνει τη σφοδρή του απάντηση: συντηρητική από κάποιες απόψεις αλλά εντυπωσιακά ρηξικέλευθη στην υπεράσπιση και ανατίμηση της πραγματικότητας των ανθρώπινων συναισθημάτων.

~.~

Διακεκριμένε δάσκαλε, αδελφέ μου, αγαπημένε φίλε,

Δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό όταν σου έγραφα τις προάλλες ότι θα καταλήγαμε να έλθουμε σε αντιπαράθεση. Για να ’μαι ειλικρινής, όσα πραγματεύθηκα τότε μου φαίνονταν τόσο αληθινά που ούτε καν διανοήθηκα ότι θα φθάσω ποτέ να τα αμφισβητήσω. Να όμως που τώρα –για ακόμη μια φορά– συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχει ούτε μια αλήθεια στον κόσμο που να έχει διερευνηθεί τόσο εξαντλητικά ώστε να είναι αδύνατον να τη θέσει υπό αμφισβήτηση η ορμή της αντιπαράθεσης.

[…] Έρχομαι, λοιπόν, σε αυτό που αντιμάχεσαι και θα συζητήσω μαζί σου σε πνεύμα αδελφικό εάν αυτές οι θεραπείες που ο Κικέρων και άλλοι φιλόσοφοι προτείνουν για να προσφέρουν παρηγοριά, εκπληρώνουν όντως αυτό που υπόσχονται. Ας ακολουθήσουμε τον ειρμό των σκέψεών σου –ή, μάλλον, εκείνων του Κικέρωνα– προκειμένου να εξετάσουμε εάν αληθεύουν όσα υπερασπίζεσαι έντεχνα και διακηρύττεις τόσο επίμονα. Έχοντας δε την άνεση να εκφράζομαι ελεύθερα μαζί σου, οφείλω να σου ομολογήσω ότι στη συζήτησή μας βλέπω το βλέμμα σου στραμμένο περισσότερο στη φιλοδοξία και τον εντυπωσιασμό, παρά στην αλήθεια. Ισχυρίστηκα λοιπόν –και πολύ σωστά, κατά τη γνώμη μου– ότι ο θάνατος είναι κακός από τη φύση του, κι όχι επειδή αποτελεί συνέπεια της αμαρτίας. Ο Σιληνός φέρεται να είπε ότι το καλύτερο για τους ανθρώπους θα ήταν να μην γεννηθούν ποτέ, και το αμέσως επόμενο να πεθάνουν το συντομότερο δυνατό. Και κάποιος άλλος θα πει –μιμούμαι εδώ τα λόγια και το ύφος των Εθνικών– πως οι θεοί μερίμνησαν αξιοθαύμαστα ώστε τα δεσμά της ψυχής, δηλαδή τα σώματά μας, να είναι θνητά και όχι αιώνια. Αλλά τέτοια λόγια ελάχιστα καταφέρνουν να αποδείξουν ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι κακό. Και φυσικά, το κύρος της αλήθειας και των Θείων Γραφών μετρά για μένα ως Χριστιανό πολύ περισσότερο από τις αερολογίες εκείνων που φαντάζονται ότι οι ψυχές εγκατασπείρονται στα άστρα κι ότι, αιώνιες και δημιουργημένες προ πάντων των αιώνων, κατεβαίνουν στα σώματά μας… (περισσότερα…)

Πότζιο Μπρατσιολίνι, Ανέκδοτα

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Μαθητής του Μανουήλ Χρυσολωρά και επί σειρά ετών παπικός γραμματέας, ο Πότζιο Μπρατσιολίνι (1380-1459) ήταν ένας συνειδητοποιημένος, πρωτοπόρος και, φυσικά, επιφανέστατος ανθρωπιστής. Πλάι στο φιλολογικό του έργο, ο Πότζιο συνέταξε από το 1438 έως το 1452 το πρώτο (και για αιώνες διασημότερο) βιβλίο ανεκδότων που τυπώθηκε ποτέ. Το Liber Facetiarum, γραμμένο στα λατινικά, συγκεντρώνει 273 «facetiae»: σύντομες σκωπτικές ιστορίες. Αγαπημένα θέματα του Πότζιο είναι η υποκρισία του κλήρου, η μοιχεία και οι ταξικές διαφορές, διανθίζοντας συχνά τις διηγήσεις με άσεμνη γλώσσα και σκατολογική διάθεση. Έχουν καταμετρηθεί τουλάχιστον 34 εκδόσεις μόνον για το διάστημα από το 1470 έως το 1500. Το έργο ήταν εξαιρετικά επιδραστικό, βρίσκοντας μιμητές σε όλες τις χώρες και όλες τις γλώσσες της Αναγέννησης.

~.~

153.

Πώς αστειεύτηκε ένας φτωχός εις βάρος ενός πλούσιου που κρύωνε

Ένας πλούσιος άνδρας, ντυμένος ζεστά, ταξίδευε μες στο καταχείμωνο με προορισμό τη Μπολόνια. Καθώς διέσχιζε τα βουνά, έπεσε πάνω σ’ έναν χωρικό που φορούσε μόνον ένα κουρελιασμένο πανωφόρι. Θαυμάζοντας την αντοχή του χωρικού σε τέτοιες συνθήκες (το χιόνι ήταν πολύ κι ο αέρας δυνατός) τον ρώτησε αν έχει ξεπαγιάσει. — «Καθόλου», είπε χαμογελαστά ο χωρικός. — «Μα πώς γίνεται», αντέτεινε έκπληκτος ο πλούσιος, «εγώ να παγώνω μέσα απ’ τα γουναρικά μου, κι εσύ που είσαι μισόγυμνος να μην νιώθεις το κρύο;» — «Αν κι εσύ, όπως εγώ», είπε ο χωρικός, «φορούσες όλη σου τη γκαρνταρόμπα, καθόλου δεν θα κρύωνες».

184.

Για τον έμπορο που επαινούσε τη γυναίκα του λέγοντας ότι δεν είχε αφήσει ποτέ της πορδή

Ένας έμπορος, μιλώντας μ’ έναν ευγενή στον οποίο ήταν υποτελής, επαινούσε τη γυναίκα του -μεταξύ άλλων- για το γεγονός ότι δεν είχε αφήσει ποτέ της πορδή. Ο ευγενής παρατήρησε ότι αυτό είναι αδύνατον ν’ αληθεύει και στοιχημάτισε μαζί του ένα πλούσιο δείπνο πως πριν τρεις μήνες παρέλθουν, κάμποσες κλανιές θε ν’ αμολήσει η γυναίκα του. Την επόμενη μέρα ζήτησε να δανειστεί απ’ τον έμπορο πεντακόσια χρυσά, τα οποία υποσχέθηκε να επιστρέψει εντός οκτώ ημερών. Ο έμπορος ζοριζόταν πολύ να δανείσει τέτοιο ποσό: συναίνεσε πάντως, απρόθυμα βέβαια, κι έδωσε τα χρήματα. Περίμενε με αγωνία ώσπου νά ’ρθει η μέρα που είχε συμφωνηθεί και τότε γύρεψε τον ευγενή να του ζητήσει τα χρήματα. Η αρχοντιά του, όμως, λέγοντας πως δεν είχε στη διάθεσή του τα χρήματα εξαιτίας μιας έκτακτης ανάγκης, παρακάλεσε κιόλας τον έμπορο να του δανείσει πεντακόσια ακόμα, με την υπόσχεση να εξοφλήσει και τα δυο δάνεια πριν απ’ το τέλος του μήνα. Ο έντιμος έμπορος πρόβαλλε για πολλή ώρα αντίσταση, εκθέτοντας παραστατικά την ένδειά του. Ωστόσο, από φόβο μήπως χάσει και τα πρώτα, διέθεσε στενάζοντας και τ’ άλλα πεντακόσια. Γύρισε σπίτι του αποκαρδιωμένος και γεμάτος ανησυχία. Η σκέψη του έτρεχε ασταμάτητα, τον έζωναν οι αμφιβολίες και τις νύχτες δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Όσο ξαγρυπνούσε, όμως, άκουγε συχνά τη γυναίκα του να κλάνει στον ύπνο της. Στα τέλη του μήνα, ο ευγενής έστειλε να καλέσουν τον έμπορο και τον ρώτησε αν είχε ακούσει έκτοτε τη γυναίκα του να τις αμολάει. Ο φτωχός ομολόγησε το σφάλμα του: «Την άκουσα τόσο συχνά», είπε, «που το στοίχημα μπορεί να μου κόστιζε όχι ένα δείπνο, αλλά ολόκληρη την περιουσία μου». Τότε πήρε τα χρήματά του πίσω και πλήρωσε για το δείπνο. Πολλά πράγματα διαφεύγουν απ’ όσους κοιμούνται. (περισσότερα…)

Αποσπάσματα ερωτικής λογοτεχνίας της Αναγέννησης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ι

Η ερωτική σκηνή από την Ιστορία Δύο Εραστών
(1444)

Ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα του 15ου αιώνα ήταν η Ιστορία Δύο Εραστών  του Σιεννέζου συγγραφέα Αινεία Σύλβιου Βαρθολομαίου Πικκολομίνι (μετέπειτα Πάπα Πίου Β’). H Ιστορία Δύο Εραστών (Historia de Duobus Amantibus) είναι ένα επιστολικό μυθιστόρημα που αφηγείται τον φλογερό και παράνομο έρωτα της Λουκρητίας, μιας παντρεμένης γυναίκας, και του Ευρύαλου, ενός ανερχόμενου ευγενούς. Χίλια-μύρια εμπόδια στήνονται ανάμεσα στους ερωτευμένους, αλλά κάποια στιγμή κατορθώνουν να έλθουν σε σωματική επαφή. Το απόσπασμα περιγράφει αυτήν τη σκηνή:

«Η Λουκρητία φορούσε μια ελαφριά ρόμπα η οποία κολλούσε στο σώμα της δίχως καμία πτύχωση, δεν έκρυβε ούτε το στήθος ούτε τους γοφούς της και αναδείκνυε τα άκρα της όπως ακριβώς ήταν. Ο λαιμός της ήταν κατάλευκος, τα μάτια της έλαμπαν σαν τον ήλιο, το βλέμμα της ήταν χαρούμενο, το πρόσωπό της ζωντανό και τα μάγουλά της σαν κρίνοι ανακατεμένοι με κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Γέλιο γλυκό και σεμνό γέμιζε το στόμα της. Το ντεκολτέ της ήταν βαθύ και τα στήθη της φούσκωναν σαν ρόδια, έτσι που καθένας θα λαχταρούσε να τα αγγίξει.

Ο Ευρύαλος δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί, ξέχασε τον φόβο του και παραμέρισε κάθε σεμνότητα. Πλησίασε κοντά της και είπε: ‘‘Επιτέλους, ας απολαύσουμε τον έρωτά μας’’ και ταίριαξε τις πράξεις του με τα λόγια του. Όμως εκείνη αντιστεκόταν και παρακαλούσε γα την τιμή και την υπόληψή της, επιμένοντας ότι η αγάπη τους δεν απαιτούσε τίποτα περισσότερο από λόγια και φιλιά. Σε αυτό, ο Ευρύαλος χαμογέλασε: ‘‘Είναι γνωστό ότι ήρθα εδώ ή όχι; Αν είναι, δεν υπάρχει κανένας που δεν θα υποψιαστεί το χειρότερο, και είναι τόσο ανόητο να χάνεις τη φήμη σου για το τίποτα. Αν πάλι πράγματι κανείς δεν γνωρίζει ότι ήρθα εδώ, τότε δεν θα το μάθει ούτε κι αυτό. Ζούμε μια υπόσχεση αγάπης και προτιμώ να πεθάνω προτού τη στερηθώ’’ .

‘‘Μα είναι λάθος!’’ , φώναξε εκείνη, και αυτός απάντησε: ‘‘Λάθος είναι να μην αξιοποιούμε τα καλά πράγματα όταν μας δίνονται. Θα αφήσω μήπως να χαθεί η ευκαιρία που αναζητούσα τόσο καιρό και επιθυμούσα τόσο διακαώς;’’ . Της άρπαξε το φόρεμα, και αφού η Λουκρητία αντιστάθηκε χωρίς επιθυμία να επικρατήσει, εκείνος υπερίσχυσε εύκολα». (περισσότερα…)