Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Γ΄: Νεκρώσιμη Ακολουθία | Απόδοση Ντίνος Χριστιανόπουλος

 

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Ακολουθία νεκρώσιμος

Απόδοση Ντίνος Χριστιανόπουλος 

 

Η νεκρώσιμη ακολουθία της Ανατολικής Εκκλησίας είναι πασίγνωστη, για πασίδηλους και καταφανείς λόγους (αν και για τους ίδιους ακριβώς λόγους παραμένει ουσιωδώς άγνωστη, αδιάβαστη, αν όχι και παντελώς ανάκουστη και ξένη). Τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα της, Ιωάννη του Δαμασκηνού, παρά τις άκριτες βεβαιότητες πολλών, παραμένουν εν πολλοίς αμφίβολα και αβέβαια. Μάλιστα δε, όπως ειπώθηκε πρόσφατα: «στην πραγματικότητα, γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για την εποχή του αγ. Ιωάννη του Δαμασκηνού παρά για τα γεγονότα της δικής του ζωής, και ο πλέον εξονυχιστικός έλεγχος των πηγών από τους πρόσφατους μελετητές έχει απλώς διαβρώσει τα ελάχιστα σταθερά σημεία, που θεωρείτο ότι υπήρχαν, χωρίς να παρέχει άλλα»  (Andrew Louth). Συντομότατα κι εν συνόψει λοιπόν, ας αναφέρουμε ότι ο βίος του Ιωάννη συμπίπτει μέσες-άκρες και κατά προσέγγισιν με τον βίο του αραβικού χαλιφάτου των Ομμεϋαδών (περίπου 651-750) και διανύθηκε ολόκληρος στη Μέση Ανατολή.  Κατά πάσα πιθανότητα αυτόχθων Σύρος, ο Ιωάννης ήταν γόνος μιας περιώνυμης και εξέχουσας οικογένειας  Μελχιτών (ορθόδοξων) χριστιανών της Δαμασκού, οι οποίοι υπήρξαν υπεύθυνοι για τους φόρους και τα οικονομικά τόσο επί Ηρακλείου όσο και επί του χαλιφάτου, μετά τις αραβικές κατακτήσεις, ο ίδιος δε ο Ιωάννης διαδέχτηκε σε αυτό το πόστο τον πατέρα και τον παππού του. Τα συγγράμματά του υποδηλώνουν το εύρος και το βάθος της εγκυκλίου παιδείας του στα ελληνικά ενώ πιθανότατα γνώριζε και αραβικά. Παραιτήθηκε μάλλον κατά τη μεταβατική περίοδο του τέλους του 7ου-αρχές του 8ου αιώνα από την υψηλή του θέση, ίσως λόγω των πολιτικών εξαραβισμού στη διοίκηση που επέβαλε ο χαλίφης Αμπντ αλ-Μάλικ, και έγινε πρεσβύτερος στην Παλαιστίνη. Δεν τεκμαίρεται από πουθενά ότι ήταν μοναχός στη μονή του Αγίου Σάββα, αντιθέτως μαρτυρίες τον φέρουν ως ιερομόναχο στον ναό της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ. Εκεί στην Ιερουσαλήμ, εντός ίσως ενός ορθόδοξου ελληνόφωνου θύλακα και πάντα υπό τη σκιά του ισλαμικού τεμένους του Θόλου του Βράχου και του αλ-Άκσα, όπου έζησε το δεύτερο μισό του – εκκλησιαστικού του– βίου συνέγραψε και το σημαντικότερο μέρος της πλειάδος των έργων του. Έκθεση και υπεράσπιση της Ορθοδόξου πίστεως, κηρύγματα και λειτουργική ποίηση: αυτό το έργο τον ανέδειξε ως έναν από τους εξέχοντες Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας και ίσως τον συστηματικότερο θεολόγο της. Προσπερνώντας το ευρύ, πολυσχιδές και βαρύνον θεολογικό του έργο, ας αναφέρουμε εδώ πως η συμβολή του στη λειτουργική ποίηση της Εκκλησίας ήταν και παραμένει έως σήμερα θεμελιώδης, ιδίως μετά τις αλλαγές που επήλθαν στην εκκλησιαστική υμνογραφία και ποίηση με τον παραγκωνισμό του Κοντακίου και την είσοδο, μα και την έκτοτε παραμόνιμη επικράτηση, του Κανόνα. Παρότι η Οκτώηχος (Παρακλητική) δεν είναι έργο αποκλειστικά της γραφίδας και της επίνοιάς του, το γεγονός ότι αποδίδεται σε αυτόν αποτίει τη μεγαλύτερη τιμή που του επιδαψίλευσε η εκκλησιαστική κοινότητα για το πλήθος και την ποιότητα του λειτουργικού ποιητικού του έργου. Ανάμεσα στο μέγα πλήθος των ύμνων που συνέγραψε (στον Δαμασκηνό προσγράφεται ο μεγαλύτερος αριθμός ύμνων –παρότι ψευδεπιγράφως, αν και τιμητικώς– από οποιονδήποτε άλλον βυζαντινό υμνογράφο), είναι και η έως σήμερα εν χρήσει νεκρώσιμη ακολουθία.

Μία-δύο προσωπικές σημειώσεις για τούτον τον ιδιαίτατα εύγλωττο ύμνο, ψαλλόμενο στις έσχατες, βουβές, αμίλητες και λυγμικές περιστάσεις του βίου.

Αν και το κείμενο συνοδεύει τους νεκρούς στην τελευταία τους κατοικία, όπως και κάθε άλλο κείμενο, προορίζεται για τα ώτα και τις καρδίες των ζώντων, των περιλειπόμενων.

Ο στόχος προς τον οποίο καταδεικνύει ο ποιητής και υμνογράφος παραμένει ασφαλώς ο γλυκασμός της ωραιότητος του Χριστού και η συνάντηση με το φως του προσώπου του ως απάντηση στο σκοτάδι που χύθηκε ήδη στα μάτια του νεκρού, η μεταθανάτια ένωση μαζί του, συνάμα δε και η κατάδειξη της ματαιότητας των επιγείων. Είναι αδύνατον όμως να μας ξεφύγει μια υπόγεια τρυφερότητα, μια ηπιότητα και σχεδόν γλυκιά και πράα κατανόηση με την οποία παρουσιάζεται το δέσιμο των ανθρώπων με τις –πρόσκαιρες φευ και φευγαλέες– χαρές και τις γλύκες αυτού του βίου (νιώθω πως ήδη εδώ μέσα ακούγονται αχνές αντηχήσεις του κόσμου της Ύστερης Αρχαιότητας). Μια αντιβολή με το λατινικό Ρέκβιεμ, διάστικτο από τον φόβο και τον τρόμο της Μέλλουσας Κρίσης και την Ημέρα της Οργής του Θεού (Dies ira), από εικόνες του φλεγόμενου κόσμου και του άτεγκτου δικαστηρίου, μαρτυρεί θαρρώ για του λόγου το αληθές. Εξάλλου μια τέτοια θεολογική προοπτική ανιχνεύεται όχι μόνο στις θεολογικές πραγματείες Ανατολής και Δύσης, μα και στις αντίστοιχες ζωγραφικές απεικονίσεις, από τη μια της χαρούμενης σωτηριολογικής ένωσης Θεού κι ανθρώπου κι από την άλλη των υποβλητικών και τρομερών εικαστικών αφηγήσεων της Κρίσης αντιστοίχως. Αλλά αρκεί.

Παρουσιάζοντας σήμερα την έντιμη και αμασκάρευτα απλή απόδοση του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ας σημειώσω πως ο Θεσσαλονικιός ποιητής είχε την τόλμη της ανεπιτήδευτης απλότητας να μεταφράσει τα προφανή και στοιχειώδη: το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον και την Νεκρώσιμο Ἀκολουθία. Αποσπασματικά είχε εντάξει αρχικά κάποιες από τις αποδόσεις του στο Εντευκτήριο Ι (Ιανός, Θεσσαλονίκη 2007), και εν συνεχεία εκδόθηκε ολόκληρο το κείμενο το 2009, από τις εκδόσεις Μπιλιέτο.

Υποσημείωση εσχάτη: το τελευταίο δοξαστικό (Ὁρῶντές με ἄφωνον καὶ ἄπνουν προκείμενον) δεν ανήκει στον κάλαμο και την εποχή του Δαμασκηνού αλλά στη γραφίδα του Ματθαίου Μυρέων, χρονολογούμενο μόλις το 1615.

~.~

 

 

~.~

Ἀκολουθία νεκρώσιμος ἤτοι εἰς κεκοιμημένους

Ἦχος α´

Μὲς στὴ ζωὴ ποιά χαρὰ δίχως λύπη ὑπάρχει; Σ᾽ αὐτὴ τὴ γῆ ποιὰ δόξα στέκεται στὴ θέση της; Ὅλα εἶναι πιὸ ἀδύναμα κι ἀπ᾽ τὴ σκιά, ὅλα εἶναι πιὸ ἀπατηλὰ κι ἀπὸ τὰ ὄνειρα. Λίγο νὰ γυρίσει ἡ ζυγαριά, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ διαδέχεται ὁ θάνατος. Ἀλλά, Χριστέ μου, μὲ τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, καὶ μὲ τῆς ὡραιότητός σου τὴ γλυκύτητα, ἀνάπαυσε αὐτὸν ποὺ διάλεξες, φιλάνθρωπε.

Ἦχος β´

Σὰν λουλούδι μαραίνεται καὶ σὰν ὄνειρο χάνεται, καὶ διαλύεται κάθε ἄνθρωπος. Κι ὅταν ἡ σάλπιγγα ξανακουστεῖ καὶ ἡ γῆ συγκλονιστεῖ ἀπὸ σεισμό, ὅλοι οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν γιὰ νὰ σὲ ὑποδεχτοῦν, Χριστὲ καὶ Θεέ. Τότε, δέσποτα, αὐτὸν ποὺ μᾶς πῆρες κατάταξέ τον στὶς σκηνὲς τῶν ἁγίων σου, τὴν ψυχὴ τοῦ δούλου σου, Χριστέ.

Ἕτερον ἐκτὸς Τυπικοῦ. Ἦχος ὁ αὐτὸς

Ἀλίμονο, τί ἀγώνα κάνει ἡ ψυχή, ὅταν χωρίζεται ἀπ’ τὸ σῶμα! Ἀλίμονο, τί δάκρυα χύνει τότε καὶ κανεὶς δὲ βρίσκεται νὰ τὴν ἐλεήσει! Στρέφει τὰ μάτια στοὺς ἀγγέλους, μὰ ἱκετεύει ἄδικα. Ἁπλώνει τὰ χέρια στοὺς ἀνθρώπους, μὰ ποιός νὰ τὴ βοηθήσει; Γι’ αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, βλέποντας πόσο σύντομη εἶναι ἡ ζωή, ἂς ζητήσουμε ἀπ’ τὸν Χριστὸ νὰ ἀναπαύσει αὐτὸν ποὺ ἔφυγε, καὶ στὶς ψυχές μας νὰ χαρίσει τὸ μεγάλο του ἔλεος.

Ἦχος γ´

Μάταια εἶναι ὅλα τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα δὲν ὑπάρχουν ὕστερα ἀπ᾽ τὸν θάνατο. Οὔτε ὁ πλοῦτος διαρκεῖ οὔτε ἡ δόξα συνοδεύει· γιατί μόλις ὁρμήσει ὁ θάνατος, ὅλα αὐτὰ ἐξαφανίζονται. Γι᾽ αὐτὸ ἂς παρακαλέσουμε τὸν Χριστό, τὸν ἀθάνατο βασιλιά: Ἀνάπαυσε αὐτὸν ποὺ ἔφυγε ἀπὸ μᾶς ἐκεῖ ποὺ μένουν ὅλοι οἱ εὐτυχισμένοι.

Ἦχος δ´

Ποῦ εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ κόσμου; Ποῦ εἶναι τὰ πρόσκαιρα ποὺ φαντάζουν γιὰ μόνιμα; Ποῦ εἶναι τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι; Ποῦ εἶναι ἡ πλημμύρα τῶν ἀνθρώπων τοῦ σπιτιοῦ καὶ ὁ θόρυβος; Ὅλα σκόνη, ὅλα στάχτη, ὅλα σκιά. Ἀλλὰ ἐλᾶτε νὰ δεηθοῦμε στὸν ἀθάνατο βασιλέα: Κύριε, αὐτὸν ποὺ ἔφυγε ἀπὸ μᾶς ἀξίωσέ τον νὰ χαρεῖ τὰ αἰώνιά σου ἀγαθά, ἀναπαύοντάς τον στὴ μακαριότητα ποὺ τελειωμὸ δὲν ἔχει.

Ἦχος πλ. α´

Θυμήθηκα τὸν προφήτη ποὺ ἔλεγε «χῶμα καὶ στάχτη εἶμαι ἐγώ» κι ὕστερα πάλι ἔφερα στὸ νοῦ μου τὰ μνήματα καὶ εἶδα τὰ γυμνὰ τὰ κόκκαλα καὶ εἶπα «Ποιός εἶναι ἄραγε; Βασιλιὰς ἢ στρατιώτης; Πλούσιος ἢ φτωχός; Δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός;» Ἀλλὰ ἀνάπαυσε, Κύριε, μαζὶ μὲ τοὺς δίκαιους τὸν δοῦλο σου, φιλάνθρωπε.

[…]

Ἦχος πλ. δ´

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατο, καὶ δῶ τὴν ὡραιότητα, ποὺ πλάστηκε γιὰ μᾶς ὀλόϊδια μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, στοὺς τάφους νὰ τὴν κατεβάζουν, χωρὶς μορφή, χωρὶς σκοπό, χωρὶς κανένα σχῆμα. Ὦ τί θαῦμα εἶν᾽ τοῦτο, ἐτοῦτο τὸ μυστήριο ποὺ γίνεται γιὰ μᾶς! Πῶς στὴ φθορὰ παραδοθήκαμε, πῶς μὲ τὸν θάνατο δεθήκαμε; Βέβαια, μὲ τὸ πρόσταγμα, ὅπως εἶναι γραμμένο· τοῦ Θεοῦ ποὺ σ᾽ ὅσους ἔφυγαν παρέχει τὴν ἀνάπαυση.

[…]

Κατὰ τὸν τελευταῖον ἀσπασμὸν τοῦ λειψάνου

Ἦχος β´

Ἐλᾶτε, ἀδελφοί, νὰ δώσουμε τὸν τελευταῖο ἀσπασμὸ σ’ αὐτὸν ποὺ πέθανε, εὐχαριστώντας τὸν Θεό. Γιατί αὐτὸς χάθηκε γιὰ τοὺς συγγενεῖς του καὶ πηγαίνει στὸν τάφο, μὴ φροντίζοντας πιὰ γιὰ τίποτε τὸ μάταιο οὔτε γιὰ τὴν πολύμοχθη σάρκα. Ποῦ εἶναι τώρα οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι; Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα χωρίζουμε, κι ἂς εὐχηθοῦμε νὰ τὸν ἀναπαύσει ὁ Κύριος.

Δόξα… Ἦχος πλ. β ́

Βλέποντάς με νὰ κείτομαι χωρὶς φωνὴ καὶ χωρὶς πνοή, κλάψτε με, ἀδελφοὶ καὶ φίλοι, συγγενεῖς καὶ γνωστοί. Γιατί χτὲς ἀκόμα μιλοῦσα μαζί σας καὶ ξαφνικὰ μὲ χτύπησε ἡ φοβερὴ ὥρα τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ ἐλᾶτε ὅλοι ὅσοι μὲ ἀγαπᾶτε καὶ ἀσπασθεῖτε με γιὰ τελευταία φορά. Γιατί ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ποτὲ πιὰ δὲ θὰ περπατήσω ἢ δὲ θὰ κουβεντιάσω μαζί σας. Διότι πηγαίνω στὸν δικαστή, ὅπου δὲν ὑπάρχει μεροληψία. Γιατί δοῦλος καὶ δεσπότης παραβρίσκονται μαζί· βασιλιὰς καὶ στρατιώτης, πλούσιος καὶ φτωχός, βρίσκονται στὴν ἴδια κατάσταση. Γιατί καθένας ἀπ᾽ τὰ ἴδια του τὰ ἔργα ἢ θὰ δοξαστεῖ ἢ θὰ ντροπιαστεῖ. Ἀλλὰ ὅλους τοὺς ζητῶ καὶ τοὺς ἱκετεύω, ἀδιάκοπα γιὰ μένα νὰ προσεύχονται στὸν Χριστὸ καὶ Θεό, νὰ μὴ μὲ ρίξει γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου στὸν τόπο τῶν βασάνων ἀλλὰ νὰ μὲ κατατάξει ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Ἀπὸ τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία (μετάφραση Ντίνος Χριστιανόπουλος), Μπιλιέτο, Παιανία 2009.

~.~

 

Ἀκολουθία νεκρώσιμος ἤτοι εἰς κεκοιμημένους

Νεκρώσιμα ίδιόμελα
Ἰωάννου Μοναχοῦ τοῦ Δαμασκηνοῦ

Ἦχος α´

Ποία τοῦ βίου τρυφὴ διαμένει λύπης ἀμέτοχος; Ποία δόξα ἔστηκεν ἐπὶ γῆς ἀμετάθετος; Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα· μία ῥοπή, καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Ἀλλ ἐν τῷ φωτί, Χριστέ, τοῦ προσώπου σου, καὶ τῶ γλυκασμῷ τῆς σῆς ὡραιότητος, ὃν ἐξελέξω ἀνάπαυσον, ὡς φιλάνθρωπος.

Ἦχος β´

Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται, καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος· πάλιν δὲ ἠχούσης τῆς σάλπιγγος, νεκροί, ὡς ἐν συσσεισμῷ, πάντες ἀναστήσονται πρὸς τὴν σὴν ὑπάντησιν, Χριστὲ ὁ Θεός· τότε, Δέσποτα, ὃν μετέστησας ἐξ ἡμῶν, ἐν ταῖς τῶν Ἁγίων σου κατάταξον σκηναῖς, τὸ πνεῦμα τοῦ σοῦ δούλου, Χριστέ.

Ἕτερον ἐκτὸς Τυπικοῦ. Ἦχος ὁ αὐτὸς

Οἴμοι, οἷον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή, χωριζομένη ἐκ τοῦ σώματος! Οἴμοι, πόσα δακρύει τότε, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ ἐλεὼν αὐτήν! Πρὸς τούς, Ἀγγέλους τὰ ὄμματα ῥέπουσα, ἄπρακτα καθικετεύει, πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὰς χείρας ἐκτείνουσα, οὐκ ἔχει τὸν βοηθοῦντα. Διό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐννοήσαντες ἡμῶν τὸ βραχὺ τῆς ζωῆς, τῶ μεταστάντι (τῇ μεταστάση) τὴν ἀνάπαυσιν, παρὰ Χριστοῦ αἰτησώμεθα, καὶ ταὶς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἦχος γ´

Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται. Διὸ Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ βοήσωμεν· Τόν μεταστάντα ἐξ ἡμῶν ἀνάπαυσον, ἔνθα πάντων ἐστὶν εὐφραινομένων ἡ κατοικία.

Ἦχος δ´

Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ των προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν ἱκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά. Ἀλλὰ δεῦτε βοήσωμεν τῶ ἀθανάτω Βασιλεῖ: Κύριε, τῶν αἰωνίων σου ἀγαθῶν ἀξίωσον τὸν μεταστάντα ἐξ ἡμῶν, ἀναπαύων αὐτόν ἐν τῇ ἀγήρω μακαριότητι.

Ἦχος πλ. α´

Ἐμνήσθην τοῦ Προφήτου βοῶντος: Ἐγὼ εἰμι γῆ καὶ σποδός, καὶ πάλιν κατενόησα ἐν τοῖς μνήμασι καὶ εἶδον τὰ ὀστὰ τὰ γεγυμνωμένα καὶ εἶπον: Ἄρα τὶς ἐστι, βασιλεύς ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος ἢ πένης, ἢ δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός; Ἀλλὰ ἀνάπαυσον, Κύριε, μετὰ δικαίων τὸν δούλόν σου ὡς φιλάνθρωπος.

[…]

Ἦχος πλ. δ´

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος. Ὧ τοῦ θαύματος! Τὶ τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονε μυστήριον; Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ, καὶ συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ; Ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς μεταστάσι τὴν ἀνάπαυσιν.

[…]

Κατὰ τὸν τελευταῖον ἀσπασμὸν τοῦ λειψάνου

Ἦχος β´

Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν, δῶμεν ἀδελφοὶ τῶ θανόντι, εὐχαριστοῦντες Θεῷ, οὗτος γὰρ ἐξέλιπε τῆς συγγενείας αὐτοῦ, καὶ πρὸς τάφον ἐπεὶγεται, οὐκ ἔτι φροντίζων, τὰ τῆς ματαιότητος καὶ πολυμόχθου σαρκός. Ποῦ νῦν συγγενεῖς τε καὶ φίλοι; Ἄρτι χωριζόμεθα ὄνπερ, ἀναπαῦσαι Κύριος εὐξώμεθα.

Δόξα… Ἦχος πλ. β ́

Ὁρῶντές με ἄφωνον καὶ ἄπνουν προκείμενον, κλαύσατε πάντες ἐπ’ ἐμοί, ἀδελφοὶ καὶ φίλοι, συγγενεῖς καὶ γνωστοί. Τὴν γὰρ χθὲς ἡμέραν μεθ’ ὑμῶν ἐλάλουν, καὶ ἄφνω ἐπῆλθέ μοι ἡ φοβερὰ ὥρα τοῦ θανάτου. Ἀλλὰ δεῦτε πάντες οἱ ποθούμενοί με, καὶ ἀσπάσασθέ με τὸν τελευταῖον ἀσπασμόν. Οὐκέτι γὰρ μεθ’ ὑμῶν πορεύσομαι ἢ συλλαλήσω τοῦ λοιποῦ. Εἰς κριτὴν γὰρ ἀπέρχομαι ἔνθα προσωποληψία οὐκ ἔστι. Δοῦλος γὰρ καὶ δεσπότης ὁμοῦ παρίστανται, βασιλεὺς καὶ στρατιώτης, πλούσιος καὶ πένης ἐν ἀξιώματι ἴσῳ. Ἕκαστος γὰρ ἐκ τῶν ἰδίων ἔργων ἢ δοξασθήσεται ἢ αἰσχυνθήσεται. Ἀλλ’ αἰτῶ πάντας καὶ δυσωπῶ ἀδιαλείπτως ὑπὲρ ἐμοῦ προσεύξασθε Χριστῷ τῷ Θεῷ, ἵνα μὴ καταταγῶ διὰ τὰς ἁμαρτίας μου εἰς τὸν τόπον τῆς βασάνου, ἀλλ’ ἵνα μὲ κατατάξῃ ὅπου τὸ φῶς τῆς ζωῆς.