ΝΠ | Βιβλίο

Παγκόσμια Ημέρα Μυθιστορήματος – Μια πρόταση

*

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΣΩΝΙΤΗ

Φέτος στην εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης στον Ιανό, διάβασα, όπως και πέρσι, λίγους στίχους από δύο ποιήματά μου που περιέχονται  στο μυθιστόρημά μου Καθαρμοί, τον τρίτο τόμο της τριλογίας μου, «Πένθος και Έξαρση» – οι άλλοι τόμοι: Εκτέλεση, Εκδίκηση, από τις Εκδόσεις Πατάκη. Παραθέτω λίγα στιχάκια: Στο πρώτο ένα πουλί φτάνει στην βομβαρδισμένη, κατεχόμενη, αποκλεισμένη Αμμόχωστο: «Μικρό πουλί μαύρο πουλί, με μαύρο ράμφος και φτερά, πουλί με γλώσσα μαύρη και μαύρα μάτια κόκκινα, πουλί πουλάκι της νυκτός, τι θες και φτερουγάεις στης μαύρης Αμμοχώστου μας την έρμη αφτερούγητη, τη μαύρη ερημιά…»

Στο δεύτερο που διάβασα φέτος, γυναίκες πανηγυρίζουν την γέννηση ενός αγοριού, όπως θα  πανηγύριζαν οι άνδρες την γέννηση ενός κοριτσιού: «Ένας άντρας γεννήθηκε, γυναίκες … φαλλός σας ζητάει νιούτσικος …βάλτε λεμονανθούς στα στήθια σας … βάλτε κραγιόν από παπαρούνες … ντυθείτε κερασιές, κοράσια, ντυθείτε τρελλές ροδιές … μωρέ χαρές το νιάνιαρο, μωρ’ δεν χορταίνεις να τον βλέπεις … βαθιά κολύμπα παλληκάρι μας, του λόγου σου μη λογαριάζεις βάθια …   ο κόσμος είν’ ωραίος ο φαλλός σαν είν’ γενναίος, κι όλη πλάση ευωδιάζει η σχισμή σαν το προστάζει.»

Καθώς διάβαζα τους στίχους αυτούς, σκέφθηκα γιατί να μην καθιερωθεί η Παγκόσμια Ημέρα Μυθιστορήματος; Δεν το χρωστάμε στην τέχνη-επιστήμη του μυθιστορήματος που μαζί με την ποίηση είναι τα πρώτα, μεταξύ ίσων, λογοτεχνικά είδη, με τεράστια επίδραση στην παγκόσμια ψυχή και στον άνθρωπο; Δεν θα τιμήσουμε όμως ταυτόχρονα και τον ελληνικό πολιτισμό και παράδοση, αφού το μυθιστόρημα είναι ελληνική επινόηση; Ο πρώτος οιονεί μυθιστοριογράφος, ο πρώτος που επινόησε μια ιστορία για να ξεδιπλώσει τις απόψεις του είναι, πιστεύω, ο Παρμενίδης, στην πρώτη στροφή, 1-30, του κοσμολογικού του ποιήματος Περί φύσεως (συμβατική μεταγενέστερη ονομασία, δεν ξέρουμε την πρωτότυπη), στην οποία μια Θεά πάνω σε μια άμαξα οδηγεί τον αφηγητή στην αλήθεια του κόσμου: Να πώς, σε μετάφραση του αείμνηστου καθηγητή φιλοσοφίας,  φίλου Βασίλη Κύρκου (δίδαξε και στην σχολή σεμιναρίων μας Ανοιχτή Τέχνη) που απέδωσε (Εκδ. Παπαδήμα, 2011) για πρώτη φορά στην νεοελληνική όλα τα Σωζόμενα των Προσωκρατικών Φιλοσόφων, κατά την μνημειώδη έκδοση του Ντιλς (και Κρανζ), αλλά δεν αξιώθηκε όχι βραβείο μετάφρασης αλλά ούτε υποψηφιότητας καν, τα σάρωνε όλα εκείνα τα  χρόνια η ρηξικέλευθη μετάφραση του «Γλαυκώπις Αθηνά» ως «η Αθηνά τα μάτια λάμποντας». (περισσότερα…)

Μια μελέτη σταθμός στις μοντικές σπουδές

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Η πρόσφατη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά και στέρεα μελέτη του Παντελή Βουτουρή με τίτλο Κάπου στην Κύπρο, στον νομό Πρεβέζης. Εισαγωγή στην ποιητική του Κώστα Μόντη (εκδ. Ερατώ 2024) –ο τίτλος αποτελεί στίχο από το ποίημα του Μόντη «Προς Ζωή»– αποτελεί σημαντικό φιλολογικό και επιστημονικό γεγονός στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο δεν είναι μόνο μια αποκαλυπτική και τεκμηριωμένη φιλολογικά και επιστημονικά εισαγωγή στο έργο του σημαντικότερου ίσως ποιητή της Κύπρου, αλλά αποτελεί, κατά την άποψή μου, σταθμό για τις μοντικές σπουδές. Κι αυτό γιατί, εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και είκοσι από τον θάνατό του, έχουμε για πρώτη φορά μια συστηματική εισαγωγή-μονογραφία στο σύνολο του λογοτεχνικού έργου του Μόντη (ποιητικό και πεζογραφικό) η οποία φωτίζει επαρκώς αφενός την εξέλιξη της ποιητικής του Μόντη σε σχέση πάντα με το οικογενειακό, ιστορικό και πνευματικό του πλαίσιο και αφετέρου σημαίνουσες θεματικές περιοχές, διακειμενικές σχέσεις και μορφολογικά στοιχεία της ποίησής του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Οι μοντικές σπουδές προϋποθέτουν, βεβαίως, μέχρι σήμερα μερικά αφιερώματα σε περιοδικά,[1] αλλά και σημαντικές φιλολογικές μελέτες για το έργο του ποιητή (Α. Χριστοφίδης, Μ. Πιερής, Γ. Κεχαγιόγλου, Γ. Π. Σαββίδης, Α. Παστελλάς, Π. Βουτουρής, Λ. Γαλάζης, Α. Αθανασοπούλου, Γ. Γεωργής, Δημήτρης Αγγελάτος κ.ά.). Η σημαντικότερη, επομένως, συνεισφορά της ανά χείρας μελέτης στην ανάδειξη του εκδοτικά χαοτικού και δύσχρηστου εκδομένου έργου του ποιητή αποτελεί, βεβαίως, το διαυγές και λειτουργικό σχήμα της ποιητικής εξέλιξης του Κ. Μόντη, το οποίο τίθεται εμβληματικά στην «Εισαγωγή» του βιβλίου και αναπτύσσεται στη συνέχεια σε τρία μέρη-κεφάλαια: «Μέρος Πρώτο: Ποιητικά πρωτόλεια και προσωπικά αδιέξοδα», «Μέρος Δεύτερο: Ο πολιτικός Μόντης και τα συλλογικά αδιέξοδα. Η διάσπαση στα χρόνια του Αγώνα», «Μέρος Τρίτο: Τα Γράμματα στη μητέρα». Σύμφωνα, λοιπόν, με το πιο πάνω τριμερές σχήμα το οποίο προτείνει ο Βουτουρής, η εξέλιξη της ποιητικής του Κώστα Μόντη αντιστοιχεί σε «τρεις αλληλένδετες και επικαλυπτόμενες ισοτοπίες (προσωπική, συλλογική, οικουμενική)» (σ. 15), αλλά ταυτόχρονα προϋποθέτει μια μεγάλη ποιητική τομή που διαχωρίζει αφενός την πρώιμη, ιδιωτική ποιητική περιοχή με το συλλογικό και οικουμενικό πέλαγος του ώριμου Μόντη και αφετέρου την παραδοσιακή τεχνουργική που δεσπόζει στις πρώτες συλλογές του ποιητή με τη μοντέρνα τεχνοτροπία που κυριαρχεί στην ωριμότητά του. (περισσότερα…)

Σκέψεις για το μέλλον του βιβλίου

*

Εδώ και μια δεκαετία επισκέπτομαι κάθε άνοιξη την Έκθεση Βιβλίου της Λειψίας που είναι η μεγαλύτερη στη Γερμανία μετά από εκείνη της Φραγκφούρτης. Κάθε χρόνο παρατηρώ κάποιες αλλαγές στις αναγνωστικές συνήθειες των ανθρώπων και κάνω σκέψεις για το μέλλον του κόσμου.

Μέσω της οθόνης ο σημερινός άνθρωπος έχει εθιστεί στην κατανάλωση εικόνων τόσο πολύ ώστε να μην είναι σε θέση να διαβάσει σκέτο κείμενο, κείμενο δηλαδή που δεν συνοδεύεται από μια φωτογραφία ή κάποιου είδους εικονογράφηση. Έχει αυξηθεί η κυκλοφορία κόμιξ και graphic novels όπου ένα βιβλίο, κλασσικό ή άλλο, δίνεται σε περίληψη και συνοδεύεται από σκίτσα για να γίνει πιο εύπεπτο. Για τους ίδιους λόγους, μάλλον, υπάρχει στροφή προς τα βιβλία φαντασίας, τα απλοϊκά, ελαφρώς παιδικά μυθιστορήματα με μάγους, ξωτικά, μονόκερους και άλλα φανταστικά πλάσματα που αρέσουν πλέον και στους ενήλικες. Η αρχή έγινε με τον Χάρρυ Πόττερ, ως γνωστόν, που δημιούργησε σχολή. Παραμένουν ακόμα κάπως πιο σοβαροί αναγνώστες και συγγραφείς οι Γάλλοι, οι οποίοι ίσως επειδή κρατάνε με νύχια και με δόντια τη γλώσσα τους χωρίς να υποκύπτουν τόσο εύκολα στην… αμερικανίλα, κρατάνε κατά συνέπεια ακόμα και την δυνατότητα της πιο σύνθετης σκέψης και άρα μπορούν να διαβάζουν πιο απαιτητικά αναγνώσματα. Από την άλλη έχουν παράδοση στα BD, τα κόμιξ, αλλά και αυτά βρίσκω ότι είναι πιο υψηλού επιπέδου απ’ ό,τι σε άλλες χώρες.

Στην Γερμανία που είχε κάποτε πραγματικά σοβαρούς αναγνώστες, οι οποίοι προτιμούσαν τα «δύσκολα» σε λογοτεχνία και φιλοσοφία, τώρα υπερισχύουν τα λεγόμενα Krimis, τα αστυνομικά δηλαδή, στα οποία πρωτοστατεί ο περίφημος Fitzek. Μα πόσα αστυνομικά να διαβάσει κανείς; Το ίδιο και στην γερμανική τηλεόραση, οι αστυνομικές σειρές είναι ως η άμμος της θαλάσσης. Καταλαβαίνω τη γοητεία τους αλλά μέχρι ενός σημείου. Τι να αποκομίσεις πλέον απ’αυτά; Καλά για το καλοκαίρι ίσως ή για λίγη χαλάρωση από την ένταση της δουλειάς τα αστυνομικά, αλλά ώς εκεί. (περισσότερα…)

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά

 

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*

///

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.

Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.

Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)

«Ὅλα τὰ ἐδῶ γιὰ τοὺς θνητούς, κόπος· κι ὅλα γιὰ γέλια…»

*

Από το βιβλίο Ένα ποίημα – μια ματιά. Πέντε Ομιλίες που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από την εισήγηση του Ηλία Μαλεβίτη για το έργο του Γρηγόριου Ναζιανζηνού. Στον τόμο γράφουν ακόμη οι Παντελής Μπουκάλας (δημοτικό τραγούδι), Λιάνα Σακελλίου (Γιώργος Σεφέρης), Κώστας Κουτσουρέλης (Νίκος Καζαντζάκης) και Πολύκαρπος Πολυκάρπου (Άγγελος Σικελιανός). Ο σχεδιασμός και η επιμέλεια της έκδοσης είναι του Θανάση Γαλανάκη.

///

Ὅλα στὴ ζωὴ σκιὰ καὶ φαντασία, καὶ πίσω ἀπ’ ὅλα παραμονεύει ἡ ματαιότητα, τὰ πάθη, οἱ δοκιμασίες, ἡ διαρκὴς ἀστάθεια ποὺ προκαλεῖ ἀγωνία καὶ μελαγχολία στὴν ψυχὴ τοῦ Γρηγορίου. Τίποτα πιὸ ἀδύναμο κι ἀσθενὲς ἀπὸ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους. ῍Ας προσέξουμε πόσα οὐσιαστικὰ δηλωτικὰ ἐφήμερης παρουσίας χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο βίο:

Ὅλα τὰ ἐδῶ γιὰ τοὺς θνητούς, κόπος· κι ὅλα γιὰ γέλια,
ἄχνη, ἴσκιος, φαντασία, δροσιά, πνοή, φτερὸ καὶ ὁμίχλη,
ὄνειρο, κύματα, ροή, στὸ πέλαο αὐλάκι, σκόνη.
Κύκλος ποὺ ἀδιάκοπα γυρνᾶ, κυλῶντας ὅμοια πάντα·
μιὰ στέκεται, μιὰ προχωρεῖ, σπάζει καὶ πάλι σμίγει
ὧρες καὶ μέρες καὶ νυχτιές, θάνατοι πόνοι, λύπες
μ’ ἀρρώστιες ἀλλὰ καὶ χαρὲς κακοτυχιὲς καὶ τύχες.
[…]
Πόσα μὲ τὰ φτερὰ τοῦ νοῦ μὲ κύκλωσαν παλιὰ ὅσα
κι ὅσα καινούργια· ἀπ’ τοὺς θνητοὺς πιὸ ἀδύναμο δὲν ἔχει […]

(μτφρ. Ἰγνάτιος Σακαλῆς)

Πάντα μόγος θνητοῖς τἀνθάδε· πάντα γέλως,
χνοῦς, σκιά, φάσμα, δρόσος, πνοιή, πτερόν, ἀτμίς, ὄνειρος,
οἶδμα, ρόος, νηὸς ἴχνιον αὖρα, κόνις,
κύκλος ἀειδίνητος, ὁμοίϊα πάντα κυλίνδων,
ἐστηώς, τροχάων, λυόμενος, πάγιος,
ὥραις, ἤμασι, νυξί, πόνοις, θανάτοισιν, ἀνίαις,
τερπωλῇσι, νόσοις, πτώμασιν, εὐδρομίαις
[…]
Πάντα νόου πτερύγεσσιν ἐπέδραμον, ὅσσα παλαιά,
ὅσσα νέα· θνητῶν δ’ οὐδὲν ἀκιδνότερον […]

(Ι ́, Περὶ τῶν τοῦ βίου ὁδῶν)

(περισσότερα…)

Μια μακάβρια χορογραφία

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Γιάννης Πάσχος, Ο Χριστός παρακαλάει το σώμα του
να κατέβει απ’ τον σταυρό, Αθήνα, Περισπωμένη, 2024
///

Προλογικοί χοροί διαλόγων [1]

— Το παρατράβηξες
Μια γυναίκα σε περιμένει στο σπίτι να σε πλύνει
Κατέβα επιτέλους νυχτώνει
Δεν αξίζει να πεθάνεις στον σταυρό
Φόβοι ανθρώπων σε οδηγούν.
Με ξέχασες και χώρια αποφασίζεις;

—  Ο πόνος που ζω ξεπερνά κάθε μαρτύριο
που θα μπορούσε καρδιά να σκεφτεί
ή θα ήξερε γλώσσα να πει,
χωρίς παρηγοριά ούτε αντίδοτο,
όσο διαρκεί όλο αυτό τόσο πληγώνει:
δεν υπάρχει χειρότερο κακό.

— Αλίμονο, αλίμονο, άθλιο κορμί,
κάνεις ό,τι σου αρέσει,
ό,τι θέλεις με τις ψεύτικες επιθυμίες σου,
και δεν σε νοιάζει τι απομένει.

—  Τώρα, θέλω να πεθάνω.
Φύγε αν θέλεις! Φύγε, διάλεξε άλλο σώμα!
Φοβερό του θανάτου το ποδοβολητό.
Μην με αφήνεις μόνο μου.
Σε ικετεύω μη με αφήνεις

— Επίδειξη θανάτου κάνεις!

(περισσότερα…)

Ο συγγραφέας σε κρίση

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Γιάννης Στ. Γαβαλάς,
Τώρα είναι μετά,
Το Ροδακιό, 2023

Τώρα είναι μετά είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Ελευσίνιου πεζογράφου και ποιητή Γιάννη Στ. Γαβαλά. Το μυθιστόρημα ξεκινάει από το τέλος. Ο κεντρικός ήρωας, ενδοδιηγητικός αφηγητής της ιστορίας, είναι ένας επίδοξος συγγραφέας διαρκώς σε κρίση, που, κατηγορούμενος για έγκλημα, αποφυλακίζεται ύστερα από εννέα χρόνια εγκλεισμού. Έξω τον περιμένει μια ζωή που έχει χάσει προ πολλού κάθε πρόσημο πραγματικότητας. «Ό,τι από καιρό έγινε λάθος έδειχνε σωστό και το σωστό λάθος. Το ψέμα αλήθεια και η αλήθεια ψέμα». Άλλωστε αυτό ήταν και το όραμά του ανέκαθεν: η αναβολή της πραγματικής ζωής για το μέλλον.

2010 είναι το παρόν της αφήγησης, εννιά χρόνια πριν τη φυλακή και ο ήρωας παλινδρομεί ανάμεσα στο τώρα των τριάντα οκτώ του χρόνων και στο πριν – της νιότης του, το 1991, όταν αιώνιος φοιτητής της Γεωπονικής ερωτεύεται την μετέπειτα γυναίκα του στους κήπους της Σχολής. Τον συνοδεύει στις εξετάσεις του μαθήματος της Αμπελουργίας, όπου περνάει το μάθημα με ευκολία, λέγοντας απλώς την πασίγνωστη εξίσωση του κλαδέματος, πράγμα που ανασκευάζει στη συνέχεια, τα πράγματα δεν έγιναν έτσι, έγιναν αλλιώς, χτυπάει στο πρόσωπο τον καθηγητή, σχεδόν ανεξήγητα και αποβάλλεται, «οργισμένος λοιπόν αναρχικός» (σελ. 57) ή μήπως όχι, ήδη αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για την εγκυρότητα των αναμνήσεών του και για την καθ’ έξιν, όπως διαφαίνεται στη συνέχεια, σύγχυση ζωής και φαντασίας: ένας φαντασιόπληκτος επομένως που άγεται και φέρεται από τις ονειροπολήσεις του, καθώς σταδιακά περνά από την υλικότητα της γεωργικής χημείας με τις σκόνες, τα νιτρικά και τα νιτρώδη άλατα, στην άυλη επικράτεια της εικόνας και στο περιστασιακό επάγγελμα του εικονολήπτη, και από κει στην άυλη υλικότητα των λέξεων.

Ναι, αυτός ο φυγόπονος παρ’ ολίγον γεωπόνος, ο νωθρός εικονολήπτης που δεν έχει τα κότσια να γίνει σκηνοθέτης γιατί πρέπει να συνδυάσει «με επικίνδυνη τόλμη τη γλυκιά ζωή με το χαμαλίκι» (σελ. 20), ο αποτυχημένος σύζυγος με την μπόλικη ανία, την «πολλή μοναξιά και τα αγέννητα παιδιά» (σελ. 25), θέλει όλα αυτά να τα παρατήσει και να γίνει συγγραφέας.

Ο πρώην μέντοράς του, ο κινηματογραφιστής και θεωρητικός Διονύσης Πράος, κάποτε μαχητικός μονομανής και τώρα γέρο στριμμένος και ξεμωραμένος υποθέτει ότι ο νεαρός προτίθεται να εγκαταλείψει την εικόνα για τις λέξεις γιατί είναι πιο εύκολη η ζωή του συγγραφέα. Ο κινηματογραφιστής χρειάζεται «ιδέες και χρήμα». Ο συγγραφέας τετράδιο, μολύβι, κομπιούτερ (σελ. 79). Η υπεροχή του είναι η αυτάρκεια. Εδώ όμως ο Πράος κάνει λάθος. Και όχι μόνον ο Πράος. Στο καφενείο στο Παγκράτι που θα γίνει αργότερα το συγγραφικό στέκι του ήρωα, τα γκαρσόνια κι οι θαμώνες τον ζηλεύουν. Τι γράφεις; Ιστορίες, τους απαντάει και βλέπει στα μάτια τους αναλαμπές φθόνου. Ίσως επειδή όταν γράφεις έχεις την ικανότητα να απομονώνεσαι, να αγνοείς, ακόμα και να περιφρονείς τους δυνάμει συνομιλητές σου. Ίσως επειδή διαθέτεις το πλεονέκτημα της αυτάρκειας απέναντί τους. «Θα τους παρηγορούσε αν ήξεραν οι καημένοι πόση αναπηρία κρύβεται μέσα στον σκυφτό άνθρωπο με το μολύβι στο χέρι, την ντροπή και την αδιαντροπιά που μάχονται την ίδια στιγμή στο αλλόκοτο μυαλό μου» (σελ. 146), λέει μέσα του και κρυφογελάει με τις αφελείς τους σκέψεις.

Ξέρει πολύ καλά πως ο συγγραφέας δεν είναι αυτάρκης. Ξεδιάντροπος, ναι. Και κυνικός πολύ. Όσο γι’ αυτόν; Ένας αργόσχολος, ένας κηφήνας που απομυζά ανερυθρίαστα τις οικονομίες της κομμώτριας γυναίκας του και της πεθεράς του για να μην δουλεύει, με τίμημα μια άθλια προσωπική ζωή, ωστόσο πρόθυμος και ράθυμος πλάνης, συλλέκτης εντυπώσεων και συγκινήσεων, περιπλανώμενος στην πόλη και στις γειτονιές προς άγραν ιδεών και φευγαλέων στιγμιότυπων, γιατί, δεν μπορεί, κάποτε η τύχη θα του χαμογελάσει και η πραγματικότητα θα τον γεμίσει με ιδέες, υπέροχες, ολοζώντανες συγγραφικές ιδέες. Κι αυτός δεν θα ’χει παρά να απλώσει το αρπακτικό του χέρι και να τις καρπωθεί. Και νά που το θαύμα συντελείται, έτσι όπως το ονειρευόταν, χωρίς κανέναν κόπο, αναζήτηση ή προετοιμασία. (περισσότερα…)

Χειμερία νάρκη ή νάρκη προσωπικού;

*

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ

Δημήτρης Καρακίτσος,
Αυτός ο χειμώνας,
Αντίποδες, 2024

///

Εμοί μεγίστη πράξις εστίν η απραξία
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Όλες οι δυστυχίες του ανθρώπου πηγάζουν
από την ανικανότητά του να καθίσει σ’ ένα
δωμάτιο, σιωπηλός και ολομόναχος.

ΠΑΣΚΑΛ
Στη γαλήνη των ερήμων αυτών,
με λίγα, αλλά σοφά βιβλία αποτραβηγμένος,
ακούω με τα μάτια μου τα λόγια των νεκρών
και ζω μιλώντας με τους πεθαμένους.
ΚΕΒΕΔΟ[1]
Ναι! Χιονίζει, αρχίζουνε τα θαύματα!
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ
Τον χειμώνα ετούτο άμα τον πηδήσουμε
γι’ άλλα δέκα χρόνια άιντε καθαρίσαμε.
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ 

Στο βαθμό που ισχύει η άποψη ότι κάθε συγγραφέας γράφει και ξαναγράφει το ίδιο βιβλίο, ο Δημήτρης Καρακίτσος μοιάζει να συνιστά μια εξαίρεση καθώς βρίσκει συνεχώς τρόπους να πείθει τον αναγνώστη περί του αντιθέτου.

Έτσι τα τελευταία χρόνια μάς προσέφερε βιβλία εντελώς διαφορετικής μορφής και περιεχομένου: έναν αστυνομικό γρίφο (Ο Δον Υπαστυνόμος)· τις περιπέτειες ενός  υπερήρωα που θυμίζουν  χολλυγουντιανή ταινία βγαλμένη από κόμικ (Ζαχαρίας Σκριπτ)· ένα  road trip με ποδήλατα στη Σουηδία του 19ου αιώνα (Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους)· μια autofiction με πινελιές μαγικού ρεαλισμού (Αυτό-κοινωνιο-παραμυθία)· και τώρα μια ηθογραφία (Αυτός ο Χειμώνας).

Αυτό που χαρακτήριζε όμως από κοινού όλα αυτά τα βιβλία είναι ότι το λογοτεχνικό είδος που υπηρετείται κάθε φορά παρουσιάζεται τρόπον τινά «πειραγμένο», ακολουθώντας εν μέρει μόνο, και ταυτόχρονα αναιρώντας, τις συμβάσεις του εκάστοτε είδους. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τη  λογοτεχνική κριτική σε μια σχεδόν ομόφωνη ετυμηγορία: αποφάσισε να προσδώσει στον Καρακίτσο τον χαρακτηρισμό μεταμοντέρνος. Ένα χαρακτηρισμό που λειτουργεί στις μέρες μας σαν πασπαρτού που ανοίγει κάθε πόρτα.

Ο χαρακτηρισμός σήμαινε πως στον συγγραφέα πιστώνονταν μια αχαλίνωτη φαντασία, μια παιγνιώδης διάθεση που άγγιζε τα ακρότατα όρια και, ως συνέπεια, η έλλειψη νοήματος, η έλλειψη μιας «συγκολλητικής ουσίας» που θα συνείχε το έργο ή, για να χρησιμοποιήσουμε έναν «παλιομοδίτικο» χαρακτηρισμό που χρησιμοποιείται σποραδικά ακόμα και στις μέρες μας (κι όχι πάντα από τις πιο συντηρητικές φωνές) μια ηθική διάσταση. [2] (περισσότερα…)

Εικαστική σύλληψη της πραγματικότητας

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΔΗΜΟΥ

Βασίλης Ζηλάκος,
Υπεράσπιση: (Ένα) ποίημα για τη Νύχτα,
Προμετωπίδα Χρήστος Μαρκίδης,
Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2024

Η πρώτη σκέψη που μπορεί να κάνει κανείς διαβάζοντας τη νέα ποιητική συλλογή του Βασίλη Ζηλάκου Υπεράσπιση, είναι ότι αυτή συνετέθη υπό το κράτος μιας διάθεσης να διερευνηθούν οι όροι και τα όρια της γλώσσας όταν αυτή θέλει να συσπειρωθεί σε έναν πυρήνα που ταυτίζεται, βασικά, με μία από τις βασικότερες ανθρώπινες ανάγκες – την ανάγκη επικοινωνίας με αυτό που θα ορίζαμε ως ατομικότητα. Την ανάγκη, με άλλα λόγια, προσέγγισης, από πλευράς του αναγνώστη, του προσωπικού τρόπου ή, καλύτερα, του προσωπικού τόνου με τον οποίο ένας ποιητής επιλέγει να εναρμονισθεί προκειμένου να χαράξει, με τη μέγιστη δυνατή ευκρίνεια, το περίγραμμά του. Ο τίτλος που ο δημιουργός επιλέγει για το έργο του δεν είναι τυχαίος. Η λέξη «υπεράσπιση» δηλώνει ακριβώς τη βούληση του ποιητή να αντικρίσει στον λόγο του την ίδια του την ύπαρξη, στην τέχνη του τον ίδιο του τον εαυτό, έτσι ώστε να μπορέσει, μέσα από μια διαδικασία συνδιαμόρφωσης του ενός μέσα από το άλλο, να κερδίσει την ιδιοπροσωπία και την ιδιαιτερότητά του.

Στο σημείο αυτό και με δεδομένο ότι η διεκδίκηση ή η υπεράσπιση της ατομικότητας συνιστά ένα μάλλον πάγιο –ομολογούμενο ή μη– αίτημα των ποιητών και, ευρύτερα, των καλλιτεχνών, αξίζει να υπεισέλθει κανείς βαθύτερα στα στρώματα εκείνα όπου διεξάγεται η «πάλη» του ποιητή με το υλικό του, τη γλώσσα, προκειμένου αυτή να απωλέσει τον αναγνωρίσιμο χαρακτήρα της και να αποτελέσει ένα «σώμα» γνωστό και άγνωστο μαζί. Στην περίπτωση του Ζηλάκου, ο ποιητής φαίνεται πως αναζητά τα όπλα του, μεταξύ άλλων, σε μια περιοχή όπου το ζήτημα της ατομικότητας προσλαμβάνει μια άκρως ενδιαφέρουσα διάσταση. Μια περιοχή που ενώ μοιάζει πως καταργεί και ακυρώνει τη μοναδικότητα, στην πραγματικότητα την αναδεικνύει μέσα από την ταύτισή της με την αντιπροσωπευτικότητα, την καθολικότητα, τη συλλογικότητα. Πρόκειται για την περιοχή του δημοτικού τραγουδιού με την οποία η ποίηση του Ζηλάκου φαίνεται πως συγγενεύει όχι τόσο στο επίπεδο των εκφραστικών μεθόδων και τεχνικών όσο σε αυτό του εντοπισμού της έδρας της ποιητικής δημιουργίας στην ανθρώπινη ψυχή. (περισσότερα…)

Λιτή, αναγνωρίσιμη γραφή

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Κορίνα Καλούδη,
Άλλος ο φόβος τώρα,
Περισπωμένη, 2024

Η Κορίνα Καλούδη καλλιεργεί μια ολιγόλογη γραφή όπου οι κραδασμοί του έξω κόσμου διηθούνται σε ολιγόστιχα μικρογραφήματα που αποτυπώνουν την εσώτατη ανταπόκρισή της σε αυτούς, αφού έχουν απαλυνθεί ή αποσιωπηθεί οι πραγματολογικές τους αφορμές. Η ποίησή της συνιστά μια υπαινικτική συνομιλία με την κοινωνική συνθήκη που μας περιέχει και το ψυχικό ρευστό των σχέσεων, οικογενειακών και ευρύτερων. Και στις δύο όμως περιπτώσεις κυριαρχεί το δίπολο εγώ και οι άλλοι. Το εγώ αμυνόμενο προσπαθεί να διασώσει την ιδιοπροσωπία του από την εισβολή του εχθρικού «έξω» υποχωρώντας στα προκεχωρημένα φυλάκια της ψυχικής αντίστασης, βαλλόμενο από τους κοινωνικούς εξουσιαστικούς μηχανισμούς απαλλοτρίωσης της προσωπικής ταυτότητας ή το εξίσου εξουσιαστικό παιχνίδι των προσωπικών σχέσεων και δη των πιο ριζικών που τελούνται στην οικογενειακή αρένα. Το διακύβευμα στην ποίησή της παραμένει το αίτημα της προσωπικής ελευθερίας, η μάχη απέναντι στην ψυχική ένδεια, την ξενότητα. Σε αυτή την ξενότητα αντιτάσσει την πρωταρχικότητα των πραγμάτων, όπως την απλότητα του δέντρου που «υψώθηκε/χωρίς να χρειαστεί να μάθει τίποτα» αλλά και τον προσωπικό μηχανισμό υποχώρησης στα ενδότερα του εαυτού ως ασπίδα απέναντι σε ό,τι απειλεί τον πυρήνα:

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΣΑΝ

Όταν το θέλω
ξέρω πώς να μη με βλέπουν
Μπορώ ακόμα
να νομίζουν ότι είμαι
και να λείπω
Βέβαια ήρθανε στιγμές
που ενώ δεν ήθελα
με είδαν
Μα πάλι
όχι ακριβώς εμένα
Μόνο αυτό
που μπόρεσαν να δουν (περισσότερα…)

Η ars combinatoria του Κυριάκου Συφιλτζόγλου

*

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Κυριάκος Συφιλτζόγλου
Ακατοίκητα
Ποταμός, 2024
Κυριάκος Συφιλτζόγλου
Δραμάιλο
Αντίποδες, 2018

Δραμάιλο και Ακατοίκητα. Ακατοίκητα και Δραμάιλο. Τα ακατοίκητα στο δρόμο για τη Δράμα; Με μια λευκή ζακέτα στον ώμο, κόκκινο νήμα θαρρείς και φυλαχτό από την Πλατανιά, τόπο γέννησης του ποιητή, και μοναδικό μοτίβο που επανέρχεται σχεδόν αυτούσιο στα δύο τελευταία βιβλία του –στο Δραμάιλο ασπρόμαυρο και στα Ακατοίκητα έγχρωμο–, ο Συφιλτζόγλου διατρέχει τα χωριά του νομού Δράμας όχι απλά αιχμαλωτίζοντας με τον φακό του το εσωτερικό ακατοίκητων κι ερειπωμένων σπιτιών, αλλά –πολύ περισσότερο– αποκρυσταλλώνοντας κι αποτυπώνοντας τη συλλογική μνήμη. Και αυτό, όχι μόνο με τρόπο, αλλά και με λόγο ποιητικό. Ποιητής ή φωτογράφος; Φωτογραφικός ποιητής και ποιητικός φωτογράφος, ποιητής και φωτογράφος, ο Συφιλτζόγλου αναδεικνύεται σε μείζονα σύγχρονο εκπρόσωπο της ars combinatoria στην Ελλάδα, μιας τέχνης συνδυαστικής και συνθετικής που υποστυλώνει τη μνήμη και διεγείρει την κριτική σκέψη, πάντοτε με ύφος ινδιάνου.

Τόσο στο Δραμάιλο (Αντίποδες, 2018), όσο και στα Ακατοίκητα (Ποταμός, 2024), οι φωτογραφίες συνιστούν και ταυτόχρονα συμπληρώνουν το νόημα, διαπλάθοντας παράλληλα αυτές καθαυτές τη μορφή τού βιβλίου κι επιβεβαιώνοντας το κρέντο τού ποιητή –και δικό μας– για την ίσου βαθμού αξία νοήματος και μορφής στην ποίηση. Στο Δραμάιλο, οι φωτογραφίες προσωπικών και χρηστικών αντικειμένων –ώς και εκείνου ενός προσθετικού ποδιού που κρέμεται στον τοίχο– συμπληρώνουν τις δημιουργικές ιστορικές αφηγήσεις, δίνοντας σάρκα και όστα στα πρόσωπα και κατ’ επέκταση αυξάνοντας την αλήθεια και την πειστικότητά τους. Στα Ακατοίκητα, άλλα προσωπικά αντικείμενα, αλλά και πόρτες και παράθυρα σε σαλόνια, κουζίνες και κρεβατοκάμαρες, αφενός εντυπώνουν την ίδια τη ζωή των ερειπωμένων οικημάτων –συνήθως τα φανταζόμαστε άδεια και άνευ ζωής, εικασία που ο Συφιλτζόγλου ανατρέπει πανηγυρικά φωτογραφίζοντας σκηνικά που, πέρα από τη φθορά, μοιάζει μόλις να έμειναν στη μέση–, αφετέρου έρχονται μέσω των φωτογραφιών του Συφιλτζόγλου να τους δώσουν νέα ζωή. Επιπλέον, χρώματα και μοτίβα θαρρείς μινωικά, η ώχρα και η πορφύρα των τοίχων, αλλά και τα κοφίνια και οι νταμιτζάνες στις γωνίες που θυμίζουν πήλινα πιθάρια σιτηρών, συνδέουν άρρηκτα το  χθες (ακόμη και το αρχαίο) με το σήμερα, καθώς και το Νότο της χώρας με το Βορρά. (περισσότερα…)

Ἀπὸ τὸν Γιὰν Σκάτσελ, μὲ διάμεσο τὸν Πάουλ Τσέλαν, στὸν Σωτήρη Γουνελᾶ

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Σωτήρης Γουνελᾶς,
Διάπλους,
Ἁρμός, 2016
[διάπλους: (ναυτικὸς ὅρος) ἡ διέλευση θαλάσσιας ἔκτασης ἢ πορθμοῦ μὲ πλωτὸ μέσο]

~.~

«Γιὰ νὰ γεννηθεῖ ἕνας στίχος, θὰ πρέπει νὰ ἔχεις δεῖ πολλὲς πολιτεῖες, πολλὰ πράγματα καὶ ἀνθρώπους, πρέπει νὰ γνωρίσεις τὰ ζῶα, νὰ νιώσεις πῶς πετοῦν τὰ πουλιά, νὰ ξέρεις τὴ χειρονομία ποὺ κάνουν τὰ μικρὰ ἄνθη ὅταν ἀνοίγουν τὸ πρωί […]. Πρέπει νὰ ἔχεις δεῖ ἀνθρώπους νὰ ξεψυχοῦν, νὰ ἔχεις ξενυχτίσει πεθαμένους σὲ κάποιο δωμάτιο μὲ ἀνοιχτὸ παράθυρο καὶ θυρύβους κατὰ διαστήματα. Ὅμως δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχεις ἁπλῶς ἀναμνήσεις. Πρέπει νὰ μπορεῖς νὰ τὶς ξεχάσεις ὅταν εἶναι πολλές, καὶ πρέπει νὰ περιμένεις ὑπομονετικὰ νὰ ξανάρθουν. Γιατὶ αὐτὲς δὲν εἶναι ἀκόμα οἱ πραγματικὲς ἀναμνήσεις. Μόνο ὅταν μετουσιωθοῦν μέσα μας σὲ αἷμα, βλέμματα καὶ χειρονομίες, ὅταν γίνουν ἀνώνυμες καὶ μὴ ἀναγνωρίσιμες ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, μόνο τότε μπορεῖ νὰ ἔρθει κάποια σπάνια στιγμὴ ποὺ θὰ ξεπηδήσει ἀπὸ μέσα τους ἡ πρώτη λέξη κάποιου στίχου».
Ρ. Μ. ΡΙΛΚΕ, Σημειώσεις τοῦ Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε,
Μτφρ. Ἀλ. Ἴσαρης, Κίχλη, 2018, σ. 25-26.

Ἄρχισα νὰ γράφω γιὰ τὸν ποιητὴ Σωτήρη Γουνελᾶ (1949) –θὰ ἤθελα νὰ ἀπομονώσω τὶς παράλληλες ἰδιότητες, τοῦ στοχαστῆ, τοῦ θρησκευόμενου χριστιανοῦ, τοῦ κατὰ τὸ Finis Graeciae καὶ τὸ «Χαμένο κέντρο» ἐσχατολόγου ἐπικροτητῆ τῶν Γιανναρᾶ καὶ Λορεντζάτου, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον–, ἄρχισα, λοιπόν, νὰ γράφω γιὰ τὸν ποιητή, μὲ ἕνα πασίγνωστο ἀπόσπασμα τοῦ Ρίλκε γιὰ τοὺς ὅρους τῆς ποιητικῆς λειτουργίας, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ Γουνελᾶς τὸ ἔχει ἐγκολπωθεῖ καὶ παρουσιάσει («Γράμμα στὸν Κώστα Κουτσουρέλη», 13.4.2020). Δὲν εἶμαι μεθοδικὸς ἀναγνώστης του, ἰδίως τῶν θεωρητικῶν κειμένων ποὺ γενικῶς ἀποφεύγω, ἀλλὰ ἀρκεῖ ἡ καταβύθιση (μὲ τὴν ἀπαιτούμενη, ἐλπίζω, σκευή) σὲ ἕναν ποιητικό του κύκλο, λόγου χάρη τὸν Ἰωνᾶ, γιὰ νὰ συναισθανθεῖς τὴ μετουσίωση τῶν ἀναμνήσεων σὲ αἷμα, βλέμμα, χειρονομία. Καμία λέξη του δὲν ἔρχεται τυχαῖα, κανένας αὐτοσχεδιασμός, πέρα ἀπὸ τὸ ἀπρόβλεπτο τοῦ ἐργαστηρίου ὅπως τὸ ἐννόησε ὁ Ἔλιοτ: «Μέχρι νὰ ὁλοκληρώσω μιὰ πρόταση, δὲν ξέρω πῶς θὰ τὴν ὁλοκληρώσω».

Ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ ἐργαστηρίου εἶναι ὁ αὐτοματισμός, ὄχι ὡς συνειρμός, ἀλλὰ ὡς προϊὸν ἀδιόρατων, ἄπειρων διεργασιῶν ποὺ συντελοῦνται, ἄλλοτε βουβά, ἄλλοτε ἐκκωφαντικά, ὄχι στὶς ὧρες τῆς προσήλωσης σὲ ἕνα γραφεῖο, ἀλλὰ μέσα στὴν τύρβη τῆς καθημερινότητας, στὴ χλαλοὴ τῆς κίνησης σὲ μιὰ πολυάνθρωπη πόλη, στὶς ἀγχώδεις συναλλαγές, στὶς ἀγορές. Ὅπως δηλώνει ὁ ἴδιος, ἔτσι γεννήθηκε τὸ ἀκόλουθο ποίημα ἀπὸ μιὰν ἐντύπωση στὸ ἐσωτερικὸ μιᾶς Τράπεζας:

«Τὰ κάδρα»
(μιὰ σημείωση)

Σήκωσα τὰ μάτια μου ψηλὰ
Κι εἶδα τοὺς ἀγωνιστὲς παραταγμένους
Ἕνας ἕνας στὸ κάδρο του
Νὰ τὸν φωτίζει τὸ χρυσαφὶ τῆς κορνίζας
Νὰ τὸν φέγγει
Νὰ τὸν ἁγιάζει.
 
Ἔστεκαν λαμπροὶ
Ἄλλος πάνω στὸ ἄλογο
Ἄλλος μὲ γιαταγάνι
Κι ἄλλος μὲ τὸ καρυοφίλι στὸ πλάι
Κι οἱ φουστανέλες
Εἶχαν κι αὐτὲς τὸ συμβολισμό τους.
 
Βουνά, ραχοῦλες, οὐρανός, ξέφωτα
Κι ἕνας ἥλιος νὰ τυλίγει τὰ πρόσωπα
Καὶ νὰ φωτίζεται ἡ πλάση.
 
Κάτω, μέσα στὴ αἴθουσα
Τράπεζα ἦταν
Ὁ κόσμος ἐξακολουθοῦσε τὶς συναλλαγές του,
Ἀνυποψίαστος. (περισσότερα…)