ΝΠ | Αφιερώματα

Κώστας Χατζηαντωνίου, Ο Μακρυγιάννης στη Μέση Ανατολή

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 3 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Η ματιά του Σεφέρη βλέπει την Ιστορία ως ένα Όλον και αντιμετωπίζει τελικά ως ανυπόστατο το δίλημμα παράδοση ή μοντερνισμός. Ανυπόστατο επειδή η στάση του Σεφέρη απέναντι στην παράδοση όχι μόνο δεν αντίκειται στη μοντερνιστική του πρακτική, αλλά αποτελεί ισχυρή έκφρασή της, έκφραση σύγχρονου ελληνοκεντρισμού που έγινε μύθος. Μύθος τόσο ζωντανός και αξιοσέβαστος στη συλλογική συνείδηση, που να δαιμονίζει ουκ ολίγους στις ημέρες μας και να τους παρακινεί, άλλοτε διά της δεξιάς και άλλοτε διά της αριστεράς χειρός, σε απόπειρες υπονόμευσης, όχι του μύθου ή της ηθικής ακεραιότητας του επταπληγιασμένου Μακρυγιάννη ή του Σεφέρη αλλά αυτού που ενοχλεί βαθύτατα: της συλλογικής συνείδησης του ελληνικού λαού». (Κ.Χ.)

*

(περισσότερα…)

Γιῶργος Κεντρωτής, Ὁ Σεφέρης μεταφράζει Αἰσχύλο

*

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 2 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Ὁ μεταφραστικὸς ἀγώνας τοῦ Σεφέρη ἀποσκοπεῖ στὴν ἐκπλήρωση ἑνὸς συγκεκριμένου σκοποῦ: νὰ φτιαχτεῖ στὸ μετάφρασμα, ποὺ θὰ παραμένει μετάφρασμα, ἕνα νεοελληνικὸ ποίημα κινούμενο τόσο στὸ πνεῦμα τοῦ ἀσπαζόμενου ἀπὸ τὸν Σεφέρη μοντερνισμοῦ, ὅσο καὶ μὲ τὰ φτερὰ τοῦ μαχόμενου δημοτικισμοῦ τῆς γενιᾶς τοῦ ᾽30, καὶ ἂς χάνει σὲ κάποιες λεπτομέρειες τὴν ἐπαφή του μὲ τὴν λέξιν (μὲ τὴ ρητορικὴ elocutio) τοῦ πρωτοτύπου.» (Γ.Κ.)

(περισσότερα…)

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Απολογία ενός επιμελητή

*

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 1 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Το αφιέρωμα ανοίγει σήμερα ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, πρύτανης των σεφεριστών μας. Ακολουθούν ώς την Πρωτοχρονιά οι Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Ανακύπτει εδώ το ερώτημα: σε ποιον τύπο αναγνώστη απευθύνεται τόσο ο συγγραφέας όσο και ο επιμελητής; Ποια είναι τα στοιχεία που απαρτίζουν την έννοια του  μέσου ή του  επαρκούς αναγνώστη; Τι μπορεί να θεωρηθεί άξιο σχολιασμού και, επιπλέον, μέχρι ποιου βαθμού μπορεί να φτάσουν τα πάσης φύσεως σχόλια; Αν πρόκειται π.χ. για έναν Έλληνα πρωθυπουργό του 20ού αιώνα, παραθέτεις και τα ληξιαρχικά του στοιχεία; Χρειάζεται να προσθέσεις και κάποιες, στοιχειώδεις έστω, πληροφορίες;» (Δ.Δ.)

*

(περισσότερα…)

Ἄντονυ Χίρστ, Πλατεία Κλαυθμῶνος καὶ ἄλλα ποιήματα

*

Μετάφραση ΕΙΡΗΝΗ ΛΟΥΛΑΚΑΚΗ-ΜΟΥΡ

Γιὰ τὸν ἐκδότη, ἑλληνιστὴ καὶ ποιητὴ Anthony Hirst βλ. τὸ εἰσαγωγικὸ κείμενο τῆς μεταφράστριας.

~.~

Πλατεία Κλαυθμῶνος, Ἀθήνα

25η Μαρτίου 2001

Βρίσκομαι ἐδῶ γιὰ νὰ φωτογραφίσω τὴν προτομὴ τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη,
τοῦ δημοσιογράφου «ποὺ ἔγραφε μὲ σεβασμὸ πρὸς τὸν ἀναγνώστη»,
ἀλλὰ ποὺ τώρα ὑποφέρει ἀπὸ τὴν ἀσέβεια ἐκείνων
ποὺ εἶναι σχεδὸν βέβαιο ὅτι ποτέ δὲν τὸν διάβασαν
καὶ ποὺ πιθανὸν δὲν ἔχουν ἰδέα τοῦ ποιὸς ἦταν.
Τὸ μάρμαρό του καλυμμένο μὲ γκράφιτι σὲ δύο γλῶσσες.
Παιδιά προσπάθησαν νὰ προσθέσουν χρῶμα στὰ μαρμάρινα χαρακτηριστικά του.
Τὸ μουστάκι καὶ τὰ φρύδια του εἶναι τώρα καφέ-πορτοκαλί.
Σκοῦρο μπλὲ ἔχει καλύψει τὰ μάτια του γύρω καὶ μέσα.

Σήμερα εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Ἑορτή, ἡ ἐπέτειος
τῆς ἔναρξης τοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Ἀγώνα. Ἡ ἡμερομηνία
πειράχτηκε λιγάκι γιὰ νὰ συμπέσει μὲ τὸν Εὐαγγελισμό…
Ἡ γέννηση τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ –
ἕνας ἰσχυρὸς μέχρι σήμερα συσχετισμός.
(Ποιὰ ἡ πιθανότητα εἰρήνης ὅταν ο Θεὸς
ἔχει τόσους ἐκλεκτοὺς λαούς;)

Εἶναι ἡ μέρα γιὰ στρατιωτικὲς παρελάσεις,
ὁ φτερωτὸς Ἀρχάγγελος ἔχοντας δώσει τὴ θέση του στὰ πολεμικὰ ἀεροσκάφη
και νἄμαστε ἐδῶ στὴν τροχιὰ πτήσης. Ὁμάδες τῶν τεσσάρων,
σὲ σχηματισμούς, ξυρίζουν τὶς ταράτσες τῶν ψηλότερων κτιρίων,
ὠχρὲς κοιλιὲς σὰν στῆθος περιστεριοῦ, νύχια μαζεμένα,
καὶ ὅπλα θηλυκωμένα κάτω ἀπ᾽ τὰ φτερά τους. Κάθε φορὰ ποὺ ἔρχονται
τὰ περιστέρια τῆς πλατείας στὰ δέντρα καὶ στὶς ἄκρες
ἀπ᾽ τὶς στέγες πετάγονται στὸν ἀέρα κατὰ ἑκατοντάδες. Μόλις ποὺ
προλαβαίνουν νὰ κάνουν τὸν κύκλο καὶ νὰ ξανακάτσουν στὶς κορυφὲς
πρὶν ἔρθουν τὰ ἐπόμενα τέσσερα, κι ὁ πανικὸς ξαναρχίζει.

Ὁ Γαβριηλίδης δὲν διέδωσε ἀκριβῶς τὸν Εὐαγγελισμὸ
καθότι ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς τὸ ἔκανε αὐτό, ἀλλὰ ἡ Ἀκρόπολις,
ἡ ἐφημερίδα του, τόλμησε νὰ δημοσιεύσει τὸν Ματθαῖο
στὴ δημοτική, τὴν σύγχρονη «Γλῶσσα τοῦ Λαοῦ»,
γεννώντας τὰ Εὐαγγελικὰ (ἕναν αἰώνα πρὶν σὰν σήμερα)
καί, τὴν μέρα τῆς Σύναξης τῶν Ταξιαρχῶν, Μιχαήλ
καὶ Γαβριὴλ ( Ἄγγελου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ),
ὅταν ἀστυνομία, στρατός καὶ ἄτομα ἀγνώστων στοιχείων
στὰ ἐπάνω παράθυρα τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἄνοιξαν πῦρ,
ἄφησαν ὀχτώ ἄνδρες νεκρούς, κι ἄλλους ἑξήντα τραυματίες.
Παρ᾽ ὅλ᾽αὐτὰ εἶναι ὁ Ματθαῖος ἐκεῖνος ποὺ μιλάει
γιὰ τὴν Σφαγὴ τῶν Ἀθώων,
ἀλλὰ πού, ἄν κάποιος ἦταν ἀθῶος ἐκείνη τὴν ἡμέρα τοῦ Νοέμβρη
δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο ζήτημα ν᾽ ἀποφανθεῖ κανείς. (περισσότερα…)

Ἄντονυ Χίρστ, Ἕνας πολυμαθὴς καὶ πολυτεχνίτης ἑλληνιστὴς

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΛΟΥΛΑΚΑΚΗ-ΜΟΥΡ

Ὁ Ἄντονυ Χὶρστ  γεννήθηκε στὸ Χάντερσφιλντ, στὴ βόρεια Ἀγγλία τὸ 1945. Σπούδασε πρῶτα Θεολογία καὶ στὴ συνέχεια Ἀγγλικὴ Φιλολογία στὸ Κέϊμπριτζ, ὅμως οἱ σπουδές του δὲν καθόρισαν ἀμέσως τὴν ἐπαγγελματική του πορεία ὅπως θὰ περίμενε κανείς. Ἀφοῦ ἐργάστηκε γιὰ λίγο ὡς βιβλιοθηκάριος, δούλεψε γιὰ ἑνάμισι χρόνο ὡς ἐρευνητὴς γιὰ τὴν Διεθνῆ Ἀμνηστεία, καλύπτοντας χῶρες ὅπως ἡ Ἑλλάδα τὴν περίοδο τῆς Δικτατορίας, τὸ Ἰρὰκ καὶ ἡ Ἰνδονησία. Στὴ συνέχεια ἐργάστηκε διαδοχικὰ ὡς ἐπιπλοποιός, ἐργολάβος οἰκοδομῶν καὶ ἀρχιτέκτων σχεδιαστής. Ὅταν, τὴ δεκαετία τοῦ ’90, ἡ ἀρχιτεκτονικὴ σὰν ἐπάγγελμα ἄρχισε νὰ φθίνει, δούλεψε γιὰ δυόμισι χρόνια σὰν ταχυδρόμος στὸ ἀνατολικὸ Λονδῖνο πρὶν ξαναρχίσει τίς ἀκαδημαϊκὲς σπουδὲς στὸ Κολλέγιο Κὶνγκς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Λονδίνου τὸ 1992, ὅπου σπούδασε Κλασική, Βυζαντινὴ καὶ Νεοελληνικὴ Γλῶσσα καὶ Φιλολογία ὁλοκληρώνοντας τίς μεταπτυχιακὲς σπουδές του.

Μιὰ ἐπεξεργασμένη μορφὴ τῆς διδακτορικῆς διατριβῆς τοῦ Ἄντονυ Χὶρστ μὲ τίτλο Ὁ Θεὸς καὶ τὸ Ποιητικὸ Ἐγώ κυκλοφορεῖ ἀπὸ τίς ἀκαδημαϊκὲς ἐκδόσεις Πῆτερ Λὰνγκ[1]  καὶ ἑστιάζει στὴ μελέτη τῆς χρήσης ἀλλὰ καὶ τῆς κατάχρησης τῆς Βιβλικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ, τὸν Σικελιανὸ καὶ τὸν Ἐλύτη. Στὸ ἔργο αὐτὸ ὁ ἐρευνητὴς δὲν περιορίζεται στὸν συνηθισμένο ἐξαντλητικὸ ἐντοπισμὸ τῶν πηγῶν καὶ τὴν στεγνὴ ἀπαρίθμηση τῶν ἀναφορῶν ὅπως κάνουν πολλὲς μελέτες στὸ χῶρο αὐτό. Ἀξιοποιῶντας τίς γερές του βάσεις στὴ Θεολογία, ὁ Χὶρστ κάνει πρῶτα χρήσιμες ἀποσαφηνίσεις τῶν ὅρων χριστιανικὴ καὶ θρησκευτικὴ ποίηση, κάτι ποὺ μέχρι τώρα συχνὰ παραμένει συγκεχυμένο ὅσον ἀφορᾷ τοὺς παραπάνω τρεῖς ποιητές. Ἔτσι προχωράει πέρα ἀπὸ τὴν στεγνὰ ἀκαδημαϊκὴ καταμέτρηση καὶ παραπομπή, ἀναζητῶντας τὴ λειτουργία τῶν θρησκευτικῶν κειμένων στὸ νέο κειμενικὸ περιβάλλον γιὰ μᾶς δείξει πῶς οἱ τρεῖς ἕλληνες ποιητὲς ἀντιλαμβάνονται τὸ ἀντικείμενο τῆς ποίησης μὲ θρησκευτικὸ πνεῦμα ὅπως τὸ ὅριζε καὶ ὁ Ἔλιοτ τὸ 1935. [2]   Ἐπιμένει ὅμως νὰ διευκρινίσει ὅτι θρησκευτικὸ πνεῦμα δὲν σημαίνει ἀπαραίτητα καὶ χριστιανικὸ πνεῦμα καὶ ὅτι συχνὰ οἱ οἰκειοποιήσεις τοῦ χριστιανικοῦ λεξιλογίου ἀπό τοὺς Παλαμᾶ, Σικελιανὸ καὶ Ἐλύτη, ὁδηγεῖ σὲ μιὰ σύντηξη Χριστιανισμοῦ καὶ παγανισμοῦ στὴν ὁποία τὸ Ποιητικὸ Ἐγὼ πρωταγωνιστεῖ μὲ στόχο τὴν ἐπανεκτίμηση ἢ καὶ ἀνατροπὴ τῶν Βιβλικῶν καὶ λειτουργικῶν πηγῶν τους.[3]

 

Ἀλεξάνδρεια, Ντάρελ, Καβάφης

Γιὰ ἕνα χρόνο, ὡς μεταδιδακτορικὸς ὑπότροφος στὸ Πρίνστον (1999-2000), ὁ Χὶρστ μελέτησε τὰ «βυζαντινὰ» ποιήματα τοῦ Καβάφη σὲ σχέση μὲ τὴν πολιτικὴ ἱστορία τῆς ἐποχῆς ποὺ γράφτηκαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀμφίσημη στάση τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στὸ Βυζάντιο.[4] Ἀμέσως μετὰ δίδαξε στὸ Ἰνστιτοῦτο Βυζαντινῶν Σπουδῶν τοῦ Πανεπιστημίου Κουὴνς τοῦ Μπέλφαστ γιὰ δέκα χρόνια. Τὸ 2004 ἐπιμελήθηκε μαζὶ μὲ τὸν Μάϊκλ Σὶλκ ἕναν τόμο γιά τὴν Ἀλεξάνδρεια μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες καὶ μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα, ἀπὸ τὸν Καλλίμαχο μέχρι τὸν Καβάφη, τὸν Ντάρελ καὶ τὸν Ἔλιοτ (Ἀλεξάνδρεια, Πραγματικὴ καὶ Φανταστική),[5] ἐνῶ, τὸ 2014, μὲ τὸν Πάτρικ Σάμον ἐπιμελήθηκε ἕναν τόμο γιὰ τὴν ἱστορία καὶ τὴν κουλτούρα τῶν Ἰονίων Νήσων. [6]

Ἀπὸ τίς δημοσιεύσεις τοῦ Χὶρστ ξεχωρίζει ἡ ἐπιμέλεια τῶν ποιημάτων τοῦ Καβάφη γιὰ τὸν δίγλωσσο συγκεντρωτικὸ τόμο The Collected Poems ποὺ ἐξέδωσε τὸ 2007 ἡ σειρὰ Παγκόσμιων Κλασικῶν της Ὀξφόρδης τοποθετώντας τὸν Καβάφη δίπλα στὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Βιργίλιο ἀλλὰ καὶ κλασικοὺς συγγραφεῖς ὅπως ὁ Ἰούλιος Βέρν καὶ ὁ Ντοστογιέφσκι. Ὁ Καβάφης εἶναι ὁ πρῶτος Ἕλληνας συγγραφέας ποὺ ἐκδίδει ἡ σειρὰ τῆς Ὀξφόρδης μετὰ τὸν Λουκιανό. Γιὰ τὴν ἔκδοση αὐτὴ ὁ Χὶρστ ἀκολούθησε τὴ στίξη καὶ τὴν ὀρθογραφία ὅπως τὴ βρίσκουμε στὴν τελευταία ἰδιωτικὴ ἐκτύπωση του κάθε ποιήματος ποὺ κυκλοφόρησε ὁ ἴδιος ὁ Καβάφης, ἀκολουθῶντας τὴν εὐρέως ἀποδεκτὴ ἀπὸ τοὺς ἀγγλόφωνους ἐπιμελητὲς μέθοδο τοῦ σεβασμοῦ ἀπέναντι στὶς «τελευταῖες διακριτὲς προθέσεις» τοῦ δημιουργοῦ. Μέθοδος πού, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Χίρστ, στὴν περίπτωση τοῦ Καβάφη εἶναι εὔκολο νὰ ἐφαρμοστεῖ, ἐφόσον ἐξέδιδε ὁ ἴδιος τὰ ποιήματά του. Ἔτσι μᾶς παραδίδει τὸ Καβαφικὸ ἔργο χωρὶς τὴν ὁμογενοποίηση καὶ τὸν ἐκμοντερνισμὸ ποὺ ἐπιβλήθηκε προοδευτικὰ στὶς ἐκδόσεις τῆς Ρίκας Σεγκοπούλου (1935) καὶ τοῦ Γιώργου Σαββίδη (1963 καὶ 1991). (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, Ποιήματα

 

ΤΟ ΦΑΣΜΑ

Στὴ σιωπὴ ἐν μέσῳ τῆς νυκτὸς
Τὸ φάσμα ἦρθε καὶ μοῦ μίλησε.
Ἄκου, μοῦ εἶπε, τ’ ἀλόγατα σὲ φέραν ὣς ἐδῶ
κι ἄκου νὰ δεῖς τί εἶπαν:
Ἕρπουν λογῆς λογῆς νιφάδες
ὁ οὐρανὸς ἀνέτειλε, κατέβηκε στὴ γῆ.
Κι ἐκείνη τὴ σκηνὴ μὲ τὸν Ζαγρέα
ὁ μανιασμένος ἄνεμος τὴ σήκωσε ἀπ’ τὰ βάθρα
τὴν ἔριξε στῆς οἰκουμένης τὸ σταμνὶ
εὐχὴ εἱρκτὴ θὰ βρεῖς ἐσύ, νὰ τὴ νυμφεύσεις πάλι.
Ἐγὼ ἐξέπεσα, καλὲ
μήτε γι’ ἀρνὶ ὀδύρομαι μήτε γιὰ λύκο.
Ἐντόσθια μόνον ἐνθυμοῦμαι.

~.~

ΕΑΣΙ

Καμιὰ στροφὴ
κανένα ποίημα δὲν νογᾶ, ἀγαπημένε
μαζὶ τοῦ Διονύσου ἢ τοῦ Πανὸς
τὸν οἶστρο ἐξιστορήσαμε
μὰ ἡ κοινωνία τ’ ἄλλα ὑπηρετεῖ.
Τ’ ἄθλια καὶ τὰ φρικτὰ ἰσοζύγια.
Κι ἡ φύσις; Αὐτὴ κι ἂν θέλει νὰ κρυφτεῖ
κανεὶς δὲν ξεύρει πῶς ὁ κόσμος προχωρεῖ
Ἐρχόμαστε ποῦ; Πηγαίνουμε ποῦ;
Ἑρημία τρισμέγιστη. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τη ζωγραφική του Μαρκίδη την είπαν ανθρωποκεντρική. Ο χαρακτηρισμός είναι σωστός, θέλει όμως διευκρίνιση. Τι λογής κέντρο είναι αυτό που διεκδικεί στην τέχνη του ο άνθρωπος και με ποιον τρόπο; Στο κάτω της γραφής, ώς χθες ακόμη, σε κάθε ερώτημά μας, το ξέρουμε από τους καιρούς του Οιδίποδα, η απάντηση ήταν: ο άνθρωπος. Όμως, ποιος είναι ο άνθρωπος της εποχής μας γενικά, και ειδικά του Μαρκίδη;

Ανθρωποκεντρική, ανθρωπιστική, ουμανιστική, πείτε την όπως θέλετε, είναι κατ’ εξοχήν η τέχνη της αρχαιότητας. Εδώ ο Άνθρωπος είναι αυτονόητος, απτός, ορατός. Είναι κομμάτι οργανικό του σύμπαντος κόσμου, της πανωραίας δηλαδή αρμονίας του παντός: κόσμος θα πει στολίδι. Στα έργα του Φειδία και του Πραξιτέλη συναντούμε τον ιδεώδη του τύπο, με άλλα λόγια συναντούμε το ιδεώδες του ανθρώπου. Ναι, αυτός ο ιδεώδης άνθρωπος είναι θνητός, είναι τρωτός, είναι άθυρμα στα χέρια των θεών και της τραγικής Μοίρας. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ο αγαπημένος των Μουσών, ο εραστής της Μνημοσύνης, είναι ο απομνημειωμένος και ο μνημονευόμενος, είναι περατός και όμως εις τους αιώνας αξεπέραστος. Ακόμη και η φρίκη του είναι στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ευμορφίας. Απόδειξη: οι αθάνατοι, με όλα τα κουσούρια τους, τού μοιάζουν.

Με την έλευση του Χριστού έχουμε το πρώτο ρήγμα. Ο άνθρωπος παραμερίζεται, εξορίζεται στον προθάλαμο του ιδεώδους. Η αθανασία παύει να είναι μνημοτεχνία, θύμηση των προγεγενημένων, αλλά γίνεται μελλοντικό πρόγραμμα μεταφυσικό. Πλέον δεν μοιάζουν οι θεοί στον άνθρωπο, εκείνος έχει πλαστεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του Κυρίου. Και οφείλει να αρθεί ώς Εκείνον, θανάτω θάνατω πατήσας. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς ευάλωτος, όπως στην Αρχαιότητα. Είναι ατελής, αμαρτωλός, ανάπηρος. Γι’ αυτό και η τέχνη του Πανσέληνου ή του Θεοφάνη ας πούμε, τον αποτραβά από τους οφθαλμούς μας, ο άνθρωπος ο απτός, ο ατομικός παύει να υπάρχει. Και στη θέση του, προβαθμίδα θεώσεως, τίθεται ένα άλλο υπερβατικό πλέον ιδεώδες – ο Άγγελος ή ο Άγιος. Ωστόσο κι εδώ, το ανθρώπινο σχήμα, η ανθρώπινη μορφή, παραμένει οδηγός. Ο Άγιος παραμένει άνθρωπος, έστω εξαϋλωμένος και αναφής. Ο ίδιος ο θεός πρέπει να γίνει θεάνθρωπος, Υιός του Ανθρώπου, για να φανερωθεί.

Η Αναγέννηση και οι αιώνες που ακολούθησαν, σε αδρές γραμμές από τον Μποτιτσέλλι ώς τον Ντελακρούα, θ’ αντισταθεί σ’ αυτήν την πρώτη θεολογική απανθρώπηση του ανθρώπου. Θα προσπαθήσει να τον επανεγκαταστήσει στο χοϊκό του ενδιαίτημα, τη Φύση. Σήμερα ωστόσο το ξέρουμε. Χωρίς μόνιμη επιτυχία. Ο σκώληξ του Παραδείσου, με άλλα λόγια ο πειρασμός της Ουτοπίας, που με τόση σοφία είχαν αποφύγει οι Έλληνες, είχε τρυπώσει πια για τα καλά στο μήλο, στο ασυνείδητο του Δυτικού κόσμου. Η Φλωρεντία και η Βαϊμάρη μπορεί να λατρεύουν την Αθήνα, η ήπειρος που τις γέννησε ωστόσο εξακολουθεί να προσκυνά την Ιερουσαλήμ. Στο τέλος ο Γολγοθάς θα πάρει εκδίκηση απ’ τον Όλυμπο. Το αίτημα της υπέρβασης του ανθρώπου, που σήμαινε βέβαια την Πτώση της παρούσας του μορφής σε μια οντολογικά παρακατιανή βαθμίδα, εκείνη του αμαρτωλού προσταδίου, θα υιοθετηθεί επισήμως από τον Διαφωτισμό και τα συνοδά του ιδεολογήματα, πολιτικά και μη. Εκκοσμικευμένη, η Ανάσταση θα βαπτιστεί Επανάσταση. Και η ιστορία σύμπασα, η ζωή μας όλη, από τα χείλη του Καντ θα καταγγελθεί ως «ανωριμότης αυθυπαίτια». (περισσότερα…)

Στυλιανός Αλεξίου, Σώματα και Στιγμές

 

Εισαγωγή-Ανθολόγηση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Τι να είναι αυτό που παρακινεί έναν σοφό των γραμμάτων να εκδώσει για πρώτη φορά εν έτει 2012 ποίηση γραμμένη την εξηντακονταετία 1939-1999, καταθέτοντας έτσι το δικό του ποιητικό καταστάλαγμα, τιτλοφορούμενο ως «Στίχοι επιστροφής»; Μήπως η ανάγκη απότισης φόρου τιμής και σε αυτό το είδος του λόγου ή μήπως ο σεβασμός και η ευσυνειδησία που χαρακτηρίζει τον ακούραστο θεράποντα της ελληνικής γλώσσας, απέναντι σ’ αυτήν την ίδια, αλλά και στις προσωπικές του εργασίες επ’ αυτής; Ο λόγος, για τον Στυλιανό Αλεξίου που με το δικό του πρώτα παράδειγμα καταδεικνύει πως στην ποίηση βιασύνη δεν χωρά ούτε (θα ’πρεπε να) επιτρέπεται.

Ο τίτλος της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής του Αλεξίου δεν αναφέρεται μονάχα στην επιστροφή σ’ εκείνα τα χρόνια, από το 1939 ως το 1999, όπως ίσως κάποιος να υπέθετε. Μάλιστα, φροντίζει ο ίδιος στη σύντομη εισαγωγή της να ορίσει τον προορισμό του ανάπλωρου αυτού ταξιδιού. Πρόκειται για την κατάθεση της προσωπικής του άποψης (που ωστόσο εκφράζει μια γενικότερη), μέσα από κρίση και κριτική, έμμεση και άμεση, στα κρατούντα ρεύματα και τις τάσεις της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δεκαετιών. Ο Αλεξίου μιλά για μια διττή επιστροφή: την «επιστροφή στο συγκεκριμένο, στο βίωμα», κι αυτήν «στην οργανωμένη μορφή του λόγου». Κι εδώ πάλι, έρχεται με διατυπώσεις ξεκάθαρες κι ασυμβίβαστες, αφενός να προσδιορίσει το νοούμενο ως «οργανωμένη μορφή του λόγου», αφετέρου ν’ αποφανθεί πως «φαίνεται αμφίβολο αν ο λεγόμενος ‘ελεύθερος στίχος’ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάτι στο μέλλον». Αντιθέτως, τον κατηγορεί πως «οδήγησε στην πλήρη αδυναμία παραγωγής ρυθμικού κι ευφωνικού λόγου» και συνεχίζει πως με την κατάργηση «συγχρόνως της ποιητικής έκφρασης και του ποιητικού περιεχομένου, εξαφανίστηκαν τα βασικά στοιχεία που διαφοροποιούν τους ποιητές». Δε διστάζει ακόμη να δηλώσει πως «νεοϋπερρεαλισμός, μοντέρνα ποίηση, ελεύθερος στίχος έχουν καταλήξει σήμερα να είναι ‘μανιέρα’» και πως «με τη σειρά τους, έχουν ξεπεραστεί». Με βλέμμα οξύ κι ανάλογη γλώσσα διακηρύττει ό,τι όλοι όσοι ασχολούνται με τα παιχνίδια της Κλειώς παρατηρούν και διαπιστώνουν: «Η ποίηση δεν έχει πια κοινωνική λειτουργία, δεν απευθύνεται σε κανέναν. Είναι προσωπική υπόθεση και ασχολία του κλεισμένου στο γραφείο ατόμου.» Αυτό μας προτρέπει να σκεφτούμε πως δεν αποκλείεται αυτός να είναι εν τέλει ο λόγος της τωρινής παρουσίασης της συλλογής και των ποιητικών πεπραγμένων του Αλεξίου: μια ηχηρή διαφωνία, αντίθεση κι αντίσταση απέναντι σε μια κακώς παγιωμένη πρακτική στην ποίηση.

(περισσότερα…)

Ηλίας Λάμβδα (5. 7. 1958 – 5. 10. 2005)

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Για τον φιλαναγνώστη, η συγκεντρωτική έκδοση του έργου ενός ποιητή αντιπροσωπεύει πάντοτε μια ιδιαίτερη στιγμή, τη στιγμή της μετατόπισης του βλέμματος. Από τα καθέκαστα και τις λεπτομέρειες που πρώτα προείχαν, όταν κανείς είχε εμπρός του μόνο σκόρπια δημοσιεύματα, η εντύπωση γίνεται τώρα γενική, ο παρατηρητής κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και βλέπει τα ξεχωριστά κομμάτια να παραχωρούν τη θέση τους σ’ ένα όλον, ένα πανόραμα που ώς τότε ήταν ακόμη δυσδιάκριτο, μισοκρυμμένο.

Τις πιο πολλές φορές αυτό το όλον, η γενική εικόνα, σαφηνίζει εκ των υστέρων και τα επιμέρους. Τυχόν απορίες ή τυφλά σημεία στην κατανόηση παραμερίζονται, το ένα ποίημα έρχεται να φωτίσει το άλλο, η μία συλλογή την επόμενη, οι κενές ψηφίδες του παζλ παίρνουν την οριστική τους θέση.

Συνήθως.

Στην περίπτωση των Ποιημάτων του Ηλία Λάγιου, αυτού του πολύτιμου τόμου που μας δώρισε ο Ίκαρος και η άοκνη φροντίδα της Άννας Περιστέρη, αυτό το συνήθως, φοβάμαι, προσώρας τουλάχιστον, δεν βρίσκει εφαρμογή. Είναι τέτοιο το ογκώδες περιεχόμενο αυτών των κοντά οχτακοσίων σελίδων, είναι τέτοια η δαιδαλική πολυμορφία της ποιητικής ύλης που μας προσφέρεται, πολυμορφία τεχνοτροπική, υφολογική, θεματική, γλωσσική ακόμη, ώστε το πρώτο ξεφύλλισμα του βιβλίου προκαλεί, ακόμη και στον πολύπειρο, τον περπατημένο αναγνώστη μιαν αίσθηση ανασφάλειας, σχεδόν ιλίγγου. Όσοι γνώριζαν από τον Λάγιο ώς τώρα κάποια μόνο, ας είναι και τα περισσότερα, βιβλία του, και τέτοιοι είμαστε εικάζω οι περισσότεροι εδώ, θα βρέθηκαν περιδιαβάζοντας αυτόν τον τόμο όχι λίγες φορές προ εκπλήξεως. (περισσότερα…)

Άνθρωπος κατά Αντιανθρώπου

~.~

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη γραμμένο το καλοκαίρι του 1968 επί δικτατορίας. Θησαυρίστηκε το 2019 στην πολύτομη συναγωγή των δημοσιολογικών του παρεμβάσεων Πολιτικά: Θεωρία και Πράξη απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Καθώς αποτυπώνει την εξ αρχής ενιαία και αδιαίρετη στάση του Θεοδωράκη απέναντι στην Ιστορία και την Τέχνη, προσφέρεται νομίζουμε για να κλείσει το επταήμερο αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου προς τον μεγάλο δημιουργό και αγωνιστή, ο οποίος τις ώρες ετούτες, Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021, κηδεύεται στο πάτριο χώμα της Κρήτης.

Το ΝΠ ευχαριστεί θερμά τους φίλους καλλιτέχνες, λογοτέχνες και στοχαστές που συνέβαλαν στον πολύπτυχο αυτόν αποχαιρετισμό. Και ονομαστικά, τους Γιώργο Μπλάνα (δις), Γιώργο Ανδρέου, Νίκο Ξυδάκη, Φίλιππο Τσαλαχούρη, Ιωάννα Τσιβάκου, Παρασκευά Καρασούλο, Κώστα Χατζηαντωνίου, Γιάννη Βασιλόπουλο και Χρήστο Μποκόρο.

~.~

Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η κρίσιμη μάχη θα δοθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον αντιάνθρωπο. Από την εποχή των σπηλαίων φτάσαμε επιτέλους μπροστά στη μεγάλη πύλη του ελευθερωμένου από την ανάγκη ανθρώπου. Δεν μας χωρίζει πια παρά μονάχα ένα σκαλοπάτι. Που μονομιάς έγινε άβυσσος. Έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ’ όσους πέρασε ώς σήμερα η ανθρωπότητα. Το όπλο της τίγρης είναι τα νύχια. Ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ είχε την πέτρα. Οι Έλληνες είχαν τα τόξα. Οι σταυροφόροι τις λόγχες. Ο Χίτλερ τα κρεματόρια. Τον αντιάνθρωπο στηρίζει η αδιαφορία των άλλων, και πρώτα απ’ όλα των δημιουργών· των πνευματικών οδηγών.

Όμως είναι άραγε αδιαφορία ή κάτι βαθύτερο; Αν και ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα μέσα ενημέρωσης και διαφωτισμού, ωστόσο από την επομένη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι μεγάλοι δημιουργοί όλο και λιγοστεύουν, η πνευματική παραγωγή απασχολεί όλο και λιγότερο τις μεγάλες μάζες.

Εδώ και πολύ καιρό τα μεγάλα γεγονότα που απασχολούν τη διεθνή κοινή γνώμη είναι ο πόλεμος, οι κοινωνικές αναταραχές και οι πολιτικές εξελίξεις. Πολύ λίγο τα επιστημονικά επιτεύγματα. Και σχεδόν καθόλου η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργική δραστηριότητα· μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα βυθίζονται σταθερά στη λήθη.

Σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή ό,τι αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του ανθρώπου, ο δημιουργός του πολιτισμού, ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός οδηγός, είναι απών. Απέναντι στον αντιάνθρωπο που μας δολοφονεί, ο άνθρωπος, χωρίς την παρουσία του πνευματικού δημιουργού, παραμένει γυμνός και απροστάτευτος. Πού να οφείλεται άραγε αυτή η τραγική απουσία;

Τα τελευταία πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα γνώρισε μια σειρά βαθιές αλλαγές, που δημιούργησαν μια καινούρια εποχή. Λαοί σκλάβοι έγιναν ελεύθεροι. Τάξεις υπόδουλες έγιναν κυρίαρχες. Μάζες υπανάπτυκτες γνώρισαν την πρόοδο. Αγροτικοί πληθυσμοί πέρασαν στη βιομηχανία. Οι επαφές πολλαπλασιάστηκαν. Η διακίνηση των γνώσεων, των ιδεών, των ειδήσεων και των μαζών πήρε χαρακτήρα πρωτοφανή.

Μονομιάς η Γη μας μίκρυνε. Τα σύνορα ουσιαστικά κατέρρευσαν. Η τυπογραφία, οι τηλεπικοινωνίες, η μαγνητοφώνηση έφεραν στις πύλες της πνευματικής δημιουργίας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Φαίνεται όμως ότι οι πνευματικοί δημιουργοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι μπροστά σ’ αυτό το γιγαντιαίο παλιρροϊκό κύμα των μαζών. Η καλλιτεχνική έκφραση, που απευθυνόταν ως τότε σ’ ένα επιλεγμένο κοινό, είχε προχωρήσει μέσα από τους δαιδάλους της τεχνικής προς νέες περίπλοκες μορφές, στρυφνές και αινιγματικές. Για να μπεις στα άδυτα του νέου έργου τέχνης πρέπει να διαθέτεις πολλά «ειδικά κλειδιά».

Έτσι, ενώ ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός αποδέσμευε όλο και μεγαλύτερες μάζες για να τις φέρει κοντά στο έργο τέχνης, το έργο τέχνης απευθυνόταν σε όλο και πιο εξειδικευμένο κοινό. Είχαμε δηλαδή μια αντίστροφη πορεία, που τελικά απομόνωσε τους σύγχρονους δημιουργούς και άφησε το μεγάλο κοινό, τη στιγμή που μπόρεσε επιτέλους να χτυπήσει την πόρτα της τέχνης, δίχως σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο που να το κατανοεί και να το συγκινεί. Με μια λέξη, που να το αφορά.

Όμως ο πνευματικός δημιουργός όχι μόνο βρέθηκε απροετοίμαστος μπροστά σ’ αυτή την αιφνίδια και ριζική αλλαγή. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική μάζα τον τρομάζει. Αισθάνεται έτσι την ανάγκη να αποσυρθεί. Ο διψασμένος για πνευματικό καλλιτεχνικό έργο λαός, όλες αυτές οι φρέσκες, γεμάτες υγεία και κίνηση δυνάμεις δεν θα βρουν νερό για να ξεδιψάσουν.

Παράλληλα, μια άνευ προηγουμένου μαζική πλύση εγκεφάλου αρχίζει, με επίκεντρο έναν νέο τύπο ζωής βασισμένο εξ ολοκλήρου σε υλικά αγαθά. Ολόκληρη η δημιουργική ζωτικότητα των μαζών αποξηραίνεται προοδευτικά από τους χυμούς της ανθρωπιστικής παιδείας, των ιδανικών και των οραμάτων, όπως μας τα προσφέρει το έργο τέχνης και γενικότερα η πνευματική δημιουργία. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται το «ιδεώδες» κοινωνικό περιβάλλον για να μπορέσει να σταθεί και να κυριαρχήσει ο αντιάνθρωπος.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

~.~

Κρατώ κρυμμένα τα όνειρά μου στα τραγούδια σου

 

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο ήλιος εβασίλεψε… κοίταξα πάνω κι είδα δυό φτερά μεγάλα να κινούνται αργά μα μέχρι να τα δω καλά και να τα ξεχωρίσω αλλάξαν σχήμα, μπλέξανε στα σύννεφα ψηλά μέσα σε φωτεινά σταχτιά γαλάζια γκρίζα ρόδινα, τα ‘χασα… συννεφιασμένη η μέρα απ’ το πρωί, θλιμμένη κι ο ουρανός βαρύς. Άσπρο πανάκι όρθιο σ’ ένα πλεούμενο σκαρί ακινητεί στο λιμανάκι. Ήσυχα όλα. Αλύτρωτος ο αγώνας σου και φεύγεις τον στερνό σου δρόμο απόψε.

Μένουν οι μουσικές σου θα μου πεις αλλά πώς να τραγουδηθούνε τα τραγούδια σου ορφανά χωρίς αγώνες κι όνειρα ελεύθερης περήφανης πατρίδας; Έγινε πλήθος ο λαός, στατιστικές και αριθμοί, επιθυμίες αχαλίνωτες κι εγωισμοί μας κατατρέχουνε περήφανοι για ότι νά ’ναι. Αχ πώς μας ξεγελάσαν τα τραγούδια σου! Πόσο γλυκά πιστέψαμε στην ακριβή τους λευτεριά και στην αδερφοσύνη!

Τώρα αγκαθάκια κι αγκυλώνουν. Ανάπηρη η ελευθερία που μας πουλάει η εποχή, αγορασμένα τα αγαθά, εισαγόμενα απ’ αλλού, ανάδελφη η πατρίδα, κοιτάει καθένας να σωθεί όπως μπορεί, λούσα κι αγοραθεραπεία η ζωή, κρυμμένη στα ρηχά η αγωνία. Φεύγεις κι εσύ, ναι, ξέρω, όλα φεύγουνε, κι εμείς, το σώμα είναι που φεύγει, η ψυχή, το πνεύμα είν’ αλλού, αλλά νά… κρατώ κρυμμένα τα όνειρά μου στα τραγούδια σου κι εσένα ζωντανόν στη μνήμη μου ακόμα αντρειωμένον μα είναι στα χέρια μου αναμμένα μαύρα κάρβουνα όλα αυτά, καμένα…

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ

 

 

 

Η εποχή και το όραμα του Μίκη Θεοδωράκη

 

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα
και θα αισθανθείς μέσα σου να πλημυρίζει
κάθε είδος μεγαλείου – και θα είσαι ευτυχισμένος.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Η μυθιστοριογραφία που ερωτοτροπεί –ενίοτε επιτυχώς– με την αλήθεια και την οποία ονομάζουμε ιστοριογραφία, αμηχανούσε πάντα, όταν έπρεπε να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ιστορικής προσωπικότητας. Συνήθως τραύλιζε μια εκδοχή του «οργανωτή» της κοινωνικής ζωής τύπου Σπένγκλερ (πολύ πριν ο ίδιος ο Σπένγκλερ εκθέσει ενώπιον της υπέργηρης Ευρώπης τον ιστορικό «υπεράνθρωπό» του) – μέχρι ν’ αρχίσει να τρεκλίζει προς το νομιμόφρον υποκείμενο των στρουκτουραλιστών, το υποκείμενο κατασκευή της εποχής του.

Και στην μία και στην άλλη περίπτωση, το αποτέλεσμα –τουλάχιστον για την «πλοκή»– ήταν το ίδιο: οργανωτής ή ενεργούμενο, κατασκευαστής ή κατασκεύασμα της εποχής της, η μεγάλη προσωπικότητα αντλούσε το μεγαλείο της από την σύμπτωση, την αντιστοιχία, την ομολογία με το ιστορικό περιβάλλον εντός του οποίου υπήρξε.

«Σύμβολο» μιας εποχής, «εικόνα» και «ψυχή» της, είναι μερικές από τις ρητορικές αποστροφές, που χρησιμοποιεί η ιστοριογραφία γι’ αυτά τα πρόσωπα. Πού και πού τους εκχωρεί το δικαίωμα να έχουν υπάρξει με κάποιον διαδραστικό –ούτως ειπείν– τρόπο: κάτι έδωσαν, κάτι πήραν, κάτι διαμόρφωσαν και από κάτι διαμορφώθηκαν.

Τα σκέπτομαι αυτά, καθώς το ίνδαλμα Μίκης Θεοδωράκης, ο δημιουργός με τον οποίο ταυτίστηκαν άγνωστο πόσοι Έλληνες (δημιουργοί και μη) αποδήμησε πλήρης ημερών – πλην βρέφος ακόμα των αιώνων που του του ανήκουν.

Και διερωτώμαι: Ποια ήταν η σχέση του με τον εποχή του;

Ήταν ο σπουδαίος εκφραστής, το σύμβολο, η εικόνα της, έρχεται η πρώτη, αυθόρμητη απάντηση, ενισχυμένη από τον θαυμασμό με τον οποίον τον περιέβαλε η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (ως επί το πλείστον της εποχής του). Τότε, γιατί πολλοί από τους θαυμαστές του διαμαρτύρονταν συχνά και όχι πάντα πολιτισμένα για τις επιλογές του; Γιατί ενώ κανείς –εκτός από τις κυβερνητικές μηχανές, εκείνα τα Κυβόργια που περιφέρονται ανάμεσά μας ως «επιτυχημένα» στελέχη επιχειρήσεων– δεν αμφέβαλε ποτέ για την μουσική μεγαλοφυΐα του, συχνά χαρακτηριζόταν αμφιλεγόμενη προσωπικότητα; Μήπως επειδή η εποχή του ήταν αμφιλεγόμενη; Καθόλου. Η εποχή του ήταν γεμάτη παράδοξα (όπως κάθε εποχή λίγο ως πολύ) αλλά όχι ασαφής. Η παραδοσιακή ολιγαρχία επιχειρούσε να αντιμετωπίσει, με σταλινικές μεθόδους, την κοινωνική, πολιτιστική και πολιτισμική αφύπνιση ενός πολιτικά αδέξιου λαού, του οποίου μόνο ένα περιορισμένο τμήμα πίστευε πως η σταλινική ΕΣΣΔ είναι κοινωνικό μοντέλο της προκοπής. Ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας εκπροσωπούσαν την βαρβαρότητα, η Εκκλησία τον σκοταδισμό και οι εργάτες και αγρότες την δίψα για ειρήνη και ευημερία. Επειδή αυτήν την σαφήνεια –βεβιασμένη, τεχνητή οπωσδήποτε– την είχε επιβάλλει η ολιγαρχία δια πυρός και σιδήρου, όλος ο βιωματικός πλούτος, που διέτρεχε τα αντίπαλα «στρατόπεδα» -εκφρασμένος από άτομα και ομάδες που δεν ταυτίζονταν με τις σκέψεις και τις ενέργειες των κατ’ επίφαση «ομοϊδεατών» τους- πνιγόταν σε ένα περιβάλλον ουσιαστικά δικτατορικό από το 1936 μέχρι το 1975 (παρά το μεταπολεμικό διάλειμμα μιας δημοκρατίας-φάρσας).

Αυτή ήταν η εποχή του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος –όπως όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι- στάθηκε απέναντί της. Από εδώ προκύπτει το μεγαλείο του– όχι από την πλήρη σύμπλευσή του με την αθλιότητα, την παραδοξότητα ενός έθνους που είχε αποφασίσει –παρά τις καλές του προθέσεις– να αλληλοσπαραχτεί για λογαριασμό στερεοτυπικών κοινωνικών μοντέλων, κατεργασμένων από μυστικές υπηρεσίες και διανοούμενους αργυρώνητους παλιάτσους. Στο βάθος αυτού του αδιέξοδου αλληλοσπαραγμού ασφυκτιούσαν αρχές, αξιώματα, δεδομένα, επιθυμίες, παραστάσεις συναισθήματα, θεμελιώδη για την ύπαρξη και την ευημερία ενός έθνους.

Ο Θεοδωράκης προσηλώθηκε σε αυτά, χωρίς να εγκαταλείψει την Αγορά, την πραγματικότητα της Πόλεως (και στο σημείο αυτό υπήρξε Έλληνας Άνθρωπος με την κλασική έννοια). Και στην πραγματικότητα, ο μόνος συνομιλητής του ήταν το όραμα μιας Ελλάδας ιδανικής μέσα στην καθημερινότητα, τον ερωτισμό, την χαρά για την ζωή και την φιλελευθερία της.

Στάθηκε μόνος! Αυτό λένε οι σκέψεις και οι πράξεις του.

Υπήρξε ιδιοφυής μουσουργός, με συμβολή στην πρωτοτυπία. Λάτρευε τον Bach και επέστρεφε συνεχώς σε αυτόν, αλλά η μουσική γραμματική του ανήκε στην ρωσική avant-garde: Προκόπιεφ, Στραβίνσι, Σοστακόβιτς. Συνέθεσε συμφωνίες, αλλά έγραψε και τραγούδια τα οποία χόρεψαν άνθρωποι που αν άκουγαν ποτέ μια Συμφωνία θα τους έπιανε πονοκέφαλος. Υπήρξε κομμουνιστής, αλλά δεν ανεχόταν τον δογματισμό. Υπήρξε βουλευτής του ΚΚΕ, αλλά άσκησε καταιγιστική κριτική στις οργανωτικές αρχές και τις πολιτικές προθέσεις του. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν βαθιά Αντιεξουσιαστής. Και ήταν – με την έννοια του μεγάλου δημιουργού, που τολμάει ν’ αντικρίσει το οντολογικό χάος, την απουσία νοήματος, το «τετριμμένο» του βίου και αναλαμβάνει να δημιουργήσει σημασίες, ανασύροντας από το χάος την γεμάτη νόημα καρδιά του. Αυτή η καρδιά ήταν για τον Θεοδωράκη η Ελλάδα: ένα κορίτσι έτοιμο να ζήσει με όλη την σημασία του ρήματος, ψιθυρίζοντας τον στίχο του Αρχίλοχου: Η ζωή με τραγούδια εξημερώνεται…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ