ΝΠ | Αφηγήματα

Loggia

*

Τα δωμάτια είχαν δυσθεώρητο ύψος — στο σούρουπο, για παράδειγμα, το ταβάνι εξαφανιζόταν. Συχνά ξυπνούσε με ασαφή την αίσθηση του ύψους· τον προσγείωνε μια κουκουβάγια που δεν την είχε ακούσει ποτέ να κράζει, αλλά αιωρούνταν σταθερά από ένα κλαδάκι ιτιάς, που φύτρωνε κάθετα από μια ρωγμή στο κούφωμα του βορινού παραθύρου, ακριβώς πάνω απ’ το κρεββάτι του. Ήταν μια παράξενη κουκουβάγια: η πλάτη της ασημοπράσινη, τα νύχια της κίτρινα. Συνήθιζε να στριφογυρίζει γύρω από το κλαδάκι με τέτοια ταχύτητα, ώστε έμοιαζε με χρυσόμυγα — σαν κι αυτές που έδενε με σπάγκο και τις είχε για κατοικίδια όταν ήταν παιδί.

Ρωγμές υπήρχαν παντού. Κάθε τόσο του έφερναν στον νου τον σεισμό του ’81· κι έπειτα, μια ολόκληρη ακολουθία από μικροσεισμούς που του είχαν τύχει αργότερα, στην ενήλικη ζωή του, λες και η ανάμνηση ήταν ο κύριος σεισμός και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι ως αποτέλεσμα της μνήμης και όχι των τεκτονικών μετατοπίσεων.

Ήταν κάπως άβολο που το κρεβάτι βρισκόταν στη γωνία, δίπλα στην πόρτα του δικηγορικού γραφείου. Πολλές φορές, στον ύπνο του, έμπαιναν πελάτες ή επισκέπτες και του έπιαναν την κουβέντα. Δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνο το κοριτσάκι που περίμενε να τελειώσει η μητέρα της το ραντεβού με τη δικηγόρο. Είχε θλιμμένα μάτια και κρατούσε την καρδιά της μέσα σε μια δερμάτινη θήκη — έμοιαζε με θήκη στυλογράφου. Επέμενε να βγάλουν μαζί μια σέλφι. (περισσότερα…)

Προστάτης άγγελος

*

Ποιος έχει γλιτώσει κι από πόσα ατυχήματα; Ποιο είναι το στατιστικό όριο του μοιραίου, του ανεπίστρεπτου;

Πρώτη Δημοτικού. Κρατούσε τη δερμάτινη σάκα του, το κοντραπλακέ με τις λέξεις από πλαστελίνη –Λόλα, μήλο;– και πέρασε χωρίς να κοιτάξει τον κεντρικό και μοναδικό σχεδόν τότε, ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Πετάχτηκε έξω η μάνα με το φρενάρισμα, τα γράμματα της πλαστελίνης γράψανε το πεπρωμένο στο οδόστρωμα, σώος ο μαθητής. Μπορεί να συνεχίσει στη Δευτέρα.

Η οδός Παλαιολόγου στο Χαλάνδρι συνδέει τη Φιλοθέη με την Αγία Παρασκευή. Τα αυτοκίνητα  τη δεκαετία του ’70 ακόμα λιγοστά. Ανεβαίνοντας προς το Γυμνάσιο έριχνε η παρέα ό,τι ξύλα πεύκου έβρισκε, κουκουνάρες, στη μέση του δρόμου κι έκανε χάζι με το ζιγκ-ζαγκ των αυτοκινήτων να τ’ αποφύγουν. Είπαμε, μυαλό δεν είχαμε! – και γιατί άλλωστε; Λίγο μετά άρχισε ο κόσμος να ξηλώνει –με λοστούς, ακόμα και με τα χέρια– τις γραμμές του Μουτζούρη που πήγαινε παλιότερα στο Λαύριο, για να μπορεί να περνάει απέναντι. Η λατρεία της ασφάλτου, των ορυκτών καυσίμων και το μένος κατά του Τρικούπη είχε βέβαια ξεκινήσει νωρίτερα. Χάθηκε η εικόνα της μαύρης ατμομηχανής μέσα στους καπνούς· έβγαινε έξω από την πόρτα, μόλις την άκουγε να σφυρίζει και τη χάζευε – κάτι από τον πίνακα του Ουίλλιαμ Τέρνερ, χωρίς την αγγλική βροχή. Μετά ασφαλτοστρώθηκε παράλληλα από τις γραμμές και η οδός Παπανικολή και έγινε άνοδος. Τα αυτοκίνητα αυξήθηκαν μετά το ’80 και ο συμμαθητής μας ο Αντώνης έβαζε στοίχημα για να διασχίσει και τα δυό ρεύματα με το ποδήλατο, χωρίς να κοιτάξει. Έπαιρνε φόρα, έδινε μια και πέρναγε. Είχε, φαίνεται προστάτη άγγελο τότε· γιατί αργότερα στον καρκίνο του, εκείνος μάλλον κουράστηκε μαζί του. Δεν είχε την ίδια τύχη η κυρία Ανθή, μητέρα του φίλου μας που προσπάθησε να περάσει την Παπανικολή βάζοντας το κεφάλι κάτω. Έμεινε με ένα χέρι σακατεμένο το υπόλοιπο του περίκλειστου αλλά υπερήφανου βίου της. Από τότε δεν ξαναφάγαμε νεραντζάκι γλυκό. (περισσότερα…)

Τὰ στοιχειωμένα δέντρα τοῦ Πρωτεσίλαου

*

του ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ

Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Τρωικοῦ πολέμου, δηλαδή χίλια διακόσια χρόνια μέσες ἄκρες πρὶν ἀπὸ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, πολλοὶ στρατοὶ ἀπὸ τὶς πόλεις-κράτη τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας συνεξεστράτευσαν κατὰ τῆς Τροίας, ἐπειδὴ τὸ πριγκιπόπουλό της ὁ Πάρις ἔκλεψε (μὲ τὴν θέλησή της ἤ ὄχι, δὲν ἔχει σημασία) τὴν Ὡραία Ἑλένη, σύζυγο τοῦ βασιλιᾶ τῆς Σπάρτης Μενελάου. Μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων βασιλιάδων καὶ πολεμαρχῶν, ποὺ ἤθελαν νὰ ξεπλύνουν τὴν ντροπή, ἦταν καὶ ὁ Πρωτεσίλαος, ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῶν Θεσσαλικῶν πόλεων Φυλάκης, Ἀνδρώνας, Πυράσου καὶ Πτελεοῦ, ποὺ βρίσκονταν στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁλμυροῦ Μαγνησίας. Καὶ νάτος ἐπικεφαλὴς σαράντα πλοίων ὁ Πρωτεσίλαος ποὺ ἔτρεξε ἀμέσως κι ἕνωσε τὶς δυνάμεις του μὲ ἐκεῖνες τῶν ἄλλων Ἑλλήνων. Ὡστόσο στὶς ἐνέργειες αὐτὲς προσέτρεξε ὠθούμενος καὶ ἀπὸ ἕνα ἄλλο, ἐντελῶς προσωπικὸ χρέος. Ἡ παράδοση τὸν μνημονεύει κι αὐτὸν ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς πολλοὺς μνηστῆρες ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν Ὡραία Ἑλένη, προτοῦ ἐκείνη ἐπιλέξει τελικὰ τὸν Μενέλαο. Ὅλοι οἱ μνηστῆρες εἶχαν δεθεῖ τότε μὲ ὅρκο ὅτι θὰ ἦταν πάντα στὸ πλευρὸ τοῦ Μενελάου, ἂν κάποιο κακὸ τοῦ συνέβαινε στὸ μέλλον.

Τὸ ὄνομά τοῦ ἥρωά μας ὅμως δὲν ἦταν ἐξαρχῆς Πρωτεσίλαος, ἀλλὰ Ἰόλαος, καὶ ἦταν πρωτότοκος γιὸς τοῦ Ἰφίκλου καὶ τῆς Ἀστυόχης καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ποδάρκη. Ἡ κακή του τύχη ἀρχίζει ἀπὸ τότε ποὺ ζοῦσε στὶς ἀνοιχτὲς πεδιάδες τῆς Θεσσαλίας καὶ ὡς Ἰόλαος εἶχε νυμφευθεῖ τὴν Λαοδάμεια, τὴν ὁποία παράτησε νύφη μιᾶς μέρας, γιὰ νὰ ἀκολουθήσει τοὺς ἄλλους Ἕλληνες στὴν Τροία. Καὶ ὄχι μόνο τὴν γυναίκα του παράτησε ὁ Ἰόλαος, ἀλλὰ καὶ τὸ καινούριο μισοχτισμένο σπίτι του, ἐπειδὴ τὸ χρέος καὶ ἡ φωνὴ τῆς πατρίδας μετροῦσαν περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα καὶ τὸν καλοῦσαν ἐπιτακτικά.

(περισσότερα…)

Στον Θεό που εμπιστεύεσαι

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Τον Κύριο να εμπιστεύεσαι με όλη σου την καρδιά
και στην δική σου σύνεση να μην στηρίζεσαι.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 3:5

Κάποτε στην Αθήνα γνώρισα τον Γκάμπριελ, έναν Αιθίοπα φοιτητή της Ιατρικής. «Όταν τελειώσω», έλεγε, «θα γυρίσω στην χώρα μου να βοηθήσω τους συμπατριώτες μου που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Υπάρχει πολλή δυστυχία εκεί κάτω». Αυτό ήταν τ’ όνειρό του.

Κάναμε συχνά παρέα και μιλούσαμε για πράγματα που μιλιούνται δύσκολα. Κι αν μιληθούν, δεν απαντιούνται εύκολα.

Ήμουν οργισμένο νειάτο, πνεύμα σπινθηροβόλο κι ετοιμοπόλεμο. Ήθελα να γίνω η άμμος κι όχι το λάδι στα γρανάζια του συστήματος. Ήξερα, βέβαια, πως το σύστημα είναι πολυπρόσωπο και πολυδαίδαλο –η μυθική Λερναία Ύδρα: ένα κεφάλι κόβεις, δύο φυτρώνουν στο διηνεκές– κι έχει εκπαιδεύσει τον καθένα μας να το υπηρετεί, όπως φέρνει το σκυλάκι τις παντόφλες στον αφέντη του. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε τον αφέντη που θα μας σκλαβώσει και νομίζουμε την σκλαβιά μας για ελευθερία. Και το χειρότερο; Το γνωρίζουμε αυτό, αλλά δεν πιστεύουμε πως είναι αλήθεια. Γιατί το σύστημα –το λέει και η λέξη– έχει σύστημα, που δουλεύει εμφανώς και υπογείως –με ακρίβεια μηχανισμού ελβετικού ρολογιού– ενώ εμείς είμαστε σκορποχώρι. Κι ο σκοπός του συστήματος είναι ακριβώς αυτός: να παραμείνουμε σκορποχώρι.

Οδηγοί μου τα διαβάσματά μου.

Ξεκίνησα με Καζαντζάκη. Ξετίναξα το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε και το «Άκου ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ. Συνέχισα με «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου, με Μπακούνιν και Μαρξ. Καταβρόχθισα τους Μπρεχτ, Όργουελ, Καστοριάδη, Καμύ. Ξεκοκάλισα «Παλαιά», «Καινή Διαθήκη», «Κοράνι» κι εντρύφησα στην «Θιβετιανή» κι «Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών». Ξεψάχνισα Βούδα και Προσωκρατικούς. Ρούφηξα τα θεολογικά βιβλία του αδερφού μου μέχρι ενός και συναρπάστηκα απ’ τα συγγράμματα του αείμνηστου Κωνστ. Ε. Παπαπέτρου: «Η ορθόδοξη απολογητική εις την εποχήν μας», «Περί το πρόβλημα του αγαθού και του κακού εκ της απόψεως του όλου», «Η ουσία της θεολογίας», «Είναι η θεολογία επιστήμη;», «Ο μηδενισμός – η γένεσις και η υπέρβασίς του».

Με τέτοια διαβάσματα, έκανα σκόνη τον Γκάμπριελ, ο οποίος προσπαθούσε να με αντιπαλέψει με κάτι βιβλικές περικοπές, σαν ένα κουνούπι που επιχειρεί να καταρρίψει ελικόπτερο.

«Δεν είμαι θρήσκος», του έλεγα «– ακριβώς το αντίθετο! Τριβελίζουν το μυαλό μου υποψίες φριχτές: Αν οι Γραφές λεν αλήθεια, κι ο Θεός έφτιαξε τον Αδάμ και την Εύα, κι αυτοί με την σειρά τους γέννησαν τον Κάιν και τον Άβελ, τότε πώς συνεχίστηκε το ανθρώπινο είδος; Ή τα παιδιά κοιμήθηκαν με την μητέρα τους ή με τις αδερφές τους, που αργότερα θα έκανε ενδεχομένως η Εύα. Άρα, και στις δύο περιπτώσεις, ο κόσμος είναι απόρροια αιμομιξίας, την οποία η εκκλησία… αντιμάχεται!

»Και να ’ταν μόνον αυτό! Αν ο Θεός είναι αγάπη, τότε γιατί έκανε τον Κατακλυσμό του Νώε και κατέστρεψε την ανθρωπότητα; “Γιατί ήταν αμαρτωλή”, θα μου πεις. Ε, και; Μήπως τώρα δεν είναι; Κι αν ο Θεός λογαριάζεται πάνσοφος, όπως λένε, δεν ήξερε τι θα συμβεί; Κι αν το ήξερε, γιατί δεν το εμπόδισε; “Γιατί σέβεται την ελεύθερη βούληση του  ανθρώπου”, θα πεις. Αν την σέβεται, τότε γιατί δεν σεβάστηκε και την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων να αμαρτήσουν και τους έπνιξε σαν γατσούλια στον Κατακλυσμό, όπως τους αφάνισε σαν σκνίπες στα Σόδομα και στο Γόμορρα; (περισσότερα…)

Μηδέν στα Θρησκευτικά

*

Όταν διάβαζες στα παιδιά το παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά Ποιος έκανε πιπί στον Μισισιπή;, το μικρό παπί, μετά από την έρευνα του καπετάνιου, ομολογούσε: «Eγώ είμαι ο ένοχος, εγώ έκανα πιπί στη μέση του Μισισιπή». Και τα παιδιά χαιρόντουσαν στην επανάληψη και την έμφαση της φωνής σου. Μήπως αυτή η έμφαση έκρυβε άλλες πρότερες ενοχές δικές σου;

Κοιτάς τη φωτογραφία της τάξης μας που έστειλε ο παλιός συμμαθητής, ο Αιμίλιος. Πρέπει να ήταν στην Γ΄ ή την Δ΄ Δημοτικού, στου ’70 τις εποχές. Διάλειμμα. Η κόλαση είναι συνήθως οι άλλοι. Εκείνοι, οι εξυπνότεροι συμμαθητές σε έβαλαν στα αίματα. Ή μήπως ήταν και το ορμέμφυτο του φύλου; Όπως είναι στις γάτες να κυνηγούν ό,τι τρέχει και ό,τι πετά. Έγινε «κόλαση» στο διάλειμμα με τα κορίτσια. Κι εσύ, έπρεπε κάτι στους άλλους ν’ αποδείξεις; Ή όσο εκείνες γελούσαν και χαριεντίζονταν, το πήρες για παρορμητικό παιχνίδι; Μια προεφηβεία να ζητάει το έτερον άγνωστο. Ένας ήλιος λαμπρός να τυφλώνει εκείνη την άνοιξη.

Τελειώνει το διάλειμμα, μπαίνουμε στην τάξη. Πετάγονται χωρίς να χάσουν ευκαιρία τα κορίτσια: «Κυρία, κυρία, ο Τ. στο διάλειμμα μας σήκωνε τις ποδιές». Σε καλεί η δασκάλα μας, η κυρία Κατίνα, ν’ ανεβείς στο «υπερώον», την ξύλινη υπερυψωμένη βαθμίδα για να φθάνουμε τον πίνακα. Και ζητά εξηγήσεις. Κι εσύ, κατακόκκινος και απορών για την πράξη, ομολόγησες: «Εγώ, εγώ το άθλιο, εγώ το τόλμησα, εγώ». Ο πέλεκυς της τιμωρίας ήρθε πάραυτα: «Μηδέν στα Θρησκευτικά». Ένοχος από την Δ’ Δημοτικού και μετέπειτα. Κι αν είδες κάτω ικανοποιημένες φατσούλες, σου φάνηκε ταυτόχρονα ότι διέκρινες μια κάποια αμφιβολία πίσω από ματάκια παιχνιδιάρικα. Όμως ο χρόνος κάνει τα κέφια του και η μνήμη είναι γελάστρα. Ξεκινούσε μια εποχή εσωτερικής αιμορραγίας, μ’ έναν ήλιο-μεταίχμιο, εκλειπτικό. Μια ενδέκατη εντολή σκοτείνιαζε τον ουρανό. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. (περισσότερα…)

Βρώμικη ιστορία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Τον Στάθη Αποστόλου τον είχα δει για τελευταία φορά στην κηδεία του πατέρα μου πριν από είκοσι χρόνια. Ξαναβρέθηκε μπροστά μου σε μια άλλη κηδεία, της μάνας του. Κι εκεί άρχισαν όλα. Παρασύρθηκα από τα γεγονότα χωρίς αντίσταση. Λες και ήταν προκαθορισμένο να γίνουν. Σχεδόν μοιραίο.

Σε κηδείες συγγενών δεν πήγαινα, είχα τους λόγους μου. Με τη θεία μου, τη μάνα του Στάθη, η σχέση μου ήταν τυπική. Τυπική ήταν και η παρουσία μου στην κηδεία της. Δάκρυα δεν είχα πια για κανέναν, ειδικά για ανθρώπους που με είχαν ξεγράψει και τους είχα ξεγράψει. Μου το είχε ζητήσει η μάνα μου να πάω – λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορούσε να βγει απ’ το σπίτι.

Το λιοπύρι ήταν αφόρητο εκείνο το απόγευμα. Τέλη Ιουλίου, καύσωνας. Ήμουν κιόλας μούσκεμα στον ιδρώτα όταν έφτασα στο νεκροταφείο. Ολόκληρο το σόι ήταν εκεί. Προσπαθούσα να αποφεύγω βλέμματα και χειραψίες. Ήθελα μόνο να τελειώσει γρήγορα η τελετή και να φύγω.

Με τον Στάθη βρεθήκαμε αντικριστά πάνω από τον τάφο. Φορούσε μαύρα γυαλιά. Η καράφλα του γυάλιζε. Το ίδιο σουλούπι όπως παλιά, ένας χοντρομπαλάς, κορδωμένος, με ύφος ανθρώπου που πιστεύει πως όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα πάνω του. Στεκόταν ανάμεσα στην αδερφή του και σε μια άλλη γυναίκα που υπέθεσα πως ήταν η γυναίκα του – δεν την ήξερα, δεν την είχα δει ποτέ. Η αδερφή του Στάθη ήταν σε κατάσταση υστερίας. Όσο πλησίαζε η στιγμή που θα κατέβαζαν το φέρετρο στην τρύπα τόσο μεγάλωνε ο σπαραγμός της. Δεν μπόρεσα να μην κάνω τη σκέψη ότι υπήρχε κάτι το θεατρικό στο κλάμα και στα λόγια της.

Δυο κεφάλια πιο ψηλός από τον Στάθη, ακριβώς πίσω του, πρόβαλε ένας τεράστιος τύπος με ξυρισμένο κεφάλι, μουσάκι και διαστημικό μαύρο γυαλί. Ακριβώς δίπλα του μια ψηλή γυναίκα, εντυπωσιακή, μάλλον αλλοδαπή, νυχτόβιο πρόσωπο, με κοντό πλατινέ μαλλί, έντονο μακιγιάζ και λευκό εφαρμοστό φόρεμα κατάλληλο για νυχτερινή έξοδο.

Είχε πολύ κόσμο στο νεκροταφείο και όλοι προσπαθούσαν να κρυφτούν στους ίσκιους των κυπαρισσιών  για να αποφύγουν την κάψα. Κάποιοι έφυγαν πριν την ολοκλήρωση της ακολουθίας. Ο παπάς βιαζόταν. Είπε τα τελευταία λόγια και το χώμα άρχισε να πέφτει στο φέρετρο από τα χέρια των συγγενών. Η αδελφή του Στάθη άρχισε να φωνάζει «μανούλα μου, μανούλα μου, δεν θα σε ξαναδώ». Έκανε μια κίνηση προς τα μπρος, σαν να ήθελε να πέσει στο λάκκο μαζί με τη μάνα της, αλλά πρόλαβε και την έπιασε από πίσω ο γορίλας που συνόδευε τον Στάθη. Ο Στάθης φαινόταν ατάραχος, σαν να ήταν αλλού, δεν αντέδρασε σε τίποτα από όσα έγιναν. Αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η διαδικασία έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.  Έκανα πως δεν είδα την κίνησή του. Εκείνος μου ξαναέκανε νόημα και τελικά συναντηθήκαμε στην έξοδο του νεκροταφείου.

Και εκεί, δίπλα στον μαντρότοιχο, λίγα μέτρα μακριά από τους άλλους, χωρίς να μασάει τα λόγια του, μου πέταξε την πρόταση του πολύ χαλαρά, σαν να μου έκανε πρόταση να πάμε για καφέ. Με έπιασε από το μπράτσο, με έκανε να σκύψω λιγάκι και είπε «θέλω να δουλέψεις για μένα, μια φορά τον μήνα θα πηγαίνεις Αθήνα, θα μεταφέρεις το πακέτο και θα παίρνεις κολλαριστά τρία χιλιάρικα». (περισσότερα…)

Κυριακή του Παραλύτου ή Κυριακή του Ασώτου; Πότε γεννήθηκε;

*

του ΤΑΚΗ ΓΕΡΑΡΔΗ

Όταν δεν υπάρχουν συγγενείς πρώτου βαθμού ή ενεργοί διαχειριστές των πνευματικών δικαιωμάτων, η διαχείριση των βιογραφικών στοιχείων καθίσταται ευάλωτη σε ανακρίβειες, λάθη και αυθαιρεσίες. Η περίπτωση της ημερομηνίας γέννησης του Μένη Κουμανταρέα θεωρώ πως εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο.

Ας σημειωθεί πως στο Google, αλλά και σε πλήθος διαδικτυακών πηγών –ελληνικών, αγγλικών και γαλλικών– καταγράφεται ως ημερομηνία γέννησης του Μένη Κουμανταρέα η 4η Ιανουαρίου 1931. Εγώ, όμως, και ο αδελφός μου Άρης, διατηρούμε ζωντανή τη μνήμη πως τα γενέθλια του μεγάλου συγγραφέα ήταν στις 17 Μαΐου – μια ημερομηνία που μας είχε αναφέρει ο ίδιος και που επιβεβαιώνεται, έστω σποραδικά, σε προσωπικά τεκμήρια και παραγνωρισμένες σημειώσεις καθώς και από αρχειακές αναφορές που δεν έχουν λάβει τη δέουσα προβολή. Το ζήτημα της γέννησης δεν είναι ποτέ απλώς ληξιαρχικό· ιδίως όταν προηγείται αοριστολογία.

Πώς όμως προέκυψε αυτή η ασυμφωνία; Πιθανότατα η πρώτη καταχώριση της λανθασμένης ημερομηνίας να έγινε από κάποια επιπόλαιη πηγή και στη συνέχεια αναπαράχθηκε μηχανικά – από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα, χωρίς να υποβληθεί σε έλεγχο. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία διακινείται ταχύτατα και συχνά άκριτα και με βιαστικά copy paste, ένα μικρό λάθος μπορεί να παγιωθεί και να αλλοιώσει τη δημόσια εικόνα ενός σημαντικού προσώπου. Δεν πρόκειται για απλή φιλολογική λεπτομέρεια. Η ημερομηνία γέννησης έχει το δικό της ειδικό βάρος στο συνολικό αφήγημα της ζωής και της δημιουργίας του Κουμανταρέα. Μια τέτοια ανακρίβεια γεννά ερωτήματα για τη φύση των πηγών, την αξιοπιστία τους, αλλά και για την ευθύνη μας απέναντι στην πολιτισμική μας κληρονομιά. Συνέβαλε όμως και ο ίδιος σε αυτή την σύγχυση.

Θυμάμαι πολύ έντονα τον Μένη να αποφεύγει με βδελυγμία να αποκαλύψει την ακριβή ημερομηνία των γενεθλίων του. Αυτήν την πληροφορία την έμαθα μόνο όταν έγινε γνωστός ο θάνατός του. Όποτε τον ρωτούσα, απαντούσε με αόριστο, σιβυλλικό ύφος, κάποιες φορές με έναν αστεϊσμό, πάντα με μια δόση ναρκισσισμού, κι άλλαζε αμέσως θέμα. Σχεδόν σαράντα χρόνια που τον γνώριζα δεν θυμάμαι ούτε μία φορά να μας καλεί κάπου για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά του. Από τότε υποπτευόμουν πως δεν ήθελε να μάθουμε πότε γεννήθηκε, γιατί δεν άντεχε την πιστοποίηση του γήρατος. Όπως και το όνομά του (Αριστομένης) δεν γιορτάζει ποτέ, έτσι κι εκείνος δεν είχε ποτέ γενέθλια και με αυτόν τον τρόπο ένιωθε πως ξεφεύγει από το χρόνο. (περισσότερα…)

Οι δύο εκκλησίες

*

Μεταξύ Κορίνθου και Ηραίου, υπάρχει ένα χωριό με το όνομα Σάββας – ή τουλάχιστον έτσι το αποκαλούσαν οι κάτοικοί του. Δεν κατάφερα ποτέ να το ξαναβρώ, αν και είχε σμιλευτεί στη μνήμη μου σαν να το είχα δει χθες. Το χωριό με τις δύο αντικριστές εκκλησίες.

Έκανα τη διαδρομή δεκάδες φορές, κάθε φορά δοκίμαζα νέους τρόπους: πέρασα από τις Αρχαίες Κλεωνές και την περιοχή των Δερβενακίων, οδήγησα γύρω από τις Μυκήνες και το Φίχτι, προσπάθησα να το εντοπίσω ακόμα και μέσω παράλογων παρακάμψεων, όπως διασχίζοντας τη Νεμέα κι ακολουθώντας τον δρόμο παράλληλα του Ινάχου ή περνώντας από το Χιλιομόδι. Εξέτασα την κάθε πιθανή εκδοχή, την κάθε διακλάδωση που θα μπορούσε να με οδηγήσει στο χωριό κι ανακάλεσα τις παύσεις και τις επιβραδύνσεις της πρώτης μου διαδρομής που με έφεραν τυχαία στο Σάββας. Ωστόσο οι ελπίδες μου συρρικνώνονταν όποτε πλησίαζα στο Ηραίο. Την επομένη, θα ξεκινούσα πάλι από την αρχή.

Φυσικά, κανένας χάρτης της Πελοποννήσου δεν απεικόνιζε το χωριό και σε καμία πινακίδα δεν αναγραφόταν η λέξη Σάββας. Οι κάτοικοι γύρω από την περιοχή όπου είκαζα ότι βρισκόταν το Σάββας δεν είχαν ακούσει ποτέ γι’ αυτό, κι έτσι αναγκάστηκα να εμπιστευτώ τη μνήμη μου. Ήταν χειμώνας όταν το είχα βρει. Παράξενος χειμώνας. Δεν έπεφτε σταγόνα στα βουνά. Στο βάθος, κάπου μακριά, ένα σύννεφο, βαρύ και σκούρο, απλωνόταν απ’ τη μιαν άκρη τ’ ουρανού ως την άλλη. Ένα τελευταίο κιτρινωπό φως έλαμψε κάτω απ’ το σύννεφο κι αισθάνθηκα σαν να μου δινόταν κάποια προειδοποίηση. Εκείνη τη στιγμή, μ’ έπιασε ζαλάδα κι έπιασα το τιμόνι αδύναμα. Έπρεπε να φάω.

Ψηλά, πράσινα βουνά χωρίς τελειωμό και δρόμοι χωρίς εξόδους. Συνέχισα έτσι γι’ αρκετή ώρα, ώσπου πρόσεξα έναν γέροντα να περπατά ξυπόλητος σ’ ένα άνοιγμα στην απέναντι λωρίδα. Φαινόταν κουρασμένος κι ατημέλητος, στην πλάτη φορούσε ένα γαλάζιο σακίδιο έτοιμο να σκάσει κι υποπτευόμουν ότι είχε μέρες να πλυθεί – μια δυσωδία με κατέκλυσε απ’ το παράθυρο. Αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου και τον χαιρέτησα. Χαμογέλασε και με το χαμόγελο εμφανίστηκαν δόντια τριγωνικά σαν αγκάθια. Κανείς άλλος δε βρισκόταν στον δρόμο, οι καλοκαιρινοί επισκέπτες είχαν φύγει από καιρό και οι περισσότεροι ντόπιοι δεν πήγαιναν για μπάνιο στο Ηραίο μες στη νύχτα. «Είσαι με τα καλά σου;», θα έλεγε η αδελφή μου αν με έβλεπε, «Κλέλια, πότε θα πάρεις τη ζωή σου στα σοβαρά;». Έδειξα το άνοιγμα με το χέρι και ρώτησα αν υπήρχε κάποιο χωριό εκεί. Ο γέρος έγνεψε. «Ευχαριστώ», είπα και συνέχισα. (περισσότερα…)

Η τάτσα και η σπουρτόλοη

*

Η τάτσα

«Εν τάτσα, κυρία, τούντο πράμαν μες στο κείμενον». Εθώρουν τον τζ̆ι έν επίστευκα στ’ αφκιά μου. «Εν πελλάρες τούντα πράματα που μας λαλείτε. Τζ̆αι τούντο σημαδούιν εν τάτσα, όπως τζ̆αι πολλά άλλα. Άμαν στάξει το παγωτόν πά’ στο παντελόνιν σου, τατσώννει σού το∙ άμαν παουρίζει ο τζ̆ύρης σου ούλλη μέρα τζ̆αι φκαίννεις να παίξεις με τους φίλους σου μες στον δρόμον τζ̆ι ακούουν ούλλοι τες παουρκές του, γίνεσαι η τάτσα της γειτονιάς∙ που επήα στο χωρκόν μας στα κατεχόμενα, εθώρουν τάτσες παντού: πά’ στα σπίθκια τζ̆αι τες εκκλησ̆ιές που τες σ̆σ̆ιπεθκιές τζ̆αι τες πόμπες∙ τούτη η κρεατοελιά που ’χω πά’ στην μούττην μου εν που γεννησιμιού μου –άδε τάτσαν πά’ στην φάτσαν μου!– τζ̆αι καμιά κορούα έν με θέλει∙ που επήεν τζ̆ι επαντρεύτην ο παππούς μου τζ̆είνην την Φιλιππινέζαν, ετάτσωσεν το σόιν μας. Τωρά εκατάλαβες, κυρία; Όι άνω τελεία∙ τάτσα».


τάτσα, η: λεκές∙ στίγμα
παουρίζω: ουρλιάζω
σ̆σ̆ιπεθκιά, η: πυροβολισμός

(περισσότερα…)

Ο μαγικός κόσμος των πουλιών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ξύπνησε από τιτιβίσματα πουλιών. Πετάρισε τα μάτια κοιτώντας τριγύρω: στο κουρτινόξυλο, στο κομοδίνο, στο κρεβάτι, πουλιά… Κόκκινα, κίτρινα, μαύρα, γαλάζια, λευκά, σταχτοπράσινα, σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, πουλιά… Με μικρές και μεγάλες φτερούγες, με περίεργες ουρές, με παράξενα ράμφη, με αλλόκοτες και μελωδικές φωνές, πουλιά… Άλλα τον κοίταζαν από μακριά, μερικά πλησίασαν κοντύτερα, κάποια κάθισαν στους ώμους του, στο στήθος, στα χέρια, πουλιά…

Έκλεισε τα βλέφαρα και σκέφτηκε:

«Όνειρο, βλέπω όνειρο! Τώρα θ’ ανοίξω τα μάτια και θα έχουν εξαφανιστεί».

Τινάχτηκε, λες και ξύπναγε από εφιάλτη. Ξαναντίκρισε τριγύρω πουλιά, παντού πουλιά…

Ιπτάμενοι εισβολείς απ’ το πουθενά, πτερόεντες επισκέπτες απ’ το ανεξήγητο κοίταζαν με τα στρογγυλά ματάκια τους. Τα κοίταζε κι αυτός.

«Καλημέρα!» ακούστηκε μια βραχνή φωνή δίπλα του.

Τρόμαξε! Του μιλούσε ένας παπαγάλος.

«Άι, στο καλό!» είπε δυνατά.

«Στο καλό!» είπε κι ο παπαγάλος.

«Θα τρελαθώ!» ψέλλισε ο άνθρωπος.

«Μα γιατί;» μίλησε πάλι ο παπαγάλος.

«Τι έκανε λέει; Μιλάς κανονικά; Οι παπαγάλοι επαναλαμβάνουν εκείνα που ακούν, δεν μιλούν σαν άνθρωποι!»

«Μα, δεν μιλώ σαν άνθρωπος, εσύ μιλάς σαν παπαγάλος!»

Ο άνθρωπος έμεινε με το στόμα ορθάνοιχτο. Κατόπιν κούνησε το κεφάλι πέρα-δώθε κάμποσες φορές, λες κι ήθελε να βεβαιωθεί πως το μυαλό του ήταν στην θέση του.

«Καλά, γιατί κάνεις έτσι;» είπε ένας κούκος που κάθονταν στο κομοδίνο.

Ο άνθρωπος γούρλωσε τα μάτια.

«Ονειρεύομαι, αυτό είναι! Δεν έχω ξυπνήσει ακόμα… Κοιμάμαι όρθιος! Σε λίγο θα μου πει κι ο κούκος πως δεν μιλάει ανθρωπινά, αλλά πως εγώ κάνω “κούκου κούκου”».

«Ε, ναι, εσύ κάνεις “κούκου κούκου”. Πού είναι το περίεργο;»

«Πού είναι το περίεργο που μιλάω κουκίσια; Πού είναι το περίεργο;»

«Δεν μιλάς μόνον κουκίσια και παπαγαλίσια», είπε ένα κοράκι που κάθονταν στο κουρτινόξυλο, «μιλάς και κορακίσια και κουκουβαγίσια! Και γενικά μιλάς όλες τις γλώσσες των πουλιών!»

«Μιλάω… όοολες τις γλώσσες των πουλιών;»

«Ναι, όοολες!» επιβεβαίωσε κι ένα μεγάλο ξωτικό πουλί, με τεράστιο ράμφος και κιτρινοπράσινες φτερούγες. (περισσότερα…)

Η μυγδαλιά

*

Απέναντι από το σπίτι της, στον φράχτη του απέναντι οικοπέδου, δίπλα στον δρόμο ακριβώς, είναι η μυγδαλιά. Οι γείτονες που τη φύτεψαν και μαζεύουν τους καρπούς έρχονται κάθε καλοκαίρι, όταν το χωριό γεμίζει κόσμο και τα πράγματα αλλάζουν, γενικά, άλλη καθημερινότητα, άλλος ρυθμός. Μετά τον Σεπτέμβρη όμως, μένει σχεδόν μόνη στη γειτονιά, τι σχεδόν, μόνη όλο το πρωινό, αφού κι ο άντρας της φεύγει για τη δουλειά του. Πάει, όμως, να πλύνει τα πιάτα, κι απέναντι ακριβώς η μυγδαλιά. Παίρνει να μαγειρέψει, τη μυγδαλιά βλέπει σηκώνοντας τα μάτια της προς το παράθυρο. Κάθεται στον καναπέ να πιει καφέ, να τη η μυγδαλιά έξω από το τζάμι. Πάει να ξαπλώσει λίγο για μεσημέρι, με το παντζούρι ανοιχτό, μην την πάρει κι ο ύπνος για πολλή ώρα και ξυπνήσει μετά μουρτζούφλω, τη μυγδαλιά έχει στα μάτια της. Δεν γίνεται κι αλλιώς, όλα τα παράθυρα του σπιτιού κατά κει ανοίγουν.

Είναι η καθημερινή της εικόνα, η καθημερινή της ζωή, Να βλέπει τον χειμώνα να έρχεται όταν γυμνώνουν τα κλαδιά της, να περιμένει με λαχτάρα να ανακαλύψει να φουσκώνουν τα μπουμπούκια της λίγο μετά τις γιορτές, να τρελαίνεται από τη χαρά της όταν ανθίζει κάτασπρη κι αέρινη και, μετά το Πάσχα, όταν καλωσυνεύει κι ο καιρός και μπορούν πια να κάθονται στην αυλή, να κόβει και κάνα τσάγαλο για μεζέ στο ούζο. Τα αγαπάει τα δέντρα, τα φροντίζει τα λουλούδια της, αλλά με τούτη τη μυγδαλίτσα είναι σαν φιλενάδες, τρέμει η ψυχή της μήπως και πάθει κάνα κακό. Ώρες ώρες σκέφτεται κιόλας μπας και δεν είναι καλά, τι της κόλλησε; Αλλά πάλι, αυτή τη χαρά, για μήνες, να βλέπει κάθε μέρα τα κλαδάκια να παίρνουν ζωή, να μαλακώνουν, κι ύστερα να έρχεται εκείνη η γιορτή με τα άσπρα, και να γεμίζει ο δρόμος κι η αυλή της αυτή τη μυρωδιά τη μελένια και τα άσπρα πέταλα… Αχ, ευτυχία χωρίς κόπο! (περισσότερα…)

Ιστορίες χωρισμών

*

Προδημοσίευση από το βιβλίο «Ιστορίες Χωρισμών» της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου που, εικονογραφημένο από τη Μυρτώ Δεληβοριά, θα κυκλοφορήσει αυτές τις μέρες από την Κάπα Εκδοτική. «Δέκα μικρές ιστορίες που μιλούν για διαφορετικούς χωρισμούς, εστιάζοντας, παράλληλα, στα πράγματα της καθημερινότητας. Γιατί όταν χωρίζουν οι άνθρωποι ένα σωρό αντικείμενα καθημερινής χρήσης έχουν ενωθεί εναντίον τους.» (από το ΔΤ).

///

Μάζεψες τίποτε;

Ήταν ξεκάθαρη. Να τα μαζέψεις όλα, του είπε, και να φύγεις. «Bέβαια, μπορείς να κοιμηθείς το βράδυ στο κρεβάτι. Είναι πιο εύκολο να μην χάσουν δυο άνθρωποι τη βολή τους άμα βρίσκονται πάνω στα χωρίσματα». Ευχαρίστως θα της άστραφτε ένα χαστούκι εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που επιβεβαίωνε την απόλυτη περιφρόνησή της για κείνον με το να καταδεχτεί να μοιραστούνε τελευταίο βράδυ αυτό που μέχρι χθες ήταν «το κρεβάτι τους». Καρφάκι δεν μου καίγεται. Να τι του έλεγε. Μ’ άλλα λόγια, το σώμα σου μου είναι τόσο αδιάφορο που όχι να το λιμπιστώ δεν υπάρχει φόβος αλλά ούτε και να το σιχαθώ. Στο ψυγείο συνέχιζε να κρυώνει, από τρεις μέρες ανοιγμένο, ένα μισογεμάτο μπουκάλι λευκό κρασί. Τον παλιό καιρό, θα ερχόταν προς το μέρος του, θα άρπαζε το μπουκάλι και θα έμπηγε τις φωνές. «Τώρα πια αυτό το κρασί είναι για το μαγείρεμα, για σβήσιμο»! Πόσο του άρεζε η εν μέρει ακατανόητη κουβέντα της. Για σβήσιμο. Γέμισε το ποτήρι του. Την είδε που τον κοίταξε. Μάλλον αυτό ήθελε. Να καταλάβει εκείνος πως με το συγκεκριμένο μπουκάλι σβήνονταν όλα. Η φαινομενική έγνοια, η δύναμη της συνήθειας, αχ, η πολυαγαπημένη δύναμη της συνήθειας, το προσποιητό ενδιαφέρον, η προσποιητή έκπληξη απέναντι στο προσποιητό ενδιαφέρον, όλες οι ψευτιές που χτίζουν λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα, το βασίλειο της αληθινής συμβίωσης. Τέλειωσε το κρασί του και σηκώθηκε αναστενάζοντας. Και πώς μαζεύεις τώρα τα πράγματά σου από το ίδιο σου το σπίτι; Και πώς ξέρεις ότι τα μάζεψες όλα; (περισσότερα…)