Συντάκτης: il Notaro

Ένα σχόλιο του Κ. Π. Καβάφη περί της οικίας του

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Με την πρόσφατη ολοκλήρωση της αποκατάστασης και της αμφιλεγόμενης αναδιαμόρφωσης (εδώ) της οικίας του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια, κυκλοφόρησε σχετικό δελτίο τύπου από το Ίδρυμα Ωνάση (εδώ & εδώ) και από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, που πανομοιότυπα αναπαράχθηκε από το μεγαλύτερο τμήμα του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου. Μέσα εκεί διαβάζουμε τα εξής αξιοπρόσεκτα σχετικά με την καβαφική κατοικία στην Αλεξάνδρεια:

Ο δρόμος όπου βρίσκεται η Οικία Καβάφη ονομαζόταν Lepsius κατά την εποχή του Καβάφη, ωστόσο αργότερα μετονομάστηκε σε C. P. Cavafy, προς τιμήν του Έλληνα ποιητή. Το κτίριο περιβαλλόταν από το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο, το Ελληνικό Νοσοκομείο και τους οίκους ανοχής της πόλης, τα οποία ο Καβάφης αποκαλούσε ο «Ναός της Ψυχής», ο «Ναός του Σώματος» και ο «Ναός της Σάρκας», αντίστοιχα.

Αυτό το ―φερόμενο ως καβαφικό― σχόλιο έχει κυκλοφορήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα, χωρίς να μπορώ να εντοπίσω την ακριβή χρονολογία και τον πρώτο συντάκτη του (ήδη συναντάται στον ιστότοπο του ΙΕΠ (εδώ), και σε διπλωματική εργασία στο ΕΑΠ, από το 2020 (εδώ).

Το αστείο είναι ότι παρά την εκτενή αναπαραγωγή του κειμένου δεν πέρασε από κανενός τον νου να αναρωτηθεί ποια η διαφορά της σάρκας από το σώμα στην καβαφική ποίηση, ώστε να δικαιολογείται διαφορετική χρήση από τον Καβάφη στην ―υποτιθέμενη― ρήση του περί της γειτονιάς του. Μια πρόχειρη ματιά στο καβαφικό corpus επιβεβαιώνει ότι ο ποιητής χρησιμοποιούσε αδιαφοροποίητα και τις δύο λέξεις (σώμα-σάρκα) με ταυτόσημη σημασία (με καταφανώς λιγότερες τις εμφανίσεις της λέξης ‘σάρκα’). Βέβαια, όχι μόνο δεν συνοδεύεται από καμία παραπομπή, αλλά πουθενά και κανείς δεν καταγράφει ούτε διασώζει ένα τέτοιο καβαφικό σχόλιο κι είναι απορίας άξιο, τουλάχιστον για το Ίδρυμα Ωνάση (που κατέχει και το Αρχείο Καβάφη), πώς υιοθέτησε και διατηρεί μέχρι σήμερα αυτή την ψευδώνυμη ρήση, ώστε να την αναπαράγει στον ιστότοπό του με κάθε σοβαρότητα. (περισσότερα…)

«Σε κυνηγάνε;» Σχολιάζοντας την ταινία του Νίκου Κούνδουρου «Ο Δράκος»

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο 

Έτσι, σιγά, υποβλητικά! Σχεδόν συνωμοτικά.

— Σε κυνηγάνε;

Κι ύστερα με λίγες λέξεις αλλά ξεκάθαρα,

— Πες μου. Δεν καταλαβαίνεις είμαι μαζί σου.

Αυτή τη φορά ψιθυριστά.

— Αν ξανάρθουν το βράδυ, πρόσεξε να μη σε βρούν. Σκαρφάλωσε την πίσω μάντρα της αυλής σου, ύστερα άλλο ένα σπίτι, μια αυλή και μετά είναι το δικό μου. Έλα έχω τον τρόπο μου. Μπορώ να σε κρύψω.

Η φράση που αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του έργου.  Σε κυνηγάνε; Ο Δράκος του Κούνδουρου, 1956.  Ο Ντίνος Ηλιόπουλος, του λείπει το μουστάκι, αλλιώς θα ήτανε ίδιος ο Νίκος Πλουμπίδης. Κι αυτόν στο κάτω-κάτω ένας δικός του τον κάρφωσε στο τέλος.

Στην ανάκριση του Δράκου-Ντίνου Ηλιόπουλου ο εξευτελισμός και τα χάχανα των χωροφυλάκων. Γι’ αυτό πάντοτε έλεγες: Το βράδυ στο κρεββάτι με τα ρούχα. Να μην μας πιάσουν με τα σώβρακα, είναι θέμα τιμής. Κι όταν γύρισες σπίτι, κάπου αρχές Δεκεμβρίου, έπεφτες με το παντελόνι να πλαγιάσεις. Για ύπνο ποιος μιλάει τώρα;

Όχι δεν το θέλω έτσι. Προκαλώ την ταινία  και συνεχίζω με άλλο τρόπο. Αντίθετο, εντελώς αντίθετο. Ανακατεύω σκηνές.

— Γιατί σε φέρανε εσένα εδώ;

— Γιατί με πιάσανε.

— Γιατί σε πιάσανε;

— Δεν έτρεξα αρκετά γρήγορα. (περισσότερα…)

Η κουκκίδα

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.iv.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

Η ΚΟΥΚΚΙΔΑ

Αναπτύσσεις ένα κείμενο σαν μια ευρύχωρη πεδιάδα λέξεων με την πεποίθηση ότι επιτυγχάνεις ισορροπημένη έκταση και αξιοπρόσεχτο βάθος, αλλά στις επαναναγνώσεις ανακαλύπτεις μια ελάχιστη λεκτική κουκκίδα, που σου φαίνεται προβληματική στη σύνδεσή της με την υπόλοιπη φράση. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Μια μικρή λεξούλα, ένα άρθρο, που μπορεί να μπει, μπορεί και να μη μπει. Ποιο είναι όμως το σωστό; Ποιο λέει αυτό που θέλουμε να πει; Γράφω τον στίχο: «βρέχει σαν να πέφτουν αστέρια στη γη» κι αμέσως τον διορθώνω σε «βρέχει σαν να πέφτουν τ’ αστέρια στη γη». Αλλά πάλι είμαι έτοιμος να ξαναγυρίσω στην πρώτη εκδοχή. Ποιο είναι το πλέον αρμόζον; Χρειάζεται το άρθρο; Έτσι το ποίημα καθυστερεί και το μυαλό αδυνατεί για πολύ καιρό να λύσει το πρόβλημα. Μου θυμίζει την «Πανούκλα» του Καμύ, όπου ένας δευτερεύων ήρωας, ένας τύπος από το περιβάλλον του κεντρικού ήρωα, θέλει να γίνει συγγραφέας και να γράψει ένα μυθιστόρημα. Έχει γράψει μόνο την πρώτη πρόταση, αλλά δεν ικανοποιείται κι αδυνατεί να συνεχίσει. Μέχρι να τελειώσει η εξιστόρηση της «Πανούκλας» εκείνος δεν μπορεί να προχωρήσει παρακάτω, επειδή κάθε μέρα διορθώνει και παραλλάσσει εκείνη την αρχική πρόταση.

Ιδού οι επισφάλειες της καθημερινής λεξιθηρίας μας.

*

* (περισσότερα…)

Λογοτεχνία και Ιστορικότητα: Για τη νέα έκδοση των Απάντων του Κώστα Κρυστάλλη

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Κώστας Κρυστάλλης – Ένας πρόωρα επαναστατημένος, Άπαντα,
Εισαγωγή – Βιβλιογραφία – Επιμέλεια Ευάγγελος Αυδίκος,
Πρόλογος Ν. Ε. Καραπιδάκης, Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη,
Θεσσαλονίκη, 2024

«Μες στου νεκρού το μάτι / κοιμούνται δέντρα και πουλιά». Οι στίχοι αυτοί του Χρήστου Μπράβου είναι, νομίζω, ταιριαστοί και για τον Κώστα Κρυστάλλη, καθώς και για την πρόσληψη του έργου και της διαδρομής του από τον θάνατό του μέχρι και σήμερα. Στην έκδοση των νέων Απάντων του ποιητή και πεζογράφου από τον Ευάγγελο Αυδίκο η ιστορικότητα γίνεται κομβικό στοιχείο οργάνωσης του υλικού, αναδεικνύοντας την έννοια του αρχείου με όρους αισθητικούς, ποιητικούς αλλά και πολιτικούς. Η διάρθρωση του υλικού από τον Αυδίκο δεν επικαιροποιεί μόνο την εξέλιξη και τις συνδέσεις ανάμεσα στο ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Κρυστάλλη. Επιτυγχάνει επίσης να αναδείξει ποικιλοτρόπως χωρίς εξιδανικεύσεις και δογματισμούς τις διαφορετικές προσλήψεις του Κρυστάλλη στους κριτικούς λόγους, επιτονίζοντας τις διαφορετικές ιδεολογικές μονομέρειες και διλήμματα που χαρακτήριζαν το εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο ως προς τις θέσεις για την ποίηση και τις αξιολογικές τοποθετήσεις και αντιστίξεις της κριτικογραφίας ως προς το ποιοι ποιητές προκρίνονται ως σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί.

Ο Αυδίκος προσφέροντας συνθετικά την ήδη γνωστή ποιητική και πεζογραφική εργογραφία του Κρυστάλλη, μια λεπτομερή κριτική εισαγωγή, ιστορικές και λαογραφικές μελέτες, επιστολές, ομιλίες, άγνωστα αθησαύριστα κείμενα και μια εντυπωσιακή παράθεση πηγών, αναφορών και βιβλιογραφίας τεκμηριώνει με εντυπωσιακό και ριζοσπαστικό τρόπο τη μακρόχρονη εμπειρία του και τριβή του με τον Κρυστάλλη ενώ παράλληλα αποδεικνύει τη σημασία που έχει η διάταξη του αρχειακού υλικού στην επικαιροποίηση κάθε συγγραφικού έργου και στην ανάδειξη της ιστορικότητας στις συμπλοκές του ίδιου του έργου αλλά και των ποικίλων κριτικών διαδρομών διαχρονικά. Στον τόμο ο Κρυστάλλης δεν εξιδανικεύεται ούτε και μυθοποιείται απλουστευτικά με όρους γενεαλογικούς ή τοπικιστικούς ως σύμβολο του Συρράκου ή της βλάχικης κουλτούρας. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια απόπειρα ηρωοοποιημένης μνημείωσης. Ούτε προτάσσεται ένας κοινότοπος βιογραφισμός σε λυρικούς τόνους που επιτονίζει τον θάνατο του Κρυστάλλη σε τόσο νεαρή ηλικία.

Η διάταξη του αρχείου επιτυγχάνει να αναδείξει κριτικά τον Κρυστάλλη στο «εδώ και τώρα» με νέους τρόπους, «φωτίζοντας» όχι μόνο την αγάπη του για τα βουνά, το Συρράκο και τους ανθρώπους του τόπου του μα επιπλέον την τρυφεράδα του, τους σταθμούς της λογοτεχνικής του εξέλιξης, την τρυφεράδα και το ερωτικό στοιχείο της γραφής του, την βαθιά επιθυμία του για μάθηση. Ο Κρυστάλλης ενσωματώνεται στην ιστορική συνέχεια των αγωνιστικών διαδρομών της Ηπείρου μέχρι την απελευθέρωση και τους πνευματικούς αγώνες του τόπου. Τεκμηριώνεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου πως ο Κώστας Κρυστάλλης ήταν «ένας πρόωρα επαναστατημένος» άνθρωπος ο οποίος σε όλη του τη ζωή και σε όλους του τους αγώνες να επιβιώσει στις σκληρές συνθήκες που του έτυχαν προσδοκούσε και έλπιζε μέχρι το τέλος την απελευθέρωση του τόπου του και την απόκτηση της ελληνικής υπηκοότητας. Ο επιμελητής του τόμου συνθέτει ένα κολάζ διαφορετικών χρονικών στιγμών, συμβάντων και φωνών, καταγράφοντας λεπτομερώς κάθε στοιχείο που αναφέρεται στον Κρυστάλλη μέχρι σήμερα, καθώς και την προσπάθεια των διαφορετικών φωνών να τον οικειοποιηθούν και να τον κατηγοριοποιήσουν με διαφορετικά κριτικά, ιδεολογικά, αισθητικά και προσωπικά κριτήρια. Η σύζευξη της έννοιας του αρχείου με την ιστορικότητα κατευθύνει στην ίδια την έννοια της κριτικής. Τα λογοτεχνικά έργα «φέρουν τα ίχνη της αξιολόγησής τους στο παρελθόν και μια νέα ιστορία της λογοτεχνίας θα ήταν η ιστορία των διαδοχικών τους προσλήψεων», σημειώνει ο Τζιόβας[1]. Μέλημα του επιμελητή στην πράξη φαίνεται να είναι η κριτικοί προβληματισμοί των αναγνωστών και αναγνωστριών ως προς το πώς και με ποιες ιδεολογικές και λογοτεχνικές συνέπειες ορισμένοι ποιητές και το έργο τους υπερτιμήθηκαν, υποτιμήθηκαν ή και τα δύο. (περισσότερα…)

Ένας θαλερός σουρρεαλισμός

*

του BΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

«Ο σουρρεαλισμός μπορεί και πρέπει να υπάρξει στον κινηματογράφο», δήλωσε κάποτε ο Άδωνις Κύρου. Ότι μπορεί, ναι, μπορεί· για το ότι πρέπει να υπάρξει, δηλώνω αναρμόδιος για την απάντηση, που εμπίπτει μάλλον στην ετυμηγορία της ιστορικής εξέλιξης, των ιστορικών και αισθητικών απαιτήσεων, που δεν εξαρτώνται μόνο από την απάντηση ενός και μόνο υποκειμένου. Πάντως το ότι ήδη υπήρξε είναι ένα απτό και θετικό δεδομένο και δεδικασμένο. Αν ακολουθήσουμε το «ό,τι μπορεί να υπάρξει υπάρχει» του Μπυφόν, συμπληρώνοντας «έστω και για λίγο, έστω και παρά τις στρεβλώσεις του», τότε ο σουρρεαλισμός υπάρχει έστω ως δυνατότητα, χλομή και δειλή, στον κινηματογράφο· όμως ό,τι υπήρξε ή υπάρχει εγγράφει μια υποθήκη για την έστω σπάνια και ψοφοδεή του ύπαρξή του και αναπαραγωγή του.

Σύγχρονοι και οι δύο, ο κινηματογράφος και ο σουρρεαλισμός, με μια εποχή κρίσεων και αναζητήσεων σε κάθε επίπεδο, όπως εκείνη των αρχών του 20ού αιώνα, με μια υπόσταση και αυτονομία που θα εγγράψει την υποθήκη της μακροβιότητάς τους μέσα στον σύγχρονο πολιτισμό. Περισσότερο ο ένας και λιγότερο ο άλλος, θα αποτελέσουν ένα πάγιο ιδιόλεκτο της ατομικής έκφρασης κατά τον 20ό αιώνα και παραπέρα. Ο κινηματογράφος ή θα είναι σουρρεαλιστικός ή δεν θα υπάρξει καθόλου: είναι μια φράση που θα μπορούσε να ειπωθεί από κάποιους καμικάζι της πρωτοπορίας. Όμως δεν ειπώθηκε καθότι τα εκφραστικά μέσα του σουρρεαλισμού μπορεί να συγγένευαν ποικιλοτρόπως με τις αυλαίες του ασυνειδήτου, σιγά-σιγά όμως αφομοιώθηκαν από τη συνείδηση του μέσου θεατή, συνιστώντας το εξημερωμένο φαντασιακό του μέσου ενήλικα. Η ρευστότητα του ασυνειδήτου παγιώθηκε μέσα στην αλυσίδα του σελουλόιντ.

Ο κινηματογράφος, όπως έχουν επισημάνει πολλοί θεωρητικοί του, έχει μια εξ αίματος συγγένεια με τη φαντασία, με το όνειρο, με την αντιληπτική διάθλαση της πραγματικότητας, κι όλα αυτά τον έφεραν πολύ κοντά στον σουρρεαλισμό. Στα πρώτα του βήματα, το μαγικό μέσο της κινηματογραφικής εικόνας είχε υποδεχθεί πολύ πιο φιλικά τα σουρρεαλιστικά αιτήματα. Αργότερα, η ευρύτερη κοινωνικοποίηση της την ανάγκασε να δώσει όλο και λιγότερο χώρο στον καλλιτεχνικό πειραματισμό. Η βασιλεία της κινηματογραφικής αφήγησης και των συμβάσεών της είχε αρχίσει. Η πανάρχαιη αφηγηματική παράδοση είχε ζητήσει τα δικαιώματά της από την κινηματογραφική εικόνα. (περισσότερα…)

Η επικράτηση των βαρβαρόγλωσσων

*

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΟΓΛΩΣΣΩΝ

Διαβάζω πάλι τον Καβάφη ολόκληρον,
διαβάζω λέω μ’ όλο που
σχεδόν όλο το έργο του το έχω αποστηθίσει.
Διαβάζω κι έχω τη χαρά ν’ απολαμβάνω
τον τέλειο στίχο του τον τέλειο ρυθμό του.

Και βλέπω εδώ να μου υπογραμμίζουν
τη λέξη «ολόκληρον» σα να ’ναι λαθεμένη.
Μου την υπογραμμίζει ο κομπιούτερ
ο ρυθμισμένος από τους Σελτζούκους
που κατακλύσανε τις τελευταίες δεκαετίες
τη γλώσσα μας και διαρκώς την καταστρέφουν.
Γιατί τα νι δεν τα γουστάρουν οι Σελτζούκοι
κι ούτε τις κλίσεις θέλουνε που για χιλιετίες
τη γλωσσική μας έδιναν ακρίβεια κι ευφροσύνη.

Αναίσθητοι κακοποιοί, «ψυχές μαραγκιασμένες»,
δεν λένε «τους αγνώστους» μα «τους άγνωστους»
κι ούτε «ο Κίμων» λένε μα «ο Κίμωνας»,
κ’ «είπαμε προηγούμενα» κι όχι «προηγουμένως» (περισσότερα…)

Βίλχελμ Μύλλερ, Τὸ χειμωνιάτικο ταξίδι


*

Εἰσαγωγὴ – Ἐπιλογὴ
ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Ὁ Wilhelm Müller (1794-1827), κορυφαῖος Γερμανὸς φιλέλληνας, ὑμνητὴς τοῦ Εἰκοσιένα, ποιητής, μεταφραστὴς στὴ γερμανικὴ γλώσσα τῆς συλλογῆς ἑλληνικῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν τοῦ Κλὼντ Φωριέλ, ἔγραψε καὶ δημοσίευσε τὸν κύκλο ποιημάτων Τὸ χειμωνιάτικο ταξίδι (Die Winterreise) σὲ δύο περιόδους (1823-1824). Συνολικὰ εἴκοσι τέσσερα ποιήματα ποὺ μελοποιήθηκαν ὅλα ἀπὸ τὸν Φρὰντς Σοῦμπερτ τὸ 1827. Οἱ χρονολογικές, ἢ μᾶλλον, ἡμερολογιακὲς λεπτομέρειες τῆς σύνθεσης εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ συγκινητικὲς στὴν ἱστορία τῆς μουσικῆς. Ὅπως ἀναφέρει σὲ χειρόγραφο σημείωμα, ὁ Σοῦμπερτ καταπιάστηκε μὲ τὴ σύνθεση τῶν δώδεκα πρώτων ποιημάτων τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1827, καὶ μὲ τὸ δεύτερο μέρος ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ μέχρι τὸ τέλος Ὀκτωβρίου τῆς ἴδιας χρονιᾶς. Ὁ Μύλλερ, βαριὰ ἄρρωστος στὴ γενέτειρά του, τὸ Ντεσσάου, πέθανε στὶς 20 Σεπτεμβρίου, πιθανότατα χωρὶς νὰ πληροφορηθεῖ τὸ συνθετικὸ ἐγχείρημα τοῦ Σοῦμπερτ καὶ φυσικὰ χωρὶς νὰ ἀκούσει τὶς μοναδικὲς στὴν ἱστορία τῆς μουσικῆς, καὶ τοῦ ρομαντισμοῦ εἰδικότερα, συνθέσεις.

Ἦταν 33 χρόνων. Εἴκοσι μέρες ἀργότερα ἔγινε ἡ ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου (20 Ὀκτωβρίου 1827) ποὺ σήμανε γιὰ τοὺς Ἕλληνες τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγό. Ὁ Μύλλερ εἶχε γράψει καὶ δημοσιεύσει περισσότερα ἀπὸ πενῆντα λῆντερ (ὅπως τὰ ὀνόμαζε), τὰ πασίγνωστα πλέον GriechenliederLieder der Griechen, φόρο τιμῆς στὸν ἀγώνα. Τὰ τέσσερα τελευταῖα γιὰ τὴν Ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου. Ὁ Σοῦμπερτ, ἄρρωστος ἤδη ἀπὸ τὸ 1823, πέθανε ἕνα χρόνο ἀργότερα, στὶς 19 Νοεμβρίου 1828. Ἦταν 31 χρόνων. Ὁ ποιητὴς καὶ ὁ συνθέτης (ποὺ δὲν εἶχαν γνωριστεῖ προσωπικὰ οὔτε συναντηθεῖ) συναντήθηκαν μέσα ἀπὸ τὴν τέχνη τους. Τὰ τραγούδια τοῦ Σοῦμπερτ συγκινοῦν, καὶ θὰ συγκινοῦν στοὺς αἰῶνες, ὅπως συνέβη στὴ πρώτη παρουσίαση τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1828 στὴν Βιέννη, καὶ πάλι (δύο μῆνες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ συνθέτη) τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1829.

Ποιήματα-τραγούδια τῆς περιπλάνησης, τοῦ ἀπεγνωσμένου ἔρωτα καὶ τῆς βύθισης στὴ μελαγχολία. Στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἀναπόφευκτη κατάληξη, ἡ αὐτοκτονία. Εἴκοσι τέσσερα λιτά, ἔμμετρα, μὲ πλεκτὴ κατὰ βάση ὁμοιοκαταληξία καὶ πλούσια σὲ εἰκόνες καὶ ἀποχρώσεις γλώσσα. Κατὰ ἕναν τρόπο ἀποτελοῦν τὴν ποιητικὴ ἐκδοχὴ τῆς πορείας τοῦ Βέρθερου τοῦ Γκαῖτε (Τὰ πάθη τοῦ νεαροῦ Βέρθερου, 1774-1787), στὸ μυθιστόρημα μαθητείας ποὺ ἄνοιξε τὸν δρόμο στὸν γερμανικὸ ρομαντισμό.

Μὲ τὸν ἴδιο ἀριστουργηματικὸ τρόπο ὁ Σοῦμπερτ εἶχε μελοποιήσει ἐνωρίτερα, τὸ 1823, τὸν ὁμόθυμο ποιητικὸ κύκλο τοῦ Μύλλερ Ἡ ὡραία μυλωνού, γραμμένον τὸ 1820 (μελοποιήθηκαν εἴκοσι ἀπὸ τὰ εἴκοσι πέντε ποιήματα). Ὅσο γνωρίζουμε, ὁ Μύλλερ δὲν εὐτύχησε νὰ ἀκούσει οὔτε αὐτὲς τὶς συνθέσεις ποὺ πρωτοπαίχτηκαν, καὶ μάλιστα στὸ βιεννέζικο κοινό, τρεῖς δεκαετίες ἀργότερα, τὸ 1856.

(περισσότερα…)

Παγκόσμια Ημέρα Μυθιστορήματος – Μια πρόταση

*

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΣΩΝΙΤΗ

Φέτος στην εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης στον Ιανό, διάβασα, όπως και πέρσι, λίγους στίχους από δύο ποιήματά μου που περιέχονται  στο μυθιστόρημά μου Καθαρμοί, τον τρίτο τόμο της τριλογίας μου, «Πένθος και Έξαρση» – οι άλλοι τόμοι: Εκτέλεση, Εκδίκηση, από τις Εκδόσεις Πατάκη. Παραθέτω λίγα στιχάκια: Στο πρώτο ένα πουλί φτάνει στην βομβαρδισμένη, κατεχόμενη, αποκλεισμένη Αμμόχωστο: «Μικρό πουλί μαύρο πουλί, με μαύρο ράμφος και φτερά, πουλί με γλώσσα μαύρη και μαύρα μάτια κόκκινα, πουλί πουλάκι της νυκτός, τι θες και φτερουγάεις στης μαύρης Αμμοχώστου μας την έρμη αφτερούγητη, τη μαύρη ερημιά…»

Στο δεύτερο που διάβασα φέτος, γυναίκες πανηγυρίζουν την γέννηση ενός αγοριού, όπως θα  πανηγύριζαν οι άνδρες την γέννηση ενός κοριτσιού: «Ένας άντρας γεννήθηκε, γυναίκες … φαλλός σας ζητάει νιούτσικος …βάλτε λεμονανθούς στα στήθια σας … βάλτε κραγιόν από παπαρούνες … ντυθείτε κερασιές, κοράσια, ντυθείτε τρελλές ροδιές … μωρέ χαρές το νιάνιαρο, μωρ’ δεν χορταίνεις να τον βλέπεις … βαθιά κολύμπα παλληκάρι μας, του λόγου σου μη λογαριάζεις βάθια …   ο κόσμος είν’ ωραίος ο φαλλός σαν είν’ γενναίος, κι όλη πλάση ευωδιάζει η σχισμή σαν το προστάζει.»

Καθώς διάβαζα τους στίχους αυτούς, σκέφθηκα γιατί να μην καθιερωθεί η Παγκόσμια Ημέρα Μυθιστορήματος; Δεν το χρωστάμε στην τέχνη-επιστήμη του μυθιστορήματος που μαζί με την ποίηση είναι τα πρώτα, μεταξύ ίσων, λογοτεχνικά είδη, με τεράστια επίδραση στην παγκόσμια ψυχή και στον άνθρωπο; Δεν θα τιμήσουμε όμως ταυτόχρονα και τον ελληνικό πολιτισμό και παράδοση, αφού το μυθιστόρημα είναι ελληνική επινόηση; Ο πρώτος οιονεί μυθιστοριογράφος, ο πρώτος που επινόησε μια ιστορία για να ξεδιπλώσει τις απόψεις του είναι, πιστεύω, ο Παρμενίδης, στην πρώτη στροφή, 1-30, του κοσμολογικού του ποιήματος Περί φύσεως (συμβατική μεταγενέστερη ονομασία, δεν ξέρουμε την πρωτότυπη), στην οποία μια Θεά πάνω σε μια άμαξα οδηγεί τον αφηγητή στην αλήθεια του κόσμου: Να πώς, σε μετάφραση του αείμνηστου καθηγητή φιλοσοφίας,  φίλου Βασίλη Κύρκου (δίδαξε και στην σχολή σεμιναρίων μας Ανοιχτή Τέχνη) που απέδωσε (Εκδ. Παπαδήμα, 2011) για πρώτη φορά στην νεοελληνική όλα τα Σωζόμενα των Προσωκρατικών Φιλοσόφων, κατά την μνημειώδη έκδοση του Ντιλς (και Κρανζ), αλλά δεν αξιώθηκε όχι βραβείο μετάφρασης αλλά ούτε υποψηφιότητας καν, τα σάρωνε όλα εκείνα τα  χρόνια η ρηξικέλευθη μετάφραση του «Γλαυκώπις Αθηνά» ως «η Αθηνά τα μάτια λάμποντας». (περισσότερα…)

Η επικαιρότητα της πανδημικής τριετίας

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

Είναι η πανδημική τριετία επίκαιρη; Κάποιοι φίλοι, όταν τους έστειλα την πρόσκληση για τη σημερινή εκδήλωση*, μου λένε, μα καλά, τί ασχολείστε τώρα και πίσω-πίσω με αυτά τα πράγματα, είναι άλλα που μας απασχολούνε σήμερα… Πράγματι· αλλά εάν δεν καταλάβουμε τί συνδέει τα σημερινά με τα προηγούμενα δεν έχουμε πιθανότητα να καταλάβουμε ούτε τα σημερινά.

Σήμερα, εκείνο που μοιάζει να απασχολεί τον περισσότερο κόσμο είναι το σιδηροδρομικό έγκλημα των Τεμπών. Και πολύ καλά κάνει που τον απασχολεί, και πολύ καλά κάνει που κατεβαίνει μαζικά στους δρόμους· αλλά δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι δεν τον απασχόλησε το ίδιο, ούτε κατέβηκε στους δρόμους για το πολύ μαζικότερο έγκλημα της εξωτερικής πολιτικής τής κυβέρνησής του, που είχε όχι 57 αλλά χιλιάδες νεκρούς στην Παλαιστίνη και στην Ουκρανία, των οποίων το αίμα έχει αυτή η κυβέρνηση στα χέρια της, μια κυβέρνηση που αγκαλιάζεται ανενδοίαστα με τους δημίους και τους διευκολύνει στο φονικό έργο τους. Μέχρι να έρθει στο φως, λέω, αν έρθει στο φως, ο κρίκος που συνδέει το έγκλημα των Τεμπών με την εξωτερική της πολιτική…

Ένα πράγμα τουλάχιστον φαίνεται να έχει καταλάβει ο κόσμος σήμερα, με αφορμή την υπόθεση των Τεμπών: το καταστατικό ζύμωμα της δημόσιας εξουσίας με το ψέμα, την παραπλάνηση και την εξαπάτηση, το αδιαπέραστο τείχος τής συνενοχής ανάμεσα στην κυβέρνηση, τα μέσα ενημέρωσης, το δικαστικό σύστημα και την επιστημονική εμπειρογνωμοσύνη. Και σας ρωτώ: είναι η πρώτη φορά που τα βλέπουμε και τα ζούμε όλ’ αυτά; Και είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε μια μεθοδευμένη εκστρατεία διασυρμού, συκοφάντησης, ηθικής και πολιτικής εξόντωσης όσων τόλμησαν να αντισταθούν στο δημόσιο αφήγημα; Αφήγημα που έκανε δυνατή μια πολιτική η οποία άφησε πίσω της εκατοντάδες αναίτια νεκρούς, και χιλιάδες σακατεμένους σωματικά ή ψυχικά – αφήνοντας κατά μέρος τις ανυπολόγιστες άλλες, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες… Γι’ αυτό και η εφιαλτική τριετία που ζήσαμε το 2020-22 είναι εξακολουθητικά παρούσα κι επίκαιρη. (περισσότερα…)

Αμφιγαμία

*

ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΑ

γράφει ο Ηρακλής Δ. Λογοθέτης

Ξελογιάστρα εκ φύσεως, η λογοτεχνία γνωρίζει καλά πως λέγε-λέγε το κοπέλι κάνει την κυρά και θέλει, γι’ αυτό και προσφεύγει τόσο συχνά στα γλυκόλογα. Φυλάει τα δικά της βάζα σε παραπειστικές κρύπτες, ενίοτε μάλιστα δεν επιτρέπει στον ήρωα να βάλει το δάχτυλο σε μέλι προσφάτου εσοδείας αν δεν εξυμνήσει τις αρετές μίας παρελθούσας. Στην περίπτωση αυτή η αφήγηση αναλαμβάνει, ως καταλυτικά μεσιτεύουσα δύναμη, τη διακίνηση της αισθηματικής συνάφειας δύο προσώπων με την παρένθετη εμβολή ενός τρίτου. Έτσι, στις Φλωρεντινές νύχτες (Florentinische Nächte, 1836) του Χάινε, ο Μαξιμιλιανός, παραιτούμενος της αμέσου προσεγγίσεως, εξομολογείται τα αισθήματά του πλαγίως. Διηγείται στη Μαρία μία παλαιότερη ερωτική του περιπέτεια με τη Λωράνς με σκοπό να υποκινήσει τη μιμητική της συμπάθεια και γνωρίζοντας ότι στη δεύτερη από της αληθείας αφήγηση δεν χωρά τρίτο ενεργό πρόσωπο, μνημονεύει την απελθούσα ερωμένη από την απόσταση ασφαλείας που του επιτρέπει να ελπίζει στην εύνοια της παρούσας ακροάτριας. Σ’ αυτόν άλλωστε τον συνδυασμό μίας αισθηματικής αποδρομής και της παραινετικής της υποκαταστάσεως, οφείλεται το ότι επέλεξα τις Φλωρεντινές νύχτες ως βάση της εργασίας μου για την αφηγηματική αποπλάνηση, το σκεπτικό της οποίας σας εξέθεσα πολύ συνοπτικά — κατέληξα απευθυνόμενος στην κυρία Μάρτα Γουόλπολ, πρόεδρο του Institute for Advanced Study στο Χάρβαρντ, αλλά βολιδοσκοπώντας παραλλήλως με κλεφτές ματιές τη νεότερη, ιδιαιτέρως ελκυστική υφισταμένη της, την κυρία Γκουέντολιν Χαμ.

Υπέκυψα δηλαδή στον πειρασμό της διπλής στοχεύσεως, ευελπιστώντας αφενός σ΄ ένα πρώτο θετικό σήμα της κ. Γουόλπολ απέναντι στο αίτημα της υποτροφίας μου και αφετέρου ερευνώντας εάν οι διαθέσεις της κ. Χαμ θα καθιστούσαν την ολοκλήρωση της μελέτης μου στο εν λόγω ινστιτούτο όχι μόνο ανέξοδη αλλά και ευχάριστη. Μοιραίο, καθώς αποδείχθηκε, σφάλμα νεανικής υπεροψίας που υπερτιμώντας τη συνάφεια μεταξύ βλέψεως και βλήματος, προεκτείνει τη γραμμή του ελληνικού ημαρτημένου κάπως ανορθόδοξα, ισοφαρίζοντας την αστοχία των προθέσεων με την ορθή ανάγνωση του τιμήματος. Διότι η κ. Γουόλπολ αντιλαμβανόμενη τα βλέμματά μου προς την υφισταμένη της αντέδρασε μ’ ένα σαφώς ζηλοτυπικό εφέ αφού όταν έσπρωξα τον φάκελο με το σχεδίασμα της εργασίας μου προς το μέρος της, εκείνη επιχειρώντας να τον πάρει έριξε πάνω του με μία νευρική χειρονομία την κούπα του καφέ της. Η κυρία Χαμ πετάχτηκε και, κοιτάζοντάς με απολογητικά, μάζεψε ό,τι μπορούσε να μαζευτεί απλώνοντας μερικά χαρτομάντηλα στο γραφείο αλλά η ζημιά είχε γίνει. Ελπίζω να μη λερωθήκατε, είπε ουδέτερα, αντί συγγνώμης, η πρόεδρος και το ατυχές επεισόδιο έληξε, αν όχι αδιάβροχα πάντως αναίμακτα. (περισσότερα…)

«Στο Bourbon, στα Εξάρχεια, απόγευμα»

*

ΚΡΑΣΙ

Στο Bourbon, στα Εξάρχεια, απόγευμα
άδειο ποτήρι, η διάφανη
σκιά του στο τραπέζι
καθρέφτης κι υπενθύμιση

Γελάει ένα κορίτσι, σου θυμίζει
τα κορίτσια που έφυγαν

Λευκό κρασί γεμίζει το ποτήρι.
Μέσα στην ύπτια σκιά
αναπνοή του χρόνου αιθέρια
άλλη σκιά ανεβαίνει.

///

ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ

Πάλι και πάλι καταλήγω
να μιλάω στον εαυτό μου, ν’ αφουγκράζομαι
την καλοκαιρινή βροχή, την μακρινή ηχώ
παιδιών που παίζουν

Κυλάνε μέσα μου οι ήχοι
μαύρη σαμπάνια ανακαλεί μνήμες
σκοτεινές κι ανεπιθύμητες (περισσότερα…)

Πατίνι-σταυρός

*

Βλέπω τώρα με δέος όλα αυτά τα ηλεκτροκίνητα πατίνια-βολίδες. Κάποιες φορές περνάνε δίπλα σου και κοψοχολιάζεσαι. Ε, φταίνε και οι ηλικιωμένοι που δεν μπορούν να κρατήσουν την ευθεία. Εδώ στα βόρεια, οι ποδηλατόδρομοι έχουν γίνει επικινδυνότεροι κι από τους αυτοκινητόδρομους. Σ’ αυτούς θερίζουν οι Μπε-Εμ-Βέ, σ’ εκείνους τα e-bikes (ποδήλατα με συσσωρευτή) και τα πατίνια. Εκεί το –προεκλογικό– δίλημμα «να μπει όριο ταχύτητας τα εκατόν τριάντα ή ν’ αφεθεί το όριο ελεύθερο», εδώ «ποια ασφάλεια πεζών είναι καλύτερη»; Το δίλημμα φαίνεται πάντως να το κερδίζει η Κίνα. Στην ηλεκτροκίνηση τουλάχιστον. Κι ας είναι οι μέρες άγιες.

Κι εμείς; Τι θα κατασκευάζουμε; Ή μήπως δεν χρειάζεται πλέον; Και τα παιδιά μας; Χρειάζονται τα χέρια τους; Ή αρκούν τα  σχεδόν έτοιμα λεγκορομποτάκια; Πάντως στα Σχολεία Waldorf ξεκινούν στην πρώτη δημοτικού με το πλέξιμο κασκόλ. Τελευταία έμαθα κι εγώ. Αλλά ό,τι μαθαίνεις μεγάλος, δεν ευδοκιμεί.

Πάντως στην εποχή των «μπέϊμπυ-μπούμς» υπήρχαν μπόλικες σανίδες. Ρουλεμάν έφερνε ο πατέρας από το Κεντρικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων, στο Χασάνι τότε – όπως παίρνουμε την στροφή προς Άλιμο, ανάποδης κατεύθυνσης για την Γλυφάδα, εκεί. Το πατίνι μπορούσε να έχει την κλασσική μορφή: τιμόνι, πατίνι-σανίδα για να πατάς το ένα πόδι, δυο ρόδες-ρουλεμάν. Αλλά το αγαπημένο μας ήταν ο σταυρός. (περισσότερα…)