Συντάκτης: il Notaro

Εικαστική σύλληψη της πραγματικότητας

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΔΗΜΟΥ

Βασίλης Ζηλάκος,
Υπεράσπιση: (Ένα) ποίημα για τη Νύχτα,
Προμετωπίδα Χρήστος Μαρκίδης,
Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2024

Η πρώτη σκέψη που μπορεί να κάνει κανείς διαβάζοντας τη νέα ποιητική συλλογή του Βασίλη Ζηλάκου Υπεράσπιση, είναι ότι αυτή συνετέθη υπό το κράτος μιας διάθεσης να διερευνηθούν οι όροι και τα όρια της γλώσσας όταν αυτή θέλει να συσπειρωθεί σε έναν πυρήνα που ταυτίζεται, βασικά, με μία από τις βασικότερες ανθρώπινες ανάγκες – την ανάγκη επικοινωνίας με αυτό που θα ορίζαμε ως ατομικότητα. Την ανάγκη, με άλλα λόγια, προσέγγισης, από πλευράς του αναγνώστη, του προσωπικού τρόπου ή, καλύτερα, του προσωπικού τόνου με τον οποίο ένας ποιητής επιλέγει να εναρμονισθεί προκειμένου να χαράξει, με τη μέγιστη δυνατή ευκρίνεια, το περίγραμμά του. Ο τίτλος που ο δημιουργός επιλέγει για το έργο του δεν είναι τυχαίος. Η λέξη «υπεράσπιση» δηλώνει ακριβώς τη βούληση του ποιητή να αντικρίσει στον λόγο του την ίδια του την ύπαρξη, στην τέχνη του τον ίδιο του τον εαυτό, έτσι ώστε να μπορέσει, μέσα από μια διαδικασία συνδιαμόρφωσης του ενός μέσα από το άλλο, να κερδίσει την ιδιοπροσωπία και την ιδιαιτερότητά του.

Στο σημείο αυτό και με δεδομένο ότι η διεκδίκηση ή η υπεράσπιση της ατομικότητας συνιστά ένα μάλλον πάγιο –ομολογούμενο ή μη– αίτημα των ποιητών και, ευρύτερα, των καλλιτεχνών, αξίζει να υπεισέλθει κανείς βαθύτερα στα στρώματα εκείνα όπου διεξάγεται η «πάλη» του ποιητή με το υλικό του, τη γλώσσα, προκειμένου αυτή να απωλέσει τον αναγνωρίσιμο χαρακτήρα της και να αποτελέσει ένα «σώμα» γνωστό και άγνωστο μαζί. Στην περίπτωση του Ζηλάκου, ο ποιητής φαίνεται πως αναζητά τα όπλα του, μεταξύ άλλων, σε μια περιοχή όπου το ζήτημα της ατομικότητας προσλαμβάνει μια άκρως ενδιαφέρουσα διάσταση. Μια περιοχή που ενώ μοιάζει πως καταργεί και ακυρώνει τη μοναδικότητα, στην πραγματικότητα την αναδεικνύει μέσα από την ταύτισή της με την αντιπροσωπευτικότητα, την καθολικότητα, τη συλλογικότητα. Πρόκειται για την περιοχή του δημοτικού τραγουδιού με την οποία η ποίηση του Ζηλάκου φαίνεται πως συγγενεύει όχι τόσο στο επίπεδο των εκφραστικών μεθόδων και τεχνικών όσο σε αυτό του εντοπισμού της έδρας της ποιητικής δημιουργίας στην ανθρώπινη ψυχή. (περισσότερα…)

Φύλλο πορείας για Σαϊγκόν

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Eφτά χρόνια μετά τη θρυλική επιτυχία της Λάμψης (1980) ο Στάνλεϋ Κούμπρικ παραδίδει μια ταινία για το Βιετνάμ, το Full Metal Jacket. Δεν ήταν αυτό που προοιωνιζόταν η Λάμψη ούτε αυτό που περίμεναν οι φανατικοί θαυμαστές του αμερικανού σκηνοθέτη. Εξάλλου, στο έργο τού εν λόγω σκηνοθέτη ο θεματικός άξονας δεν είναι εκείνος που φτιάχνει την ενότητα του δημιουργού, δεν είναι οι θεματικές εμμονές, επιφανειακά τουλάχιστον, που του προσδίδουν την «ενότητα» της δημιουργικής του προσωπικότητας: από το «σκοτεινό» τού The Killing μέχρι την Οδύσσεια του Διαστήματος εκτείνεται σαφώς ένα τόξο που μας κάνει να αναρωτηθούμε για το στίγμα της δημιουργικής προσωπικότητας. Αλλά και μας κάνει να αναρωτηθούμε, γενικότερα, για το τι είναι αυτή η τελευταία έννοια, για το αν είναι ένα πλάσμα της κινηματογραφικής μεταγλώσσας που απλώς μας βοηθά να συνεννοηθούμε χωρίς να κρύβει κάτι ουσιαστικό. Μήπως, όπως και ο συγγραφέας, ο κινηματογραφικός δημιουργός είναι μια επίπλαστη έννοια συνεκτικότητας που κρύβει ό,τι τυχαίο έχει η καλλιτεχνική δημιουργία, ό,τι αυθαίρετο, προκειμένου να «κατασκευάσει» την ενότητα μιας «ιερής αγελάδας» του δυτικού μας πολιτισμού, τουτέστιν της πρωτότυπης δημιουργικής προσωπικότητας; προκειμένου να πλάσει μια «καλλιτεχνική βούληση» εκεί που υπάρχει απλώς η σύμπτωση, η τύχη και η αυθαιρεσία; Μήπως είναι ένας τρόπος να εξορθολογίσουμε το «μυστήριο» της δημιουργίας;

Όπως και να χει το Full Metal Jacket, η πλήρης μεταλλική επένδυση (του βλήματος), σε αντίθεση με την ευπαθή σάρκινη επένδυση του ανθρώπινου σώματος, είναι μία ακόμη ταινία για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Eίχαν προηγηθεί, στο ίδιο περίπου μήκος κύματος, το Αποκάλυψη τώρα, ο Ελαφοκυνηγός, το Platoon, για να αναφερθούμε μόνο σε μερικά χτυπητά επιδραστικά παραδείγματα. Προσθέτει άραγε η ταινία του Κούμπρικ κάτι παραπάνω σε αυτά; Ή απλώς συμπαραθέτει και συμπυκνώνει κάποια στοιχεία που τα είδαμε σε αυτές τις προγενέστερές της ταινίες; Ή μήπως ανατρέπει κάποια κεκτημένα αυτών των ταινιών για να κάνει τις δικές της προτάσεις; Τίποτε από όλα αυτά δεν γίνεται, κι ίσως θα ήταν άδικο να τα περιμένουμε. Τι κομίζει επομένως ο δημιουργός σκηνοθέτης, και μάλιστα μετά από μια σχετικά μακρόχρονη δημιουργική απουσία;

Βρισκόμαστε σε ένα στρατόπεδο κατάταξης και εκπαίδευσης νεοσύλλεκτων πεζοναυτών. Η μεταβατική περίοδος, η περίοδος μαθητείας τούτων των επίλεκτων στρατιωτών είναι άμεσα εμφανής. Το βλέμμα του Κούμπρικ ενδιαφέρεται για το πώς κατασκευάζονται τα «υποκείμενα» που θα επωμιστούν ή θα υπομείνουν την πολεμική βία. Σκληραγωγία, τυφλή πειθαρχία στους ανωτέρους, πίστη στο καθήκον, στην υψηλή αποστολή των Μarines, λεκτική βία και καταναγκασμός, άκρατος πατριωτισμός, στοιχεία απαραίτητα για να δουλέψει η επίλεκτη πολεμική μηχανή. Σε μια κοινωνία όπως η αμερικανική, όπου οργιάζει ο πιο έξαλλος ατομισμός, ο πιο φανατικός δικαιωματισμός, για να χρησιμοποιήσουμε αναχρονιστικά τον όρο αυτόν, το άτομο υποχρεώνεται να υποστεί τις πιο δραστικές περικοπές της ατομικότητάς του, προκειμένου να μη σκέφτεται τις διαταγές που λαμβάνει άνωθεν, προκειμένου να υπηρετήσει το «συλλογικό» καλό της στρατιωτικής νίκης. Η βία, η «αναρχία» και η «ασυδοσία» της αμερικανικής κοινωνίας σταματά στις πύλες του στρατοπέδου. Από κει και πέρα αρχίζει ένας άλλος κόσμος με τους δικούς του απυρόβλητους κανόνες, αρχίζει μια «ετεροτοπία», όπως θα έλεγαν οι φιλόσοφοι, συντεταγμένες δηλαδή όπου το σώμα διατίθεται και προσαρμόζεται διαφορετικά: ακόμη και η εκφορά του λόγου γίνεται διαφορετικά, μεγαλόφωνα, υποτακτικά, με πίστη σε μιαν αλάνθαστη εξουσία, χωρίς να θέτει εν αμφιβόλω κανένα από τα προτάγματα της εκπαίδευσης τα οποία αρύονται από μια θεολογικής έμπνευσης στρατοκρατική εξουσία που γίνεται αποδεκτή χωρίς συζήτηση καθότι ένα μέρος αυτής της κοινωνίας, ένα μέρος των ιδεολογικών της μηχανισμών τη στηρίζει. (περισσότερα…)

Ο Εραστής της Πορφύρας (Μια ανταπόκριση)

*

Ποιητική ανταπόκριση στη χθεσινή
ωραία μετάφραση του φίλου Ν.Κ.

~.~

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

Ακίνητος αν κι η καρδιά μου τρέχει
προσμένω τώρα την αγαπημένη
κι απέξω κι από μέσα μόνο βρέχει·
που βρίσκεται η μονάκριβή μου Ελένη;

Την είδα χθες που μίλαγε μ’ εκείνο
τον άτιμο προδότη. Μη φοβάσαι,
η ζήλια μακριά μας· δεν σ’ αφήνω
έτσι εύκολα. Μονάχα πού κοιμάσαι

να ξέρω κι είμαι εντάξει. Δεν σε βλέπω
κι απέξω κι από μέσα τρικυμία.
Τα μάγια, τις κατάρες θ’ αποτρέπω
για χάρη σου, κι ας ήσουν –τι αηδία!–

(περισσότερα…)

Το νέο βαθύ κράτος των ΗΠΑ;

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Είναι γνωστό ότι με το προσωνύμιο Big Tech χαρακτηρίζονται οι μεγάλες επιχειρήσεις του τεχνολογικού τομέα με έδρα τις ΗΠΑ, και συγκεκριμένα οι Alphabet, Amazon, Apple, Meta, Microsoft και Nvidia. Λόγω της θέσης τους και της επίδρασης που ασκούν στις οικονομικές τεχνολογικές, πολιτιστικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ θεωρούνται μέρος αυτού που έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε βαθύ κράτος. Οι ιδιοκτήτες τους και τα πρόσωπα που τις διοικούν είναι από τα πλέον ισχυρά άτομα των ΗΠΑ και του κόσμου ολόκληρου δεδομένου ότι ασκούν μια σχεδόν μονοπωλιακή πολιτική, όχι μόνο στον τομέα των επιχειρηματικών συναλλαγών αλλά και στην κατεύθυνση που λαμβάνει η τεχνολογική έρευνα.

Από τις αρχές περίπου του 2000 έχει σχηματισθεί και μια άλλη ομάδα επιχειρήσεων που ασχολούνται με την τεχνολογία η οποία έχει λάβει το όνομα Ομάδα PayPal[1]. Η έκφραση Ομάδα PayPal προσδιορίζει την ομάδα των επιχειρηματιών και των επενδυτών η οποία, ξεκινώντας από την εμπειρία της ίδρυσης της PayPal στα τέλη της δεκαετίας του ’90, αποτελεί ένα ισχυρό δίκτυο αποτελεσματικότητας και ισχύος σε τεχνολογικό και οικονομικό επίπεδο. Και όλο και περισσότερο, στο πολιτικό. Από αυτό το δίκτυο, οι κύριοι εκφραστές είναι ξεκάθαρα οι Πέτερ Τιλ και Έλον Μασκ, αλλά δίπλα τους υπάρχει μια πελώρια αυλή εργαζομένων και συνεργατών.

Δισεκατομμύριο μετά το δισεκατομμύριο, ανάμεσα σε λίγο πολύ αυτοσχέδια σλόγκαν όπως Μεγάλα Δεδομένα (Big Data), Επαυξημένη Νοημοσύνη (Intelligence Amplification), Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence), αυτό που συμβαίνει είναι ότι η Ομάδα PayPal γίνεται το βαθύ κράτος των ΗΠΑ. Βασικά μέλη αυτής της Ομάδας όπως ο Τιλ (ιδρυτής της Palantir) και ο Πάλμερ Λάκεϋ (ιδρυτής της Anduril), είναι υποστηρικτές ενός οράματος σύμφωνα με το οποίο η αμερικανική τεχνολογία πρέπει να υπηρετεί την εθνική ασφάλεια αντί να επεκταθεί σε αντίπαλες αγορές, κυρίως του κινεζικού αντίπαλου.

Κατά το όραμα του Τιλ, υπάρχουν δύο τύποι εχθρών: ο πρώτος συμπίπτει με τις εταιρείες τεχνολογίας που αντιπροσωπεύει η Google, οι εμποτισμένες με διαφημιστικά σλόγκαν και υποκρισία. Το δεύτερο, αφορά τις παραδοσικές εταιρείες-ζόμπι της πολεμικής βιομηχανίας που επιβιώνουν με δημόσιο χρήμα χωρίς να προσφέρουν και να καταφέρνουν ουσιαστικά τίποτα. Η Ομάδα PayPal, στον δρόμο της να γίνει βαθύ κράτος, θέλει να αντικαταστήσει και τους δύο αυτούς τύπους. Για τον λόγο αυτό, επενδύει στην παραγωγή τόσο σε λογισμικό πεδίο όσο και σε υλισμικό. (περισσότερα…)

Robert Browning, Ο εραστής της Πορφυρίας

*

Νωρίς απόψε κόπιασε η βροχή
κι ο άνεμος, αγουροξυπνημένος,
μαδούσε απ’ την κακία του την κορφή
της γριάς φτελιάς και, μ’ όλο του το μένος,
τη λίμνη ανάδευε: μαρμαρωμένος

τον άκουγα ώσπου, ίδια αερικό,
γλιστράει η Πορφυρία μες στο καλύβι
κι αφού κλειδώνει έξω όλο το κακό
τα κάρβουνα ν’ ανασκαλέψει σκύβει
– το μέσα κι έξω κρύο μου συνετρίβη.

Θ’ απάλλασσε την ακριβή μορφή της
απ’ τον μανδύα της που ’σταζε, το σάλι
τα γάντια, το καπέλο –η στεγνή της
κόμη, λυτή, τον χώρο μου ν’ αγάλει–
στο πλάι μου, τέλος, για να προβάλει

με τ’ όνομά μου και να με καλέσει.
Άχνα δεν έβγαλα. Ωστόσο εκείνη
το χέρι μου περνά γύρω απ’ τη μέση
της και τον τρυφερό της ώμο γδύνει
κι ανάλαφρα προς τη μεριά μου κλίνει

το μάγουλό μου εκεί για ν’ αναπαύσει·
με τα ξανθά μαλλιά της με τυλίγει
και λόγια αγάπης πιάνει δίχως παύση – (περισσότερα…)

H ωραία Ελένη

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ωραία γυναίκα η Ελένη, όπως εκείνη της Τροίας. Την γλέπουν οι γέροι και τους τρέχουν τα σάλια. Την σκέφτονται οι νέοι και στεγνώνει το στόμα τους. Μπροστά της κι οι γυναίκες την παινεύουνε, και πίσω της κι οι πέτρες την φθονάνε: «Η ποίσα, η δείξα, μ’ ένα λουβί σκόρδο την περνάει και παρασταίνει την Βαλαωρίταινα!»

Και πράγματι, ψωμολύσσαγαν κι αυτήνη κι η μάνα της, απ’ όταν κατάπιαν τον πατέρα τα χώματα.

Τον έφαγε ο καημός του γιου του, που γύρισε απ’ τον πόλεμο κουτσαύλης, μανταλώθηκε στην κάμαρή του και κόσμο δεν ήθελε να ματαϊδεί. «Μωρέ καλέ, μωρέ χρυσέ, “Ήρωας Πολέμου” γράφει το χαρτί και κρύβεσαι, καημένε; Λογιέσαι εσύ σακάτης, πο’ ’δωκες το ποδάρ’ σ’ να περβατήσει η Ελλάδα;»

Αυτός να φουμέρνει στο ντιβάνι και να τηράει το ταβάνι ατάραχτος. Με το μπαστούνι θα χόρευε στο παν’ύρι τ’ Αϊ-Γιωργιού; Πώς θα ξανάπαιρνε αγκαλιά την αρρεβωνιαστικιά του την Τασούλα;

Πήρε τον γκρα αγκαλιά και παντρεύτηκε τον Χάρο.

Σήμαινε ολημερίς η καμπάνα…

Η Τασούλα παντρεύτηκε άλλον.

Βάραγαν οληνυχτίς τα νταούλια…

Τώρα, η Ελένη κι η μάνα της η Στάθαινα σφίξανε τα δόντια, σφίξανε τα μαντήλια, σφίξανε τα ζωνάρια. Κι απόμεινε η περηφάνια στην μία κι η ομορφάδα στην άλλη να τις βράσ’νε και να τις φάνε.

«Αχ, Ελένη, με τον καημό σου θα πεθάνω! Πού θα σ’ αφήκω, μωρή μαύρη, άμα πει και κλείσω τα μάτια μου;»

«Τσώπα, μάνα, κι έχει ο Θέος!»

«Χα!  Όπως είχε για τον πατέρα σου και τον αδερφό σου;»

Α, όλα κι όλα! Του Θεού δεν του χαριζόντανε η Στάθαινα. Μπορεί να μην έλειπε από λειτουργιά κι εσπερινό, μπορεί να κόλλαγε τα καντήλια απ’ όλα τα ξωκλήσα, μπορεί να νήστευε –αναγκαστικά το πιο πολύ– πριν τις μεγάλες γιορτάδες της χριστιανοσύνης, μπορεί να ξομολογιόντανε και να μεταλάβαινε τακτικά, να λιβάνιζε με το σουρίπωμα να φύβγουν οι διαόλοι, αλλά ο Θεός, αν ήθελε να ’ναι Θεός, έπρεπε να της βγάλει δίκιο κι αυτηνής. Έπρεπε να της δείξει το πάνδημον και μεγαλοπρεπές έλεός του: να στείλει μια καλή τύχη για την Ελένη, να πετάξει απάνουθέ της τα μαύρα, να ντυθεί νυφούλα και «να ’χει να μασήσει και να φτύσει», όχι με μία αλλά με δύο μασέλες. (περισσότερα…)

 Έρημος Χώρος: Το γκρίζο και το πράσινο

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

*

Οι κοινοί αστικοί χώροι που κατοικούμε πλέον, ιδίως μετά την εμφάνιση του Covid-19 το 2020 και της εγκατάλειψης του δημόσιου χώρου, βρίσκονται σε συνεχή κάμψη. Η υποχώρηση της ζωής μπροστά στη συνεχόμενη και αυξανόμενη τυποποίηση του αστικού τοπίου σηματοδοτεί ταυτόχρονα και μια αποχώρηση από τον αστικό τρόπο συμμετοχής στον κοινό χώρο. Αυτές οι μεταλλάξεις γίνονται εμφανείς μέσα από μια διπλή κίνηση αποικιοποίησης.

Η πρώτη αποικιοποίηση του χώρου συντελείται από τα εργαλεία της τεχνοεπιστήμης και τις εκφάνσεις της όπως τα “έξυπνα” τηλέφωνα, καθώς και από την τουριστικοποίηση και μουσειοποίηση των κοινών χώρων. Μοιραία, η παραμέληση του παρόντος χρόνου και χώρου για το αλλογενές “εκεί” του ψηφιακού κόσμου και η παράδοση των γειτονιών στην ατομικοποιημένη εμπορική συνείδηση συναντούν στο δρόμο τους τον αισθητικό και αξιακό οδοστρωτήρα του μπετόν. Η δεύτερη αποικιοποίηση του χώρου προέρχεται από την άνοδο της νεοφιλελεύθερης πόλης. Η πτώση του Ανατολικού Μπλοκ διευκόλυνε και επιτάχυνε την μετατροπή του νεοφιλελευθερισμού, διαδικασία που είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, σε κοινωνικό σχέδιο. Ο πλανητικός σχεδιασμός του νεοφιλελευθερισμού προσηλώνεται όλο και περισσότερο σε μια συγκεκριμενοποίησή του στον αστικό χώρο μέσω της οικοδόμησης. Κατά τον Harvey ο νεοφιλελευθερισμός αστικοποιείται – γίνεται αστικός χώρος. Αυτή η πραγματοποίηση και η μορφοποίηση του συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου δεν αφορά μόνο στο σπεκουλάρισμα της αγοράς των ακινήτων στο χρηματιστήριο με τις γνωστές συνέπειες, αλλά και σε ένα νέο είδος πόλης που προβάλλει μέσα από τα συντρίμμια του φιλελευθέρου αστικού μοντέλου του 20ού αιώνα.

Πέρα από έναν “εξευγενισμό” των ιστορικών κέντρων τους, οι πλανητικές μητροπόλεις φαντάζουν ως συσσώρευση σκουπιδιών, αντικειμένων και ανθρώπων που στηρίζονται κυριολεκτικά πάνω στην κυβιστική γεωμετρία του μπετόν και του μπετόν αρμέ που με την σειρά τους ενώνονται μέσω τσιμεντένιων διαδρόμων. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική στροφή στον δυτικοκεντρικό –κυρίως– τρόπο σκέψης που μέχρι πρόσφατα ταύτιζε την πόλη με την ευτυχία και την υλική ευημερία. Όσο περισσότερο γιγαντώνονται οι σύγχρονες μητροπόλεις, τόσο ο ανθρώπινος πολιτισμός βυθίζεται σε μια υλική δυστυχία και σε μια οντολογική σύγχυση του είναι. Η υπόσχεση της ευημερίας δίνει τη θέση της στον ιλιγγιώδη συνωστισμό. Η άνοδος του φαινομένου Ντουμπάι –που ξεπετάγεται από τη μήτρα του αμερικάνικου πολεοδομικού μοντέλου και που μέσα σε αυτόν βρίσκει τον εαυτό του ως μια συνέχειά του– και η επιβολή του ως σύγχρονου μοντέλου μητροπολιτικού πολιτισμού καταλύει την έννοια του δημόσιου κοινού χώρου μετατρέποντάς τον σε χώρο κατανάλωσης. Η ντουμπαϊοποίηση της φύσης είναι το ακραίο σημείο του κεφαλαίου ως αναπαράσταση του φυσικού κόσμου. Η τάση της “επιστροφής στη φύση” παράγεται από την αντιφύση της πόλης. Είτε με την μορφή ενός συγκρητισμού new age με βάση τη φύση είτε με την μορφή “απόδρασης” προς τη φύση είτε σε μια πιο ακραία μορφή με την ιδέα του νεοπρωτογονισμού, το σύγχρονο βλέμμα κοιτάζει έξω από τα τείχη της πόλης προς κάτι που στο φαντασιακό προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του αγνού και αθώου “εκεί” που αντιδιαστέλλεται στο παροντικό εδώ. (περισσότερα…)

Τεχνητή Νοημοσύνη: Το κινεζικό σοκ της Wall Street

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Εχθές Δευτέρα, οι μετοχές των αμερικανικών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας υπέστησαν σημαντικές απώλειες στα χρηματιστήρια, με τον Δείκτη Nasdaq να σημειώνει πτώση περίπου 3%. Η μετοχή της NVIDIA, κορυφαίας παραγωγού ημιαγωγών για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, κατέγραψε πτώση περίπου 17%, μια απώλεια κεφαλαιοποίησης δηλαδή άνω των 700 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τη μεγαλύτερη στην ιστορία του χρηματιστηρίου. (Η NVIDIA είχε βέβαια άνοδο πάνω από 1700% τα τελευταία 5 χρόνια). Οι μεγαλύτερες και πιο γνωστές εταιρείες τεχνολογίας παγκοσμίως, όπως η Apple, η Microsoft, η Amazon, η Google (Alphabet) σημείωσαν επίσης σημαντική πτώση.

Αυτή η αναταραχή προκλήθηκε από την κινεζική νεοφυή εταιρεία DeepSeek που ιδρύθηκε μόλις πριν ένα έτος και η οποία μία εβδομάδα νωρίτερα, στις 20.1.2025 ημέρα της ορκωμοσίας του νέου Αμερικανού προέδρου, λανσάρισε το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης R1. Το R1 προσφέρει δυνατότητες αντίστοιχες ή και ανώτερες από αυτές του ChatGPT κ.ά. αντίστοιχων μοντέλων, με κόστος ανάπτυξης μόλις 5,6 εκατομμύρια δολάρια, πολύ χαμηλότερο από τα εκατοντάδες εκατομμύρια που επενδύουν οι αμερικανικές εταιρείες. Αυτό το επίτευγμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς επιτεύχθηκε με ποσό που αντιστοιχεί σε κλάσμα των δισεκατομμυρίων που δαπανούν οι αμερικανικές εταιρείες.

Παράλληλα, η ανάπτυξή του έγινε μέσα σε λίγους μήνες, σε αντίθεση με τα χρόνια εμπειρίας και έρευνας που έχουν οι ανταγωνιστές, και χωρίς τη χρήση των πιο προηγμένων τσιπ της αγοράς, λόγω του αμερικανικού εμπάργκο κατά των κινεζικών εταιρειών που εγκαινιάστηκε από την κυβέρνηση Μπάιντεν. Η εφαρμογή τροφοδοτείται από μοντέλο ανοιχτού κώδικα, το DeepSeek-V3. Καθώς πρόκειται για μοντέλο ανοιχτού κώδικα, αρκετοί χρήστες έχουν ήδη «πειράξει» τις λειτουργίες του, δίνοντάς του εξατομικευμένες δυνατότητες και συνδυάζοντας τις λειτουργίες του με εκείνες άλλων εφαρμογών.

Επιπλέον, το κόστος χρήσης του DeepSeek-R1 είναι έως και 30 φορές μικρότερο από αυτό των αμερικανικών αντίστοιχων συστημάτων, καθιστώντας το μια πραγματικά εντυπωσιακή και προσιτή επιλογή. Ο Μαρκ Αντρίσεν, υποστηρικτής του Τραμπ και ένας από τους κορυφαίους επενδυτές τεχνολογίας παγκοσμίως, χαρακτήρισε σε ανάρτησή του στο X το επίτευγμα της DeepSeek «μια από τις πιο εκπληκτικές και εντυπωσιακές ανακαλύψεις» που έχει δει ποτέ. (περισσότερα…)

Νύκτωρ

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 28.i.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΝΥΚΤΩΡ

Φωσφορίζουσα κερασιά μέσα στη νύχτα.

Δεν θέλεις να σηκώσεις καθόλου το βλέμμα σου προς το φεγγάρι και τ’ αστέρια. Επειδή δεν συναντάς εύκολα ένα δέντρο που ξαγρυπνά και καλλωπίζεται από μόνο του μπροστά στο μπουντουάρ των νεφών.

Εδώ, λοιπόν, θα μείνουμε.

Σ’ αυτήν τη γειωμένη λευκότητα του ντελικάτου δέντρου. Στη διακριτική του λευκή βροχή από χιλιάδες δαιμονισμένες πέρλες.  Στην άχνη της νυχτερινής ευγένειας.

Πού αλλού; Εδώ.

*

* (περισσότερα…)

Ο Άγιος της Αριστεράς

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 01:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Άγιο της Αριστεράς» αποκαλεί τον Νίκο Πλουμπίδη η ιστορικός Ιωάννα Παπαθανασίου στο ντοκυμαντέρ του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου Ο κόκκινος δάσκαλος που έκανε την επίσημη πρεμιέρα του τις προάλλες. Η ταινία είναι θαυμαστή για την λεπτή ισορροπία που επιτυγχάνει ανάμεσα στον πλούτο των ιστορικών και βιογραφικών πληροφοριών που παρέχει, από τη μια, και την συγκινησιακή φόρτιση που μεταδίδει στον θεατή ξαναζωντανεύοντας με τον λόγο και την εικόνα τη μορφή αυτού του τόσο ιδιαίτερου ανθρώπου.

Δημοδιδάσκαλος και κομματικός καθοδηγητής, εθνικός ηγέτης επί Κατοχής όταν διοργάνωσε με δική του πρωτοβουλία το μεγάλο συλλαλητήριο που ακύρωσε την πολιτική επιστράτευση, προδομένος και εξευτελισμένος από τους ίδιους τους συντρόφους του την ίδια στιγμή που πέθαινε αναφωνώντας «Ζήτω το ΚΚΕ» εμπρός στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο Πλουμπίδης αναδύεται στην ταινία ως άνθρωπος τραγικός, ως μορφή παραδειγματικής ηθικής ακεραιότητας αλλά και αποκηρυγμένη και διωκόμενη από φίλους και εχθρούς. Και επιπλέον ως γνήσιος εκφραστής εκείνης της άλλης Ελλάδας, της φτωχής και καθημαγμένης αλλά υπερήφανης και αξιοπρεπούς που έδωσε το έπος του 1940 και της Εθνικής Αντίστασης.

Το ΚΚΕ αποκατέστησε τον Πλουμπίδη μισόκαρδα, σχεδόν κρυφά. Είναι οι μαρτυρίες των νεώτερων ιστορικών και των οικείων του (ιδίως του γιου του, Δημήτρη Πλουμπίδη, διακεκριμένου ψυχιάτρου) που φέρνουν σήμερα στο φως τον άνθρωπο. Ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος με την ταινία του προσφέρει διπλή υπηρεσία: στη συλλογική μας αυτογνωσία και τη δικαιοσύνη.

///

Με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του Διονύση Καψάλη. Με δεδομένο την όχι ζηλευτή κατάσταση της ποιητικής μας παιδείας εσχάτως, δεν είναι απρόσμενο ότι πολλοί συγχέουν τον ανομοιοκατάληκτο ιαμβικό ενδεκασύλλαβο σ’ αυτό και σε παλιότερα βιβλία του ίδιου και άλλων, με τον ελεύθερο στίχο. Ο ενδεκασύλλαβος έχει μια εκπληκτική ευπλασία ρυθμική, μπορεί να πάρει μορφή ποικίλη, να δώσει φτερά στο πιο λυρικό αίσθημα ή αντιστρόφως να πεζοπορήσει σε τόνους πολύ συγγενικούς με την κοινή ομιλία. Η καταγωγή του κατά μία εκδοχή είναι από τα διαλογικά μέρη της αττικής τραγωδίας, από τον καταληκτικό ιαμβικό τρίμετρο, που ήταν ακριβώς στίχος υψηλής νοηματικής πύκνωσης (στιχομυθίες!) και προφορικού τόνου.

Ο ενδεκασύλλαβος, έχουν μετρήσει οι Ιταλοί στη γλώσσα τους, έχει καμιά 30 παραλλαγές, αναλόγως που πέφτουν οι τονισμένες και οι άτονες συλλανές. Συγκριτικά, ο δεκαπεντασύλλαβος είναι στίχος πολύ πιο δυσκίνητος, αφού λόγω της αμετάθετης τομής του απαντά σε λιγότερες από 20 παραλλαγές. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι είναι στατιστικά αδύνατο να πέσει κανείς πάνω σε δύο (πολυστιχα τουλάχιστον) ποιήματα γραμμένα σε ενδεκασύλλαβο που να ακολουθούν το ίδιο ακριβώς τονικό μοτίβο. Για το δεκατετράστιχο σονέτο λ.χ. υπάρχουν 3014 δυνατές παραλλαγές, δηλ. 478.296.900.000.000.000.000 τονικές εκδοχές. Σχεδόν 500 πεντάκις εκατομμύρια δυνατότητες!

Αυτά για όσους επιμένουν ότι το μέτρο και η ρίζα «περιορίζουν» λέει την ελευθερία του ποιητή.

///

Σκέψη και κόσμος είναι πράγματα ασύγχρονα. Κάποιες φορές, σπανιότατα, η σκέψη διαβλέπει τις εξελίξεις και διατυπώνει ακριβείς προγνώσεις. Τις περισσότερες όμως, τρέχει λαχανιασμένη πίσω τους. Όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει προς τα πού πάμε, είναι θύμα της λογοκρατικής πλάνης, της δεισιδαιμονίας δηλαδή ότι το μικρό κλάσμα (η ανθρώπινη νόηση) μπορεί να συλλάβει το ακαταμέτρητο όλον (την ιστορική κίνηση).

Από τον καιρό της Πυθίας, η κύρια λειτουργία κάθε πρόγνωσης είναι η παρηγορητική. Η δημιουργία της ανακουφιστικής ψευδαίσθησης δηλαδή ότι με την βοήθεια του θεού ή της θεωρίας μπορούμε να ψυχανεμιστούμε, έστω, τις μεταμορφώσεις της πραγματικότητας, να προετοιμαστούμε κάπως για την έλευσή τους. Να προδούμε το Μέλλον.

Δεν μπορούμε. Όμως ούτε και το Παρελθόν κατανοούμε στ’ αλήθεια. Εκ των υστέρων, μαζεύουμε τα σκόρπια κομμάτια του, σκαρώνουμε ένα μέσες άκρες ευπρόσωπο παζλ, και φανταζόμαστε ότι «Αχ, όλα έπρεπε νά ’ρθουν καθώς ήρθαν!», ο Περικλής να πεθάνει στον λοιμό, ο Αλέξιος Άγγελος να προσφέρει γην και ύδωρ στους Σταυροφόρους, η Μικρά και Τιμία Ελλάς να εκδιώξει τον Βενιζέλο, ότι συνέβη δηλαδή κάτι το αναμενόμενο. (περισσότερα…)

«Θα πεθάνει αμετανόητος!» Ο Αναστάσιος και οι οφφικιάλιοι του Φαναρίου

*

Για την προσωπικότητα, το έργο, την ακούραστη ανιδιοτέλεια του κοιμηθέντος Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου (Γιαννουλάτου, 1929-2025), αλλά και για την συνεχή προσφορά των χαρισμάτων του στους ανθρώπους αντί για την ατομική τους χρήση, περιττεύει να μιλήσουμε εδώ. Θα μιλήσουν και θα γράψουν πολλοί, θα πουν πολλά. Και τίποτα δε θα συνιστά υπερβολή. Ο άνθρωπος, άλλωστε, μίλησε μια ζωή με το έργο του. Και είναι αυτό, όπως και η όλη του παρουσία, που του προσέδωσε το γιγαντιαίο ηθικό του κύρος στη συνείδηση του συνόλου του ελληνικού λαού, ένα ηθικό κύρος χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις που δύσκολα θα το βρούμε να έχει αποδοθεί τόσο αδιαμφισβήτητα σε οποιονδήποτε άλλον.

Θα υπάρξουν όμως νεκρολογίες, από πρόσωπα και από θεσμούς, που θα έχουν και μιαν άλλη λειτουργία: αυτήν του «πλυντηρίου» για τους ίδιους τους νεκρολογούντες. «Αιωνία η μνήμη» του Αναστασίου σημαίνει: να τα θυμόμαστε κι αυτά, ή να τα θυμίζουμε. Διότι ο τελευταίος μεγάλος αγώνας του Αναστασίου, τα τελευταία χρόνια, αφορούσε στη δημόσια και ρητή του διαφωνία με τις επιλογές της δικής του εκκλησιαστικής αρχής, του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα η αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας, ως προς τη βιασύνη και το καινοφανές (δηλαδή: το εκκλησιαστικά απαράδεκτο) πολλών μεθόδων υπό το φως της εκκλησιαστικής ιστορίας και του κανονικού δικαίου για να επιτευχθεί συμπιλημματικά κάτι τέτοιο χωρίς επαρκή έγνοια για θεμελιώδη ζητήματα όπως η αποστολική διαδοχή, ως προς την ιστορικών συνεπειών φρίκη ενός μείζονος σχίσματος (Κωνσταντινουπόλεως-Μόσχας) μέσα στο σώμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, την οποία ζητωκραυγάζουμε αμέριμνοι στο πλαίσιο της «σωστής πλευράς της ιστορίας».

Άλλοι θα προσέθεταν σε αυτά: την επιτυχή και ταχύτατη μετατροπή ενός πανάρχαιου θεσμού με αιώνες πείρας στη διπλωματία, και με άλλοτε συναίσθηση του βάρους της ιστορίας και των αιώνων πέρα από την επικαιρότητα και της ισορροπίες της στιγμής, σε παίγνιο και άθυρμα συγκεκριμένης πτέρυγας της αμερικανικής εξουσίας: στη μετατροπή του σε βραχίονα θρησκευτικής πολιτικής του State Department. Ή στην εκ των υστέρων κατανόηση (όπως βλέπουν σήμερα έως και οι τυφλοί) του ουκρανικού αυτοκεφάλου ως μιας από τις ενορχηστρωμένες πράξεις που μας οδήγησαν στον πόλεμο του ενός εκατομμυρίου νεκρών στην ευρωπαϊκή ήπειρο, και παραλίγο στον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όμως ο Αναστάσιος δεν πολιτικολογούσε. Μιλούσε για τα ζητήματα εκκλησιαστικής τάξης και για το διακύβευμα της ενότητας της Εκκλησίας. Και μιλούσε για ζητήματα της δικής του υπερκείμενης εκκλησιαστικής αρχής (πλέον αυτοκέφαλη η Εκκλησία της Αλβανίας και άρα ανεξάρτητη, μα ο Αναστάσιος ξεκίνησε ως Έξαρχος του Φαναρίου στην Αλβανία το εκεί έργο του), του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κάτι που έχει κόστος. Για τις αμαρτίες του Πατριαρχείου Μόσχας ας μιλήσουν Ρώσοι. Το εύκολο είναι να λέμε ο ένας τ’ αλλουνού, το δύσκολο είναι η ειλικρινής αυτοκριτική. (περισσότερα…)

Η «Χορτοφάγος», η Χαν Γκανγκ και η εκδοτική βιομηχανία

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Τα κείμενα είναι προδοτικά», «Εντυπωσιακό πόσα πράγματα μπορείς να καταλάβεις από ένα κείμενο για τον συγγραφέα του» – φράσεις τις οποίες άνθρωποι που δουλεύουμε στον χώρο του βιβλίου, από διάφορες θέσεις, έχουμε ανταλλάξει αρκετά συχνά. Αλλά με τη Χορτοφάγο συνέβαινε κάτι περίεργο: η φωνή «από κάτω» παραήταν μπερδεμένη. Δεν ήταν η φωνή της Χαν Γκανγκ. Μήπως ήταν η φωνή της μεταφράστριας; Ούτε αυτό – «κλοτσούσε», είχε ξαφνικές διακοπές,  παράταιρες νοηματικές και υφολογικές χροιές κάποιου μυστήριου είδους, που η  προσφυγή στην ποιότητα της μετάφρασης δεν ήταν αρκετή για να εξηγήσει. Τέτοια πράγματα προκαλούν την περιέργεια. Το κείμενο που ακολουθεί είναι το προϊόν αυτής της περιέργειας, να καταλάβω τη φωνή «κάτω» από το κείμενο, και της συνειδητοποίησης ότι στην περίπτωση της Χορτοφάγου οι φωνές, τελικά, ήταν παραπάνω από μία. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, όλες είχαν μία μόνη πηγή: αυτή τη φορά όχι έναν άνθρωπο, αλλά τον ίδιο τον μηχανισμό της εκδοτικής βιομηχανίας.

Η υπόθεση του βιβλίου

Λίγο πριν η Γιόνγκ-Χιε και ο Τζονγκ κλείσουν πέντε χρόνια ενός συμβατικού και αδιάφορα ανέφελου γάμου, η Γιόνγκ-Χιε βλέπει το πρώτο από μια σειρά βίαια όνειρα και αποφασίζει ξαφνικά να απέχει από το κρέας και τα παράγωγα προϊόντα του. Αυτή η απόφασή της, την οποία αδυνατεί να εξηγήσει στον περίγυρό της παρεκτός με τη φράση «Είδα ένα όνειρο», συνοδεύεται από ένα ολοένα και πιο απόλυτο κλείσιμο στον εαυτό της, καθώς και από μεγάλη απώλεια κιλών και επιδείνωση της υγείας της. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τις αντιδράσεις του περίγυρου και τη συνακόλουθη διάλυση όλης της οικογένειάς της μέχρι τη στιγμή που, τρία χρόνια μετά, η Γιόνγκ-Χιε, υπό την κηδεμονία της αδερφής της, βρίσκεται σε μια ψυχιατρική κλινική, στο κατώφλι του θανάτου, αντιμέτωπη με τη βίαιη, καταναγκαστική σίτιση και επιθυμώντας μόνο ένα πράγμα: να γίνει δέντρο.

Η συγγραφική του ζωή

Το 1997 η εικοσιεπτάχρονη, τότε, Νοτιοκορεάτισσα συγγραφέας Χαν Γκανγκ δημοσίευσε ένα διήγημα με τίτλο «Ο καρπός της γυναίκας μου», με ηρωίδα του μια νέα γυναίκα η οποία, στον τέταρτο χρόνο του γάμου της, βλέπει τον εαυτό της να μεταμορφώνεται σταδιακά σε φυτό, που καταλήγει να φροντίζει ο σύζυγός της στο μπαλκόνι του διαμερίσματός τους. Αυτό το διήγημα έγινε πρόδρομος της Χορτοφάγου· όπως σημειώνει η ίδια η συγγραφέας, «Εκείνο τον καιρό σκεφτόμουν ότι ήθελα να γράψω κάποτε μια παραλλαγή. […] ήταν το έναυσμα για αυτό το μυθιστόρημα».[1] Η παραλλαγή εντέλει γράφτηκε από το 2002 ως το 2005 σε τρία μέρη, που δημοσιεύτηκαν ξεχωριστά ως αυτόνομα διηγήματα. Το ένα από αυτά, η «Μογγολική κηλίδα», βραβεύτηκε το 2005 με το κορυφαίο νοτιοκορεατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Γι Σανγκ. Ακολουθώντας μια ιδιαίτερη κορεατική λογοτεχνική παράδοση, κατά την οποία οι συγγραφείς συνδέουν μεταξύ τους αυτόνομα διηγήματα που έχουν γράψει στο παρελθόν δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα (yônjak sosôl, «serial/linked novel»), το 2007 η συγγραφέας συνέδεσε τα τρία αυτά μέρη στο μυθιστόρημα Η χορτοφάγος. «Παρόλο που κάθε κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί χωριστά και φαίνεται να λέει τη δική του ιστορία» λέει η Χαν Γκανγκ «όταν τα βάλουμε και τα τρία μαζί, η ιστορία παίρνει μια εντελώς διαφορετική μορφή και γίνεται αυτή που πραγματικά ήθελα να πω».[2] Σε μια συνέντευξή της στο Literary Hub[3] τον Φεβρουάριο του 2016, λίγο πριν από τη βράβευσή της με το The Man Booker International Prize, εξήγησε στη δημοσιογράφο Bethanne Patrick ότι η ίδια «βλέπει τον κόσμο σαν ένα κράμα βίας και ομορφιάς», καθώς και ότι η Χορτοφάγος «δεν είναι καταδίκη της κορεατικής πατριαρχίας» – όπως συχνά χαρακτηρίζεται στη Δύση. Η συγγραφέας γράφει στην Patrick:

«Πιστεύω ότι αυτό το μυθιστόρημα έχει στρώματα: τη διερώτηση γύρω από την ανθρώπινη βία και τη (μη) δυνατότητα της αθωότητας· τον ορισμό της πνευματικής ισορροπίας και της τρέλας· τη (μη) δυνατότητά μας να κατανοήσουμε τους άλλους, το σώμα ως το τελευταίο καταφύγιο ή το τελευταίο πράγμα που μας προσδιορίζει, και κάποια ακόμα. Θα είναι αναπόφευκτο διαφορετικοί αναγνώστες και διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα να εστιάσουν περισσότερο σε διαφορετικές πτυχές του. Μπορώ να πω ένα πράγμα, αυτό το βιβλίο δεν συνιστά μονόπλευρη καταδίκη της κορεατικής πατριαρχίας. Θέλησα να καταπιαστώ με τα αιώνια ερωτήματά μου γύρω από τη (μη) δυνατότητα της αθωότητας μέσα σε αυτόν τον κόσμο, που είναι αναμεμειγμένη με τόση βία και ομορφιά. Αυτά ήταν οικουμενικά ερωτήματα, που με απασχολούσαν όταν έγραφα.» (περισσότερα…)