Εικαστική σύλληψη της πραγματικότητας

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΔΗΜΟΥ

Βασίλης Ζηλάκος,
Υπεράσπιση: (Ένα) ποίημα για τη Νύχτα,
Προμετωπίδα Χρήστος Μαρκίδης,
Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2024

Η πρώτη σκέψη που μπορεί να κάνει κανείς διαβάζοντας τη νέα ποιητική συλλογή του Βασίλη Ζηλάκου Υπεράσπιση, είναι ότι αυτή συνετέθη υπό το κράτος μιας διάθεσης να διερευνηθούν οι όροι και τα όρια της γλώσσας όταν αυτή θέλει να συσπειρωθεί σε έναν πυρήνα που ταυτίζεται, βασικά, με μία από τις βασικότερες ανθρώπινες ανάγκες – την ανάγκη επικοινωνίας με αυτό που θα ορίζαμε ως ατομικότητα. Την ανάγκη, με άλλα λόγια, προσέγγισης, από πλευράς του αναγνώστη, του προσωπικού τρόπου ή, καλύτερα, του προσωπικού τόνου με τον οποίο ένας ποιητής επιλέγει να εναρμονισθεί προκειμένου να χαράξει, με τη μέγιστη δυνατή ευκρίνεια, το περίγραμμά του. Ο τίτλος που ο δημιουργός επιλέγει για το έργο του δεν είναι τυχαίος. Η λέξη «υπεράσπιση» δηλώνει ακριβώς τη βούληση του ποιητή να αντικρίσει στον λόγο του την ίδια του την ύπαρξη, στην τέχνη του τον ίδιο του τον εαυτό, έτσι ώστε να μπορέσει, μέσα από μια διαδικασία συνδιαμόρφωσης του ενός μέσα από το άλλο, να κερδίσει την ιδιοπροσωπία και την ιδιαιτερότητά του.

Στο σημείο αυτό και με δεδομένο ότι η διεκδίκηση ή η υπεράσπιση της ατομικότητας συνιστά ένα μάλλον πάγιο –ομολογούμενο ή μη– αίτημα των ποιητών και, ευρύτερα, των καλλιτεχνών, αξίζει να υπεισέλθει κανείς βαθύτερα στα στρώματα εκείνα όπου διεξάγεται η «πάλη» του ποιητή με το υλικό του, τη γλώσσα, προκειμένου αυτή να απωλέσει τον αναγνωρίσιμο χαρακτήρα της και να αποτελέσει ένα «σώμα» γνωστό και άγνωστο μαζί. Στην περίπτωση του Ζηλάκου, ο ποιητής φαίνεται πως αναζητά τα όπλα του, μεταξύ άλλων, σε μια περιοχή όπου το ζήτημα της ατομικότητας προσλαμβάνει μια άκρως ενδιαφέρουσα διάσταση. Μια περιοχή που ενώ μοιάζει πως καταργεί και ακυρώνει τη μοναδικότητα, στην πραγματικότητα την αναδεικνύει μέσα από την ταύτισή της με την αντιπροσωπευτικότητα, την καθολικότητα, τη συλλογικότητα. Πρόκειται για την περιοχή του δημοτικού τραγουδιού με την οποία η ποίηση του Ζηλάκου φαίνεται πως συγγενεύει όχι τόσο στο επίπεδο των εκφραστικών μεθόδων και τεχνικών όσο σε αυτό του εντοπισμού της έδρας της ποιητικής δημιουργίας στην ανθρώπινη ψυχή.

Εδώ που κάθισα να ονειρευτώ
της μέρας τα τελειώματα
πώς σβήνουν στο λιθάρι
και τσάγαλα στις φούχτες,
βουνά κι άλλα βουνά
για του Ανδρούτσου την καλύβη
την ώρα τη γλαυκή,
ποθώντας ἐναν θάνατο ηλιακό
σαν των αρχαίων κι εγώ,
τη Νύχτα βάλσαμο θα πω
για τη χαμένη μάχη,
ένα ρίγος στον ώμο μου ερωτικό.

Είναι ένα μεγάλο, αλλά άκρως ενδιαφέρον, θέμα προς συζήτηση αυτό, της ψυχής δηλαδή ή αλλιώς του ψυχισμού από τον οποίο αναβλύζει ο ποιητικός λόγος, από τον οποίο πηγάζει η γλώσσα που θέλει πολύ περισσότερο να ρέει παρά να συντάσσεται κατά τρόπο προβλέψιμο και γνωστό. Έχει κυρίως να κάνει με την ελευθερία που αναγνωρίζει ή διεκδικεί ο δημιουργός να προσδιορίζει τους όρους επικοινωνίας με το περιβάλλον του με γνώμονα, κυρίως, τη διάθεσή του να οικειώνεται τις εικόνες που τον περιβάλλουν.

Στο σημείο αυτό ακριβώς ανοίγει ένας ακόμα δρόμος για την προσέγγιση της ποίησης του Ζηλάκου που περνά μέσα από την εικαστική σύλληψη της πραγματικότητας. Τα ποιήματα της συλλογής βρίθουν από εξεικονίσεις οι οποίες συνθέτουν μιας κινηματογραφικής τάξεως και λογικής περιήγηση σε λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν το όλον, σε ψήγματα που λειτουργούν σαν συνειρμοί προκειμένου η συνείδηση του αναγνώστη να μεταφερθεί σε έννοιες και δεδομένα της εγκόσμιας τάξης.

Δεν είναι ίσως χωρίς σημασία το γεγονός ότι, πολύ συχνά, η ποιητική γλώσσα του Ζηλάκου αποκτά μια ταχύτητα και μια δυναμική που μοιάζουν να τεχνουργούν μια περιηγητική, περιστροφική κίνηση η οποία, σαν άλλος στρόβιλος, συμπαρασύρει λέξεις από κάθε γωνιά της γλώσσας για να αποκαλύψει το δικαίωμα του ποιητή στη «συγκομιδή». Μια συγκομιδή που μοιάζει, κάποιες φορές, να μην εμπνέεται από μια συγκεκριμένη στόχευση, στην πραγματικότητα όμως υπάγεται στην ευρύτερη λογική της συγκρότησης μιας αυτόνομης ύπαρξης που θα ενορχηστρώνει ακόμα και τα πιο ανόμοια μεταξύ τους στοιχεία. Και είναι αυτή ακριβώς η αυτονομία που οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο να δηλώσει την πληρότητά του, να παραδεχθεί την ικανοποίησή του. Εδώ ακριβώς μπορεί κανείς να εντοπίσει μιαν αποκάλυψη, μια βαθιά αλήθεια και πραγματικότητα. Την αλήθεια που θέλει το τέλος ενός ποιήματος να φέρνει την πλήρωση του ποιητή, να τον οδηγεί σε μια συνθήκη αποφόρτισης, λύτρωσης ή γαλήνευσης με την οποία μόνο ένας μεγάλος αγώνας, όπως αυτός με τη γλώσσα, μπορεί να επισφραγισθεί. Ο Ζηλάκος εδώ αποκαλύπτει το μεστό από ευχαρίστηση αίσθημά του μπροστά στην ολοκλήρωση του ποιήματος, μπροστά στην τελείωσή του σαν να πρόκειται για το φθάσιμο σε έναν προορισμό έπειτα από ένα μακροχρόνιο, κοπιαστικό ταξίδι. Ένα ταξίδι που, εν προκειμένω, δεν κρύβει ούτε τους σταθμούς ούτε τις στάσεις του αλλά αντίθετα τα αναδεικνύει ως «σκελετό» του ποιήματος, ως χωροχρονικά σημεία ενός σχήματος που διευρύνει και πλουτίζει τόσο την προσωπική γεωμετρία του ποιητή όσο και αυτήν της ποίησης.

Τότε ένιωσα την ηδονή των εμπόρων και τα βαθιά τους πλοία,
μα δεν ζητάω πια το βάρος τους στο διάβα της Σελήνης.
Τούτο το κοχύλι, που το κοίταγα ζηλόφθονα,
Βάσανα δεν έχει, μήτε τόπο να βρομίζει.

Κλείνω το φως και το χαμένο χρυσό φύλλο.
Το φάντασμα με το σπασμένο πόδι κλαίει ανεπανόρθωτα
και είμαι άρρωστος, ξαφνικά, τόσο πλήρης.

*

*

*