Day: 11.02.2026

Το αγκίστρι

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ

~.~

Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει, ούτε θα ’ναι κι η τελευταία, κι ας λέει κάθε φορά που δεν έρχεται απάντηση ότι αυτό ήταν, δεν ξαναστέλνει· λίγο κρατάει αυτό το γινάτι, εξάλλου έχει καταφέρει να μην του δίνει πρόσωπο κι έτσι σβήνει γρήγορα. Το σκέφτεται μετά και καταλήγει πως δεν έχει να χάσει τίποτε. Τούτο το παζάρι το ξεκίνησε και το συνεχίζει σαν ένα χόμπι, για να ξεσκάσει, ναι, παρά σαν μια μεθοδική απασχόληση που αποφέρει και κάποιο κέρδος. Οπότε γιατί όχι; Είναι κι ερεθιστικό να φαντάζεται και να προσμένει. Ποιο βιβλίο να βάλει αυτή τη φορά; Να ένα από τα αρνητικά: ξεμένει από βιβλία-δολώματα. Πρέπει να είναι άσημα, άγνωστα, φτηνές εκδόσεις, ή πρώτα ονόματα αλλά παλιωμένα, όμως μ’ αξιοπρέπεια, που να δηλώνουν την αριστοκρατική της φινέτσα, και ν’ αφήνουν άμεσα το υπονοούμενο, να το σερβίρουν στο πιάτο, το κύριο πιάτο. Όμως τελειώνουν, το βλέπει, τελειώνουν γρήγορα. Έχει γίνει πιο φειδωλή, πιο εγκρατής, στέλνει πιο σπάνια, τα κριτήρια έχουν γίνει πιο αυστηρά. Αλλά και πάλι, ως τώρα τίποτε. Όμως, τούτος ’δώ, κάτι της λέει ότι είναι ο κατάλληλος, ότι θ’ ανταποκριθεί· οι επιλογές του της αρέσουν: ποίηση, δυο σπάνιες εκδόσεις, ένας τόμος με σονέτα και μια συλλογή ποιημάτων από πέρα απ’ το παραπέτασμα, και τα γράμματα του Καζαντζάκη στη Γαλάτεια, σπάνια έκδοση του Δίφρου· μεσήλικας, πενηντάρης σίγουρα, μορφωμένος, με καλό γούστο, συνεπώς πειθαρχημένος, περιποιημένος, στοχαστής, δεν έγραψε τίποτε στο μήνυμα (δεν χρειαζόταν), συνεσταλμένος… Ιδανικός! Αισθάνεται το ρίγος σ’ όλο το κορμί της. Αλλά θα είναι διαθέσιμος; (περισσότερα…)

«Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 1 / 4 ]

~.~

Εισαγωγή: Από τον Ιωάννη Σκυλίτση στον Θρασύβουλο Χατζηαράπη

Ζώντας στο μεταίχμιο δυο κόσμων στην Ύστερη Αρχαιότητα, ο Μουσαίος αναφέρεται στις γραμματολογίες τόσο της αρχαιοελληνικής όσο και της βυζαντινής λογοτεχνίας. Με τον ίδιο βέβαια πάντα τρόπο που επιβάλλει η ολοσχερής έλλειψη στοιχείων. Σχετικά λοιπόν με τον παντελώς άγνωστο ποιητή που έζησε κατά τα τέλη του 5ου με τις αρχές του 6ου μεταχριστιανικού αιώνα, με μονότροπη επαναλαμβανόμενη σιγουριά λέγεται, ξανά και ξανά, πως στη στιχοποιΐα και τη μετρική συγκαταλέγεται στη «σχολή» του Νόννου.  Το μόνο δημιούργημά του όμως που έφτασε ως τις μέρες μας άρκεσε για να διασώσει ακέραιο και το δικό του όνομα επί δεκαπέντε αιώνες μες στον μεγάλο ωκεανό της ελληνικής λογοτεχνίας. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τους θαλασσόβρεχτους έρωτες της Ηρώς και του Λέανδρου, η τραγική ιστορία δυο ερωτευμένων νέων. Το επύλλιο λοιπόν Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον διηγείται μια παλιά ερωτική ιστορία που συνέβη στον πορθμό του Ελλησπόντου, ανάμεσα στις πόλεις Σηστό και Άβυδο. Η όμορφη Ηρώ, ιέρεια της Αφροδίτης που ζει απομονωμένη σ’ έναν πύργο πλάι στη θάλασσα ερωτεύεται τον Λέανδρο από την αντικρινή ακτή της Αβύδου κι ο έρωτάς τους συντελείται μυστικά, κάθε βράδυ, όταν ο Λέανδρος κολυμπά από την Άβυδο στην Σηστό οδηγούμενος από το φως του λυχναριού που ανάβει η Ηρώ από τον πύργο της. Όταν μια βαριά χειμωνιάτικη βραδιά σβήνει το λυχνάρι, ο Λέανδρος πνίγεται μες στα αφρισμένα κύματα του Ελλησπόντου, ακολουθώντας την ακατάβλητη επιθυμία του να συναντήσει την Ηρώ. Σαν αντικρίζει η Ηρώ το πτώμα του αγαπημένου της που έχει ξεβράσει η ακτή, πέφτει από τον ψηλό τον  πύργο και σκοτώνεται και αυτή.

Ο θρύλος στη μορφή που μας παραδίνεται δεν πρέπει να είναι παλιότερος από τη δημιουργία του φάρου της Αλεξάνδρειας (280 π. Χ.), όπως έχει επισημανθεί. Η τραγική ιστορία των δυο ερωτευμένων νέων γνώρισε γρήγορα μεγάλη κι ευρεία διάδοση κι ήδη από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα έχουμε αποσπάσματα ποιήματος με αυτό το θέμα. Ο Βιργίλιος, ο Στάτιος, ο Οβίδιος κι ο Μαρτιάλης μνημονεύουν την ιστορία, κι από εκεί διαχέεται σε όλον τον δυτικό Μεσαίωνα. Η ιστορία του Μουσαίου όμως από την άλλη διαπερνά την ελληνική Ανατολή, αρχής γενομένης με την αναφορά του Αγαθία, κι από εκεί φτάνει μέχρι τους βυζαντινούς κέντρωνες, τον Τζέτζη, το βυζαντινό μυθιστόρημα (Νικήτα Ευγενιανού, Τα κατά Δροσίλλαν και Χαρικλέα): (περισσότερα…)