Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο Ίδρυμα Θεοχαράκη: Εντυπώσεις από μια έκθεση

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Ολοκληρώθηκε πριν από λίγες μέρες η αναδρομική έκθεση με ζωγραφικά έργα του ποιητή και ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Το αφιέρωμα είχε μεγάλη πέραση: από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, που παρευρέθηκε και μίλησε στα εγκαίνια, διάφοροι πολιτικοί, αλλά και εκπρόσωποι των τεχνών, ποιητές, ηθοποιοί, ζωγράφοι και μουσικοί, έκαναν την περατζάδα τους, φωτογραφήθηκαν και έβγαλαν selfies πλάι στα έργα του Εγγονόπουλου. Οι εντυπώσεις δεν διέφεραν και πολύ μεταξύ τους ‒ ό,τι διάβασα κι άκουσα συμπυκνώνεται στα εξής: «σπουδαία έκθεση», «αριστούργημα», «έκθεση-ωδή στον μεγάλο εικαστικό», «από τις ωραιότερες εκθέσεις της χρονιάς», «πολιτισμικό γεγονός υψηλής σημασίας», και τα λοιπά, και τα λοιπά…. Όχι ότι περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό ‒ η κριτική στην Ελλάδα πάει πλάι-πλάι με τον έπαινο, τον έπαινο τόσο του ίδιου του καλλιτέχνη, όσο και των διαφόρων θεσμών που καθιστούν εφικτά τέτοια events. Τα κίνητρα μιας τέτοιας στάσης είναι μια ωραία, πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, την οποία θα πρέπει να βρεθεί επιτέλους κάποιος να την ξεκινήσει, να αναρωτηθεί ας πούμε τι στον διάολο συμβαίνει και άλλη κουβέντα δεν λέγεται πέρα από «σπουδαίο» και «αριστούργημα». Εγώ προσωπικά θα ήθελα πολύ είμαι αυτός ο «κάποιος», όχι μες το κατακαλόκαιρο όμως, έχει πολλή ζέστη, κι γράφοντας για τέτοια ζητήματα φουντώνεις ακόμα περισσότερο ‒ λέω να το αφήσω λοιπόν για άλλη φορά.

Καλύτερα να εκφράσω επομένως κι εγώ την προσωπική μου εντύπωση. Καταλαβαίνω ο Εγγονόπουλος να θεωρείται «σπουδαίος ζωγράφος»· κατανοώ επίσης όσους πιστεύουν ότι το γούστο είναι κάτι το υποκειμενικό και ότι αν σε κάποιον του γουστάρει στους υπόλοιπους δεν πέφτει λόγος. Το πράγμα ωστόσο δεν μπορεί παρά να γίνεται πολύ προβληματικό, ίσως, θα ’λεγε κανείς, και ύποπτο όταν δεν υπάρχει ούτε ένας κριτικός, ούτε ένας ζωγράφος, ή ποιητής ―από τους τόσους που περάσανε και δεν έχασαν την ευκαιρία να το διαφημίσουν―, να μην υπάρχει, λοιπόν, ούτε ένας από αυτούς τους υποτίθεται ειδήμονες να πει μια τόση δα λεξούλα για τους κόκκινους (!!) τοίχους πάνω στους οποίους κρέμονται τα έργα του Εγγονόπουλου. Αναρωτιέμαι βάσει ποιας ―δεν θα πω λογικής― αντίληψης για την τέχνη ο επιμελητής της έκθεσης Τάκης Μαυρωτάς συμφώνησε, ή επέμεινε, ή αγνόησε το γεγονός ότι οι πίνακες με τα έντονα, εκτυφλωτικά χρώματα της ζωγραφικής του Εγγονόπουλου ευνοούνται από τους κόκκινους ικανούς να προκαλέσουν επιληψία τοίχους του Ιδρύματος Θεοχαράκη. Ή το γεγονός ότι σε κάποιους πίνακες έπεφτε το φως με τέτοιο τρόπο ώστε οι αναπαριστώμενες φιγούρες να θαμπώνουν εξαιτίας του. Μήπως γιατί το θάμπωμα επιβεβαιώνει τις σκέψεις του Μαυρωτά ότι ο Εγγονόπουλος κινείται «από το όνειρο στον μύθο και από την πραγματικότητα στη φαντασίωση»; Κενά σημαίνοντα χωρίς σημαινόμενα ‒ ή, πώς να μιλάς δίχως τίποτα να λες. Σε κάθε περίπτωση, αν ο Μαυρωτάς είναι εντάξει με όλα αυτά, ok, αλλά όλοι όσοι περνάνε από την έκθεση, τυφλοί είναι; Μουγγάθηκαν; Πώς και δεν μιλούν, ενώ κατά τα άλλα είναι λαλίστατοι;

Κλείνω με μια σκέψη. Από τη νεωτερικότητα και εξής ό,τι αποκαλούμε «καλλιτεχνική παραγωγή» έχει αλλάξει ριζικά το κοινωνικοϊστορικό της status: δεν έχουμε να κάνουμε πια με μαικήνες που χρηματοδοτούν τους καλλιτέχνες για να παραγάγουν έργα ανάλογα με τις δικές τους δεσμευτικές επιθυμίες ‒ τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που κάτι τέτοιο ίσχυε την περίοδο της Αναγέννησης. Από τον 19ο αιώνα και μετά, τα καλλιτεχνικά έργα υποτάσσονται στους νόμους της αγοράς, μετατρέπονται σε εμπόρευμα προς ευρεία χρήση, ενώ ο καλλιτέχνης, πιο ελεύθερος πλέον, λιγότερο εξαρτημένος και περισσότερο αυτόνομος, δημιουργεί σύμφωνα με τη δική του προσωπική του ιδιοσυγκρασία. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το καλλιτεχνικό έργο φτάνει σε μας αδιαμεσολάβητα ―από τον παραγωγό απευθείας στο κοινό του―, ούτε ότι ο καλλιτέχνης είναι εντελώς αδέσμευτος ‒ αντιθέτως, υπάρχει εξάρτηση όπως υπάρχει και διαμεσολάβηση, αυτή ωστόσο αναπτύσσεται με διαφορετικό τρόπο: ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό του επεμβαίνει αυτό που ορίζει η Ναταλί Ενίκ (Nathalie Heinich) ως «μεταξύ των δύο» («entre-deux»), και το «μεταξύ των δύο» αφορά τους διάφορους θεσμούς, τους επιμελητές, τους εκδότες ‒ όλους αυτούς τους μεσάζοντες τέλος πάντων χωρίς την εμπλοκή των οποίων το καλλιτεχνικό έργο ίσως και να μην έφτανε ποτέ στο κοινό. Εν ολίγοις, μπορεί να λείπουν οι μαικήνες, ωστόσο υπάρχουν οι μεσάζοντες, και οι μεσάζοντες έχουν ευθύνη ‒ ευθύνη σημαντική, ιδιαίτερα κρίσιμη αφού διαμορφώνουν συγκεκριμένους όρους ως προς την πρόσληψη του έργου τέχνης. Ισχύει επομένως το εξής: όπως για να απολαύσει κανείς ένα βιβλίο δεν μετράει μόνο η μορφή και το περιεχόμενο αλλά και η τυποτεχνική του φροντίδα (στοίχιση, εξώφυλλο, βιβλιοδεσία), έτσι και σε μια έκθεση ζωγραφικής δεν αξίζουν μονάχα τα έργα αλλά και η καλλιτεχνική τους επιμέλεια (οι καρτέλες με τις περιγραφές, οι φωτισμοί, ο τρόπος με τον οποίο τοποθετούνται οι πίνακες ο ένας πλάι στον άλλο), με μια λέξη, ο χώρος που φιλοξενεί τα έργα, χώρος ικανός άλλοτε να ωφελεί την έκθεση και άλλοτε να την υπονομεύει, να τις βάζει τρικλοποδιές ‒ σαν τις τρικλοποδιές που έβαλε ο Τάκης Μαυρωτάς και οι συν αυτώ στον ζωγράφο Νίκο Εγγονόπουλο, και, αναπόφευκτα, σε μας τους ίδιους τους θεατές.

NIKOΣ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗΣ

*