Νύχτες του Ιουλίου | Μια βραδιά με τον Θοδωρή Γκόνη (Τετάρτη 13.7.2022)

*

Κώστας Κουτσουρέλης: Για τον Θοδωρή Γκόνη

(από το βιβλίο: Τι είναι και τι δεν είναι η ποίηση.
Δώδεκα ομόκεντρα δοκίμια, Μικρή Άρκτος, 2021)

Από τους στιχουργούς του καιρού μας, ο Θοδωρής Γκόνης είναι ίσως ο σημαντικότερος μαθητής του Νίκου Γκάτσου. Εμπνεόμενος κι αυτός από την ελληνική ιστορία και λαϊκή παράδοση, ιδίως στα θαυμάσια τραγούδια που έγραψαν με τον Νίκο Ξυδάκη, προεκτείνει την εικονοπλαστική και συμβολική γλώσσα του Γκάτσου στο σήμερα, ανανεώνοντάς την. Κι ο Γκόνης είναι ένας θαυμάσιος λυρικός. Ακούστε:

Το μέλι φέρνω των γκρεμών
Της πέτρας τη σιωπή
Εκοίμησα τις μέλισσες
Με τη δική σου ευχή

Των βράχων φέρνω την ηχώ
Του λύκου τη φωνή
Της άμμου το τριαντάφυλλο
Της στάχτης το φιλί

Κι αυτός ψαύει διαρκώς τις πληγές της ιστορίας, αναζητώντας την αυτογνωσία.

Χριστούγεννα στο Ναύπλιο
στης γης το σκαλοπάτι
οι Βαυαροί στολίζουνε
το δέντρο στο παλάτι

ό,τι κρεμάν στα φύλλα του
δε στέκεται και πέφτει
βγαίνουν στους δρόμους και ρωτούν,
ψάχνουν να βρουν το φταίχτη

Και αυτός πλάθει ιστορίες όπου αλληγορούνται τα διαιώνια ανθρώπινα πάθη:

Ο Γιασφάτ απ’ τη Συρία
κι απ’ την Αίγυπτο ο Χαρμής
συναντιώνται χρόνια τώρα
στο πηγάδι της γραφής

Ξεδιψούν με το νερό του
τρών’ του Νείλου το ψωμί
λένε το παράπονό τους
κι από ασκί πίνουν κρασί

Κάποιοι μέσα στο πηγάδι
θάλασσες ρίξανε δυο
μα τ’ αλάτι δεν το πιάνει
της φιλίας το νερό

Το ωραιότερο τραγούδι του Γκόνη, και από τα ωραιότερα της δισκογραφίας μας των τελευταίων δεκαετιών, είναι όμως νομίζω ένα άλλο, αυτό που φέρει τον τίτλο: «Βουνό είναι κι η θάλασσα». Σε μια σειρά από πυκνούς ζευγαρωτούς δεκαπεντασύλλαβους, κατά το πρότυπο του Κορνάρου ή του Σολωμού, ο Γκόνης μάς αφηγείται την παράδοξη συνάντηση δυο προσώπων και τον μεταξύ τους διάλογο. Ο πρώτος, ας τον πούμε εδώ Αφηγητή, είναι άνθρωπος στεριανός. Ποτέ του δεν αντίκρισε τη θάλασσα, κι όμως, τι αλλόκοτο, είναι σαν να την ξέρει.

Ποτέ μου εγώ τη θάλασσα στα μάτια δεν την είδα
μα ξέρω για τα πάθη της καλύτερα απ’ την ίδια
σε βράχους μέσα έζησα, σε βάτους και λαγκάδια
μα ξέρω για τα κύματα και του νερού τα χάδια

Εκεί λοιπόν, στους βάτους και τα λαγκάδια, θα συναπαντηθεί με το άλλο πρόσωπο που εμφανίζεται στο τραγούδι, μια μορφή που ο αφηγητής μας την προσαγορεύει Άγιο ή, λίγο παρακάτω, Άγιο και Προφήτη:

τον Άγιο εσυνάντησα με το κουπί στην πλάτη
σε πέτρα πάνω μοναχό, πεζό και στρατολάτη.
Άγιε μου και προφήτη μου τι σου’ χουν καμωμένα
άνοιχ’ τα φύλλα της καρδιάς και πες τα όλα σε μένα.

Στο ερώτημα του αφηγητή, ο Άγιος απαντά κοφτά, σχεδόν σιβυλλικά:

Δίχτυ διπλό μου έπλεξε πάνω στα άλμπουρά της
με φώναξε για μια στιγμή και γέρασα κοντά της.

Και λίγο παρακάτω, όταν ξαναπαίρνει τον λόγο:

Μ’ ένα πανί ξεκίνησα γαΐτα στα νερά της
μ’ ένα κουπί εβούλιαξα κι έφυγα μακριά της.

Ο Άγιος δεν την κατονομάζει, είναι φανερό όμως ότι για τη θάλασσα μιλάει εδώ. Αυτή τον έπιασε στα δίχτυα της, αυτήν παλεύοντας γέρασε, σ’ αυτήν ναυάγησε κι αυτήν γυρεύει τώρα να αποφύγει.
Το αργότερο στο σημείο αυτό, το νήμα της διήγησης αρχίζει να ξεκαθαρίζει. Θυμάται κανείς τον χρησμό που ο Τειρεσίας δίνει του Οδυσσέα στην Νέκυια: Αφού σκοτώσει τους μνηστήρες, για να εξιλεώσει τον Ποσειδώνα που ακόμα τον κατατρέχει, μ’ ένα κουπί στον ώμο να πάρει τα βουνά. Μόνο όταν φτάσει στον τόπο που οι κάτοικοί του δεν ξέρουν τι ’ναι αυτό που κουβαλά και μήτε που έχουν ακούσει ποτέ για θάλασσες και για καράβια, μόνο τότε να σταματήσει. Και μπήγοντας το κουπί του στο χώμα να θυσιάσει στον θαλασσινό θεό.

Ο αρχαίος μύθος, όπως τόσοι άλλοι, έφτασε ως εμάς παραλλαγμένος. Τη θέση του Οδυσσέα ως βασανισμένου ναυτικού στη λαϊκή παράδοση παίρνει ο προφήτης Ηλίας ή σε άλλη παραλλαγή ο Άι-Νικόλας. Ο Νικόλαος Πολίτης μάς μεταφέρει στις Παραδόσεις του τον θρύλο όπως τον κατέγραψε στο Αίγιο της Αχαΐας.

Ο αϊ-Λιας ήταν ναύτης και πέρασε παραλυμένη ζωή. Ύστερα όμως μετανόησε για όσα έκαμε και εσιχάθη τη θάλασσα. Άλλοι πάλι λεν πως, επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές εκόντεψε να πνιγεί, εβαρέθη τα ταξίδια και αποφάσισε να πάει εις μέρος που να μην ηξεύρουν τι είναι θάλασσα και τι είναι καράβια. Βάνει το λοιπόν στο νώμο το κουπί του και βγαίνει στη στεριά, και όποιον απαντούσε, τι ερωτούσε τι είναι αυτό που βαστάει. Όσο του έλεγαν «κουπί», τραβούσε ψηλότερα, ωσπού έφτασε στην κορφή του βουνού. Ρωτά τους ανθρώπους που ήβρε κει τι είναι, και του λεν «ξύλο». Κατάλαβε λοιπόν πως αυτοί δεν είχαν ιδεί ποτέ τους κουπί

Τότε, συμπληρώνει ο Αντρέας Καρκαβίτσας, που μνημονεύει κι εκείνος τον θρύλο:

Στένει ολόρθο τό κουπί, χτίζει μια καλύβα, και αποφασίζει νά μείνει εκεί όλη του τη ζωή. Για τούτο τον Αϊ-Λια τον βάνουν πάντα στα ψηλώματα.

Γι’ αυτόν τον βιβλικό προφήτη που ερχόμενος στα χώματα τα ελληνικά πήρε το ρούχο και τη ζωή των παλιών χθόνιων θεών και ηρώων, μας μιλάει λοιπόν ο Γκόνης. Και ο Αφηγητής που συνομιλεί μαζί του έχει απόλυτη επίγνωση της ιστορικής διαδοχής.

Μίλα σιγά προφήτη μου, ο Πάνας μη ξυπνήσει
και με τραγούδια και φωνές παράπονα αρχινίσει,
μη δει πως σ’ άλλονε Θεό τώρα κερί ανάβω
μίλα σιγά προφήτη μου κι εγώ θα καταλάβω

Κάπως έτσι ο θρήνος του θαλασσοδαρμένου ναυτικού αποκτά άλλη διάσταση. Γίνεται πια θρήνος όχι του θεού, αλλά του ανθρώπου. Του ανθρώπου του κοινού, του καθενός από μας, που είτε πορεύεται στα κύματα είτε στη στεριά, είτε προσκυνά τα εκκλησάκια της θρησκείας του Ευαγγελίου ψηλά στις κορφές είτε τα ιερά και τους βωμούς του Πανός, πέπρωται να υποφέρει. Να γιατί ο Αφηγητής μας ήδη γνωρίζει. Πέλαγο και στεριά είναι το ίδιο, όλα εντέλει είναι Θάλασσα, μετωνυμία μιας ζωής πικροκυματούσας που κατασκεπάζει τα πάντα:

Κι από τα λόγια τα πικρά και τ’ αρμυρό της δάκρυ
εμαραθήκαν τα κλαριά κι η γης απ’ άκρη σ’ άκρη.

Προς το τέλος του τραγουδιού, και όπως από τον τίτλο του είχε προαναγγελθεί, ο Αφηγητής τη θάλασσα θα την αποκαλέσει πλέον «βουνό», παρακινώντας μας να ανακαλέσουμε τις δυσοίωνες σημασίες της λέξης.

Άγιε μου και προφήτη μου πάρε ψωμί και γάλα
κι εγώ μ’ αυτά που μου ’χεις πει αλλά και μ’ όλα τ’ άλλα
βουνό λέω τη θάλασσα με βράχους και χαράδρες

Στον δίσκο, στην ερμηνεία του Ξυδάκη η διάκριση αυτή αναγκαστικά χάνεται, όμως στα Τραγούδια του Γκόνη (Άγρα, 1992), ο ακροτελεύτιος στίχος ξεκινά με γράμμα κεφαλαίο, όπως γίνεται κάθε φορά που στο «Βουνό είναι κι η θάλασσα» τον λόγο παίρνει άλλο πρόσωπο. Πολύ σοφά ο ποιητής τον βάζει έτσι στα χείλη του Αγίου, προσδίδοντάς του άλλο βάρος, κάνοντάς τον σφραγίδα επικυρωτική και οριστικό επιμύθιο της παμπάλαιας κι όμως τόσο νωπής ιστορίας που μας αφηγείται:

Λύκοι τα μαύρα κύματα, τσακάλια και φονιάδες.

*