Αυτοβιογραφία μαθητείας

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Άκης Παπαντώνης, bildungsroman,
Κίχλη, 2021

Ο τίτλος της πρώτης ποιητικής δουλειάς του Παπαντώνη υποδεικνύει και τον τρόπο της αναγνωστικής ανταπόκρισης στο έργο. Ο συγγραφέας, γνωστός ήδη ως πεζογράφος, στην τελευταία δουλειά του συνθέτει ένα ποιητικό Bildungsroman, μια ποιητική αυτοβιογραφία μαθητείας που αφηγείται γραμμικά την πορεία μιας ενηλικίωσης από τη γέννηση έως την άνδρωση, πορεία που εκβάλλει σε μια αποσπασματική ταυτότητα του εαυτού ως ενήλικα, αλλά ες αεί μαθητευόμενου στην αυτοδίδακτη τέχνης της ζωής. Ο ποιητής λειτουργεί ως φωτογράφος που απομονώνει ενσταντανέ από τις ηλικίες που συνθέτουν την ιστορία του προσώπου: γέννηση, παιδική ηλικία, η μητέρα και ο πατέρας, οικογενειακές διακοπές, διαζύγιο των γονέων, εφηβεία, οι πρώτοι έρωτες, σπουδές, δουλειά, θάνατοι, μετανάστευση, συμβίωση, παιδιά, σχέσεις. Πίσω από αυτά τα ευκρινή επεισόδια λανθάνουν οι αποσιωπημένες διεργασίες της συνείδησης που αποτυπώνεται σε στιγμιότυπα οπτικά, εγχάρακτα σε λεπτομέρειες του βίου. Έτσι προκύπτει το σχήμα: μια λιτή και λεία αφηγηματική επιφάνεια που χαράσσεται από τις υποδηλούμενες διαδρομές της ψυχής καθώς αυτή διέρχεται τα τοπία του παρελθόντος και του παρόντος.

Ας δούμε το πρώτο ποίημα της συλλογής:

προσωπική χιροσίμα, 1078

γεννήθηκα
πολύωρος τοκετός﮲
από την πρώτη
ως την τελευταία στιγμή
πρόβαρα στον καθρέφτη
που κάθε πρωί ξυριζόσουν
το γαμπριάτικο πουκάμισό σου
το δαχτυλίδι με σκαλισμένα μέσα
τα αρχικά του πατέρα σου
το αφτερσέιβ σου
όλα τελικά αφόρετα

επιστροφή στο μέλλον, εκείνο
το μεσημέρι
μπροστά στο σκαμμένο μνήμα
– όπως τη νύχτα που γεννήθηκα
μου τ’ ορκίστηκες πριν φύγεις –
έσκασες μέσα μου
σαν ντροπαλή σουπερνόβα
που χρόνια περίμενε
τη σειρά της

Στην ίδια περίπου φόρμα κινούνται και τα περισσότερα κείμενα της συλλογής. Σκηνές «παγωμένες» σε ένα διαρκή ενεστώτα ή εκκρεμούσες σε ένα παρατεταμένο παρατατικό επανέρχονται για να παγιδεύσουν στην εξακολουθητική χρονικότητά τους το ρευστό της συνείδησης που παλιρροεί ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Έτσι που αυτές οι σκηνές αποτελούν τόπους όπου χωροθετήθηκε και συνεχίζει να συντελείται μια διαβατήρια τελετή προς την ενηλικίωση ή σταθμούς της μνήμης που συνθέτει αποσπασματικά τα εμμενή της καταφύγια. Μήτρα αυτής της μνήμης η οικογένεια. Παράλληλα με την οικογενειακή μυθολογία πορεύεται και ο αντίκτυπος του κοινωνικού γίγνεσθαι, που βιώνεται στις ποικίλες εκδοχές της ξενιτιάς, από το φοιτητικό τυφλό διαμέρισμα κάπου στη μεγάλη πόλη, τις ταραχές της Αθήνας του 2008, τους εορτασμούς των Ολυμπιακών του 2004 έως το χτίσιμο μιας ζωής και σταδιοδρομίας στο εξωτερικό. Αυτός ο κοινωνικός χώρος παρουσιάζεται απογυμνωμένος από τις μεγάλες αφηγήσεις – ψευδαισθήσεις του παρελθόντος και αφήνει το υποκείμενο μετεωρισμένο σε έναν εσωτερικό χώρο στον οποίο αναγκάζεται να στραφεί για να τραφεί, πλημμελώς βεβαίως, αφού λείπει το νοηματοδοτικό πλαίσιο των ευρύτερων αναφορών.

Όπως διαβάζουμε στο κατατοπιστικό σημείωμα του οπισθόφυλλου, το κείμενο μπορεί να διαβαστεί και «ως μύχιο ημερολόγιο αλλά και ως συλλογική αυτοβιογραφία μιας γενιάς που ακόμα ψηλαφεί τη θέση της στην ιστορία. Στο φόντο οι δεκαετίες του ’80, του ’90 και το ξεκίνημα του 21ού αιώνα﮲ στο προσκήνιο η βία της ενηλικίωσης, το κληροδότημα της μνήμης και της απώλειας, ο χρόνος που δεν γυρίζει πίσω﮲ ένα ιδιότυπο bildungsroman στο μεταίχμιο ποίησης και πρόζας».

Πράγματι, τα κείμενα θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως μικροαφηγήματα, ημερολογιακές εγγραφές ή ποιήματα σε πρόζα, αν και στις μέρες μας όπου η υπέρβαση των λογοτεχνικών γενών και ειδών είναι πια μια παλιά ιστορία δεν ξέρω αν έχει νόημα η ονοματοδότηση της ποικίλης τροπικότητας των παραγόμενων κειμένων. Το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ποίησης γράφεται σε ελεύθερο στίχο με όλες τις ελευθερίες που επιτρέπει αυτός ο όρος και μετά από τόσες δεκαετίες πειραματισμών, μείξεων και ειδολογικών συνυπάρξεων είναι άκαιρη η συζήτηση για την καθαρόαιμα ταυτότητα των ειδών, όπως αυτή κωδικοποιήθηκε σε προγενέστερες εποχές.

Αλήθεια είναι πάντως ότι τα κείμενα της συλλογής δομούνται σε ένα αφηγηματικό ιστό που συχνά ξεκινά από την λεπτομέρεια – μια πετσέτα θαλάσσης, βόλτα στο γιουσουρούμ, μπάλα στον Άγιο Κοσμά, μια διαδρομή με το τρένο- για να εκτυλιχθούν, στην συνέχεια τα επόμενα επεισόδια της διήγησης, αλλά εξίσου συχνά ο φακός αυτής της εικόνας εστιάζει στο εσωτερικευμένο κατοπτρισμό της. Αυτό που ενδιαφέρει τον δημιουργό εδώ δεν είναι οι χωροχρονικές συντεταγμένες της ιστορίας, αν και εμμένει σε αυτές, αλλά με αφορμή αυτές να υποδηλωθεί η αντανάκλασή τους στον ψυχικό χωροχρόνο.

Η προσήλωση στην αφηγηματική ύλη προσδίδει στη συλλογή την ορατότητα και την ευκρίνεια που κάνουν βατή την πρόσληψή της από τον αναγνώστη. Σε όλους αυτούς τους σπονδύλους τoυ bildungsroman εκθέτει γυμνά τα συμβάντα, χρωματισμένα από τη χαρακτηριστική λεπτομέρεια, εμποτισμένα όμως από τη μελαγχολία του αναδρομικού κοιτάγματος και την υπόνοια μιας συγκίνησης που μόνο κατά παραχώρηση επιτρέπεται να διαρρεύσει. Αυτή η συγκίνηση αγκιστρώνεται στα διασωθέντα κειμήλια της μνήμης, στις οικογενειακές μικροσυνήθειες ή στη σχολαστική στιγμιολόγηση μιας εκδρομής ή ενός ανθρώπινου προφίλ. Γι’ αυτό και η τεχνική είναι κατεξοχήν φωτογραφική. Λήψεις του χώρου υπό διάφορες γωνίες που στην μετέπειτα μνημονική τους ταξινόμηση κινηματογραφούν τα ιστορούμενα.

Ο λόγος που μετέρχεται είναι η καθημερινή πεζολογία του μικροσυμβάντος που μεγεθύνεται στην μνημονική ανάκληση ή μένει μετέωρο και δεκτικό στο σχόλιο του αναγνώστη ή άλλοτε, σπανιότερα, συσπειρώνεται σε μια εξομολογητική διαπίστωση. Κατά κανόνα προτιμά την πλατιά αφηγηματική επιφάνεια σε ένα συνεχές travelling και όχι τη συνεχή εστίαση στον εικονολήπτη- ποιητικό εγώ που διερμηνεύει το ληφθέν υλικό, γι’ αυτό και όταν το εγώ έρχεται στο προσκήνιο αισθανόμαστε καίρια την παρουσία του. Στόχος δεν είναι να κατέλθει σε ένα εσώτατο πυρήνα όπου μοχλεύονται τα υλικά αυτονομούμενα από τις έγχρονες αφετηρίες τους, και όπου το ποιητικό εγώ διαυγάζει σε ένα λυρικό εκφώνημα την πεμπτουσία τους, αλλά να εκτεθούν τα υλικά της πραγματικότητας στην ασυνάρτητή τους συνύπαρξη και μέσα από τις παύσεις τους να υπονοηθεί το όποιο τοπίο βάθους. Στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής το κατορθώνει αυτό, ιδίως σε αυτά που αναμετρώνται με τη μνήμη της απώλειας και λιγότερο σε όσα πραγματεύονται το αμήχανο τώρα.

Οι παραπάνω επιλογές συνθέτουν μια καλή συλλογή που αναπνέει τον αποσπασματικό λόγο μιας νέας γενιάς που έχει αυτή την αποσπασματικότητα ως βίωμα και μοίρα, αλλά παράλληλα εδραιώνεται στις γηγενείς αναφορές της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας. Μια ιστορία διάπλασης της ταυτότητας που τελεί ακόμα υπό διαμόρφωση εφόσον πρέπει να συνδιαλλαγεί με τις αφετηρίες της αλλά και τα προσωπικά αιτήματα του ενήλικου τραύματος.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

*