Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Βασίλειου Π. Βερτουδάκη

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιγράμματα

Αποδόσεις του Βασίλειου Π. Βερτουδάκη

 

Στον Βασίλειο Π. Βερτουδάκη, καθηγητή Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο ΕΚΠΑ, οφείλουμε τη σημαντικότατη μελέτη για τα Γρηγοριανά επιγράμματα του όγδοου βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, (Το όγδοο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας: Μια μελέτη των επιγραμμάτων του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, Ινστιτούτο του Βιβλίου-Καρδαμίτσα, Αθήνα 2011). Στο έργο του αυτό, μετά από μια σύντομη εισαγωγή για την πορεία του ελληνικού επιγράμματος ως την εποχή του Γρηγορίου, διερευνά επισταμένως τη δομή, τη θεματολογία, τον ρυθμό και τη γλώσσα των επιγραμμάτων, καθώς και ανιχνεύει τις «όψεις του κλασικισμού» (όπως τις ονομάζει) που διακρίνει εντός του corpus των γρηγοριανών επιγραμμάτων του 8ου βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, πράγμα που νομίζω πως αποτελεί και τη σπουδαιότερη συμβολή του στη μελέτη των επιγραμμάτων του Γρηγορίου.

Σε σχέση με τα συγκεκριμένα επιγράμματα, ας κρατήσουμε δυο-τρεις επισημάνσεις, που θα βοηθήσουν στην περαιτέρω υποδοχή τους. Όπως γράφει ο Βερτουδάκης «ένα ζήτημα το οποίο εκπλήσσει από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη […] είναι […] η αφιέρωση πολλών –υπερβολικά πολλών!– επιγραμμάτων για το πρόσωπο ή για το ίδιο θέμα». Αν και έχει δεόντως τονιστεί από όλους τους μελετητές, η εσωστρέφεια, το προσωπικό στοιχείο και το βιωματικό υπόβαθρο της ποίησης του Γρηγορίου, στα επιγράμματα αυτά αν και «ταξινομούνται τύποις ως επιτύμβια […] μπορούμε να κάνουμε ακόμη μία διάκριση: Ο ποιητής στο πρώτο μέρος δεν ακολουθεί, κατά το πλείστον, ένα κάποιον λογοτεχνικό συρμό της συνθέσεως “επινοημένων” (fiktiv) επιτυμβίων, αφιερωμένων σε πρόσωπα άγνωστα ή ανώνυμα. Τα περισσότερα επιγράμματά του συνδέονται βιωματικά με την απώλεια αγαπημένων προσώπων. Τα επιγράμματα, ωστόσο, του δεύτερου μέρους δείχνουν να είναι γραμμένα εις επίδειξιν». Για περισσότερα στοιχεία περί αυτού του έργου του Γρηγορίου, μπορεί ο ενδιαφερόμενος να ανατρέξει στο εν λόγω βιβλίο του Β. Βερτουδάκη.

Από εδώ, ας του εκφράσω και τις επιπρόσθετες ευχαριστίες για την άδεια δημοσίευσης αυτής της ανθολόγησης ορισμένων από τις αποδόσεις του.

~·~

(8)
Ὦ λόγια! Ὦ κοινὴ στέγη τῆς φιλίας, ὦ ἀγαπημένη Ἀθήνα!
Ὦ μακρινὲς ὑποσχέσεις γιὰ μιὰ ζωὴ ἀφιερωμένη στὸν Θεό!
Μάθε τοῦτο, ὅτι ὁ Βασίλειος ἔφτασε στὸν οὐρανό,
ὅπως ποθοῦσε, κι ὁ Γρηγόριος στὴ γῆ ἔχει δεμένα τὰ χείλη του!

(58)
Εἶναι ἡ Νόννα, κόρη τοῦ Φιλτάτιου. ― «Καὶ ποῦ πέθανε;» ― Σ᾽ αὐτόν
ἐδῶ τὸν ναό. ― «Καὶ πῶς;» ― Ἐνῶ προσευχόταν. ― «Σὲ τί ἡλικία;» ―
Γερόντισσα. ― Τί εὐτυχισμένη ζωὴ καὶ τί ἐξαίσιος θάνατος!»

(78)
Πρῶτος ἔφυγε ὁ Καισάριος κι ἔφερε θλίψη σὲ ὅλους. Κι ἔπειτα ἡ μικρὴ
Γοργονία· μετέπειτα ὁ ἀγαπημένος πατέρας, καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο
ἡ μητέρα. Ὦ χέρι ἀξιολύπητο καὶ στίχοι πικροί! Καὶ τὸν δικό μου θάνατο
θὰ γράψω, ἐγὼ ὁ Γρηγόριος, ἀφοῦ εἶμαι ὁ τελευταῖος.

(79)
Πρῶτα ὁ Θεὸς μὲ χάρισε στὴ λαμπρὴ μητέρα μου μετὰ τὶς προσευχές της.
Δεύτερο, ἀπὸ τὴ μητέρα μου ὁ Θεὸς μὲ δέχτηκε ὡς δῶρο προσφιλές.
Τρίτο, ἀπὸ θανάσιμο κίνδυνο μὲ ἔσωσε ἡ Ἁγία Τράπεζα.
Τέταρτο, τὴν τέχνη τοῦ λόγου δίκοπη μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός.
Πέμπτο, ἡ παρθενία μὲ ὄνειρα γλυκὰ μὲ πῆρε στὴν ἀγκαλιά της.
Ἕκτο, συνδέθηκα μὲ καρδιακὴ φιλία μὲ τὸν Βασίλειο.
Ἕβδομο, ὁ Δημιουργὸς τῆς ζωῆς μὲ ἔσωσε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς θάλασσας.
Ὄγδοο πάλι, μὲ ὅσια ἔργα ἐξάγνισα τὰ χέρια μου.
Ἔνατο, ἔφερα τὴν Τριάδα, Κύριε, στὴ Νέα Ρώμη.
Δέκατο, ἔχω λιθοβοληθεῖ καὶ ἀπὸ φίλους.

(82)
Λίγο μόνο ἔζησες πάνω στὴ γῆ, μὰ ὅλα τὰ ἔδωσες μὲ τὴ θέλησή
σου στὸν Χριστό, καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτὰ καὶ τὸν πτερόεντα λόγο σου.
Καὶ τώρα ἐσένα, τὸν μεγάλο ἱερέα, σὲ ἔχει ὁ οὐρανὸς
μέσα στὴν οὐράνια χορεία, ἔνδοξε Γρηγόριε.

(98)
Αὐτὰ ἐδῶ εἶναι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Γρηγορίου. Θρηνώντας τὸν ἄριστο
ἀδελφό μου, κηρύττω στοὺς θνητοὺς νὰ μισοῦν αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή.
Μὲ τὸν Καισάριο ποιὸς ἦταν ὅμοιος στὴν ὀμορφιά; Ἢ ποιὸς ἀπὸ
ὅλους, ἔστω κι ἦταν τόσο ὡραῖος, κατέκτησε τόση δόξα γιά τὴ
σοφία του; Κανεὶς πάνω στὴ γῆ! Κι ὅμως πέταξε ἀπὸ τὴ ζωή,
ὅπως τὸ ρόδο ἀπὸ τὰ ἀγκάθια, ὅπως ἡ δροσιὰ ἀπὸ τὰ φύλλα.

(169)
Ἐπικαλοῦμαι τὴ μαρτυρία σας, ἀθλοφόροι μάρτυρες· ἔκαναν
βλασφημία τὶς δικές σας τιμὲς οἱ κοιλιόδουλοι.
Δὲν γυρεύετε τραπέζι εὐωδιαστὸ οὔτε μαγείρους.
Αὐτοί, ἀντὶ ἀρετῆς, ρεψίματα προσφέρουν γιὰ βραβεῖο!

(172)
Ἐσεῖς, τυμβωρύχοι, κοιλαράδες, γαστρίμαργοι, μὲ τὰ χοντρὰ ὀπίσθια,
ὣς πότε θὰ τιμᾶτε τοὺς μάρτυρες μὲ ξένους τάφους, παριστάνοντας
τοὺς εὐσεβεῖς μὲ τρόπο ἀνόσιο; Περιορίστε τὴ λαιμαργία σας,
καὶ τότε θὰ πιστέψω ὅτι προσφέρετε τὰ πρέποντα στοὺς μάρτυρες.

(192)
Στὸ ὄνομα τοῦ ξένιου Θεοῦ παρακαλῶ ἐσένα ποὺ περνᾶς
ἀπὸ τὸν τάφο μου, νὰ πεῖς: «Τέτοια νὰ πάθεις, δράστη!»
― «Δὲν γνωρίζω ποιὸν νεκρὸ σκεπάζει αὐτὸς ὁ τάφος. Ἀλλ᾽ ὅμως
κάνοντας σπονδὲς μὲ τὰ δάκρυά μου θὰ πῶ: Τέτοια νὰ πάθεις, δράστη!»

(208)
Αὐτὸς κατέστρεψε μὲ ἐλπίδα μάταιη τὸν ἀγαπημένο μου τάφο,
αὐτὸ τὸ μόνο ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχα ὅταν ἔφυγα ἀπὸ δῶ.
Μακάρι καὶ κεῖνον κάποιος ἄλλος κακοῦργος νὰ τὸν σκοτώσει
μὲ τὰ χέρια του, κι ἀφοῦ τὸν σκοτώσει νὰ τὸν πετάξει μακριὰ
ἀπὸ τὸν τάφο τῶν προγόνων του.

(213)
Σᾶς ἱκετεύω! Ὅταν πεθάνω, τὸ σῶμα μου νὰ ρίξετε στὸν ποταμὸ
ἢ στὰ σκυλιὰ ἢ κάψτε το στὴ φωτιὰ ποὺ ὅλα τὰ καταβροχθίζει.
Καλύτερο αὐτὸ παρὰ νὰ μὲ λεηλατήσουν χέρια χρυσοθήρων.
Φοβᾶμαι ὅταν βλέπω τί ἔπαθε αὐτὸς ἐδῶ ὁ τάφος.

(108)
Τὸν ποιητή, τὸν ρήτορα, τὸν δικαστή, τὸν ἔξοχο σὲ ὅλα,
ἐγὼ ὁ τάφος σκεπάζω ἐδῶ τὸν ἄρχοντα Μαρτινιανό,
ναυμάχο στὰ πελάγη, γενναῖο στὰ πεδία τῶν μαχῶν.
Ἀλλὰ μεῖνε μακριὰ ἀπὸ τὸν τάφο του, προτοῦ πάθεις κανένα κακό!

~•~

(8)
Ὦ λόγοι, ὦ ξυνὸς φιλίης δόμος, ὦ φίλ’ Ἀθῆναι,
ὦ θείου βιότου τηλόθε συνθεσίαι,
ἴστε τόδ’, ὡς Βασίλειος ἐς οὐρανόν, ὡς ποθέεσκεν,
Γρηγόριος δ’ ἐπὶ γῆς χείλεσι δεσμὰ φέρων.

(58)
Νόννα Φιλτατίου. — «Καὶ ποῦ θάνε;» — Τῷδ’ ἐνὶ νηῷ. —
«Καὶ πῶς;» — Εὐχομένη. — «Πηνίκα;» — Γηραλέη. —
«Ὢ καλοῦ βιότοιο καὶ εὐαγέος θανάτοιο.»

(78)
Πρῶτος Καισάριος ξυνὸν ἄχος· αὐτὰρ ἔπειτα
Γοργόνιον• μετέπειτα πατὴρ φίλος· οὐ μετὰ δηρὸν
μήτηρ. ὦ λυπρὴ παλάμη καὶ γράμματα πικρά.
Γρηγορίου γράψω καὶ ἐμὸν μόρον ὑστατίου περ.

(79)
Πρῶτα μὲν εὐξαμένῃ με Θεὸς πόρε μητρὶ φαεινῇ·
δεύτερον, ἐκ μητρὸς δῶρον ἔδεκτο φίλον·
τὸ τρίτον αὖ, θνῄσκοντά μ’ ἁγνὴ ἐσάωσε τράπεζα·
τέτρατον, ἀμφήκη μῦθον ἔδωκε Λόγος·
πέμπτον, παρθενίη με φίλοις προσπτύξατ’ ὀνείροις·
ἕκτον, Βασιλίῳ σύμπνοα ἦρα φέρον·
ἕβδομον, ἐκ βυθίων με Φερέσβιος ἥρπασε κόλπων·
ὄγδοον αὖ, ὁσίοις ἐξεκάθηρα χέρας·
εἴνατον, ὁπλοτέρῃ Τριάδ’ ἤγαγον, ὦ Ἄνα, Ῥώμῃ·
βέβλημαι δέκατον λάεσιν ἠδὲ φίλοις.

(82)
Τυτθὸν ἔτι ζώεσκες ἐπὶ χθονί, πάντα δὲ Χριστῷ
δῶκας ἑκών, σὺν τοῖς καὶ πτερόεντα λόγον·
νῦν δ’ ἱερῆα μέγαν σε καὶ οὐρανίοιο χορείης
οὐρανὸς ἐντὸς ἔχει, κύδιμε Γρηγόριε.

(98)
Χεὶρ τάδε Γρηγορίοιο· κάσιν ποθέων τὸν ἄριστον
κηρύσσω θνητοῖς τόνδε βίον στυγέειν.
Καισαρίῳ τίς κάλλος ὁμοίιος; ἢ τίς ἁπάντων
τόσσος ἐὼν τόσσης εἷλε κλέος σοφίης;
οὔτις ἐπιχθονίων· ἀλλ’ ἔπτατο ἐκ βιότοιο
ὡς ῥόδον ἐξ ἀκανθῶν, ὡς δρόσος ἐκ πετάλων.

(169)
Μαρτύρομ’, ἀθλοφόροι καὶ μάρτυρες· ὕβριν ἔθηκαν
τιμὰς ὑμετέρας οἱ φιλογαστορίδαι.
οὐ ζητεῖτε τράπεζαν ἐύπνοον οὐδὲ μαγείρους·
οἱ δ’ ἐρυγὰς παρέχουσ’ ἀντ’ ἀρετῆς τὸ γέρας.

(172)
Τυμβολέται, γάστρωνες, ἐρευγόβιοι, πλατύνωτοι,
μέχρι τίνος τύμβοις Μάρτυρας ἀλλοτρίοις
τιμᾶτ’, εὐσεβέοντες ἃ μὴ θέμις; ἴσχετε λαιμούς,
καὶ τότε πιστεύσω Μάρτυσιν ἦρα φέρειν.

(192)
Πρός σε Θεοῦ ξενίου λιτάζομαι, ὅστις ἀμείβεις
τύμβον ἐμόν, φράζειν· «Τοῖα πάθοις, ὁ δράσας.» —
«Οὐκ οἶδ’, ὅντινα τύμβος ἔχει νέκυν· ἀλλ’ ἐρέω γε
δάκρυ’ ἐπισπένδων· Τοῖα πάθοις, ὁ δράσας.»

(208)
Οὗτος ἔπερσεν ἐμὸν φίλιον τάφον ἐλπίδι κούφῃ,
ὃν μοῦνον κτεάνων ἔνθεν ἀπῆλθον ἔχων·
καὶ τοῦτόν τις ἀλιτρὸς ἑαῖς παλάμαις ὀλέσειεν,
ἐκ δ’ ὀλέσας τύμβου τῆλε βάλοι πατέρων.

(213)
Λίσσομαι· ἤν γε θάνω, ποταμῷ δέμας ἠὲ κύνεσσιν
ῥίψατε ἠὲ πυρὶ δάψατε παντοφάγῳ·
λώιον ἢ παλάμῃσι φιλοχρύσοισιν ὀλέσθαι.
δείδια τόνδε τάφον τοῖα παθόνθ’ ὁρόων.

(108)
Μουσοπόλον, ῥητῆρα, δικασπόλον, ἄκρον ἅπαντα,
τύμβος ὅδ’ εὐγενέτην Μαρτινιανὸν ἔχω,
ναυμάχον ἐν πελάγεσσιν, ἀρήιον ἐν πεδίοισιν·
ἀλλ’ ἀποτῆλε τάφου πρίν τι κακὸν παθέειν.

*

*

~.~ 

 

Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021

*

*