Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ανδρέα Λεντάκη και του Παντελή Μπουκάλα

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιγράμματα

Αποδόσεις του Ανδρέα Λεντάκη και του Παντελή Μπουκάλα

 

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, πέραν του ποιητικού έργου που εντάχθηκε στα θεολογικά και ιστορικά Έπη του Γρηγορίου, ένα ολόκληρο συμπαγές σώμα επιγραμμάτων του παραδίδεται στην Παλατινή Ανθολογία. Το σώμα αυτό των γρηγοριανών επιγραμμάτων που συνιστά το 8ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας είναι και το ποσοτικά μεγαλύτερο ολόκληρης της Ανθολογίας, με 254 επιγράμματα εν όλω.

Σήμερα ανθολογούμε τις αποδόσεις όλων σχεδόν των –επιτύμβιων– επιγραμμάτων του Γρηγορίου που συμπεριλήφθηκαν στις γνωστές μεταφράσεις του Ανδρέα Λεντάκη (500 ποιήματα ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία, που επανεκδόθηκε πρόσφατα από τον Gutenberg) και του Παντελή Μπουκάλα (Ἐπιτάφιος λόγος: ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα, στις εκδόσεις Άγρα).

Ευχαριστίες θερμές οφείλονται τόσο στον καθηγητή Βασίλη Λεντάκη όσο και στον ακαταπόνητο Παντελή Μπουκάλα, για την ευγενική και πρόθυμη συγκατάθεσή τους να παρουσιάσουμε εδώ τις συγκεκριμένες ανθολογήσεις.

*

Ἀνδρέας Λεντάκης

[Ἐπιγράμματα Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ ἀπὸ τὸ VIII βιβλίο τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας]

137.
Στὸν Ἀμφίλοχο

Μιλεῖστε ρήτορες. Τοῦτος ὁ τύμβος κατέχει
σφραγισμένα τὰ χείλη τοῦ μεγάλου Ἀμφιλόχου.

126.
Στὸν Ἀμφίλοχο

Ποιός καὶ τίνος γιός; Τοῦ Ἀμφιλόχου ὁ Εὐφήμης
ἐνθάδε κεῖται
ποὺ ὅλοι τὸν μελετοῦσαν οἱ Καππαδόκες
αὐτὸς ποὺ οἱ Χάριτες δῶσαν στὶς Μοῦσες κι οἱ ὑμέναιοι
ἤτανε πρὸ τῶν θυρῶν του. Ἀλλ’ ὁ φθόνος ἦρθε ταχύτερος.

122.
Στὸν Εὐφήμιο

Στοὺς ρήτορες ἀνάμεσα ρήτορας, στοὺς ποιητὲς ποιητὴς
τῆς πατρίδας του ἡ δόξα, τῶν γονέων του ἡ δόξα, ὁ Εὐφήμιος
χάθηκε
ποὺ μόλις τοῦ χλόϊζε στὸ μάγουλο γένι καί
μόλις ἀρχίνησε τοὺς ἔρωτες νὰ καλεῖ στὸ
θάλαμό του. Πάει ὠϊμέ.
Κι ἀντὶς γιὰ νύφη παρθένα τούλαχε τύμβος, κι ἡ μέρα τῶν θρήνων
πρόφτασε τὶς μέρες τῶν ὑμεναίων τοῦ γάμου.

186.
Ἐνάντια σὲ τυμβωρύχους

Νεκρὰ τῶν νεκρῶνε τὰ μνήματα ἂς εἶναι· κι ὅποιος
λαμπρὸ μνημούρι ὑψώνει στὸ χῶμα, τέτοια νὰ πάθει.
Γιατὶ ἐτοῦτος ὁ ἄντρας δὲν θὰ συλοῦσε τὸν τάφο μου
ἂν δὲν ἔλπιζε νάβρει χρυσάφι ἀπ᾽ τοὺς πεθαμένους.

(Ἀνδρέας Λεντάκης, 500 ποιήματα ἀπὸ τὴν Παλατινὴ Ἀνθολογία, Δωρικός 1988, σ. 193)

~•~

(137)
Ῥητῆρες, φθέγγοισθε· μεμυκότα χείλεα σιγῇ
Ἀμφιλόχου μεγάλου τύμβος ὅδ’ ἀμφὶς ἔχω.

(126)
Τίς τίνος; —«Ἀμφιλόχου Εὐφήμιος ἐνθάδε κεῖται,
οὗτος ὁ Καππαδόκαις πᾶσι διὰ στόματος,
οὗτος, ὃν αἱ Χάριτες Μούσαις δόσαν· οἱ δ’ ὑμέναιοι
ἀμφὶ θύρας• ἦλθεν δ’ ὁ Φθόνος ὠκύτερος».

(122)
Ῥήτωρ ἐν ῥητῆρσιν, ἀοιδοπόλος δ’ ἐν ἀοιδοῖς,
κῦδος ἑῆς πάτρης, κῦδος ἑῶν τοκέων,
ἄρτι γενειάσκων Εὐφήμιος, ἄρτι δ’ ἔρωτας
ἐς θαλάμους καλέων ὤλετο, φεῦ παθέων·
ἀντὶ δὲ παρθενικῆς τύμβον λάχεν, ἠδ’ ὑμεναίων
ἤματα νυμφιδίων ἦμαρ ἐπῆλθε γόων.

(186)
Νεκρῶν νεκρὰ πέλοι καὶ μνήματα· ὃς δ’ ἀνεγείρει
τύμβον ἀριπρεπέα τῇ κόνι, τοῖα πάθοι·
οὐ γὰρ ἂν οὗτος ἀνὴρ τὸν ἐμὸν τάφον ἐξαλάπαξεν,
εἰ μὴ χρυσὸν ἔχειν ἤλπετο ἐκ νεκύων.

 

~•~

 

Παντελῆς Μπουκάλας

26.
Πῶς λύθηκαν τὰ τίμια γόνατα τῆς Νόννας, καὶ πῶς
σφραγίστηκαν τὰ χείλη, πῶς στέρεψαν τὰ δάκρυα
τῶν ματιῶν της;
Ἄλλοι θρηνοῦν στὸν τάφο της· ἡ τράπεζα ὀρφανὴ
ἀπ᾽ τοὺς καρποὺς τοῦ γενναιόδωρου χεριοῦ της,
ἀπὸ τ᾽ ἁγνό της πόδι ὁ χῶρος ὀρφανός· στὴν κεφαλή της
χέρι τρεμάμενο δὲ θ᾽ ἀποθέσουν πιὰ οἱ ἱερεῖς.
Χῆρες καὶ ὀρφανά, τί πράττετε; Παρθένες καὶ καλόγαμες
γυναῖκες, πλοκάμους ἀπ᾽ τὴν κεφαλή της κόψτε,
πού, στόλισμά της, ὣς χάμω ἔφταναν
ὥσπου ἀφῆκε στὸ ναὸ τὸ ρικνωμένο σῶμα της.

28.
Θνητὸς πὼς εἶσαι, Ἐμπεδοκλῆ, καὶ μάταια καυχιέσαι,
εὐθὺς τῆς Αἴτνας ὁ κρατήρας τὸ φανέρωσε.
Ἡ Νόννα σὲ κρατήρα δὲν κατέβηκε. Στὴν τράπεζα
προσεύχονταν κι ἐκεῖθε ὑψώθηκε, θυμίαμα ἁγνό.
Καὶ φέγγει τώρα ἀνάμεσα στὶς εὐσεβεῖς,
τὴ Μαριάμ, τίς Ἄννες, τὴ Σουσάννα, τῶν γυναικῶν τὸ ἔρεισμα.

31.
Ἄλλη γιὰ τὸ μόχθο της στὸ σπίτι ἔλαβε φήμη,
γιὰ τὴ χάρη της ἄλλη καὶ τὴ σωφροσύνη,
κι ἄλλη γιὰ τῆς εὐσέβειας τὰ ἔργα καὶ τῆς σαρκὸς τὴ θλίψη,
τὰ δάκρυα, τίς προσευχές, τῶν πενήτων τὴ μέριμνα.
Μὰ ἡ Νόννα δοξάστηκε γιὰ ὅλα τοῦτα· κι ἂν τ᾽ ὄνομα
τῆς τελευτῆς πρέπει νὰ δώσουμε, μὲ προσευχὲς ἀπέθανε.

84.
Τοῦ ἱεροῦ πατρός μου τὸ ὄνομα ἔχω καί τὸ θρόνο
― καὶ τὸν τάφο. Τὸν Γρηγόριο τοῦ Γρηγορίου, φίλε,
μὴ λησμονεῖς·
δῶρο Θεοῦ, τὸν πρόσφερε στὴ μάνα του ὁ Χριστός, στὰ ὄνειρα
τῆς νύχτας, καὶ μὲ τὸν ἔρωτα τῆς σοφίας τὸν προίκισε.

89.
Τὰ γερατειά μου βράδυναν στὴ γῆ. Κι ἀντὶ γιὰ τὸν πατέρα,
ἐσὺ στὸ μνῆμα βρίσκεσαι, Καισάριε, ἀγαπημένε τῶν γονιῶν.
Ποιός νόμος, βασιλέα τῶν θνητῶν, καὶ ποιά δικαιοσύνη;
Πῶς συγκατένευσες;
Ἂ ἐσύ, ζωὴ βραδυποροῦσα, κι ἂ θάνατε ταχύτατε.

91.
Ὅση σοφία εἶναι ἐφικτὴ στὸν ἰσχνὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου
–ἡ γεωμετρία, τῶν ἄστρων ἡ θέση,
τῆς λογικῆς τὰ στρατηγήματα, ἡ γραμματική,
ἡ ἰατρική, τῆς ρητορικῆς ἡ ὁρμή–
ὅλη ὁ Καισάριος τὴν κάτεχε κι ὁ φτερωτός του νοῦς.
Μὰ ἀλίμονο. Μιὰ χούφτα σκόνη εἶναι πιά.

96.
Ἔσβησε ὁ Καισάριος. Ἡ αὐλὴ σκυθρώπασε τοῦ βασιλέα.
Αἴφνης γέρνουν τὴν κεφαλὴ οἱ Καππαδόκες.
Χάθηκε ὅ,τι καλὸ μὲς στοὺς ἀνθρώπους σώζονταν
καὶ τῆς σιωπῆς το νέφος σκίασε τοὺς λόγους.

100.
Ἄκου Ἀλεξάνδρεια: τὸ κάλλος τοῦ Φιλάγριου ἔσβησε,
τὸ ἀντάξιο τῆς λογικῆς ψυχῆς του. Καὶ τὸν Καισάριο,
νέο τὸν ἅρπαξε ὁ Φθόνος. Πιὰ τέτοια ἄνθη
ποτὲ στοὺς εὔιππους τοὺς Καππαδόκες δὲ θὰ πέμψεις.

104.
Ἂν κάποιος Τάνταλος διψᾶ μὲ ἀπατηλὰ νερὰ κοντά του,
ἂν βράχος πάντα κρέμεται ἐπίφοβος πάνω ἀπ᾽ τὴν κεφαλὴ ἑνὸς ἄλλου,
ἂν ὄρνεα καταβροχθίζουν ἑνὸς ἀθλίου τὸ ἀμείωτο συκώτι,
ἂν πύρινος ρέει ποταμός, κι ἂν ζόφος ἀθάνατος,
κι ἂν Τάρταρα καὶ δαίμονες κακόψυχοι,
κι ἄλλες ἂν εἶναι πληρωμὲς γιὰ τοὺς νεκροὺς στὸν Ἅδη,
στὴν κεφαλὴ νὰ πέσουν ὅποιου τὸν δοξασμένο Μαρτινιανὸ
πληγώσει τὸν τάφο του συλώντας. Καὶ τρόμος νὰ τὸν κυριέψει.

105.
Ὄρη δικά σου, δική σου ἡ θάλασσα μωρέ,
πεδιάδες καρπερὲς τοῦ σιταριοῦ, κοπάδια ζῶα ― ἡ τέρψη σου.
Τάλαντα ἀπὸ χρυσάφι ἔχεις, ἀσήμι, ἀτίμητα πετράδια,
λεπτότατα μετάξια ἀπὸ τὴν Κίνα ― ὅλο τὸ βιὸς τῶν ζωντανῶν.
Μὰ λίγες πέτρες τῶν νεκρῶν οἱ φίλοι. Κι ἂν τώρα
στὸν τάφο μου τὸ χέρι ἁπλώνεις, τὸν τάφο σου δὲ σέβεσαι,
ταλαίπωρε, γιατὶ ἄλλα χέρια, δικαιότερα, κι αὐτὸν
θὰ τὸν συλήσουν, στοὺς νόμους τοὺς δικούς σου ὑπακούοντας.

(Ἐπιτάφιος λόγος: ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα, μτφρ. & ἐπίμετρο Παντελῆς Μπουκάλας, Ἄγρα 2001, σ. 155-165)

~•~

(26)
Πῶς ἐλύθη Νόννης καλὰ γούνατα, πῶς δὲ μέμυκεν
χείλεα, πῶς ὄσσων οὐ προχέει λιβάδας;
ἄλλοι δ’ αὖ βοόωσι παρ’ ἠρίον· ἡ δὲ τράπεζα
οὐκέτ’ ἔχει καρποὺς τῆς μεγάλης παλάμης·
χῶρος δ’ ἐστὶν ἔρημος ἁγνοῦ ποδός, οἱ δ’ ἱερῆες
οὐκέτ’ ἐπὶ τρομερὴν κρατὶ βαλοῦσι χέρα.
χῆραι δ’ ὀρφανικοί τε, τί ῥέξετε; παρθενίη δὲ
καὶ γάμος εὐζυγέων, κέρσατ’ ἄπο πλοκάμους,
τοῖσιν ἀγαλλομένη κρατὸς φέρε πάντα χαμᾶζε,
τῆμος ὅτ’ ἐν νηῷ ῥικνὸν ἀφῆκε δέμας.

(28)
Ἐμπεδόκλεις, σὲ μὲν αὐτίκ’ ἐτώσια φυσιόωντα
καὶ βροτὸν Αἰτναίοιο πυρὸς κρητῆρες ἔδειξαν·
Νόννα δ’ οὐ κρητῆρας ἐσήλατο, πρὸς δὲ τραπέζῃ
τῇδέ ποτ’ εὐχομένη καθαρὸν θύος ἔνθεν ἀέρθη,
καὶ νῦν θηλυτέρῃσι μεταπρέπει εὐσεβέεσσι,
Σουσάννῃ Μαριάμ τε καὶ Ἄνναις, ἕρμα γυναικῶν.

(31)
Ἄλλη μὲν κλεινή τις ἐνοικιδίοισι πόνοισιν,
ἄλλη δ’ ἐκ χαρίτων ἠδὲ σαοφροσύνης,
ἄλλη δ’ εὐσεβίης ἔργοις καὶ σαρκὸς ἀνίαις,
δάκρυσιν, εὐχωλαῖς, χερσὶ πενητοκόμοις·
Νόννα δ’ ἐν πάντεσσιν ἀοίδιμος· εἰ δὲ τελευτὴν
τοῦτο θέμις καλέειν, κάτθανεν εὐχομένη.

(84)
Πατρὸς ἐγὼ ζαθέοιο καὶ οὔνομα καὶ θρόνον ἔσχον
καὶ τάφον· ἀλλά, φίλος, μνώεο Γρηγορίου,
Γρηγορίου, τὸν μητρὶ θεόσδοτον ὤπασε Χριστὸς
φάσμασιν ἐννυχίοις, δῶκε δ’ ἔρον σοφίης.

(89)
Γῆρας ἐμὸν δήθυνεν ἐπὶ χθονί· ἀντὶ δὲ πατρὸς
λᾶαν ἔχεις, τεκέων φίλτατε, Καισάριε.
τίς νόμος; οἷα δίκη; θνητῶν ἄνα, πῶς τόδ’ ἔνευσας;
ὢ μακροῦ βιότου, ὢ ταχέος θανάτου.

(91)
Πᾶσαν ὅση σοφίη λεπτῆς φρενὸς ἐν μερόπεσσιν
ἀμφὶ γεωμετρίην καὶ θέσιν οὐρανίων
καὶ λογικῆς τέχνης τὰ παλαίσματα γραμματικήν τε
ἠδ’ ἰητορίην ῥητορικῆς τε μένος
Καισάριος πτερόεντι νόῳ μοῦνος καταμάρψας,
αἰαῖ, πᾶσιν ὁμῶς νῦν κόνις ἐστ’ ὀλίγη.

(96)
Καισαρίου φθιμένοιο κατήφησαν βασιλῆος
αὐλαί, Καππαδόκαι δ’ ἤμυσαν ἐξαπίνης·
καὶ καλὸν εἴ τι λέλειπτο μετ’ ἀνθρώποισιν, ὄλωλεν,
οἱ δὲ λόγοι σιγῆς ἀμφεβάλοντο νέφος.

(100)
Κλῦθι, Ἀλεξάνδρεια• Φιλάγριος ὤλεσε μορφὴν
τῆς λογικῆς ψυχῆς οὔτι χερειοτέρην·
Καισάριον δὲ νέον Φθόνος ἥρπασεν· οὔποτε τοῖα
πέμψεις εὐίπποις ἄνθεα Καππαδόκαις.

(104)
Εἴ τις Τάνταλός ἐστιν ἐν ὕδασιν αὖος ἀπίστοις,
εἴ τις ὑπὲρ κεφαλῆς πέτρος ἀεὶ φοβέων
δαπτόμενόν τ’ ὄρνισιν ἀγήραον ἧπαρ ἀλιτροῦ
καὶ πυρόεις ποταμὸς καὶ ζόφος ἀθάνατος
ταρτάρεοί τε μυχοὶ καὶ δαίμονες ἀγριόθυμοι
ἄλλαι τε φθιμένων τίσιες εἰν ἀίδι,
ὅστις Μαρτινιανὸν ἀγακλέα δηλήσαιτο
τύμβον ἀνοχλίζων, δείματα πάντα φέροι.

(105)
Οὔρεά σοι καὶ πόντος, ἀτάσθαλε, καὶ πεδίοισι
τέρπῃ πυροφόροις τετραπόδων τ’ ἀγέλαις·
καὶ χρυσοῖο τάλαντα καὶ ἄργυρος εὐγενέες τε
λᾶες καὶ Σηρῶν νήματα λεπταλέα,
πάντα βίος ζωοῖσι· λίθοι δ’ ὀλίγοι τε φίλοι τε
τοῖς φθιμένοις. σὺ δέ μοι κἀνθάδε χεῖρα φέρεις,
οὐδὲ σὸν αἰδόμενος, τλῆμον, τάφον, ὅν τις ὀλέσσει
ἄλλος σοῖσι νόμοις χερσὶ δικαιοτέραις.

 

*

*

~.~ 

 

Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021

*

*