Γιατί μας τρομάζει το λοκντάουν της Σαγκάης;

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Η πανδημία του κορωνοϊού τελειώνει όπως ξεκίνησε: με εικόνες ακραίων, σχεδόν σαδιστικών, υγειονομικών μέτρων του κινεζικού κράτους και με τις αντίστοιχες αντιδράσεις ανησυχίας αλλά και αισθήματος ανωτερότητας των δυτικών παρατηρητών. Όπως τον Φεβρουάριο του 2020 βλέπαμε τα λοκντάουν στην Γιουχάν ως κάτι σουρεαλιστικό, έτσι και τώρα βλέπουμε την Σαγκάη ως κάτι εντελώς ξένο προς την δική μας πραγματικότητα. Αυτές οι αντιδράσεις βέβαια παραλείπουν βολικά ότι μεταξύ της Γουχάν και της Σαγκάης μεσολάβησαν δυο χρόνια περιορισμών, μέτρων και λοκντάουν στην καρδιά της λεγόμενης «δημοκρατικής Δύσης».

Κάποιος θα αντιτείνει ότι τα λοκντάουν στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική δεν έφτασαν ποτέ τις υπερβολές των Κινέζων. Ο αντίλογος φυσικά είναι ότι Δύση και Κίνα δεν εκκινούσαν από το ίδιο σημείο. Αυτά που θεωρούμε υπερβολές στην Σαγκάη απέχουν λιγότερο από την κανονικότητα της ζωής υπό το ΚΚ Κίνας από ό,τι τα SMS εξόδου απείχαν από τα ιδεώδη των δικών μας δημοκρατικών συστημάτων. Ένα λοκντάουν στην Κίνα είναι επέκταση ενός ήδη υπάρχοντος συστήματος ελέγχου. Τα λοκντάουν στην Δύση ήταν πλήρης ανατροπή της δημοκρατικής τάξης, ανεξάρτητα από τους όποιους υγειονομικούς λόγους υπήρχαν για αυτά.

Το σοκ που νιώθουμε λοιπόν για τις εικόνες της Σαγκάης είναι μάλλον ένας μηχανισμός αντίστασης σε έναν απολογισμό που, αν τον κάναμε, μάλλον δεν θα ήταν και πολύ κολακευτικός για την ευκολία με την οποία αποδεχτήκαμε περιορισμούς στις ελευθερίες μας, ιδιαίτερα σε εποχές που κατά τα άλλα το επίσημο αφήγημα πολιτικής και διανόησης είναι ότι η «δημοκρατία κινδυνεύει». Δηλώνουμε αποτροπιασμό για τις εικόνες της Σαγκάης για να δικαιολογήσουμε τα δικά μας λοκντάουν, που στο κάτω-κάτω «δεν ήταν και τόσο υπερβολικά».

Δεν είναι τυχαίο ότι στην πρωτοπορία της καταδίκης των μέτρων της Σαγκάης βρίσκονται εκείνα τα κατεστημένα μέσα και φωνές που πρωτοστάτησαν στην δικαιολόγηση των λοκντάουν στις δυτικές δημοκρατίες. Ενώ όμως τότε οι εδώ αντιρρησίες παρουσιάζονταν περίπου ως εχθροί της ζωής, σήμερα είναι η κινεζική κυβέρνηση που παρουσιάζεται ως η ενσάρκωση του χειρότερου αυταρχισμού. Η Σαγκάη γίνεται έτσι ένα βολικό ξέπλυμα της άνευ όρων στήριξης στα δυτικά λοκντάουν, ιδιαίτερα τώρα που οι αρνητικές τους συνέπειες γίνονται κατανοητές.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο πίσω από την καταδίκη του λοκντάουν της Σαγκάης, που ξεπερνά την μετα-πανδημική μικροπολιτική. Η στοχοποίηση της Κίνας εντάσσεται στην συστημική πλέον επιλογή να παρουσιάζεται η διεθνής πολιτική με όρους ενός νέου ψυχρού πολέμου μεταξύ δημοκρατικής δύσης και αυταρχικής ανατολής. Αν στην αρχή της πανδημίας ο εχθρός της δημοκρατίας βρισκόταν εντός των τειχών– στις τότε «λαϊκιστικές» κυβερνήσεις της Ουάσιγκτον, του Λονδίνου και της Μπραζίλια που δίστασαν αρχικά να λάβουν μέτρα κατά του κορωνοϊού – και η εισαγωγή της μεθόδου του λοκντάουν ήταν ένα αποδεκτό κόστος στην μάχη κατά των «αρνητών» (του ιού, της επιστήμης, της δημοκρατίας, της ζωής κοκ), σήμερα ο εχθρός βρίσκεται έξω. Καθώς η Κίνα είναι πια η υπαρξιακή απειλή, κάπως έτσι και τα λοκντάουν που κάποτε χειροκροτούσαμε από τα μπαλκόνια παρουσιάζονται σήμερα ως δυστοπία.

Όμως, αν κάτι αποδεικνύει η σύγκριση Δύσης-Κίνας στην πανδημία, είναι ότι οι δυο φερόμενοι αντίπαλοι μοιάζουν πολύ περισσότερο μεταξύ τους από όσο η εκατέρωθεν προπαγάνδα θα ήθελε να παραδεχτεί. Αν μη τι άλλο, η πορεία από τον αρχικό θαυμασμό για την κινεζική «επιτυχία» στην αντιμετώπιση του ιού στο σοκ της Σαγκάης σήμερα μάς θυμίζει πώς σε μια σειρά άλλων ζητημάτων η Κίνα είναι θερμοκήπιο ιδεών που η Δύση ευχαρίστως υιοθετεί, με τις δυο πλευρές να αποκλίνουν τελικά στην εφαρμογή και την ένταση αυτών των ιδεών, όχι στην λογική τους. Αρκεί να σκεφτούμε το ενδεικτικό παράδειγμα ενός άλλου σύγχρονου καίριου τομέα πολιτικής: την ρύθμιση του διαδικτύου και των νέων ψηφιακών τεχνολογιών.

Όπως και στην πανδημία, και εδώ η αλληλουχία ξεκινάει με την Κίνα να αντιμετωπίζει το ζήτημα με δρακόντεια μέτρα, με την Δύση να αναγνωρίζει με καθυστέρηση την ανάγκη να θέσει και αυτή σε προτεραιότητα τις ανάγκες κρατικής ασφάλειας και κυριαρχίας, είτε πρόκειται για περιορισμό της έκφρασης στο διαδίκτυο για λόγους δημόσιας ασφάλειας, είτε για έλεγχο του περιεχομένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είτε για την στρατολόγηση από κρατικές υπηρεσίες των δεδομένων που συλλέγονται από ιδιωτικές εταιρείες. Σε δεύτερο χρόνο, η Δύση αυτάρεσκα παρουσιάζει το μοντέλο προς το οποίο η ίδια έχει ήδη συγκλίνει ως αυταρχικό. Το ίδιο μοτίβο παρατηρούμε και αλλού, από τον εμπορικό προστατευτισμό στην παρακολούθηση των μετακινήσεων – ας θυμηθούμε τον ενθουσιασμό κάποιων στην Ευρώπη με την προοπτική επιβολής ασιατικού τύπου συστημάτων track and trace για τον έλεγχο της πανδημίας.

Η παρουσίαση της Κίνας ως απειλή διευκολύνεται από τον κομμουνιστικό μανδύα του καθεστώτος του Πεκίνου, που ανασύρει μνήμες του αυθεντικού Ψυχρού Πολέμου. Αυτό όμως είναι μια παρανόηση του κινεζικού καθεστώτος. Το σοβιετικό σύστημα θεωρούσε τον εαυτό του όντως μια εναλλακτική νεωτερικότητα σε σχέση με αυτήν της Δύσης. Η Κίνα αντίθετα έχει υιοθετήσει πλήρως τον δυτικό καπιταλισμό. Ο ανταγωνισμός της με την Δύση δεν έχει να κάνει με την αντικατάσταση ενός μοντέλου από ένα άλλο, αλλά με το ποιος θα έχει τις καλύτερες επιδόσεις και θα αντλήσει μεγαλύτερη ισχύ κατά την εφαρμογή ενός κοινού συστήματος.

Όπως όταν συζητάμε για το λοκντάουν της Σαγκάης, επικεντρώνουμε στις ακρότητες του κινεζικού συστήματος για να παρηγορηθούμε ότι το δικό μας είναι διαφορετικό. Στην πραγματικότητα, η Κίνα παρουσιάζει μεγεθυμένες τις ανισορροπίες που αναπότρεπτα παράγει κάθε καπιταλιστικό σύστημα: ταξικές ανισότητες, περιβαλλοντική επιβάρυνση, χαώδεις πόλεις, ασυνείδητος καταναλωτισμός, διαδικτυακή αποβλάκωση. Αν μη τι άλλο, ο κινεζικός αυταρχισμός αποκαλύπτει την πραγματική φύση του δικού μας συστήματος που φτιασιδώνεται χάρη στο εποικοδόμημα των δημοκρατικών ελευθεριών που (ακόμα) απολαμβάνουμε.

Σε τελική ανάλυση, η σημερινή Κίνα αποτελεί ταυτόχρονα ανάμνηση τόσο της βάρβαρης πρώτης φάσης εκβιομηχάνισης της Δύσης του 19ου αιώνα όσο και της απαρχής της δυτικής νεωτερικότητας τον 16ο-17ο αιώνα, όταν η οικονομία της αγοράς και το ελεύθερο εμπόριο επινοήθηκαν ως όργανο γεωπολιτικής επέκτασης του συγκεντρωτικού κυρίαρχου κράτους. Είτε πρόκειται για τα λοκντάουν είτε για οποιονδήποτε άλλο τομέα πολιτικής, φοβόμαστε την Κίνα γιατί πολύ απλά μας θυμίζει την χειρότερη εκδοχή του δικού μας συστήματος – τόσο το παρελθόν που ξεπεράσαμε, όσο και το μέλλον προς το οποίο αναπόφευκτα κατευθυνόμαστε.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*