Month: Φεβρουαρίου 2022

Gottfried Benn, Μετά τον Μηδενισμό

~ . ~

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Στις μελέτες και τις ομιλίες που παρουσιάζονται εδώ και οι οποίες διόλου δεν πραγματεύονται συστηματικά ένα κοινό θέμα, αλλά προήλθαν από τις πιο διαφορετικές αφορμές και ψυχικές διαθέσεις, βρίσκονται στο προσκήνιο, ως συνέπεια της στοχαστικής προτίμησης του συγγραφέα η οποία εξακολουθεί να προωθείται ολοένα προς μιαν εντελώς συγκεκριμένη κατεύθυνση, δύο έννοιες: η έννοια της προοδευτικής εγκεφαλοποίησης και εκείνη του μηδενισμού. Σ’ αυτές αντιπαρατίθεται έπειτα, σε ορισμένα σημεία, η έννοια του εποικοδομητικού πνεύματος ως η έκφραση των δυνάμεων και αποπειρών να αντιταχθεί στις ληθαργοποιητικές τάσεις των εννοιών εκείνων. Έχομε ακόμη τη δύναμη, αναρωτιέται ο συγγραφέας, απέναντι στο επιστημονικά καθοριστικό κοσμοείδωλο, να επιβάλομε ένα Εγώ δημιουργικής ελευθερίας, έχομε ακόμη τη δύναμη, όχι με βάση οικονομικούς χιλιασμούς και πολιτικά μυθολογήματα, αλλά μέσα από την ισχύ της παλιάς δυτικής σκέψης, να διασπάσομε τον υλιστικό-μηχανιστικό μορφολογικό κόσμο, και με βάση μιαν ιδανικότητα που θέτει η ίδια τον εαυτό της και με ένα μέτρο που χαλιναγωγεί το ίδιο τον εαυτό του, να σχεδιάσομε τις εικόνες βαθύτερων κόσμων; Συνεπώς, εποικοδομητικό πνεύμα ως τονισμένη και συνειδητή αρχή εκτεταμένης απελευθέρωσης από κάθε υλισμό, ψυχολογικού, εξελικτικού, φυσικοεπιστημονικού, για να μην αναφέρομε διόλου κοινωνιολογικού είδους –, εποικοδομητικό πνεύμα ως το αληθινά ανθρωπολογικό ύφος, ως η αληθινή ουσία των ανθρωποειδών, η οποία αναπτυσσόμενη μυθοπλαστικά, αιώνια λαμπρυνόμενη μεταφορικά, ολοκλήρωσε την πορεία της ανθρωπότητας προς την μη πραγματικότητα του φωτός, τον φαντασιακό χαρακτήρα όλων των πραγμάτων, σε ένα είδος παιχνιδιού που εκτελείται  από μακριά ανάμεσα στα άστρα που ξεχύνουν τον χώρο και την απεραντοσύνη τους και στις ιδιοφυΐες του δικού τους στήθους και αναμειγνύοντας με τους ουρανούς και τις κολάσεις μεγάλων δημιουργικών ομάδων. (περισσότερα…)

Μή­πως ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα εἶναι ὑπερτιμημένος;

*

του ΤΖΟΖΕΦ ΕΠΣΤΑΪΝ

Ὁ Ἔν­τμουντ Οὐ­ίλ­σον ὑ­πο­στή­ρι­ζε πὼς τὸ μό­νο ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βά­ζει παίρ­νον­τας τὸ πρω­ι­νό του θὰ ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ μαρ­κη­σί­ου ντὲ Σάντ. Ἐ­γώ, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ δια­βά­σω Φρὰν­τς Κάφ­κα μὲ τὸ πρω­ι­νό μου. Τὰ τό­σα βά­σα­να, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τραυ­μά­των, ὁ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμός, ὁ σα­δο­μα­ζο­χι­σμός, ἡ ἀ­νε­ξή­γη­τη σκλη­ρό­τη­τα, ἡ ἐμ­φά­νι­ση τρω­κτι­κῶν, σκα­θα­ριῶν, ὄρ­νε­ων καὶ ἄλ­λων γκρο­τέ­σκων πλα­σμά­των – καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ φόν­το τὴν ἔ­σχα­τη ἀ­πελ­πι­σί­α. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι προ­φα­νῶς ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος ν’ ἀρ­χί­σεις τὴ μέ­ρα σου. Ὁ Κάφ­κα δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀ­να­κου­φι­στι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα οὔ­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο.

Ὑ­πο­χόν­δρι­ος, πά­σχων ἀ­πὸ ἀ­υ­πνί­ες, παράξενος μὲ τὸ φα­γη­τό, ἀ­να­πη­ρι­κὰ ἀ­να­πο­φά­σι­στος, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος ἀπὸ τὴ ζω­ή, ἐμ­μο­νι­κὸς μὲ τὸν θά­να­το, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα με­τέ­τρε­ψε, ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μπο­ροῦ­σε, τὶς νευ­ρώ­σεις του σὲ τέ­χνη. Ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας χα­ρα­κτή­ρας στὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Ἰ­σά­ακ Μπά­σε­βιτς Σίν­γκερ “Ένας φίλος τοῦ Κάφκα’’, ἦ­ταν «homo sapiens στὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ τοῦ αὐ­το­βα­σα­νι­σμοῦ». Ἐν­τού­τοις, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἐ­πι­κρα­τεῖ εὐ­ρεί­α συ­ναί­νε­ση ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας μον­τερνιστής δά­σκα­λος: συγ­κε­κρι­μέ­να, ἕ­νας δά­σκα­λος κα­τὰ τὴ μον­τερ­νι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, στε­γα­σμέ­νος στὸ ἴ­διο πάν­θε­ον μὲ τὸν Τζό­υς, τὸν Πι­κάσ­σο, τὸν Στρα­βίν­σκυ, τὸν Μαλ­λαρ­μὲ καὶ ἄλ­λους καλ­λι­τέ­χνες ποὺ ἔ­χουν με­τα­βά­λει ρι­ζι­κὰ τὴ σύγ­χρο­νη κα­τα­νό­η­ση τοῦ κό­σμου.

Ὁ Κάφ­κα δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ «συ­σκο­τι­σμέ­νη δι­αύ­γει­α», ἔ­γρα­ψε ὁ Ἔ­ριχ Χέλ­λερ στὸ βι­βλί­ο του γι’ αὐτόν. «Ἡ τέ­χνη του εἶ­ναι ἡ πι­ὸ ὀ­δυ­νη­ρὰ καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ συ­σκο­τι­σμέ­νη τέ­χνη», πρό­σθε­σε, «στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας». Νο­μί­ζει κα­νεὶς ὅ­τι συλ­λαμ­βά­νει τὸ νό­η­μα τοῦ Κάφ­κα, ὅ­μως τὸ συλ­λαμ­βά­νει ὄν­τως; Ὅ­λα μοιά­ζουν πεν­τα­κά­θα­ρα, μὰ εἶ­ναι; Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν δι­ά­ση­μο ἀ­φο­ρι­σμό του: «Οἱ κρυ­ψῶ­νες εἶ­ναι ἀ­μέ­τρη­τες, ἡ δι­α­φυ­γὴ μό­νο μί­α, ὅ­μως οἱ δυ­να­τό­τη­τες δι­α­φυ­γῆς εἶ­ναι ἐ­πί­σης τό­σες ὅ­σες καὶ οἱ κρυ­ψῶ­νες». Σύμ­φω­να μ’ ἕ­ναν ἄλ­λο ἀ­φο­ρι­σμό: «Ἕ­να κελ­λὶ πῆ­γε νὰ βρεῖ ἕ­να που­λί».

Ὅ,­τι ἰ­σχύ­ει γιὰ τοὺς ἀ­φο­ρι­σμοὺς τοῦ Κάφ­κα, ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὶς σύν­το­μες πα­ρα­βο­λές του. Οἱ πα­ρα­βο­λές, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Βάλ­τερ Μπέν­γι­α­μιν, «δὲν ἐ­ξαν­τλοῦν­ται πο­τὲ ὡς πρὸς τὶς δυ­να­τὲς ἐ­ξη­γή­σεις τους. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ὁ Κάφ­κα ἔ­λα­βε ὅ­λες τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες προ­φυ­λά­ξεις ἐ­νάν­τι­α στὴν ἑρ­μη­νεί­α τῶν γρα­πτῶν του». Ὅ­ποιες κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τὲς οἱ προ­φυ­λά­ξεις, ἀποδείχτηκαν ἀ­νε­παρ­κεῖς, ἀ­φοῦ τὰ ἔρ­γα τοῦ Φρὰν­τς Κάφ­κα –πέρα ἴ­σως ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο καὶ τὰ ἔρ­γα τοῦ Σαίξ­πη­ρ– ἐν­δέ­χε­ται νὰ εἶ­ναι τὰ πι­ὸ ἑρ­μη­νευ­μέ­να, ἂν ὄ­χι ὑ­πε­ρερ­μη­νευ­μέ­να, ἔρ­γα στὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα.

Στὸ τεῦ­χος τῆς 7ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 τοῦ Times Literary Supplement δημοσιεύεται μιὰ κρι­τι­κὴ τοῦ Γκάμ­πρι­ελ Τζο­σι­πο­βί­τσι γιὰ τὰ πρό­σφα­τα ἔργα περὶ Κάφ­κα. Μὲ τὸ βι­βλί­ο Franz Kafka: The Poet of Shame and Guilt τοῦ Σά­ουλ Φρην­τλαῖν­τερ στὸν ἀμφίρροπο ἀγῶνα εἰσέρχεται ἄλλος ἕνας γερὸς ἀθλητής. Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ δὲν ἐ­παγ­γέλ­λε­ται τον κρι­τι­κὸ λο­γο­τε­χνί­ας, εἶναι ἱ­στο­ρι­κός. Ἡ σχέ­ση του μὲ τὸν Κάφ­κα εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κὴ καὶ προ­σω­πι­κή. Ἡ οἰ­κο­γέ­νει­ά του, γερ­μα­νό­φω­νη καὶ ἑ­βρα­ϊ­κὴ ὅ­πως καὶ τοῦ Κάφ­κα, κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὴν Πρά­γα. Ὁ πα­τέ­ρας του πῆ­γε στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μι­ο μ’ αὐτὸν, ἂν καὶ κά­που δεκαπέντε χρό­νι­α ἀρ­γό­τε­ρα. Κι ὅ­πως ὁ Κάφ­κα ἔ­χα­σε τὶς τρεῖς ἀ­δερ­φές του, ὁ Φρην­τλαῖν­τερ ἔ­χα­σε τοὺς γο­νεῖς του στὰ να­ζι­στι­κὰ στρα­τό­πε­δα.

Ὁ Φρην­τλαῖν­τερ γνω­ρί­ζει κα­λὰ τὶς ἀν­τι­τι­θέ­με­νες θε­ω­ρί­ες γιὰ τὸ περιορισμένο σὲ ὄγκο ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει τρί­α ἀ­νο­λο­κλή­ρω­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κάτι παραπά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ση­μαν­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ πα­ρα­βο­λὲς καὶ σύντομα ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κὰ ἔρ­γα, ἡ­με­ρο­λό­γι­α, συλ­λο­γὲς ἐ­πι­στο­λῶν (πολ­λὲς σὲ ἐ­ρω­μέ­νες του ποὺ δὲν παν­τρεύ­τη­κε), κα­θὼς καὶ τὴν πε­ρί­φη­μη Ἐ­πι­στο­λὴ στὸν πα­τέ­ρα, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἔ­στει­λε πο­τέ. Στὸ μι­κρό του βι­βλί­ο ὁ Φρην­τλαῖν­τερ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου τοῦ συγγραφέα σὲ μιὰ προ­σπά­θει­α νὰ ἐ­ξηγήσει τὴ σπουδαιότητά του. Δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὸ με­γα­λεῖ­ο του, ἂν καὶ ἀν­τι­στέ­κε­ται στὸν πειρασμὸ νὰ ὁρίσει σὲ τί ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ συ­νί­στα­ται. (περισσότερα…)

Τόνια Κοβαλένκο, Το έξυπνο μαξιλάρι

*

Οκτώ παραλλαγές για το ίδιο ποίημα

Να θέλεις να γεράσεις
να μη θες να γεράσεις:
αυτή η αντικρουόμενη επιθυμία
πανίσχυρη και στις δυο όψεις της
τι αντίκρισμα να έχει
στην τράπεζα της ύπαρξης;
Σα να ποντάρεις ταυτόχρονα
το ίδιο ποσό
στο κόκκινο και το μαύρο –
κανείς δεν κερδίζει
ούτε το καζίνο, ούτε εσύ

*

Δεν ξέρω να γράφω
παρά για τον εαυτό μου
κι ο εαυτός μου λιγοστεύει,
όσο δουλεύει με τις λέξεις των άλλων
τόσο χάνει τις δικές του
με ξένη ομορφιά τρέφεται
αφού δεν έχει πια δική του
παλεύει να γεμίσει τα κενά
μα κάτω απ’ τα πόδια του χάσκει
ο παλιός, ο τελειωμένος κόσμος (περισσότερα…)

Μουσική και ποίηση

*

του ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗ

Οι παρακάτω σκέψεις με απασχολούν συχνά. Αφορμή για την προσπάθεια καταγραφής τους στάθηκε ένα μέχρι πρόσφατα άγνωστο σε μένα άρθρο του Μανώλη Καλομοίρη με τίτλο «Η μουσική μορφή στην ελληνική μουσική». Αν και σύντομο, σε αυτό ο Καλομοίρης θίγει καίρια ζητήματα ως προς τη χρήση των κλασσικών μουσικών δομών από Έλληνες συνθέτες. Δεν διστάζει να χαρακτηρίσει «αχίλλειο πτέρνα» της νεοελληνικής μουσικής το «μορφολογικό ζήτημα», το οποίο κατ’ αυτόν απειλεί να καταστήσει κάθε μουσικό έργο «απλή απομίμηση των παραδεδομένων μορφών της παγκόσμιας μουσικής τέχνης».

Ο Καλομοίρης καταλήγει: «Γι’ αυτό νομίζω πως η ελληνική μουσική, κρατώντας αυτήν τη μουσική λογική, θα έπρεπε να αναζητήσει την ανανέωση της μορφής της, και συγκεκριμένα τη διεύρυνση του μορφολογικού της πεδίου, στη μεγάλη της αδελφή, την ποίηση». Δεν αναφέρεται ο Καλομοίρης μόνον στο τραγούδι, μόνον στο λιντ για φωνή και πιάνο ή στα τραγούδια για φωνή και ορχήστρα. Αναφέρεται στη γενικότερη σχέση του συνθέτη με την ποίηση –ή και την πεζογραφία–, καθώς και στα έργα που θα μπορούσαν να γεννηθούν από την σύζευξή τους. Διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, σκέφτεται κανείς τις δημιουργίες εκείνων των ποιητών που άφησαν τους στίχους τους να «λιποθυμήσουν» στα πεντάγραμμα, για να θυμηθώ μια χατζιδακική ρήση.

Επέλεξα τον Καλομοίρη ως αφετηρία των σκέψεων αυτών, για δύο λόγους: Αφενός επειδή έχω μελετήσει και γνωρίζω το έργο του, αφετέρου επειδή ο συγκεκριμένος συνθέτης αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα για τη σχέση μουσικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Καθ’ όλη την συνθετική του διαδρομή, από τα μαθητικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το θάνατό του το 1962, ο Καλομοίρης είχε επάνω στο πιάνο του βιβλία, από τους Ιάμβους και Αναπαίστους του Παλαμά μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο του Καζαντζάκη. Το πρώτο μεγάλο έργο του, τα Μαγιοβότανα, σε ποίηση Παλαμά, αποτελεί μοναδικό επίτευγμα του είδους: πλήρης ο δεύτερος κύκλος των Ιάμβων και Αναπαίστων με τη συνοδεία μεγάλης συμφωνικής ορχήστρας και μ’ ένα έξοχο πρελούδιο που εισάγει τον ακροατή στην ατμόσφαιρα του κύκλου. Από τις ελάχιστες περιπτώσεις μελοποίησης ενός πλήρους ποιητικού κύκλου.

(περισσότερα…)

Γιά τήν ἀμετάδοτη γλώσσα. Γράμμα σέ παλιό φίλο ἐκδότη

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Παλιέ μου φίλε, μέ ὅσα μοῦ ἔγραψες πρίν ἀπό καιρό γιά τίς μετατροπές πού συντελοῦνται μέσα στόν χρόνο, μ’ ἔκανες νά ἀνατρέξω πάλι στόν ἀνθρωπολόγο στοχαστή καί ποιητή, γιά τόν ὁποῖο σοῦ μίλησα παλιότερα, ὅταν μετέφραζα ποιήματα καί ἄλλα κείμενα του. Σοῦ μεταφράζω τώρα ἕνα ἀκόμα ἀπόσπασμα:

Ὁ κόσμος τῆς γεωλογικῆς προφητείας ἔχει ἐξαφανιστεῖ. Ὑπάρχει μόνον ὁ ἀχανής ἀνήσυχος ποταμός τῆς ζωῆς πού ἐξαπλώνεται σέ κάθε πιθανή ζωφόρο κόγχη, ὀνειρευόμενος τόν δρόμο του πρός κάθε πιθανή μορφή. Ἐξαρχῆς δέν ὑπάρχουν διαλείμματα σ’ αὐτόν τόν ποταμό. Τά ἄϋλα γαλάζια ἀποτυπώματα δέν ἦσαν παρά μιά ψευδαίσθηση δημιουργημένη ἀπό τήν φυσική κάθοδο. Τό ἀσβέστιο στά κόκκαλά μας, τό ἅλας στό αἷμα μας δέν προῆλθαν ἀπό τό εὐθύ χέρι τοῦ Τεχνίτη. Ἀντίθετα, ἦσαν μέρος τῆς κληρονομιᾶς μας ἀπό μιά ἀρχαία καί ξεχασμένη θάλασσα.

Κι ὅμως παρ’ ὅλη αὐτή τήν πλημμυρίδα ἀλλαγῶν, τήν κίνηση καί τήν καταστροφή, ὑπάρχει μιά τεράστια εὐστάθια στά μορφολογικά σχέδια τά ὁποῖα εἶναι ἀποτεθειμένα στά μεγάλα φύλλα τῶν στρωματώσεων τίς μεγάλες κατηγορίες τῆς ζωῆς. Ἔχουν ὅλα, ἤ τά πλεῖστα ἀπό αὐτά ἐπιβιώσει ἀπό τήν πρώτη καταγραφή ἀπολιθώματος. Δέν ἐξαφανίζονται. Τά εἴδη ἀλλάζουν, μπορεῖ νά πεῖ κανείς, ἀλλά ἡ Φόρμα, αὐτό τό μεγαλύτερο ζῶο πού ἁπλώνεται σ’ ὅλο τό μῆκος τῶν δισχιλιετιῶν, ἐπιζεῖ. Ὑπάρχει μιά παράξενη ἀνακούφιση σ’ αὐτήν τήν ἀνακάλυψη.

Παρά τήν ἀνακούφιση τῆς βεβαιότητας πώς ἡ Φόρμα ἤ ἀλλιῶς τό μεγαλύτερο Σχέδιο, εὐρύτερη Μορφή ἐπιζεῖ, ἀναρωτιέμαι ἄν οἱ ἀργές μετατροπές εἶναι μιά ἀντίληψη πού βρίσκει ἀνταπόκριση στούς πολύ νεότερους ἀπό μᾶς. Βρίσκει; Κι ἔπειτα… προλαβαίνουν; Ἄλλά ὄχι μόνον αὐτό. Κάνε λίγη ὑπομονή μαζί μου, θα δεῖς ποῦ θέλω να καταλήξω:

Παλιέ μου φίλε, εὐχαριστῶ πού μοῦ ἔγραψες γιά τίς καταβασίες σου σέ κείνη τήν ἀκτή, ὅπου ἡ μνήμη κοινῶν μας φίλων εἶναι ὀδυνηρά ζωντανή. Ἕνα σημεῖο, ἕνας τόπος συνδέεται τόσο μέ ἕνα πρόσωπο ἤ περισσότερα, πού τελικά μέσα μας… γίνεται ἕνα σύνθετο πρόσωπο, ἕνα ψηφιδωτό ἴσως. Ψηφιδωτό χειρονομιῶν, χαρακτηριστικῶν καί φωνῶν, πολλῶν φωνῶν πού ἀναγνωρίζουμε τί λένε ἤ μᾶλλον τί ἔλεγαν, σέ μιά γλώσσα ἀρκετά οἰκεία γιά μᾶς. Μπορεῖ τώρα νά ἀνακαλύπτουμε ὅτι δέν τούς κατανοήσαμε ὅσο θά ἤθελαν ἤ δέν τούς δώσαμε περισσότερα ἀπό τόν ἑαυτό μας γιά νά μᾶς κατανοήσουν, ἀλλά τό Σχῆμα μιᾶς ἐπαρκῶς συγγενοῦς γλώσσας ἀνάμεσα σε μᾶς καί σέ κείνους παραμένει καί ἐπιζεῖ. (περισσότερα…)