Γλωσσικές νότες β΄

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Βλέποντας κανείς τη νέα ελληνική ως αναβαθμό της σύνολης ελληνικής, παρατηρεί το εξής. Ενώ οι εκφραστικές δυνατότητές της –απόδειξη η ποίηση– διατηρούνται σε επίπεδο αξιοσημείωτα υψηλό, οι αναλυτικές της δυνατότητες παραμένουν ατροφικές ή υπανάπτυκτες επί αιώνες. Το κύριο παράδειγμα εδώ είναι η υστέρησή μας στον αφηρημένο στοχασμό, φιλοσοφικό ή επιστημονικό. Ενώ δεν υπάρχει σχεδόν περίοδος, όπως έλεγε ο Ελύτης, χωρίς σπουδαία ποίηση ελληνική (θα πρόσθετα και χωρίς αξιόλογη ιστοριογραφία – αφήγηση παρ’ ημίν σημαίνει πρωτίστως αφήγηση ιστορική), η ελληνική σκέψη λιμνάζει και αποψιλώνεται μετά τον Πλήθωνα και τους τελευταίους θεολόγους και ανθρωπιστές εκεί γύρω στην Άλωση.

Στον αφηρημένο λόγο και την αναλυτική σκέψη η νέα ελληνική γλώσσα ξεκινά από δομικά μειονεκτήματα διόλου ασήμαντα. Της λείπει λ.χ. το απαρέμφατο που ουδετεροποιεί την εκφορά και επιτρέπει και γραμματικοσυντακτικά την υπέρβαση του στενού προσωποκεντρισμού. Επίσης, σε σχέση με την αρχαία, λόγω της παγχρησίας του «σε», αυτής της πρόθεσης-πασπαρτού, έχει απολέσει την κρίσιμη διάκριση μεταξύ της εις τόπον κίνησης και της εν τόπω στάσης, άρα την επίγνωση της διαφοράς μεταξύ ρηματικής δράσης και αδράνειας.

Γενικά, το σύστημα των προθέσεών της, αν αφαιρέσουμε τις ζωτικές συμβολές της καθαρεύουσας, είναι πάμπτωχο. (Όποιος έχει αποπειραθεί να μεταφράσει έναν Γερμανό φιλόσοφο ξέρει πόσο χλωμό υποκατάστατο είναι οι περιφράσεις). Ο διπλός καθαρισμός που υπέστη (πρώτα από την αρχαΐζουσα και στη συνέχεια –ως τις μέρες μας– από τη ρεμβανσιστική δημοτική της Μεταπολίτευσης) την έχει στερήσει όχι από ξενόφερτους όρους (από αυτούς, ιδίως τα τελευταία χρόνια, βρίθει λόγω του ενδημικού μας μιμητισμού) αλλά από τους αφομοιωτικούς μηχανισμούς εκείνους που θα της επέτρεπαν τους όρους αυτούς αφενός μεν να τους εξελληνίσει ομαλά, αφετέρου δε να τους εκμεταλλευτεί πλήρως.

Περαιτέρω: αρκετοί όροι της είναι τόσο πολύφορτοι από επάλληλες ετερόκλητες έννοιες ώστε να καταλήγουν προβληματικοί· το πολυσύλλαβο των λέξεών της σε συνδυασμό με την δημοτικίζουσα αναλυτική σύνταξη την κάνουν συχνά ανοικονόμητη, πράγμα που φαίνεται όταν μεταφράζει γλώσσες ιδιαίτερα περιεκτικές όπως η αγγλική· το μετοχικό της σύστημα είναι ασύμμετρο και δυσλειτουργικό· πλεονεκτήματά της όπως τα εύπλαστα σύνθετα και η συντακτική ευκαμψία ατροφούν και μένουν αναξιοποίητα λόγω των κακόζηλων επιρροών που δέχεται από τις ξένες γλώσσες. (Σχεδόν ένα στα δύο βιβλία που βγαίνουν στα ελληνικά είναι μεταφράσεις, ως επί το πλείστον κάτω του μετρίου. Και τίποτα δεν βλάπτει μια γλώσσα περισσότερο από την μιμητική προχειρότητα μιας μετάφρασης. Εθίζει τον αναγνώστη στην κακόζηλη έκφραση και τον κάνει να τη θεωρεί φυσιολογική. Από ένα σημείο και μετά, μάλιστα, η επιμελημένη έκφραση εμφανίζεται πλέον ως σχολαστική ή εξεζητημένη.) Κ.ο.κ., κ.ο.κ…

Σε αρκετά από τα προβλήματα πάνω στα οποία προσκόπτουμε σήμερα η καθαρεύουσα είχε να προσφέρει λύσεις. Όμως η μεταπολεμική καθαροφοβία μας δεν μας επιτρέπει να τις αξιοποιήσουμε όπως θα έπρεπε. Ένα άθλιο μακαρόνι όπως το «παγκοσμιοποίηση», οι προηγούμενες γενιές που είχαν γερή λόγια παιδεία θα το είχαν πει πολύ φυσικά «παγκοσμίωση» ή «παγκοσμίευση», όπως ακριβώς από το «σημείο» έβγαζαν τη «σημείωση» και από το «γενικό» τη «γενίκευση» και όχι, ας πούμε, τα «σημειοποίηση» ή «γενικοποίηση». (Σήμερα ακόμη και τον δόκιμο και παλαιό «εκδημοκρατισμό» τον γράφουν όλο και πιο συχνά (εκ)δημοκρατικοποίηση!) Ή ακόμη καλύτερα, θα το μετέφραζαν επακριβώς: globus, globe δεν είναι ο κόσμος (world), αλλά η υδρόγειος (σφαίρα), η οικουμένη. Για το globalisation μια λύση όπως το  οικουμενίκευση θα ήταν πρόσφορη και δημιουργική – φτάνει κανείς να μη φοβάται τη λόγια παράδοσή του ή να κουράσει το μυαλό του.

Όμως ο λαϊκιστικός αντικαθαρευουσιανισμός μας δεν είναι το μόνο εμπόδιο. Από την μια μεριά, η αποναρκωτική υπερηφάνεια που αισθανόμαστε για τη «σπουδαία γλώσσα» μας (για την άκριτη εξύμνηση της οποίας σημειωτέον ευθύνονται ώς ένα βαθμό οι ποιητές μας, αν και βεβαίως ο Ελύτης και ο Σεφέρης ήξεραν τουλάχιστον για τί πράγμα μιλούσαν, σε αντίθεση με τους δημοσιογράφους και τους φιλολόγους που τους κοπιάρουν), και από την άλλη, το συνήθειο πολλών «ειδημόνων» οι οποίοι όποτε κάνει κάποιος λόγο για γλωσσικά προβλήματα ωρύονται ωσάν να έχουν δει έγκλημα καθοσιώσεως (γι’ αυτά τα είδη της ακαδημαϊκής πανίδας, όλα στις γλώσσες είναι ομαλά και αυτονόητα, οι γλώσσες μόνο να ακμάζουν μπορούν…), τέτοιες στάσεις λοιπόν μας απαγορεύουν να σκύψουμε πάνω από τα ζητήματα αυτά με σοβαρότητα.

Με αποτέλεσμα, αδρανώντας, να τα επιτείνουμε.

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.