(Απο)δομώντας το δυαδικό σύστημα της ζωής

Αναστασία Ονουφρίου
όταν λέω άλφα
Σαιξπηρικόν, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ως απάντηση στο πιο σημαντικό ερώτημα που θέτει κάθε νέα πρώτη συλλογή, μέσα στο χάος του κόσμου μας και μέσα στο χάος της βιβλιοπαραγωγής, η Αναστασία Ονουφρίου καταθέτει λόγο προσωπικό και οικουμενικό, μετρημένο και εν δυνάμει μελλοντικά αναγνωρίσιμο. Η θεματολογία της συλλογής ποικίλλει και το ένα θέμα διαδέχεται ομαλά το άλλο· το υπαρξιακό ζήτημα γίνεται κοινωνικό, το προσωπικό οπωσδήποτε συλλογικό, παρά το μοναχικό μηδέν της γραφής και του Είναι. Ο απελευθερωμένος στίχος κυριαρχεί στα ποιήματα, φανερώνοντας εντούτοις τη γνώση της ποιήτριας για τα παραδοσιακά σχήματα, στιχουργικά και ρητορικά, τα οποία χρησιμοποιεί λειτουργικά, στοχευμένα και καθόλου καταχρηστικά. Η ισορροπία ανάμεσα στη ρυθμική δομή και την πεζολογία, αλλά και ανάμεσα στον λυρικό και τον ρεαλιστικό τόνο είναι επιτυχημένη, δείχνοντας στιχουργική δεξιότητα και φροντισμένο προσωπικό ύφος:

[…]
Κρακ κρακ, μια ρωγμή γίνομαι πάνω σου
επίπεδο με τις ρωγμές θα γίνω πάνω σου
όπως κοιτάω από ψηλά να σ’ εποπτεύω
ενώ κοιμάσαι θα κοιτάζω μ’ εποπτεία.
 
Ο πόλεμος που θά ’ρθει ύστερα θα κάνει τους θανάτους απ’ τον τύφο να μοιάζουνε γιορτή.

Κι όταν περάσουνε τα χρόνια
όταν οι λέξεις, οι ρωγμές φανερωθούν απ’ τα παλιά αρχεία
κάπου ανάμεσα στις περιόδους ερωτοτροπίας
θα βρούνε οι μεταγενέστεροι
το έτος δίχως καλοκαίρι.
 
Θα πουν: «Πώς κόκκινο έπεφτε το χιόνι;»
σαν δουν στα μέλη μου τις ρήξεις απ’ το κρύο
κι έτσι γλυκά, συνειρμικά
θα ανακαλύψουν τις εκρήξεις ηφαιστείων
με επίκεντρο εσένα για αιτία.
(«Έτος εσύ», σ. 15)

Στην ποιητική συλλογή όταν λέω άλφα ο έρωτας είναι εκδρομή, μια εκδρομή με αρχή, κορύφωση και τέλος, και μετά μια άλλη εκδρομή και μια άλλη και ούτω καθεξής· έρχεται και φεύγει, πλησιάζει και ξανά απομακρύνεται, είναι και μετά δεν είναι, υπάρχει και μετά δεν υπάρχει. Σαν τοπίο έξω από τρένο σε ευθεία πορεία μένει για λίγο μόνο δικός μας· στην πραγματικότητα, είναι μακρινός και αμετακίνητος: «Το δάσος φεύγει – δεν μου μιλάει και φεύγει – δεν θα ξανάρθει / φαντάστηκα τα πράγματα – έτσι είναι τα πράγματα – όταν το καλοσκεφτείς». («Απλός στόχος αριθμός 1», σ. 14) Ωστόσο, γλιτωμός δεν υπάρχει και τίμημα πάντα υπάρχει: «Φέγγουν ξανά οι δυνατές φωνούλες μέσα σου / όσο που λεν θα ερωτευτώ κι ας μ’ έπνιξαν τα χρέη / σαν το πυρπολημένο το καράβι ενώ καιγότανε / ενώ καιγόταν κι έφεγγε κι αυτό μέσα στη νύχτα». («Ερωτ[ηματ]ικό», σ.13) Και όσο ο ερωτικός κίνδυνος παραμένει, οι ερωτευμένοι γίνονται εκπαιδευόμενοι στους οποίους αποστέλλεται το εγχειρίδιο «Πώς να ερωτευτείς εκ του ασφαλούς», ώστε να εντρυφήσουν «αν μη τι άλλο, στον καπιταλισμό του πράγματος» («Έρωτας με πιστοποίηση», σ. 16) − στο κάτω κάτω, ακόμα και αν ο έρωτας είναι ένα ερωτηματικό που ξενίζει, στη συνέχεια θα απαντηθεί με τρόπο οικείο και ακατανίκητα επιθυμητό, η εξίσωση οπωσδήποτε θα λυθεί, με εκπαιδευόμενους-πειραματόζωα, που θα έχουν μάθει τη δουλειά (ό.π.).

Αξιοπρόσεκτο στοιχείο στη συλλογή είναι η παρουσία του επαγγελματικού και ακαδημαϊκού υποβάθρου της ποιήτριας, οι σπουδές της στα Μαθηματικά, όχι τόσο με έναν “γεωμετρικό” ή σουρεαλιστικό τρόπο όπως, για παράδειγμα, εκείνον του Ε. Κακναβάτου, αλλά μέσω μιας θεωρητικής και φιλοσοφικής προσέγγισης, λαμβανομένου υπόψη και του διαλόγου με τον Ζακ Ντεριντά, κατά την περικειμενική παραδοχή της Ονουφρίου. Η αποδόμηση γίνεται τίτλος, προμετωπίδα και γενεσιουργός αιτία, αλλά και μια επιδίωξη καθ’ ομολογίαν, μια κατάληξη η οποία μοιάζει να ευθυγραμμίζεται με το καρυωτακικό ταβάνι:

Δεν ζούμε τίποτα που αξίζει για την ώρα
όλα κυμαίνονται ένα γύρω γύρω όλοι
συν-πλην απ’ την προσθετικότητά μας.
 
Μου δίνεις σημασία, αν σ’ αρέσει
κι ένα κοράκι σκάβει στ’ αχαμνά μας.
 
Οι λέξεις στο ’πα είναι καθαρές μου
πυρετοί υψηλοί μέσω εξυγίανσης θαυμάτων
η μοναξιά μου παρατάθηκε στα ύψη.
 
Μα η όμορφη οχλοβοή του κόσμου
με νανουρίζει και θα μου την κρύψει.
(«Απόκρυψη», σ. 40)

Όπως το ποιητικό υποκείμενο ερωτεύεται και ξερωτεύεται, έτσι μαθαίνει/διδάσκεται και ξεμαθαίνει, μετά ξανά μαθαίνει/διδάσκει κατά τον τρόπο που δομεί και αποδομεί τα πράγματα και τον κόσμο (του), ευρισκόμενο συνεχώς σε ένα δυαδικό σύστημα 0 ή 1 ―(τώρα) δεν υπάρχει ή (τώρα) υπάρχει― το οποίο απαιτεί λύση. Επιστρέφοντας όμως πίσω στο σπίτι, πίσω στην πατρίδα, βρίσκει ένα μέρος απροσδιόριστης ταυτότητας και αμφιβόλου δόμησης:

[Κ]οιμάμαι τα όνειρά μου και τα δικά σας
πότε αριστερά και πότε δεξιά του δρόμου
κι όλο με τις ελεγχτικές μου συμπεριφορές, ρωτώ σας
υπάρχει κοινωνία πριν από μένα;
 
Ξεθάβω τους παλιούς καθηγητές μας
κάνω τα οστά τους βελόνες
ράβω την κατάντια μας.
(«Διδαχές», σ. 24)

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η διάθεση με την οποία το τραύμα του 1974 εκφράζεται στη μετά το 1974 γεννηθείσα ποιητική γενιά της Κύπρου, για την οποία το μη βιωμένο τραύμα γίνεται συλλογικό, μεταφέρεται και κοινωνείται ως ένα ερμηνευτικό σχήμα για τα πράγματα. Λειτουργεί ωστόσο και σαν ένας διαστρεβλωτικός καθρέφτης – είναι μια πληγή με την οποία συνηθίζεις να ζεις, αλλά όχι ακριβώς, όχι πάντοτε, ειδικότερα όταν αυτή κακοφορμίζει. Στα σχετικά, υπαινικτικά πάντα, ποιήματα της Ονουφρίου, η πατρίδα γίνεται όχι μόνο τόπος αμφιβόλου ταυτότητας, αλλά κυρίως τόπος αμφιβόλου επιβίωσης. Και βέβαια, εξίσου αξιοσημείωτο στις περιπτώσεις των μετά το 1974 γεννηθέντων Κυπρίων ποιητών είναι ότι το σημαδιακό (και σημαδεμένο) έτος, καθώς και άλλες λέξεις-σύμβολα-συνδηλώσεις του (στις συγκριτικά πολύ λιγότερες ποιητικές αναφορές στο θέμα αυτό σε σχέση με τις προηγούμενες γενεές ποιητών – στοιχείο και ερμηνευτικά απαραίτητο) δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ, με την πίκρα ―όχι τόσο για το τι χάθηκε, αλλά για το τι δεν κερδήθηκε― να παραμένει. Δεν υπάρχει λόγος εξάλλου να επαναληφθεί οτιδήποτε· όλοι γνωρίζουμε για ποιο πράγμα (έχουμε κουραστεί να) μιλάμε, όταν αναφερόμαστε απλώς σε τούτο το νησί. Και ο προσδιορισμός δεν είναι γεωγραφικός ή εθνικός ή ιστορικός· είναι πρωτίστως υπαρξιακός:

Δεν έχω τι να κάνω μόνος μου σε τούτο το νησί
τα νύχια μου μεγάλωσαν αρκετά ώστε να χαράσσω το πρόσωπό μου
κι έχω ξέτερους απαριθμησμένους τσακωμούς για τον καθένα που μ’ αγάπησε
στη θάλασσα μπροστά και μ’ άφησε
χωρίς ούτ’ ένα αντικείμενο επιβίωσης στο σαρκίο μου.
(«Σχεδία», σ. 59)

Παρά τη θλίψη και την απογοήτευση για την εθνική/κοινωνική/συλλογική μας μοναξιά, η οποία καθρεφτίζεται στο λειψό και ατελέσφορο αστικό τοπίο, το ποιητικό υποκείμενο επιστρέφει στην προσπάθεια για ορισμό και αυτοπροσδιορισμό, βρίσκει και ξαναβρίσκει τις λέξεις, καθώς η ζωή με μαθηματική ακρίβεια δυαδικώς δομεί και αποδομείται. Και κάποια στιγμή η ζωή, όπως προσωπικά καθείς την γνωρίζει, ενώπιόν μας αναπόφευκτα αποδημεί, συνεχίζοντας πάντα την ίδια ευθεία της μεγάλης εικόνας της. Παρότι οι παραστάσεις της στην πορεία εκλείπουν, αρχειοθετούνται και αντικαθίστανται από άλλες ―πριν υπήρχαν, τώρα δεν υπάρχουν― η απώλεια δεν μαθαίνεται και ούτε συνηθίζεται μέσα στην εξίσωση παρά τη ‘λύση’ της, όπως με πόνο και τρυφερότητα φανερώνει το ποίημα «Συνάντηση» (παρατίθεται ολόκληρο το ποίημα):

Είπα πράγματα που δεν κατάλαβες, όπως ότι
η ζωή αρχειοθετείται.
 
Η ζωή μας αρχειοθετείται μέσα σε εικόνες και φάκελα
και μια μέρα κενή από την παρουσία του Θεού
είναι μια μέρα χωρίς φυσικά φαινόμενα.
 
Μου έδωσε πολλή χαρά σήμερα, όταν είπες
«Μηδέν χιλιοστόμετρα βροχής».
 
Να σταματήσω αυτό που κάνω, ν’ ακούσω την καρδιά μου
να σταματήσω αυτό που κάνω, να σκεφτώ
χαμογέλασε λιγάκι ωστόσο.
 
Θα γίνω όσο περιγραφική θέλεις
μια ζωή εξάλλου αφαιρώ και προσθέτω.
 
Φίλοι, συγγενείς και αγέννητα εγγόνια, έξω από θαλάμους νοσοκομείων
διαβάζουν τα βιβλία που πάντα ήθελες να διαβάσεις
στέλνοντας με το περιστέρι ένα χαιρέτισμα.

Μια σιωπηρή και ‘‘ορθολογιστικού’’ τύπου ευαισθησία διατρέχει τη γραφή της ποιήτριας, ορίζοντας τον εσωτερικό ρυθμό μιας ανέκαθεν λυμένης εξίσωσης και διαγράφοντας την ατμόσφαιρα ενός αποδεδειγμένου τέλους. Την ίδια στιγμή, ο αναγνώστης στέκεται κριτικά απέναντι στη μάλλον μεγάλη έκταση των σημειώσεων της συλλογής, αρκετές εκ των οποίων είναι αχρείαστα επεξηγηματικές ως προς την αφόρμηση ή το διακείμενο του εκάστοτε ποιήματος. Εντούτοις, στο σημαντικότερο ερώτημα που θέτει κάθε νέα πρώτη συλλογή μέσα στο χάος του κόσμου μας και μέσα στο χάος της βιβλιοπαραγωγής, δηλαδή στο γιατί κάθε νέας έκδοσης, η Αναστασία Ονουφρίου κερδίζει με εντιμότητα το στοίχημα, με μεστό ποιητικό λόγο και έκδηλη αυτοσυνειδησία, εφόδια άκρως απαραίτητα κάθε επόμενο βήμα.

ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ