Γιάννης Καλιόρης, Διαβάζοντας τὶς Ἀναμνήσεις τοῦ Ἄγι Στίνα

 

 

 

Ἀπὸ τὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ Γιάννη Καλιόρη, Ἐκ τοῦ συστάδην: Ἰδεολογίες καὶ ἰδεοληψίες, Ἐκδόσεις Ἁρμός, 2020, εὐρεία συναγωγή δοκιμίων καὶ ἄρθρων ἀντιπροσωπευτικῶν τοῦ πολυεπίπεδου καὶ πολυπρισματικοῦ ἔργου τοῦ στοχαστῆ, ἀναδημοσιεύουμε τὸ (ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς ἐπίκαιρο) μελέτημα «Διαβάζοντας τὸν Ἄγι Στίνα: Μιὰ τυπικὴ περίπτωση ἱδεολογικῆς συνείδησης». Πρώτη δημοσίευση: περ. Σημειώσεις 67, Ἰούνιος 2008.

 

~.~

 

 

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΓΙ ΣΤΙΝΑ

Μιὰ τυπικὴ περίπτωση ἰδεολογηματικῆς συνείδησης

 

τοῦ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΛΙΟΡΗ

 

Ἐθνισμὸς καὶ ἐθνικισμὸς

Συχνὰ ἡ ἀξίωση τῆς μαξιμαλιστικῆς ἀρχῆς τοῦ «ὅλα ἢ τίποτα» ὁδηγεῖ εἴτε στὸ τίποτα εἴτε σὲ διάστροφη συρρίκνωση τοῦ ὅλα, καὶ γενικὰ στὴ ματαίωση τῆς ὅποιας μεταβατικῆς ἢ μερικῆς θετικότητος θὰ μποροῦσε νὰ προκύψει: ἐν ὀνόματι τοῦ ἀνέφικτου μείζονος γιὰ τὸ μέλλον χάνεται καὶ τὸ ἔλασσον ἐφικτὸ τοῦ παρόντος, καὶ μαζὶ ψευτίζει ἡ διαλεκτικὴ μέσων καὶ σκοποῦ, τακτικῆς καὶ στρατηγικῆς.

Κι αὐτὴ ἡ ἐπιδίωξη τοῦ ἀπόλυτου ἀφορᾶ ὄχι μόνο τὸν πρακτικὸ λόγο, τὴν ἔμπρακτη βούληση, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς ὁρισμοὺς τῶν πραγμάτων, μὲ τὴν ἀναγωγή τους σὲ καθαρόγραμμα σχήματα ἀρχετυπικῆς ἰσχύος, ἀφαιρουμένης τῆς ἔγχρονης περιπλοκότητος. Ἔτσι, ἐνεργοῦνται συμπαγεῖς καταξιώσεις ἢ ἀπαξιώσεις, ἀδιακρίτως διαβαθμίσεων καὶ διαφορῶν, ἀπὸ ἕναν ἄγριο βολονταρισμὸ ποὺ ἐξισώνοντας τὰ ἄνισα, ἐξομοιώνοντας τὰ ἀνόμοια καὶ συμπτύσσοντας στανικῶς τὰ στάδια, ἀποβαίνει ἀτελέσφορος ὡς ἐκκινοῦσα πρόθεση εἴτε τυραννικὰ ἀποτελεσματικὸς ὡς ἔκβαση ξαστοχημένη.

Κάθε βαθμίδα, ὅμως, ὑπαγορεύει τακτικοὺς χειρισμοὺς στὸ πλαίσιο μιᾶς στρατηγικῆς σκοπῶν, ποὺ ἔχει ἀνάγκη ἀκριβῶς νὰ πορεύεται ὄχι μὲ σχηματικὲς ἁπλουστεύσεις ἢ ἅλματα λογικά, ἀλλὰ μὲ σταθμισμένους ἀναβαθμοὺς μέσα ἀπὸ τὴ συνθετότητα τῶν πραγμάτων, ὅπου ἀρχὲς καὶ περιστάσεις, ἀξίες καὶ γεγονότα πρέπει νὰ ἀλληλενεργοῦν ὠσμωτικά, ὥστε οὔτε ὁ ὁρίζοντας τοῦ στρατηγικοῦ σκοποῦ νὰ ἀπωθεῖται ἀπὸ τὴ συνείδηση, οὔτε νὰ παραβιάζεται ἀπόκρημνα ἡ ἀρχὴ τῆς πραγματικότητος κατὰ τοὺς ἑκάστοτε ὁρισμούς της καὶ νὰ ἀντενεργεῖ ματαιωτικά (γιὰ περισσότερα βλ. Ἡ κοινωνία τῆς ὀρθοπεταλιᾶς, Ἁρμός, 2004, σ. 463-465).

Παράδειγμα συρρικνωτικὰ μονοσήμαντου ὁρισμοῦ εἶναι συχνὰ ἡ σύνθετη καὶ περιεκτικὴ ἔννοια τοῦ ἔθνους –καὶ τοῦ ἐθνισμοῦ– τὸ ὁποῖο, θεωρούμενο μονομερῶς, συμπιέζεται σὲ μιά του μόνο διάσταση –αὐτὴν ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ ἀντιπαραθέτει σὲ ἄλλα ἔθνη–, καὶ παραμερίζονται ὅλες οἱ ἄλλες, ἔτσι ὤστε ὁ πατριωτισμός, ὡς ἀγάπη καὶ ὑπεράσπιση τῆς πατρίδας, μὲ ταυτόχρονη ἀναγνώριση τῆς θεμιτότητος τῶν ἀλλοεθνῶν πατριωτισμῶν καὶ μὲ σεβαστικὴ πρὸς τὰ σεβάσματά τους στάση, ἐξομοιώνεται καταχρηστικὰ καὶ ἐξ ὁρισμοῦ μὲ ἐθνικισμὸ καὶ σωβινισμό, ποὺ ὄντως ὑπάρχουν ὡς δυνητικὴ ἐκτροπή, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦν τὴν πολλαπλῆ σημασία ἑνὸς συλλογικοῦ ὑποκειμένου μὲ τὸ ἰσχυρὸ φαντασιακὸ τοῦ Ἔθνους, συνεκτικό, δυναμογόνο καὶ μαζὶ κινδυνῶδες.

 

Ἐθνικιστικὴ καὶ κατακτητικὴ αἴφνης μπορεῖ νὰ ἦταν ἡ μικρασιατικὴ ἐκστρατεία στὸν βαθμὸ ποὺ ἔβαινε πέραν τῆς προστασίας τῶν ἑλληνοκατοίκητων περιοχῶν. Ἡ ἄμυνα ὅμως στὴν ἀπρόκλητη ἰταλικὴ ἐπίθεση τὸ 1940 καὶ ἡ ἀντίσταση στὴ γερμανικὴ Κατοχή –ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ– ἦταν πράξεις ὑπερασπίσεως ἑνὸς ὀργανικοῦ συνόλου θεμελιωδῶν ἀξιῶν καὶ βιωμάτων ἱστορικῶν, μιᾶς κοινότητος πίστεων, σκοπῶν καὶ βιοτροπίας, πολυεδρικῆς συνισταμένης πολιτισμικῶν, ἱστορικῶν, θρησκευτικῶν, γλωσσικῶν κι ἐδαφικῶν συνιστωσῶν, καὶ φυσικὰ κοινῶν μύθων καὶ παραδόσεων. Καὶ μπορεῖ μὲν καμμία ἀπὸ τὶς συνιστῶσες αὐτὲς νὰ μὴν ἀρκεῖ ἀφ’ ἑαυτῆς γιὰ νὰ γεννήσει –ἢ νὰ ἀποκλείσει– συνείδηση κοινῶν πεπρωμένων, ὅμως τὸ ὀργανικό τους σύνολο δεξιώνεται ἀποτελεσματικὰ τὴ θέληση τοῦ συνανήκειν –κοινὸ παρονομαστὴ καὶ τῶν κοινωνικῶν τάξεων παρὰ τὶς μεταξύ τους ἀντιθέσεις, ἀλλὰ συχνὰ καὶ τῶν θρησκευτικῶν ἢ γλωσσικῶν διαφοροποιήσεων– συγκροτώντας ἐθνοσυνειδησιακὴ ταυτότητα ὡς καταγωγική (ἢ καὶ συγκλίνουσα ἁπλῶς) ἀναφορά, συλλογικὴ διαφορὰ καὶ ἰδιοπροσωπία. Χάρη σ’ αὐτὴν τὸ ἄτομο ἀναγνωρίζει τὸ στίγμα του μέσα στὸν ἀπέραντο κόσμο καὶ δὲν αἰσθάνεται ἀνώνυμο μόριο μιᾶς ἀχανοῦς καὶ ἀφηρημένης ἀνθρωπότητος, ἀνυπαράσπιστο ἀπέναντι στὴ διαλυτικὴ ρευστότητα τῶν πραγμάτων· καί, συγχρόνως, τὸ ἔθνος συνιστᾶ δευτεροβάθμιο, μετὰ τὴν οἰκογένεια, κοινωνικὸ καὶ ψυχολογικὸ πλαίσιο, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ μακρὸς χρόνος ἀντισταθμίζει γιὰ τὸ ἄτομο τὸν βραχὺ χρόνο τῆς δικῆς του ζωῆς παρέχοντας αἴσθημα συνεχείας (ὅ.π., κεφ. «Χρόνος βραχὺς καὶ χρόνος μακρός», σ. 514 ἑπ.). Καὶ τὰ πράγματα δὲν ἀλλάζουν ἐπειδὴ ἐν προκειμένῳ συνέβαλε ἀποφασιστικὰ ὁ ἐθνοποιὸς ρόλος τοῦ ἐθνοκράτους, κωδικοποιώντας κειμήλιες ἱστορικὲς μνῆμες, σύμβολα καὶ «ἴχνη ἱερὰ» καὶ συγχρόνως ὁριοθετώντας ἐδαφικὰ τὴν ἐπικράτειά του ὡς ἐθνική –μὲ ὅλα τὰ θετικὰ καὶ ἀρνητικὰ τοῦ πράγματος–, διότι αὐτὸ δὲν ἔγινε ἐκ τοῦ μὴ ὄντος: ὑπῆρχε ἤδη ἀπὸ μακροῦ ἡ πρόσφορη «πρώτη ὕλη», ἡ διαθεσιμότητα ὅλων αὐτῶν τῶν συνιστωσῶν, ὡς θέληση ταυτοτικοῦ συνανήκειν σὲ μιὰν εὐρύτερη θεσμικὴ συγκρότηση, γύρω ἀπὸ ἕναν κεντρομόλο ἄξονα ἀναφορᾶς, συνεκτικὸν ἱστό, ἔνυλο συγχρόνως καὶ συμβολικό, περιέχον μαζὶ καὶ περιεχόμενο. Ἔτσι, ἐθνικὴ ταυτότητα καὶ ἰδιοπροσωπία δὲν εἶναι «κενολογία», ὅπως παρεμπιπτόντως ἀποφαίνεται ὁ Φώτης Τερζάκης στὸ κατὰ τὰ ἄλλα στοχαστικό του μελέτημα Τὸ πνεῦμα στὴν ἐξορία: Παπαϊωάννου – Καστοριάδης – Ἀξελός (Ἔρασμος 2003, σ. 20). Ἀπόδειξη, ἡ δύναμή τους, ἡ ἀντίσταση, βίαιη κάποτε κι ἀπροσδόκητη καὶ σ’ ὅλα τὰ μήκη καὶ πλάτη τῆς γῆς, σὺν τοῖς ἄλλοις –ἂν ὄχι κι ἀποκλειστικά– ἀπέναντι στὴν ὁμοιογενοποιὸ ἐπέλαση τῆς νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ὅπου διάφορες ἐθνοπολιτισμικὲς ἢ καὶ τοπικὲς κοινότητες διεκδικοῦν τὰ δικά τους ξεχωριστὰ περιγράμματα, καὶ ἀναφύονται ἐκρηκτικὲς συχνὰ ἀντιπαραθέσεις, τάσεις φυγόκεντρες ἢ κι ἀποσχιστικές. Κι αὐτό, ἀπὸ τοὺς Γαλλοκαναδούς, τοὺς Σκωτσέζους καὶ τοὺς Καταλανοὺς ἕως τοὺς Τσέχους καὶ Σλοβάκους, καθὼς καὶ τοὺς Φλαμανδοὺς καὶ Βαλόνους –χώρια οἱ ἑστίες θερμῆς ἀναταραχῆς στὰ Βαλκάνια, ὅπου τὸ πολυεθνικὸ γιουγκοσλαβικὸ κράτος διαλύθηκε πολυαίμακτα σὲ πλειάδα ἀνεξάρτητων ἐθνικῶν κρατῶν– ἕως τὴ Χώρα τῶν Βάσκων, τὴν Κορσικὴ καὶ ἀλλοῦ, ἐνῶ γαλλικὲς ἐπαρχίες ὅπως ἡ Βρετάνη ἀπαιτοῦν «δυναμικά» (ἤτοι δυναμιτιστικά) διδασκαλία τῆς τοπικῆς γλώσσας στὴν ἐκπαίδευση, ἐκπομπὲς τῶν κρατικῶν Μέσων σ’ αὐτὴν καὶ μὲ ἀντικείμενο τὴ δική τους κουλτούρα – γιὰ ν’ ἀναφερθοῦμε μόνο στὴν Εὐρώπη, παραλείποντας τὶς ἄγριες ἐθνοφυλεκτικὲς συγκρούσεις στὸν Καύκασο καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ πλανήτη.

Ἐδῶ ὅπως παντοῦ τὰ πράγματα χαρακτηρίζονται ἀπὸ διφυΐα, ποὺ στοιχειοθετεῖ τόσο τὴ θετικὴ ὅσο καὶ τὴν ἀρνητική τους πλευρά. Καὶ ὅσο κι ἂν τὸ ἐθνοκράτος –δημιουργὸς συνοχῆς μὲ τὸν σχηματισμὸ κοινῶν παρονομαστῶν καὶ συντελεστὴς κοινόκτητου ὑπερατομικοῦ καὶ ὑπερταξικοῦ νοήματος καὶ ταυτοτικῶν συντεταγμένων– μπορεῖ νὰ ἐγγράφεται στὴ λογικὴ τῆς δυνάμεως ποὺ ἐπωάζει ξενοφοβίες, φανατισμοὺς καὶ συγκρούσεις, δὲν πρέπει οὔτε νὰ ὑποτιμοῦμε τὴ δύναμη τοῦ ἐθνικοῦ βιώματος στὸν ψυχισμὸ τῶν ἀνθρώπων, οὔτε νὰ ἀπαξιώνουμε ἐξ ὁρισμοῦ καὶ συλλήβδην τὰ θετικά του στοιχεῖα καὶ νὰ πετᾶμε τὸ μωρὸ μαζὶ μὲ τὸ νερὸ τοῦ μπάνιου, ἀντὶ νὰ ἀναζητοῦμε σημεῖα συνθέσεως καὶ ἰσορροπίας μὲ τὰ ἀποταξινομητικὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς, συνδυάζοντας ἱστορικὴ ἀληθογνωσία καὶ ἀνάγκη ταυτότητος. Πολλῷ μᾶλλον ποὺ δὲν ἔχουμε τίποτε ἄλλο νὰ βάλουμε στὴ θέση τοῦ ἔθνους πλὴν ἑνὸς ὑποθετικοῦ «μεταεθνικοῦ» αἰσθήματος, ποὺ ἀκόμα κι ἂν αὐτὸ ἀνάγεται στὸν ὁρίζοντα ἑνὸς ὑπερεθνικοῦ σχηματισμοῦ ὡς εἰς κοινότητα ἀναφορᾶς (π.χ. Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση), ἡ τελευταία ἔχει ἀνάγκη νὰ περνᾶ μέσα ἀπὸ τὴ γενέθλια κοινότητα γιὰ νὰ λειτουργεῖ ὡς στοιχεῖο διευρυμένα ταυτοτικό: τὸ τοπικὸ ἀποτελεῖ ἐφαλτήριο γιὰ τὸ οἰκουμενικό, καὶ τὸ οἰκεῖο γιὰ τὸ καθολικό· εἰδεμὴ δὲν πρόκειται γιὰ συμμετοχὴ ἀλλὰ γιὰ ἀπορρόφηση σ’ ἕναν παγκόσμιο πολιτιστικὸ χυλὸ ἢ σ’ ἕνα καλειδοσκόπιο-χωνευτῆρι, ποὺ συναιρεῖ ὅλα τὰ χρώματα σὲ θολὴ τελικὰ μονοχρωμία, θέτοντας σὲ κίνδυνο ἰσοπεδώσεως τὴ θαυμαστὴ ποικιλότητα τῶν πολιτισμῶν ποὺ ὁ Κλὼντ Λεβί-Στρὼς καλοῦσε νὰ διαφυλάξουμε σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ. Γιὰ ν’ ἀνοιχτεῖς λοιπὸν στὸ παγκόσμιο καὶ οἰκουμενικὸ πρέπει πρῶτα νὰ ξέρεις ποιός εἶσαι, νὰ πατᾶς γερὰ σὲ βάση εὐπαγῆ ποὺ θὰ σὲ ἐφοδιάζει μὲ κριτήριο ἐπιλογῆς, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀφομοιώνεις προσλαμβάνοντας καὶ ἀπορρίπτοντας, ὥστε νὰ εἶσαι ἐνεργητικὰ πορώδης καὶ ὄχι ἄκριτα σπογγώδης ἢ διάτρητος.

Τὸ αἴσθημα τοῦ ἐθνοσυνειδησιακοῦ συνανήκειν ἐμφανίζεται δυσμάχητο καὶ ἀνθεκτικό, γνωρίζοντας μάλιστα ἔμπρακτες ἀναφλέξεις κάθε φορὰ ποὺ διαγράφεται στὸν ὁρίζοντα κάποια ἐπιβολή – πραγματικὴ ἢ νομιζόμενη. Καὶ οἱ διάφορες κατὰ καιροὺς προσπάθειες νὰ ὑπερφαλαγγιστεῖ, εἴτε ἐκ τῶν κάτω εἴτε ἐκ τῶν ἄνω, ἀποδείχτηκαν ἐντελῶς ἀτελέσφορες. Ὁ σοσιαλιστικός, αἴφνης, διεθνισμός, στηριζόμενος στὴν τεκμαιρόμενη ἀπὸ τὸν Μὰρξ δυνητικὴ ἀλληλεγγύη τῶν προλεταρίων ὅλου τοῦ κόσμου, ποὺ ὅπως τὸ κεφάλαιο ἔτσι κι αὐτοί, ἐξ ὁρισμοῦ ταξικοῦ, δὲν ἔχουν πατρίδα καὶ καλοῦνται νὰ ἑνωθοῦν διεθνῶς ἐνάντια στὴν ἐθνική τους ὁ καθένας τάξη καὶ τὸ ἐθνικό τους κράτος («γιὰ μιὰ τάξη ποὺ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη ἔχει τὰ ἴδια συμφέροντα ἡ ἐθνικότητα εἶναι πλέον νεκρή»), ὁ διεθνισμὸς λοιπὸν αὐτὸς κατέρρευσε μετὰ τὴν ψήφιση ἀπὸ τὰ σοσιαλδημοκρατικὰ κόμματα –συμπεριλαμβανομένου ἀρχικὰ καὶ τοῦ Λῆμπνεχτ– τῶν πολεμικῶν πιστώσεων καὶ τῆς γενικῆς ἐπιστράτευσης στὸν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο, παρασύροντας σὲ διάλυση τὴ Δεύτερη Διεθνῆ, ἐνῶ ἡ Τρίτη ἐκφυλίστηκε διαδοχικὰ σὲ Κομιντὲρν καὶ Κομινφόρμ, ὑπηρετώντας τὴ ρωσικὴ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ καὶ τὸν Στάλιν. Ἐξ ἄλλου, ἡ δίνη τοῦ πολέμου κατάπιε καὶ τὸν ταξικὰ ἀδέσμευτο καὶ ἀφελῆ στὴν εὐγενῆ καὶ θαρραλέα του πλάνη πασιφισμό, γιὰ τὸν ὁποῖον «εἴμαστε ὅλοι ἀδέρφια, ὅλοι παιδιὰ τῆς γῆς» – ὑπερβολικὰ ὡραῖο γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινό.

 

Κοσμοπολίτες καὶ πολυπολιτισμικότητα

Ἔτσι, χωρὶς σταθερὲς συντεταγμένες γιὰ τὸν σχηματισμὸ ταυτότητος, ὁ «καινούργιος ἄνθρωπος τοῦ καινούργιου κόσμου» –ἐλπιδοφόρο πρότυπο τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ π.χ. γιὰ τὸν Στέλιο Ράμφο ὁ ὑπερδυναμικὸς ἐπιχειρηματίας τῆς «νέας οἰκονομίας»– εἶναι ὁ ἄνθρωπος χωρὶς ταυτότητα «στατική», μὲ ριζίδια παντοῦ καὶ δίχως ρίζες πουθενά, πλανητικὰ πολυεστιακὸς ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἀνέστιος, δραστήρια ἐξωστρεφὴς ἀλλὰ ἀνέραστος οὐσιαστικὰ καὶ ἀξεχείλιστος, χωρὶς περίσσεια ὑπάρξεως καὶ δεξιωτικὴ δοτικότητα. Συνεχῶς ἐπειγόμενος καὶ ἀδιάκοπα χρονοπένης, ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐξάνεται ἡ χωρητικότητα τοῦ τεχνολογικοῦ χρόνου ποὺ καθορίζει καὶ τὴ χρονικότητα ὁλόκληρης τῆς κοινωνίας· ἀποδυμένος ψυχαναγκαστικὰ σὲ ἀνελέητον ἀνταγωνισμὸ εἰς ἀναζήτηση τοῦ συγκριτικοῦ πλεονεκτήματος ὡς ὅρου ἀνταγωνιστικῆς ἐπιτυχίας ἢ καὶ ἐπιβιώσεως σὲ συνθήκη γενικευμένης ἀλληλομαχίας· ἀπαλλαγμένος, τέλος, ἀπὸ προσωπικοὺς δεσμοὺς καὶ ἀγκυλώσεις, ὁ ἀνθρωπότυπος αὐτὸς δὲν ἀνήκει πουθενά, οὔτε κἂν στὸν ἐαυτό του, μὲ τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ σκυταλοδρομεῖ αὐτοϋπερακοντιζόμενος συνεχῶς κατὰ τὴν κερδοκεντρικὴ ἀρχὴ τῆς κλιμακούμενης ἀποδοτικότητος – εἶναι ἐλεύθερο στοιχεῖο, πρόσφορο νὰ ἀπορροφηθεῖ πλήρως ἀπὸ τὴν παγκόσμια ἀγορὰ τῆς ὁποίας ἔχει ἐσωτερικεύσει ἀξιακὲς ἀπορροὲς καὶ μεθόδους.

Σήμερα, λοιπόν, ποὺ μὲ τὴ νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση ἡ πλανητικῶς ὀρθάνοιχτη ἀγορά –κεντρικὸς πλέον ρυθμιστὴς τῶν παγκόσμιων οἰκονομικο-κοινωνικῶν ἀνταλλαγῶν μὲ μοχλὸ τὸν καθολικὸ ἀνταγωνισμό– ἐλευθερώνει τὴν κυκλοφορία κεφαλαίων καὶ ἐμπορευμάτων καὶ προκαλεῖ μετακινήσεις ἀνθρώπων, ἐνῶ ἡ ἰλιγγιώδης τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη πυκνώνει τὸν χρόνο ἐπιταχύνοντας ταχύτητες καὶ ρυθμοὺς ποὺ αὐξάνουν τὴν περιεκτικότητά του καὶ μεταξὺ ἄλλων ἐξασφαλίζουν ἀκαριαία πλανητικὴ ἐπικοινωνία, σήμερα λοιπὸν ἕνας νέος τύπος ἀνθρώπου, ὁ κοσμοπολίτης ἄνθρωπος, καλεῖται νὰ διαδεχτεῖ τὸν παλιὸ διεθνιστή, στὴν προσπάθεια νὰ ὑπερκεραστεῖ τὸ ἐθνο-ιστορικὸ μόρφωμα καὶ τὸ συνεκτατὸ πρὸς αὐτὸ αἴσθημα, ποὺ ἀνταποκρίνονταν θετικὰ σὲ παρωχημένα στάδια τῆς καπιταλιστικῆς ἐξόρμησης, ἀλλὰ ποὺ τώρα στέκονται ἐμπόδιο στὴ θυελλώδη πλανητική της ἐπέλαση καὶ πρέπει νὰ σαρωθοῦν. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι τότε ἡ προσπάθεια αὐτὴ γινόταν ἐκ τῶν κάτω, ὡς συνειδητὴ ἀντίσταση στὸ καπιταλιστικὸ σύστημα, ἐνῶ τώρα τελεῖται ἐκ τῶν ἄνω, ὡς θετικὴ ἀνθρωπολογική του ἔκφραση καὶ ἀποδοχή.

Ἂν ὁ κοσμοπολίτης παίρνει σήμερα τὴ θέση τοῦ παλιοῦ διεθνιστῆ γιὰ νὰ ὑπερβεῖ τὸ ἔθνος, ταυτόχρονα καὶ συσχετικὰ στὸ ἐπίπεδο τῶν πολιτικο-κοινωνικῶν καὶ πολιτισμικῶν μορφωμάτων τὸ παλαιὸ ἰδεῶδες τῆς ἑνότητος τῶν λαῶν στὸν σοσιαλισμό –ἐπαναστατικὴ ἀντίδραση στὸν καπιταλισμὸ καὶ τὸ ἐθνικὸ κράτος–, ἔρχεται νὰ ἀντικαταστήσει ἡ λεγόμενη πολυπολιτισμικότητα, σύστοιχη, στὸ ἐπίπεδο τῆς διεθνικῆς κινητικότητος, πρὸς τὸν κοσμοπολίτη, ὡς προϊὸν ἀκριβῶς κι αὐτὴ τῆς παγκοσμίως ἑνιαίας ἀναρχοδυναμικῆς τοῦ σημερινοῦ καπιταλισμοῦ καὶ τῶν νέων συσχετισμῶν στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ κεφαλαίου, ὅπως π.χ. ἡ συντριπτικὴ ποσοτικὴ ὑπεροχὴ τοῦ νομαδικοῦ καὶ ἀερόβιου χρηματοοοικονομικοῦ κεφαλαίου, πού, κινώντας πληροφορίες καὶ χρηματοσημεῖα καὶ ροὲς λογιστικές, πρῶτο αὐτὸ κατάργησε τὰ σύνορα χρηματιστηριακῶς, ἀπέναντι στὸ πιὸ δυσκίνητο ἐμποροβιομηχανικὸ ποὺ κινεῖ ὑλικὰ ἐμπορεύματα καὶ ἀνθρώπους, ἔτσι ὥστε ἡ πραγματικὴ οἰκονομία νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἀσύνορο χρηματιστήριο καὶ ὄχι πιὰ τὸ χρηματιστήριο ἀπὸ τὴν πραγματικὴ οἰκονομία· κατάσταση ποὺ προκαλεῖ, μεταξὺ ἄλλων, μετακινήσεις δεινοπαθούντων πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι, μαζὶ μὲ τὶς ἀποσκευές τους μεταφέρουν καὶ τὴν ἐθνοπολιτισμική –ἢ ἐθνοτικοπολιτισμική– τους σκευή, ποὺ συχνὰ συνιστᾶ ἀσύμβατο κόσμο σημασιῶν πρὸς αὐτὸν τῆς χώρας ὑποδοχῆς. Ὁπότε, στὸν βαθμὸ ποὺ συγκροτοῦν ἐθνο-κοινοτικοὺς θύλακες συνεκτικούς, ἡ ἐθνο(τικο)συνειδησία ἀποδεικνύεται ἀπαράκαμπτη κι οἱ ἀπότοκες τριβὲς δείχνουν πὼς ἐνσωμάτωση δὲν συνεπάγεται καὶ ἀφομοίωση οὔτε ἐγκατάλειψη τῶν καταγωγικῶν σημασιῶν. Καὶ εὐλόγως, γιατὶ αὐτὲς ἔχουν συστατικὸ χαρακτήρα, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, καὶ ὄχι ἁπλῶς παρακολουθηματικό, καὶ δὲν διαγράφονται μὲ μιὰ μονοκοντυλιά, πολλῷ μᾶλλον ποὺ οἱ δυσμενεῖς οἰκονομικὲς συνθῆκες δὲν εὐνοοῦν κἂν τὴν ἐνσωμάτωση, κάνοντας συχνὰ αἰχμηρὴ τὴν ἐπαφὴ τῶν πραγμάτων ἢ καὶ εὔφλεκτες τὶς καταστάσεις. Ὁμολογουμένως, τὸ πρόβλημα τῆς ταυτότητος καὶ τῆς ἑτερότητος εἶναι πολὺ πιὸ σύνθετο κι ἀνθεκτικὸ ἀπ’ ὅσο τὸ θεωρεῖ ἡ ὁποιαδήποτε ἀγαθὴ προαίρεση, καὶ δὲν ἀντιμετωπίζεται δίκην γορδίου δεσμοῦ ἢ στρουθοκαμηλικὰ ἢ μὲ ἐξορκισμούς· γιατὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ θεωρητικὴ ἀναγνώριση καὶ ἀποδοχὴ τῆς διαφορᾶς τοῦ ἄλλου –αὐτὴ ἡ ἐξ ἀποστάσεως ἐγγύτητα ποὺ ἀναπαύει ἀνέξοδα τὴ συνείδηση– ἀλλὰ καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ φορέα τῆς διαφορᾶς στὴ συγκεκριμένη συνθήκη τοῦ πλησιόχωρου γείτονα, κι αὐτὸ δὲν ἀναβλύζει πηγαῖα, χρειάζεται νὰ κατακτηθεῖ «μὲ καιρὸ καὶ μὲ κόπο».

 

Ἡ ἀντοχὴ τῆς ἐθνοσυνειδησίας, ἡ ὑπεράσπιση τοῦ ἐθνικοῦ ἐδάφους ὅταν αὐτὸ ἀμφισβητεῖται, τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως, τῶν ἴδιων τῶν θρύλων καὶ συμβόλων ποὺ σημασιώνουν τὰ γεγονότα-καμπές, δὲν συνιστᾶ κατ’ ἀνάγκην ἐθνικισμὸ ἢ σωβινισμό, καὶ θὰ πρέπει νὰ σταθμίζουμε αὐτοὺς τοὺς ὅρους προσεκτικὰ ὥστε νὰ μὴν τοὺς ἐκτοξεύουμε εὔκολα καὶ ἀδιακρίτως. Φασισμός, ἐθνικισμός, ρατσισμός, χρησιμοποιούμενοι ἄκριτα καὶ καταχρηστικά (κάθε μορφὴ αὐταρχικότητος στὴν καθημερινότητα θεωρεῖται πλέον φασισμός· ἡ ἀπαγόρευση τοῦ καπνίσματος σὲ κλειστοὺς δημόσιους χώρους ἀποκλήθηκε κοινωνικὸς ρατσισμός· τὸ νὰ θέλουμε ἡ γλώσσα μας νὰ ἐξελληνίζει καὶ ὄχι νὰ ἐξαγγλίζεται, ἢ νὰ γιορτάζουν τὰ σχολεῖα τὶς ἐθνικὲς ἐπετείους, ἐθνικισμὸς κ.ο.κ.) οἱ ὅροι αὐτοί, ποὺ κραδαίνουν ἕτοιμο ἀπαξιωτικὸ φορτίο ἐκβίάζοντας συχνὰ συμμετρίες μεταξὺ ἀσύμμετρων καταστάσεων, ἐκπίπτουν σὲ βολικὰ πασπαρτού, κάτι σὰν ἀφηρημένα ἀναφορικὰ ὑποκατάστατα, χάνοντας τὴν καταγγελτική τους δύναμη ἐλλείψει ἀκριβῶς πειστικῆς ἀναγομώσεως, ποὺ προσκρούει στὴν ἀντίσταση τῶν πραγμάτων κατὰ τὴν ὄντως εἰδοποιό τους πραγματικότητα.

Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα μιᾶς τέτοιας ἀκραίας σύγχυσης μεταξὺ ἐννοιῶν καὶ καταστάσεων –καὶ ποὺ στάθηκε ἔναυσμα τοῦ παρόντος κειμένου– ὑπῆρξε ἡ σχετικὴ πρὸς τὴν Ἐθνικὴ ἀντίσταση τοποθέτηση τοῦ Ἅγι Στίνα στὶς Ἀναμνήσεις του – καὶ ὄχι μόνον αὐτοῦ.

 

Ἡ περίπτωση Στίνα

Τὸ πρόσωπο τοῦ Ἅγι Στίνα (Σπύρου Πρίφτη) περιβάλλει –ὄχι ἀβάσιμα– μιὰ μυθική, θὰ λέγαμε, αὔρα, ἐκπορευόμενη ἀπὸ τὴν ἐπὶ 40 χρόνια ἀκατάβλητη ὅσο κι ἀπόλυτη ἀγωνιστική του συνέπεια σὲ κάποιες ἀρχές, χωρὶς ὅμως νὰ πολυεξετάζεται καὶ τὸ εἶδος τῶν θέσεων ποὺ ἐξειδίκευαν ἐμπράκτως, στὶς συγκεκριμένες κάθε φορὰ περιστάσεις, αὐτὴ τὴν ἀπόλυτη συνέπεια, καὶ ποὺ ἀπωθοῦνται κάτω ἀπὸ γενικόλογες συνήθως διατυπώσεις: ὑπῆρξε τροτσκιστὴς ποὺ ἀποσχίστηκε ἀπὸ τὸ ΚΚΕ, ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο τροτσκισμό, κι ἀπὸ ἀπόσχιση σὲ ἀπόσχιση κατέληξε νὰ «ἀκολουθεῖ ἀπτόητος τὸν μοναχικὸ ἐπαναστατικό του δρόμο» (Φ. Τερζάκης, ὅ.π., σ. 36) – ὅπου ἐδῶ τὸ «ἀπτόητος» ἠχεῖ μᾶλλον σὰν εὐφημισμός, σημαίνοντας: παρὰ τὴν παταγώδη διάψευση ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.

Ἔτσι, τὸ πιὸ συγκεκριμένο ἀπόσταγμα ἀπὸ τὶς ἀναφορὲς σ’ αὐτὸν εἶναι ὅτι ὑπῆρξε διεθνιστὴς καὶ ἀντιεθνικιστής, χωρὶς ὅμως προσδιορισμὸ τῶν ἀναγκαίων συσχετισμῶν ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ καθὼς καὶ ἐκτίμηση τῆς θεωρητικῆς ἔστω ἐφικτότητας τοῦ ἐγχειρήματος ἢ καὶ τῶν ἀρνητικῶν ἐνδεχομένως ἀντικειμενικῶν του συνεπειῶν.

Αἴφνης, ὁ Φ. Τερζάκης, ἀναφερόμενος σ’ αὐτὸν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ κειμένου του γιὰ τὸν Καστοριάδη, γράφει: «Ἀγωνιστὴς στὶς γραμμὲς τοῦ ΚΚΕ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἵδρυσής του, ἔδωσε ἕναν ἀτέρμονο ἀγώνα ἀπέναντι στὶς ἐθνικιστικὲς τάσεις μέσα στὸ ἴδιο τὸ ἐργατικὸ κίνημα, πρῶτα στὰ χρόνια τῆς μικρασιατικῆς ἐκστρατείας, ὅταν προσπάθησε νὰ μετατρέψει τὸν ἰμπεριαλιστικὸ πόλεμο σὲ κοινωνικὴ ἐξέγερση ἀπὸ κοινοῦ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων ἐργατῶν, καὶ ἀργότερα στὰ χρόνια τῆς κατοχῆς, ὅταν ἐπάσχιζε νὰ κάνει τὸ ἴδιο, ἀπευθυνόμενος σὲ Ἰταλοὺς καὶ Γερμανοὺς στρατιῶτες» (ὅ.π., σ. 35-36).

Αὐτὸ εἶναι βέβαια πιὸ συγκεκριμένο, ἀλλὰ ὑπάρχει πάντα ἕνα κενό –ἴσως ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ γίνεται ἐν παρόδῳ– ποὺ ἀφορᾶ τὸν συσχετισμὸ μὲ τὸ ἀντιστασιακὸ κίνημα τὴν Κατοχή, ἑλληνικό, εὐρωπαϊκὸ καὶ σοβιετικό, συσχετισμὸν ἀπαραίτητο γιὰ τὴν πλήρη εἰκόνα τῆς ἰδεο-πολιτικῆς φυσιογνωμίας τοῦ ἀνδρός.

Ἀπὸ τὴ μεριά του ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης, ποὺ ὑπῆρξε μέλος τῆς Ὁμάδας Στίνα ἐπὶ κατοχῆς, στὰ ὀπισθόφυλλα τοῦ βιβλίου του Linstitution imaginaire de la société (Seuil, 1975· καὶ ἑλ. ἔκδ. Ράππας, 1981), αὐτοβιογραφεῖται ὡς ἑξῆς: «Ἀφοῦ συγκρότησε μὲ ἄλλους μαχητὲς μιὰ ὁμάδα ἀντιτιθέμενη στὸν σωβινιστικὸ προσανατολισμὸ τοῦ ΚΚΕ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Κατοχῆς, προσχώρησε, στὸ τέλος τοῦ 1940, στὴν τροτσκιστικὴ ὀργάνωση τοῦ Σπύρου Στίνα, μὲ τὸν ὁποῖον ἀγωνίστηκε ὣς τὴν ἀναχώρησή του γιὰ τὴ Γαλλία, τέλος 1945». Τὸ 1989, στὸ πολιτικὸ μνημόσυνο γιὰ τὸν Στίνα, γράφει κάπως πιὸ ξεκάθαρα: «Τότε ἦταν ἡ ἐποχὴ τῆς κατοχῆς καὶ τῆς λεγόμενης ἀντίστασης. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ Σπῦρος εἶχε χαράξει μιὰ σωστὴ διεθνιστικὴ γραμμὴ ἐναντιον τῆς τροτσκιστικῆς γραμμῆς ποὺ ὑποστήριζε τὸν λεγόμενο ἐθνικοαπελευθερωτικὸ ἀγῶνα. Θυμᾶμαι ἀκόμα πὼς προσπαθούσαμε καὶ κατορθώναμε γερμανικὰ γραμμένες διεθνιστικὲς προκηρύξεις νὰ τὶς ρίχνουμε στοὺς γερμανικοὺς στρατῶνες ποὺ βρίσκαμε στὴν περιοχὴ Ἀττικῆς» (Ὁ θρυμματισμένος κόσμος, «Ὁμιλία γιὰ τὸν Στίνα», Ὕψιλον, 1992, σ. 146).

Ἐδῶ ὁ Καστοριάδης εἶναι σαφέστερος ἀλλ’ ὄχι ἀναλυτικός: συμμετέχει ὁ ἴδιος ὀργανωτικὰ καὶ ἰδεολογικά, καὶ διατηρεῖ πάντα τὴν ἴδια ἀντίληψη, ἀποστασιοποιούμενος ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ ἀντίσταση (τὴν ὁποία ἀποκαλεῖ «λεγομένη ἀντίσταση», «λεγόμενο ἐθνικοαπελευθερωτικὸ ἀγώνα»), χωρὶς περισσότερες διευκρινίσεις ὡς πρὸς τὶς σχέσεις τῆς Ὁμάδας μ’ αὐτήν: ἦταν ἁπλῶς παράλληλες; ἀλληλοτεμνόμενες; συμπληρωματικές; ἀντιθετικές; ἀλληλοαποκλειόμενες; συγκρουσιακές; Ὡς πρὸς αὐτὸ ὑπάρχει κι ἐδῶ ἕνα κενό, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ζώνη διακεκαυμένη· τὸ ἴδιο καὶ στὸ βιβλίο τοῦ Θ. Τάση γιὰ τὸν Καστοριάδη, ὅπου ὁ Στίνας χαρακτηρίζεται ὡς «μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες φυσιογνωμίες τοῦ ἑλληνικοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ἐπηρέασαν βαθύτατα τὴ μετέπειτα ἐξέλιξη τῆς σκέψης τοῦ Καστοριάδη» (Καστοριάδης, ἐκδ. Εὐρασία, 2007), σ. 40).

Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κενὸ καλύπτει γιὰ λογαριασμὸ ὅλων ὁ ἴδιος ὁ Στίνας μὲ τὶς Ἀναμνήσεις – 70 χρόνια κάτω ἀπὸ τὴ σημαία τῆς σοσιαλιστικῆς ἐπανάστασης (Ὕψιλον, 1985), ἀναμνήσεις κρυστάλλινα διαφανεῖς καὶ ὄχι ἁπλῶς διαφεγγεῖς, ὅπου ὁ συγγραφέας τους ἐκθέτει, μὲ τὴν εὐθυρρημοσύνη καὶ παρρησία ποὺ ἀνέκαθεν τὸν διέκρινε, καθὼς καὶ μὲ ἔκδηλη ὑπερηφάνεια, τὶς θέσεις του αὐτὲς μαζὶ μὲ τὴν παράζευκτη δράση: Γιὰ τὸν Στίνα, τὰ ἀντιστασιακὰ κινήματα στὴν Κατοχή –ἑλληνικό, εὐρωπαϊκὸ καὶ σοβιετικό– ἦταν σωβινιστικά, προδοτικὰ τῆς σοσιαλιστικῆς ἰδέας, ὄργανα τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ, τῆς ἀστικῆς τάξης ἢ τῆς σταλινικῆς γραφειοκρατίας, καὶ τὸ καθῆκον τῶν συνεπῶς διεθνιστῶν ἦταν ἡ πάλη ἐναντίον τους.

 

Ὁ «Ἐπαναστατικὸς ντεφαιτισμὸς»

Ἀναμφισβήτητα, ὁ Στίνας ὑπῆρξε ἀγωνιστὴς ἔντιμος, σκληροτράχηλος καὶ ἀταλάντευτος, καταθέτοντας κινδυνωδῶς τὴν ὁλοκληρία τῆς ζωῆς του σ’ αὐτὸ ποὺ εἶχε ἐνστερνιστεῖ ὡς καλὸν ἀγῶνα, μονοδιάστατος ἀπὸ τὸ «μονόπλευρο πάθος» ποὺ τὸν κατοικοῦσε καὶ τὴν ἀπαράθραυστη προσήλωση σὲ ὁρισμένες ἀμετακίνητες ἀξίες καὶ ἀρχές, ποὺ δίκην θεσφάτων συγκρότησαν, ἐμμονοληπτικὰ καὶ μέχρις ἐσχάτων, φρόνημα καὶ ψυχισμό.

Πρόκειται γιὰ τὸ τρικυμισμένο ὅραμα τοῦ διεθνισμοῦ ὡς παγκόσμιας προλεταριακῆς ἐπανάστασης ἐν ὄψει τοῦ σοσιαλισμοῦ, ὅπως αὐτὸ ἐξαγγέλθηκε ἀρχικὰ ἀπὸ τὸν Μάρξ («προλετάριοι ὅλου τοῦ κόσμου ἑνωθῆτε») γιὰ νὰ διαμορφωθεῖ πιὸ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴ λενινιστικὴ θεωρία στὸ Ἡ προλεταριακὴ ἐπανάσταση καὶ ὁ ἀποστάτης Κάουτσκι καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν πρακτικὴ τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπανάστασης στὴ συγκυρία τοῦ Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ὅπου ἡ στόχευση ἦταν αὐτὸς νὰ μετατραπεῖ ἀπὸ πόλεμος μεταξὺ τῶν ἰμπεριαλιστικῶν κρατῶν σὲ ἐμφύλιο στὸ ἐσωτερικὸ τῆς κάθε ἐμπόλεμης χώρας, ἔτσι ὥστε ἡ πανευρωπαϊκὴ προλεταριακὴ ἐπανάσταση, συναδελφώνοντας τοὺς ἐργάτες, ἔνστολους καὶ μή, νὰ καταλύσει τὰ ἀστικὰ καθεστῶτα καὶ νὰ οἰκοδομήσει τὴ σοσιαλιστικὴ κοινωνία.

Μ’ ἄλλα λόγια, πρόκειται γιὰ τὸν λεγόμενο ἐπαναστατικὸ ντεφαιτισμό, τὸν ὁποῖον ὁ Στίνας μεταφέρει αὐτούσιον, ὡς ἔκτυπο ἀρχετύπου, στὸν Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μὲ τὸ σκεπτικὸ ὅτι, καθὼς ἡ ὁραματικὴ οἰκουμενικότητά του ἀφορᾶ τὴν ὁλότητα τῶν λαῶν, πρέπει νὰ ἔχει καὶ καθολικὸ πεδίο ἐφαρμογῆς. Πόλεμος στὸν πόλεμο, λοιπόν, μὲ τὴ μετατροπή του σὲ ἐσωτερικὴ ἐπανάσταση ἐνάντια στὶς ἐθνικὲς ἀστικὲς τάξεις, ποὺ εἶναι καὶ ὁ μόνος ἐχθρός, καὶ ἐνάντια σὲ κάθε ἐθνικισμό. Κι ἐθνικισμὸς ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ ἔνοπλη ἀπόκρουση τῆς ἰταλικῆς εἰσβολῆς καθὼς κι ἡ συνακόλουθη ἔνοπλη ἐθνικὴ ἀντίσταση ἐναντίον τῶν δυνάμεων κατοχῆς, ποὺ ἰσοδυναμοῦσε μὲ συμμετοχὴ στὸν ἰμπεριαλιστικὸ πόλεμο καὶ στήριξη τοῦ καπιταλισμοῦ, ἐμποδίζοντας τὴν ἀφύπνιση τῆς ταξικῆς συνείδησης τῶν στρατευμένων ἐργατῶν ποὺ ἦταν οἱ Γερμανοὶ καὶ Ἰταλοί. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀξίζει τὸν κόπο νὰ παραθέσουμε μερικὰ εὐρέα ἀποσπάσματα.

Ὁ Στίνας, λοιπόν, φρονεῖ ὅτι «τὸ ἔθνος καὶ ἡ πατρίδα πού [οἱ κομμουνιστές] καλοῦν τὸν λαὸ νὰ τὰ ὑπερασπίσει μὲ τὸ αἷμα του δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο (sic) ἀπὸ τὴν καπιταλιστικὴ κοινωνία», καὶ ὅτι «ὁ σημερινὸς παγκόσμιος πόλεμος δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸν πρῶτο, εἶναι κι οἱ δυό τους πόλεμοι ἀνάμεσα σὲ χορτάτους καὶ πεινασμένους ληστὲς γιὰ τὸ ξαναμοίρασμα τοῦ κόσμου» (ὅ.π., σ. 256-7 καὶ 321). Γιὰ τὴν μπροσούρα τοῦ Λένιν Ὁ σοσιαλισμὸς καὶ ὁ πόλεμος, παρατηρεῖ: «Κάθε λέξη της διατηρεῖ καὶ σήμερα ὅλη της τὴν ἀξία» γιατὶ ὁ χαρακτήρας τοῦ πολέμου «δὲν ἔχει ἀλλάξει ἀπὸ τὸ 1914» (σ. 321)· ἐνῶ διαχωρίζει τὴ θέση του ἀπὸ τὴν 4η Διεθνῆ, ὅταν αὐτή, ἀθετώντας γιὰ τὴν περίπτωση τῆς ΕΣΣΔ τὸν ἐπαναστατικὸ ντεφαιτισμό, καλεῖ στὴν ὑπεράσπισή της ὡς ἐργατικοῦ κράτους: γιὰ τὸν Στίνα «τὸ ρωσικὸ προλεταριάτο θὰ ὑπερασπίσει τὰ σύνορα μόνο (sic) ὅταν μ’ αὐτὸ θὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ὑπόθεση τοῦ Σοσιαλισμοῦ. Κι αὐτὸ θὰ γίνει δυνατὸ μόνο (sic) ὅταν ἀνατρέψει τὴν αἱμοσταγῆ βοναπαρτιστικὴ κλίκα καὶ ξεκαθαρίσει τὴ χώρα ἀπὸ τὴ γραφειοκρατικὴ λέπρα» (σ. 320, Ἀκροναυπλία 1940).

Ὡς πρὸς τὴν ἑλληνικὴ ἀντίσταση εἶναι ἀμείλικτα καταδικαστικός, μ’ ἐκείνη τὴν ἀκράδαντη, τὴ θρησκευτικὴ θὰ λέγαμε βεβαιότητα ποὺ ἔχει ὁ κάτοχος τῆς ἀπόλυτης ἀλήθειας. Ἔτσι θὰ χαρακτηρίσει «γεμάτο σωβινιστικὸ δηλητήριο» τὸ γράμμα μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Ζαχαριάδης καλοῦσε ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοὺς κομμουνιστὲς νὰ δώσουν ὅλες τους τὶς δυνάμεις γιὰ τὴν ἀπόκρουση τῆς ἰταλικῆς εἰσβολῆς (σ. 256). Καὶ μετὰ τὸν πόλεμο, στὸ «ἑνοποιητικὸ συνέδριο» τῶν τροτσκιστῶν (Ἰούλιος 1946), θὰ ἀποφανθεῖ: «Ὁ ΕΛΑΣ, ὅπως καὶ ὁ ΕΔΕΣ, ἦταν στρατοὶ ποὺ συνέχιζαν στὸ ἐσωτερικὸ τῆς χώρας τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν γερμανῶν καὶ τῶν ἰταλῶν. Αὐτὸ καὶ μόνο αὐστηρὰ καθορίζει τὴ στάση μας ἀπέναντί τους. Συμμετοχὴ στὸ κίνημα ἀντίστασης μὲ ὁποιοδήποτε πρόσχημα καὶ μὲ ὁποιοδήποτε δικαιολογητικὸ σημαίνει σημμετοχὴ στὸν πόλεμο» (σ. 386). «Ὅλη ἡ δράση τοῦ ΕΑΜ στὴν Ἑλλάδα ἦταν βαθιὰ ἀντιδραστική. Μ’ ὅλη του τὴν πολιτικὴ καὶ μ’ ὅλες του τὶς ἐνέργειες κατέστρεφε τὴν ταξικὴ σκέψη καὶ τὴν ταξικὴ συνείδηση τῶν ἐργατῶν. Ἐξαγρίωνε τὶς μᾶζες ἐναντίον τῶν γερμανῶν καὶ μαζὶ ἐξαγρίωνε καὶ τοὺς γερμανοὺς στρατιῶτες καὶ καθιστοῦσε ἀδύνατη τὴ συναδέλφωσή τους μὲ τοὺς ἕλληνες ἐργάτες. Οἱ περισσότερες δολοφονίες (sic) γερμανῶν δὲν εἶχαν ἄλλο σκοπό (sic: ὄχι συνέπεια, ἀλλὰ σκοπό) ἀπὸ τὸ νὰ προκαλοῦν ἄγρια ἀντίποινα τῶν ἀρχῶν κατοχῆς ποὺ μὲ τὴ σειρά τους ἐξαγρίωναν περισσότερο τὸν πληθυσμό» (σ. 386-7). Ἄλλωστε «τὰ στελέχη τοῦ ΕΑΜ μέσα στὶς πόλεις ἦταν στὴ μεγάλη τους πλειοψηφία ἐθνικιστὲς μικροαστοί» (σ. 387). Τὸ ΕΑΜ ἦταν στὴν ὀργανωτική του διάρθρωση καὶ στὴν κοινωνική του σύνθεση ὅ,τι ἀκριβῶς ἦταν καὶ στὴν πολιτική του. Ἕνα ἐθνικιστικὸ κίνημα στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἰμπεριαλιστικοῦ πολέμου» (σ. 388). «Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἐπαναστάτης μέσα στὸν πόλεμο κάνει νύξεις γιὰ τὴν καταπίεση τοῦ “ἐχθρικοῦ” ἰμπεριαλισμοῦ στὴ δική του χώρα, γίνεται θῦμα τοῦ στενοῦ ἐθνικιστικοῦ πνεύματος καὶ τῆς σοσιαλπατριωτικῆς μεθοδολογίας καὶ κόβει τοὺς δεσμοὺς ποὺ συνδέουν τὴ χούφτα τῶν ἐπαναστατῶν ἐργατῶν ποὺ ἔμειναν πιστοὶ στὴ Σημαία τους στὶς διάφορες χῶρες» (σ. 389-90, ὑπογρ. δική μας). «Ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῶν ναζὶ στὸ ἐσωτερικὸ τῶν κατεχομένων ἀπὸ τὴ Γερμανία χωρῶν ἦταν μιὰ ἀπάτη καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ συμμαχικὸς ἰμπεριαλισμὸς γιὰ νὰ κρατάει τὶς μᾶζες δεμένες στὸ πολεμικό του ἅρμα… Ὁ ἐργάτης τῆς κατεχόμενης χώρας, ποὺ πολεμοῦσε τοὺς ναζί, πολεμοῦσε γιὰ λογαριασμὸ τῶν δικῶν του ἐκμεταλλευτῶν καὶ ὄχι γιὰ τὴ δική του ὑπόθεση». Ἔτσι, «ἡ ἔκκληση στοὺς γερμανοὺς στρατιῶτες γιὰ συναδέλφωση μὲ τοὺς ἐργάτες τῶν κατεχομένων χωρῶν στὴν κοινὴ πάλη ἐναντίον τῶν ναζί, ἦταν γιὰ τὸν γερμανὸ στρατιώτη ἕνα ἀπατηλὸ τέχνασμα τοῦ συμμαχικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ» (σ. 390). «Τὸ καθῆκον τοῦ προλεταριακοῦ κόμματος μέσα σ’ αὐτὲς τὶς συνθῆκες εἶναι ἡ ὄξυνση τῆς πάλης του ἐναντίον τῶν ἐθνικιστικῶν ὀργανώσεων καὶ νὰ προφυλάξει τὴν ἐργατικὴ τάξη ἀπὸ τὸ ἀντιγερμανικὸ μίσος καὶ τὸ ἐθνικιστικὸ δηλητήριο… Οἱ ἐπαναστάτες διεθνιστές… ἀντὶ νὰ καταφέρονται ἐναντίον τῶν ἰταλῶν καὶ τῶν γερμανῶν, ἐξηγοῦν τὶς αἰτίες τοῦ πολέμου, τοῦ ὁποίου ἀναπόφευκτες συνέπειες εἶναι ὅλες οἱ βαρβαρότητες ποὺ ζοῦμε, ἀποκαλύπτουν μὲ θάρρος τὰ ἐγκλήματα τοῦ “δικοῦ τους” ἰμπεριαλιστικοῦ συγκροτήματος καὶ τῆς ἐθνικῆς μπουρζουαζίας, τῆς ὁποίας ἐκπρόσωποι εἶναι οἱ διάφορες ἐθνικιστικὲς ὀργανώσεις, καλοῦν τὶς μᾶζες στὴ συναδέλφωση μὲ τοὺς ἰταλοὺς καὶ γερμανοὺς στρατιῶτες γιὰ ἀπὸ κοινοῦ πάλη γιὰ τὸ σοσιαλισμό. Τὸ προλεταριακὸ κόμμα καταδικάζει ὅλους τοὺς πατριωτικοὺς ἀγῶνες ὁσοδήποτε μαζικὸ χαρακτήρα κι ἂν ἔχουν καὶ ὁποιεσδήποτε μορφὲς κι ἂν παίρνουν, καὶ καλεῖ ἀνοιχτὰ τοὺς ἐργάτες νὰ ἀπέχουν ἀπ’ αὐτούς» (σ. 393-94). Καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς ἐν παραλλαγαῖς.

Ἀλλὰ πέρα ἀπὸ τὸν καταγγελτικὸ λόγο, σὲ τί συνίσταται πρακτικὰ ἡ συμβολὴ τῆς δικῆς τους ὁμάδος στὴν ὅλη ὑπόθεση; «Προκηρύξεις, φέιγ βολὰν κυκλοφοροῦν κατὰ χιλιάδες, συνθήματα στοὺς τοίχους, ἐκκλήσεις μὲ χωνιὰ ἀκούγονται τὶς νύχτες. Ὁ κόσμος ἀκούει, βλέπει καὶ διαβάζει ἄλλα πράγματα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ τὸν ἔχουν συνηθίσει οἱ σταλινικοὶ καὶ οἱ ἄλλες ἐθνικιστικὲς ὀργανώσεις. Ἀντὶ γιὰ τὰ συνθήματα τοῦ ἐθνικιστικοῦ μίσους, τὰ ἀθάνατα συνθήματα τῆς συναδέλφωσης τῶν λαῶν», ὅπως: «ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἀνθρωποσφαγή, τὴν ἐρήμωση καὶ τὸ χάος εἶναι ὁλόκληρος ὁ καπιταλισμὸς καὶ ὄχι ἡ μία μόνο μεριά του»· «συναδέλφωση ἑλλήνων ἐργατῶν μὲ τοὺς γερμανοὺς καὶ ἰταλοὺς στρατιῶτες στὴν κοινὴ πάλη γιὰ τὸ σοσιαλισμό»· «ἡ ἐθνικὴ ἑνότητα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο  (sic) ἀπὸ τὴν ὑποταγὴ τῶν ἐργατῶν στοὺς ἐκμεταλλευτές τους»· «μόνο ἡ ἀνατροπὴ τοῦ καπιταλισμοῦ θὰ ἐξασφαλίσει τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου»· «ζήτω ἡ παγκόσμια Σοσιαλιστικὴ Ἐπανάσταση» (σ. 379-380). «Κατορθώναμε γερμανικὰ γραμμένες διεθνιστικὲς προκηρύξεις νὰ τὶς ρίχνουμε στοὺς γερμανικοὺς στρατῶνες ποὺ βρίσκαμε στὴν περιοχὴ Ἀττικῆς» γράφει, ὅπως εἴδαμε, καὶ ὁ Καστοριάδης (ὅ.π., σ. 146).

Φυσικὰ αὐτὰ ἀπευθύνονταν κυρίως στοὺς ἕλληνες ἐργάτες ποὺ ὄφειλαν νὰ ἀπευθυνθοῦν μὲ τὴ σειρά τους στοὺς Γερμανούς, κι ἐν συνεχείᾳ τὴ σκυτάλη νὰ παραλάβει τὸ γερμανικὸ προλεταριᾶτο, ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ ἀφυπνιστεῖ ἡ δυνητικὰ ἐπαναστατικὴ ταξική του συνείδηση. Κι αὐτὸ θὰ ἐπιτυγχανόταν μόνο μὲ τὸ ἔμπρακτο παράδειγμα τοῦ ἑλληνικοῦ προλεταριάτου, ποὺ θὰ ἀποτελοῦσε κατοπτρικὸ εἴδωλο αὐτῆς τῆς συνείδησης: «Μόνο τὸ παράδειγμα, δηλαδὴ ἡ πάλη ἐναντίον τῆς “δικῆς μας” μπουρζουαζίας, ποὺ μέσα στὶς συνθῆκες τῆς κατοχῆς συγκεκριμενοποιοῦνταν στὴν πάλη ἐναντίον τῶν ἐθνικιστικῶν ὀργανώσεων, θὰ μποροῦσε νὰ ἀφυπνίσει τὴν ταξικὴ συνείδηση τῶν στρατευμένων γερμανῶν ἐργατῶν καὶ νὰ κάνει δυνατὴ τὴ συναδέλφωση καὶ τὴν πάλη τοῦ γερμανικοῦ προλεταριάτου ἐναντίον τοῦ Χίτλερ» (σ. 390).

 

Ἱστοριόληπτη ἰδεολογία

Στὴν προκειμένη περίπτωση αὐτὸ ἐσήμαινε πάλη ἐναντίον τῶν ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ κ.λπ., καὶ γενικὰ τῆς ἁπανταχοῦ στὴν Εὐρώπη ὀργανωμένης ἀντίστασης, καὶ βέβαια ὄχι ἐναντίον τῶν ἐγκάθετων ἀπὸ τοὺς ναζῆδες κυβερνήσεων, διότι θὰ ἦταν σὰν νὰ τὰ ἔβαζαν καὶ μὲ τοὺς ἴδιους τοὺς Γερμανούς, πρᾶγμα ποὺ θὰ «ἐξαγρίωνε» τὸν ἔνστολο γερμανὸ προλετάριο καὶ θὰ παρεμπόδιζε τὴν ἀφύπνιση τῆς ταξικῆς του συνείδησης. Δηλαδὴ δὲν ἐπρόκειτο κἂν γιὰ διμέτωπο ἀγώνα. Τὸ ἴδιο, ἄλλωστε, καὶ μὲ τὴν κατὰ κυριολεξίαν μπουρζουαζία, ὁπότε γεννιέται ἡ ἀπορία: Ἐνάντια σὲ ποιάν «ἐθνικὴ μπουρζουαζία» θὰ μποροῦσα νὰ στραφοῦν, ἀφοῦ οἰκονομία καὶ κράτος ἐλέγχονταν ἀπὸ τοὺς κατακτητές, ποὺ πάλι θὰ ἐθίγονταν κατ’ ἀνάγκην κι οἱ ἴδιοι, καὶ μᾶλλον θὰ «ἐξαγριώνονταν» περισσότερο παρὰ θὰ ἐπαναστατοῦσαν ἐναντίον τοῦ ναζιστικοῦ καθεστῶτος ποὺ εἶχε ὑποτάξει καὶ τὴ δική τους «ἐθνικὴ μπουρζουαζία». Μιὰ τέτοια πάλη, ἂν ἤθελε νὰ εἶναι συνεπής, τοὺς ναζὶ ἔπρεπε νὰ ἔχει πρῶτο καὶ κύριο στόχο της· ἀλλὰ δεδομένου τοῦ μονόπλευρου καί, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω, ἐντελῶς ἀνεδαφικοῦ χαρακτήρα αὐτῆς τῆς προπαγάνδας, ἐξ ἀντικειμένου καὶ ἀφαιρουμένων τῶν προθέσεων δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ λειτουργήσει, ἁπλῶς καὶ μόνο, σὰν πέμπτη φάλαγγα στὸν ἀγῶνα τῶν ἄλλων.

Γι’ αὐτό, καὶ παρὰ τὴν εὐψυχία καὶ τὴν ἐπαναστατική τους θέρμη, ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ εἶναι κινδυνευτὲς σὲ μιὰ ἤδη μακρὰ πορεία διαρκοῦς κινδυνοδρομίας (τουλάχιστον τὰ ἐργατικὰ στελέχη τῆς Ὁμάδας, ποὺ ἦταν καὶ τὰ πιὸ παλιά), μὲ διώξεις, φυλακές, ξυλοδαρμοὺς καὶ ποικίλη κακοπάθεια –καὶ μὲ κατάληξη στὸν θάνατο γιὰ ὁρισμένους–, οὐσιαστικὰ ἦταν ἀνενεργοί, ἐλλείψει στοιχειώδους ἀντικρύσματος στὴν πραγματικότητα τοῦ πολέμου καὶ τῆς Κατοχῆς. Καὶ θὰ λέγαμε μάλιστα, ἂν δὲν ἐγγυῶνταν τὴν πίστη τους μὲ τὴν ἴδια τους τὴ ζωή, ὅτι, ἐλλείψει δυνατότητος γιὰ πραγματικὸ πεδίο ἀσκήσεως, ἡ δράση τους ἔμενε ἄσκηση ἐσωστρεφὴς ἐπὶ θεωρητικοῦ ἐπαναστατικοῦ χάρτου, μέσα ἀπὸ διασκέψεις, συνδιασκέψεις, ἀποχωρήσεις, μεταστάσεις, συνελεύσεις, ἀποσχίσεις, διασπάσεις κι ἐπανενοποιήσεις, μέχρι ποὺ συρρικνώθηκαν σὲ μιὰ χούφτα ζηλωτῶν (φονταμενταλιστῶν, θὰ λέγαμε σήμερα), οἱ ὁποῖοι διαφύλασσαν τὴν καθαρότητα τοῦ ἀρχέτυπου δόγματος: Πιστοὶ στὴν ἀφηρημένη ἄλγεβρα τῆς Ἐπανάστασης –ποὺ χειριζόταν in vitro μᾶζες καὶ μεγέθη ἱστορικά–, ἔμεναν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος μοναχικοί, μόνοι κι ἀπομονωμένοι, συμμεριζόμενοι τὴ μοῖρα κάθε σέχτας πού, πεπεισμένη γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς δικῆς της ἀλήθειας ὡς ἀπόλυτης καὶ μοναδικῆς, αὐτοπροσδιορίζεται σὰν τὸ κέντρο τοῦ κόσμου, ἔχοντας τὴν αὐταπάτη τῆς δυνητικῆς μαζικότητος. Στὴν πραγματικότητα, μιὰ χούφτα ἦταν καὶ μιὰ φούχτα ἔμειναν, συνεπεῖς σὲ μιὰν ἱστοριόληπτη ἰδεολογία ποὺ τὴν ἤθελαν παντὸς καιροῦ, ἀλλὰ ποὺ ἀποδεικνυόταν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴ ἐκτὸς τόπου, χρόνου καὶ πραγματικότητος, καθιστώντας ἔμπρακτη καὶ τὴ δράση: «Μιὰ χούφτα ἐπαναστατῶν ἐργατῶν ποὺ ἔμειναν πιστοὶ στὴ Σημαία τους στὶς διάφορες χῶρες μέσα σ’ αὐτὴ τὴν κόλαση ποὺ ἔριξε τὴν ἄνθρωπότητα ὁ ἀποσυντιθέμενος καπιταλισμός» (σ. 390), ἀναγνωρίζει ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ὁ Στίνας, διεκδικώντας ταυτόχρονα μὲ ὑπερηφάνεια τὰ πρωτεῖα γιὰ τὴ δική του Ὁμάδα: «Σήμερα ξέρουμε ὅτι δὲν ὑπῆρξε σ’ ὅλον τὸν κόσμο ἄλλη ὁμάδα ποὺ μὲ τόση σαφήνεια, θάρρος καὶ ἀδιαλλαξία νὰ ὑποστήριζε τὶς ἀρχὲς τοῦ ἐπαναστατικοῦ ντεφαιτισμοῦ μέσα στὶς ἐφιαλτικὲς συνθῆκες τῆς δεύτερης ἰμπεριαλιστικῆς σφαγῆς… Ναί, ἤμαστε ἡ μόνη σ’ ὅλον τὸν κόσμο πολιτικὴ ὁμάδα ποὺ σὲ συνθῆκες ἀπείρως πιὸ δύσκολες καὶ πιὸ γεμάτες κινδύνους ἀπ’ αὐτοὺς τοῦ 1914-18, συνεχίζαμε τὴν ἡρωικὴ παράδοση τῆς Λούξεμπουργκ καὶ τοῦ Λῆμπκνεχτ».

Μόνοι, λοιπόν, erga omnes, ἐνάντια σ’ ὅλα τὰ ἐθνικοαπελευθερωτικὰ ἀντιστασιακὰ κινήματα τῆς σκλαβωμένης Εὐρώπης, μὲ ἀπόλυτη πεποίθηση στὴν ὀρθότητα τῆς «γραμμῆς» καὶ ἀναμένοντας τὴν ἡφαιστειακὴ ἔκρηξη τῆς προλεταριακῆς ἐπανάστασης στὸ στερέωμα τῆς Ἱστορίας σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές. Ἡ ἀπογοήτευση στάθηκε εὐθέως ἀνάλογη πρὸς τὸ μέγεθος τῆς προσδοκίας, καθὼς καὶ τῆς «ὀχτωβριανῆς νοσταλγίας» ποὺ τὴν τροφοδοτοῦσε: «Ὁ πόλεμος ἔληξε καὶ ἡ ἐπανάσταση πουθενὰ στὸν κόσμο δὲν κάνει τὴν ἐμφάνισή της» (σ. 409). Ὡστόσο: «ἐξακολουθήσαμε νὰ ἔχουμε ἐλπίδες, πιστεύαμε πὼς μέσα ἀπὸ τὸ χάος, τὰ ἐρείπια καὶ τὴν πείνα, θὰ ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της ἡ σωτήρια ἐπανάσταση… Ὁ μόνος ποὺ δὲν ἦταν σύμφωνος, ποὺ δὲν εἶχε δηλαδὴ αὐταπάτες, ἦταν ὁ Καστοριάδης. Ἄλλη γενιὰ κι ὄχι αὐτή, μᾶς ἔλεγε, θὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ ξανασηκώσει τὴ σημαία τῆς ἐπανάστασης… Μείναμε γιὰ ἀρκετὸ διάστημα μ’ αὐτὴ τὴν ἐλπίδα, περιμένοντας ἀπὸ μέρα σὲ μέρα τὴν Ἐπανάσταση» (σ. 432), γράφει τὸ 1946, κάνοντας καὶ τὴν αὐτοκριτική του: Οἱ δύο βασικοὶ λόγοι τῆς ἀποτυχίας ἦταν: ἀφ’ ἑνὸς ἡ ρομποτοποίηση «κατὰ τετράδες καὶ μὲ παραγγέλματα» τῶν μαζῶν ἀπὸ τὸν Χίτλερ καὶ τὸν Στάλιν, ποὺ ἐμπόδισε τὴν ἀφύπνιση τῆς ταξικῆς συνείδησης τῶν ἐργατῶν καὶ ἀχρήστευσε τὸ ἐπαναστατικὸ κίνημα· καὶ ἀφ’ ἑτέρου: «ἡ στρατιωτικὴ κατοχὴ ὁλόκληρης σχεδὸν τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τὰ γερμανικὰ στρατεύματα εἶχε δημιουργήσει ἀνυπέρβλητες ἀντικειμενικὲς καὶ ὑποκειμενικὲς δυσκολίες γιὰ τὴν ἀνασυγκρότηση τοῦ κινήματος καὶ τὴν ἀφύπνιση τῆς ταξικῆς συνείδησης τῶν μαζῶν. Μέσα στὴν κατοχή, οἱ μᾶζες δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν ἄλλον ὑπεύθυνο τῆς φρικτῆς τους κατάστασης ἀπὸ τοὺς γερμανούς. Τὰ κτηνώδη μέτρα τῶν ἀρχῶν κατοχῆς, ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις τὰ προκαλοῦσαν οἱ σταλινικοί, ἔδιναν τροφὴ στὸ ἐθνικιστικὸ μίσος καὶ δύναμη στὴν ἐθνικιστικὴ προπαγάνδα» (σ. 409).

Ἔτσι, ἀκόμα καὶ στὴν ὑστερόφωνη αὐτὴ ἀναγνώριση τῶν αὐταπατῶν, φωλιάζουν παρόμοιες αὐταπάτες, κι ἡ αὐτοκριτική, ἀντὶ γιὰ ἔναυσμα εὐρύτερης στοχαστικῆς ἀνακυττάρωσης, παραμένει ἀνένδοτα μονοκυτταρική, ἀποβαίνοντας ἑτερομομφισμὸς ποὺ μεταθέτει εὐθῦνες καὶ παρατείνει τὸ ἴδιο ἰδεολογικὸ «σκότωμα», τὸ ἴδιο ἔλλειμμα κεντρικοῦ ὀπτικοῦ πεδίου.

 

Διότι ἐδῶ πρόκειται γιὰ ἰδεολογία μὲ τὴν πιὸ πυκνὴ σημασία τοῦ ὅρου, ὅπου ὁλόκληρη ἡ πραγματικότητα κλείνεται σ’ ἕνα συνεκτικὸ σύστημα ἰδεοθυμικῶν κατηγοριῶν, ἐνῶ τὸ θυμικὸ στοιχεῖο δὲν περιορίζεται ἁπλῶς νὰ κινητροδοτεῖ τὴ γνωστικὴ πράξη –πρᾶγμα φυσικὸ καὶ ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ γιὰ τὴν ἔρευνα καὶ τὴ γνώση–, ἀλλὰ ὑπάγει εὐθέως τὴν πραγματικότητα στὴν ἐπιθυμία, τὶς διαπιστώσεις στὴν ἀπορρέουσα ἀξιολογία, τὸ ἐφικτὸ στὸ εὐκταῖο, συνιστώντας θεωρητικὴ κρυστάλλωση ψευδοῦς, ὅπως λέμε στὴν κοινωνιολογία, συνειδήσεως, ποὺ ἑνοποιεῖ πεδία ἑτερογενῆ, ἐξομοιώνει κατ’ ἀναλογίαν καταστάσεις ἀνόμοιες, καὶ ἀπολυτοποιεῖ ἀρχές, παραδείγματα καὶ συνθῆκες ποὺ μόνο στὴ σχετικότητά τους ὡς πηγῶν ἐλεύθερης ἔμπνευσης μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν τὴν πράξη καὶ ὄχι ὡς αὐτούσια ἀναπαραγωγή. Εἶναι ἡ περίπτωση ὅπου ἡ ἱδρυτικὴ ἰδέα, συνυφασμένη μὲ τὸ ἐναρκτήριο γεγονός, δένεται συμπαγῶς σὲ δόγμα ποὺ ἀψηφᾶ χρόνο καὶ συνθῆκες καὶ φέρνει τὸν κόσμο στὰ μέτρα τῆς ἀπότοκης ἰδεολογικῆς φαντασίωσης, ποὺ παρίσταται πλέον πιὸ πραγματικὴ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πραγματικότητα ἡ ὁποία τὴ διαψεύδει.

Ὅμως ἡ ἀνυποταξία τοῦ πραγματικοῦ στὴν κατὰ πιστὴν ἀναλογία προσέγγιση ποὺ ἐγκλωβίζει τὸν χρόνο σ’ ἕνα παρελθοντικὸ παρὸν ἤ –πρᾶγμα ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο– σ’ ἕνα πολιτικὸ ἢ θρησκευτικὸ θέσφατο, συντελεῖ ὥστε ἄλλη νὰ εἶναι ἡ ἐπιδίωξη κι ἄλλα τὰ παραγόμενα ἀποτελέσματα, κάποτε μάλιστα καὶ ὡς συνέπεια παράπλευρη ποὺ ἀναλαμβάνει τὴν κύρια σημασία. Κλασικὸ παράδειγμα ψευδοῦν συλλογικῆς συνειδήσεως στὴν Ἱστορία, εἶναι ὁ προτεσταντισμὸς ὅπως τὸν ἀνέλυσε ὁ Βέμπερ, ὅπου οἱ πιστοί, ὑπὸ τὸ ἀγχογόνο δόγμα τοῦ προκαθορισμοῦ, ἐπιδίωκαν μονοδιάστατα ἐργασία – ἀποταμίευση – ἐγκράτεια, μὲ σκοπὸ νὰ μάθουν, μέσα ἀπὸ τὴν ἀπόκτηση τοῦ πλούτου, ἂν συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν σωσμένων ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ τῶν ἀποδοκιμασμένων· στὴν πραγματικότητα, αὐτὸ ποὺ πράγματι παρῆγαν στὴν ἱστορικὴ σκηνὴ ἦταν ὁ καπιταλισμός, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀκριβῶς ἠθικὴ γιὰ νὰ ἀναπτυχθεῖ σ’ ἐκεῖνο του τὸ στάδιο.

 

Ἀναντίστοιχες ἀντιστοιχίες

Ἐξισώνοντας τὸν Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μὲ τὸν Πρῶτο, ἡ Ὁμάδα τοῦ Στίνα ἀστοχεῖ διπλᾶ: καὶ ὡς πρὸς τὸν χαρακτήρα του, καὶ ὡς πρὸς τὶς βατὲς δυνατότητες γιὰ ἐπαναστατικὸ ντεφαιτισμὸ κατὰ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ προλεταριακοῦ διεθνισμοῦ.

Πράγματι, στὴν Πρώτη παγκόσμια ἀνθρωποσφαγή, οἱ ἰμπεριαλιστικὲς δυνάμεις συγκρούονταν γιὰ τὴν ἐπαναχάραξη συνόρων καὶ τὸ ξαναμοίρασμα τοῦ κόσμου μέσα ἀπὸ προσαρτήσεις, ἐπεκτάσεις, ἀποσπάσεις ἐδαφῶν ἢ ἐπανενώσεις πληθυσμῶν κ.λπ., ὅπου παράλληλα μὲ τὸ ἐθνικιστικὸ παραλήρημα τῶν ἴδιων τῶν διαβουκολημένων μαζῶν (κυρίως σὲ Γαλλία καὶ Γερμανία) καὶ τὴν πολεμοκαπηλία τῶν συνήθων κερδοσκόπων καὶ πατριδορρητόρων, ἐτέθησαν ἐπὶ τάπητος χρονίζοντα ἐθνοτικοαπελευθερωτικὰ αἰτήματα ἐγκλωβισμένων ἢ καταπιεσμένων πληθυσμῶν – ἄλλωστε αὐτὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ θρυαλλίδα ἂν ὄχι κι ἡ αἰτία τῆς σύρραξης.

Ὁ πόλεμος αὐτός, ποὺ ὡστόσο καμμιὰ ἀπὸ τὶς ἐμπλεκόμενες μεγάλες δυνάμεις δὲν τὸν ἤθελε ἐκτεταμένο, γενικεύτηκε ραγδαῖα, ὑπακούοντας σὲ μιὰ ψυχοδυναμικὴ ἐθνικιστικῆς ἐξάρσεως, στὴν κλιμάκωση τῆς ὁποίας οἱ κυβερνήσεις παγιδεύτηκαν ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴν πολεμοεπῆ πλειοδοσία, δρασκελώντας κάθε φορὰ κι ἀπὸ ἕναν ἀναβαθμό, ποὺ τὰ ντοπαρισμένα ἀπὸ τοὺς ἐθνοπολεμοκάπηλους πλήθη καθιστοῦσαν σημεῖο μὴ ἐπιστροφῆς, κάνοντας τὸ ἑκάστοτε βολιδοσκοπικὸ βῆμα ἀνυποχώρητο. Ἦταν ἰμπεριαλιστικὸς πόλεμος μεταξὺ δημοκρατιῶν, καθεστώτων μοναρχικῶν καὶ δικτατοριῶν, γιὰ οἰκονομικά, γεωπολιτικὰ καὶ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅπου ὡστόσο οἱ κοινωνικὲς τάξεις συνέχιζαν νὰ διατηροῦν τὰ προστατευτικά τους περιγράμματα, τὸ κοινωνικό τους στάτους καὶ μιὰ προσιδιάζουσα συνείδηση συμφερόντων, καθὼς καὶ δυνατότητες διαπραγματευτικές, ὅσο κι ἂν συντήκονταν περιστασιακὰ σὲ μᾶζες ἐθνικιστικὰ ἐξημμένες – κι αὐτὸ ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν προδοσία τῶν ἀρχῶν τοῦ διεθνισμοῦ ἀπὸ τὰ σοσιαλιστικὰ κόμματα.

Μὲ τὸν ναζισμὸ τὸ πρᾶγμα περνάει σὲ ἄλλες κλίμακες καὶ σὲ ριζικὰ διαφορετικὴ ποιότητα. Διότι ἐδῶ δὲν συγκρούονταν ἁπλῶς ἰμπεριαλιστικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ κινδύνευαν καίρια τὰ ἴδια τὰ θεμέλια τοῦ πολιτισμοῦ. Ἂν σὲ κάθε πόλεμο ἀναδεύονται σκοτεινοὶ βυθοὶ τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καὶ ἀναστέλλονται οὐσιώδη κεκτημένα τοῦ πολιτισμοῦ, ἐδῶ ἐπρόκειτο γιὰ ὁλοκληρωτικὴ παλινδρόμηση στὴν πιὸ ἀρχαϊκὴ καὶ ζοφερὴ βαρβαρότητα. Διότι ὁ ναζισμὸς ἐνσάρκωνε τὸν ἀπόλυτο ζόφο, τὸ ἀπόλυτο ἠθικὸ κακό: τὴν ἐν ψυχρῷ προγραμματικὴ καὶ ὀρθολογικὰ σχεδιασμένη καὶ μὲ βιομηχανικὴ ἀποτελεσματικότητα γενοκτονικὴ ἐξόντωση ἑκατομμυρίων ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων ὄχι γιὰ κάτι ποὺ ἔπραξαν ἀλλὰ γι’ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἢ γι’ αὐτὸ ποὺ ἐπίστευαν: Ἑβραῖοι, Τσιγγάνοι, ὁμοφυλόφιλοι, χιλιαστές, διανοητικὰ ἢ σωματικὰ ἐλλειμματικοὶ καὶ ποικίλοι περιθωριακοί, ἀνεξαρτήτως φύλου καὶ ἡλικίας, ἔπρεπε νὰ ἐξαφανιστοῦν ἀπὸ προσώπου γῆς, οἱ δὲ ἄλλοι λαοὶ νὰ ὑπηρετοῦν τοὺς ἀρίους αὐθέντες ποὺ θὰ ἀναπαράγονταν εὐγονικῶς. Αὐτὸ ἦταν τὸ πρόταγμα τοῦ χιλιόχρονου Γ΄ Ράιχ, ριζικὸς ἀνορθολογισμὸς διὰ τῆς ἀπόλυτης ἐργαλειακῆς ὀρθολογικότητος, καὶ ὁ Χίτλερ –αὐτὸ τουλάχιστον πρέπει νὰ τοῦ ἀναγνωριστεῖ– δὲν τὸ ἔκρυψε ποτὲ ὡς στρατηγικό του σκοπό: Μετὰ τὸ ἀποτυχὸν πραξικόπημα τοῦ Μονάχου (1923), ἐκμεταλλεύτηκε τὸν χρόνο τῆς φυλακῆς γιὰ νὰ συγγράψει τὸ Ὁ Ἀγών μου (ἑλ. ἔκδ. Ζάρβανος, Ἀθ. 1961, μτφρ. Α. Πάγκαλος – Δημ. Κωστελένος), εὐαγγέλιο τῆς ναζιστικῆς πίστης, ὅπου ἐξέθετε ἀπερίφραστα καὶ λεπτομερῶς τὴν ἁδρεπήβολη σύλληψη τῶν γερμανικῶν πεπρωμένων. Καὶ ἀνεβαίνοντας στὴν ἐξουσία, ἄρχισε, πρὶν ἀκόμα ἀπὸ τὸν πόλεμο, νὰ ἐφαρμόζει σταδιακὰ τὸ προγραμματικό του σχέδιο, στὸ ὁποῖον Ὁ Ἀγών μου εἶχε προκαταβάλει τὴν πλήρη του προοπτική, ποὺ στάδιό της ἐνδιάμεσο ἦταν ἡ «Τελικὴ Λύση». Ὁμολογουμένως, ὁ Χίτλερ δὲν ξεγέλασε παρὰ μόνον ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν τάση νὰ ξεγελαστοῦν, καὶ ποὺ ἔσπευσαν στὸ Μόναχο γιὰ νὰ σώσουν τὴν εἰρήνη, θυσιάζοντας τὴν Τσεχοσλοβακία (29.9.38) καὶ διευκολύνοντας τὴ «Νύχτα τῶν κρυστάλλων» ἕνα μήνα μετά.

Ὅπως παρατηρεῖ ἡ Χάνα Ἄρεντ (Le système totalitaire, 1951, γαλ. ἔκδ. Seuil, 1972), ὁ ναζισμὸς ἦταν ἀπολύτως ἰδιάζον φαινόμενο ποὺ ἀναγκαιοῦσε, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὁ σταλινισμός, καινούργια ἐννοιολογικὰ ἐργαλεῖα γιὰ νὰ συλληφθεῖ καὶ νὰ κατανοηθεῖ. Διότι ἂν ὁ μεσοπόλεμος χαρακτηριζόταν ἀπὸ συνήθεις δικτατορίες λίγο πολὺ σκληρές, στρατιωτικὲς ἢ τοῦ μοναδικοῦ κόμματος (Σλοβακία, Ρουμανία, Πολωνία, Βαλτικὲς χῶρες, Οὑγγαρία, Πορτογαλία, Ἱσπανία, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας), ὁ ναζισμός, ἀντίθετα, δὲν ἦταν ἁπλῆ δικτατορία. Ἦταν κίνημα ὁλοκληρωτικό, καθεστὼς ἀπόλυτης κυριαρχίας ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης, ἐπὶ σωμάτων καὶ ψυχῶν («ὅποιος δὲν εἶναι μαζί μας εἶναι ἐναντίον μας»), ποὺ στηρίχθηκε σὲ δύο πυλῶνες: Ἀφ’ ἑνός, στὴν πλήρη κατάρρευση τοῦ συστήματος τῶν κοινωνικῶν τάξεων καὶ τὴ μετατροπή τους σὲ μάζα, ἀπογοητευμένη ἀπὸ τὰ ἀνήμπορα νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴ φοβερὴ οἰκονομικὴ κρίση κόμματα· καὶ ἀφ’ ἑτέρου, στὴν ἐξαγγελία ἑνὸς ἀναφλεκτικὰ ψυχοδυναμικοῦ ἰδεαλισμοῦ, ποὺ ἀνέτεινε πρὸς μιὰ προοπτικὴ ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως, καὶ δὴ ἐθνοφυλετικῆς ἀνωτερότητος καὶ ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν ἄλλων λαῶν, ἡ ὁποία ἀναπτέρωνε τὸ καταρρακω­μένο ἠθικὸ τῆς ταπεινωμένης Γερμανίας καὶ δημιουργοῦσε ἑνιαία συνείδηση ἐθνικοῦ πεπρωμένου πέραν ἀκριβῶς κοινωνικῶν τάξεων καὶ ὁμάδων.

Ἔτσι, ὁ Χίτλερ ὀργάνωσε μᾶζες –καὶ ὄχι τάξεις ὅπως ἔκαναν τὰ κόμματα στὶς δημοκρατίες–, ποὺ ἀπορροφοῦσαν τὰ μοναχικὰ κι ἀπροστάτευτα ἄτομα μιᾶς ἤδη μοριοποιημένης καὶ καταρρέουσας κοινωνίας, ὅπου αὐτά, μὴ ἔχοντας πλέον ἄλλους κοινωνικοὺς δεσμούς, ἦταν πρόσφορα νὰ συγχωνευτοῦν στὴν «ἀρνητικὴ ἀλληλεγγύη τῆς μάζας» (Χ. Ἄρεντ), γύρω ἀπὸ μιὰ βούληση ἀποφασισμένη κι ἕνα πανίσχυρο ἀνορθωτικὸ κράτος. Καὶ τὸ ὑπέρογκο ἰδεαλιστικὸ ὅραμα τὸ ἐξυπηρέτησε μὲ δύο κυρίως τρόπους. Πρῶτον, μὲ τὴν ὀργάνωση θεσμικῶν μορφωμάτων ἰσχυρὰ δομημένης συλλογικότητος, ὅπως ἡ γενίκευση τῆς στρατιωτικῆς θητείας, τὰ τάγματα ἐργασίας, οἱ στρατιωτικὰ πειθαρχημένες ὀργανώσεις νεολαίας, καὶ φυσικὰ τὸ ὑπερταξικὸ ναζιστικὸ κόμμα-κράτος ποὺ ὑπέταξε ἐργάτες καὶ ἀστούς. Καὶ δεύτερον, μὲ τὴ μαζικὴ προπαγάνδα, τὴν ὁποία εἶχε φθάσει σὲ ἀνήκουστα μέχρι τότε ἐπίπεδα ἀποτελεσματικῆς πλαναισθησιογονίας (Ὁ Ἀγών μου, ὅ.π., τ. Α΄, κεφ. 6: «Ἡ προπαγάνδα τοῦ πολέμου»).

Ἔτσι, ἡ ναζιστικὴ ἰδεολογία τοῦ γερμανικοῦ γιγαντοϊδεατισμοῦ, ὄντας αὐτονομημένη ἀπὸ τὴν πραγματικὴ πραγματικότητα τῆς Ἱστορίας, ἦταν κόσμος μέσα στὸν κόσμο, οὕτως ὥστε ἡ μόνη συνείδηση, ἑνιαία καὶ ὁλοκληρωτική, ἦταν ἀποκλειστικὰ αὐτὴ τοῦ φυλετικοῦ παγγερμανισμοῦ, ποὺ ἀπορροφοῦσε τὶς ἐπιμέρους ταξικὲς συνειδήσεις καὶ μετέτρεπε τὰ ἄτομα σὲ φανατισμένα ἐνεργούμενα, ἐγκλωβισμένα στὸν πιὸ ἀπόλυτο κομφορμισμό, ἐναρμονισμένον μὲ τὰ ἀνανεωμένα ἀντανακλαστικὰ τοῦ πρωσσικοῦ μιλιταρισμοῦ, τῆς λατρείας τοῦ κράτους καὶ τῆς σιδηρᾶς πειθαρχίας – ὑπερήφανους στρατιῶτες τοῦ πιὸ δυνατοῦ στρατοῦ ποὺ γνώρισε ποτὲ ὁ κόσμος, πρόθυμους νὰ σκοτώσουν καὶ νὰ σκοτωθοῦν, κι αὐτὸ μέχρι τελικῆς πτώσεως καὶ καταστροφῆς.

Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν γιὰ τοὺς ἔνστολους προλετάριους τοῦ Στίνα, στοὺς ὁποίους ἀπευθύνονταν οἱ ἕλληνες ἐργάτες ἢ οἱ ἀνεύρετοι γερμανοὶ διεθνιστὲς γιὰ νὰ ἀφυπνίσουν ἐπαναστατικὰ μιὰ ταξικὴ συνείδηση ποὺ λαγοκοιμόταν, ἀλλὰ γιὰ ἀφιονισμένους πολεμιστές, ἀδιάβροχους σὲ κάθε διαφορετικὴ ἐμπειρία ἢ ἐπιχείρημα, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπαν τοὺς ἄλλους σὰν ἐμπόδια καὶ σκουπίδια ποὺ ἔπρεπε νὰ σαρωθοῦν. Σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, οἱ βεβαιότητες, ἀπότοκες ἰσχυρῶν ἰδεοθυμικῶν καθηλώσεων, συνιστοῦσε πίστεις ποὺ προϋπάρχουν τῶν ἀποδείξεων καὶ εἶναι κλειστὲς σὲ ὅ,τι ἐνδέχεται νὰ τὶς ἀνατρέψει – ὅπως ἄλλωστε κι οἱ βεβαιότητες τοῦ ἴδιου τοῦ Στίνα.

 

Πρόκειται γιὰ τὴ ρομποτοποίηση, τὴν ὁποία ἀνακάλυψε ἀναδρομικὰ καὶ ὁ Στίνας ἀλλὰ χωρὶς νὰ βγάλει, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, τὰ συμπεράσματα γιὰ τὴ δική του στάση: στάση ἀνοξείδωτης ἐμμονῆς στὴν ἀρχέτυπη Γραφή, ποὺ ἀπαιτοῦσε ἀπαρέγκλιτη ἐφαρμογὴ τῆς ἴδιας ἀρχῆς καὶ πανομοιότυπη ἀναπαραγωγὴ τοῦ ἴδιου μυθικοῦ γεγονότος κάτω ἀπὸ συνθῆκες ἐντελῶς διαφορετικές. Ἔτσι, ἀκόμα καὶ μετὰ τὸν πόλεμο, τὸ 1946, ὅταν ἡ ναζιστικὴ θηριωδία εἶχε πλέον ἀποκαλυφθεῖ σ’ ὅλη της τὴν ἔκταση, ἡ Ὁμάδα τοῦ Στίνα συνέχισε νὰ αὐταπατᾶται ὡς πρὸς τὸν χαρακτήρα τοῦ πολέμου καὶ νὰ ὑποστηρίζει τὴ στάση τοῦ ἐπαναστατικοῦ ντεφαιτισμοῦ σὰν τὴ μόνη σωστὴ ἐπιλογή, καθ’ ὅτι σύμφωνη μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ προλεταριακοῦ διεθνισμοῦ.

Ἐδῶ ἡ ἰδεολογία, αὐτάρκης καὶ συμπαγής, καθηλώνει στὰ δικά της μέτρα τὸν περιβάλλοντα κόσμο, φιλοδοξώντας νὰ τὸν περιβάλει αὐτὴ ὡς κόσμος συνολοποιός, καὶ ὑπολειπόμενη ἔτσι σὲ στοιχειώδη ρεαλισμὸ ὡς πρὸς τὸ γίγνεσθαι τῆς σύνολης πραγματικότητος. Τόσο, ποὺ ἐκδηλώνεται πλέον κατὰ τὴν ψευδαισθητική της ἐκδοχή, σὰν παραμορφωτικὴ Ἱστοριοληψία, εἶδος θρησκοληψίας τῆς Ἱστορίας, ποὺ μπορεῖ μὲν νὰ ἀνοίγει συναισθηματικὰ τὸν κόσμο ἀλλὰ συγχρόνως τὸν στενεύει διανοητικά, ἔτσι ὥστε, πέραν ἑνὸς ὁρισμένου ὁρίου –καὶ mutatis mutandis–, θὰ μποροῦσε νὰ ὑπαχθεῖ ἀκόμα καὶ στὴν κατηγορία τῆς διανοητικῆς συγχύσεως, ἢ τουλάχιστον τῆς ἐξω-λογικῆς πρόσληψης τοῦ πραγματικοῦ. Διότι ἡ καταχρηστικὴ σημασιολογικὴ ἐξίσωση συγκεκριμένων ὅσο καὶ διαφορετικῶν ἀριθμητῶν διὰ τῆς ὑπαγωγῆς σὲ ἀφηρημένο κοινὸ παρονομαστή, καθὼς καὶ διάφοροι συσχετισμοὶ καὶ ἀναλογίες ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἐπαναστατικῆς ἄλγεβρας, θυμίζουν ἀκριβῶς ὁρισμένες ἀκραῖες περιπτώσεις λογικῆς πλέον συσκότισης μὲ παραγνώριση ἑδραίων συντεταγμένων τῆς ἀντικειμενικῆς πραγματικότητος.

Ἔτσι, ὁ παρανοϊκὸς ποὺ πηδάει ἀπὸ τὸν δεύτερο ὄροφο σπάζοντας τὰ πόδια του, κι ὅταν τὸν ρωτοῦν γιατί θέλησε νὰ αὐτοκτονήσει ἀπαντᾶ πὼς ἤθελε ἁπλῶς νὰ κατέβει πιὸ γρήγορα, διότι «ὡς γνωστὸν» ἡ εὐθεῖα εἶναι συντομωτέρα πάσης ἄλλης γραμμῆς, ἡ δὲ κατακόρυφη διαδρομὴ εἶναι ἐπιπροσθέτως πιὸ γρήγορη λόγῳ τῆς βαρύτητος, μὲ τὴν ἀπάντησή του αὐτὴ στοιχειοθετεῖ ἄψογο συλλογισμὸ ἀπὸ ἄποψη φυσικῆς καὶ γεωμετρίας, ἀλλὰ παραγνωρίζει βασικὴ παράμετρο τοῦ πράγματος: τὴν ἄλλην ἀκριβῶς συνέπεια τῆς βαρύτητος ποὺ συμβαίνει νὰ εἶναι καὶ ἡ κύρια. Ἐξ ἄλλου, ἡ καταχρηστικὴ ὑπαγωγὴ σὲ κοινὸ παρονομαστὴ θυμίζει τὴν εὐτράπελη ἐκείνη ἐξίσωση τῆς ἀγελάδας μὲ τὸ τραπέζι ἐπειδὴ κι οἱ δυό τους ἔχουν τέσσερα πόδια· ἢ τοῦ μισοπεθαμένου μὲ τὸν μισοζωντανό (½ πεθαμένος = ½ ζωντανός), ὅπου ἁπλοποιώντας θεμιτὰ τὸ κλάσμα, ὁ ζωντανὸς ἐξισώνεται μὲ τὸν πεθαμένο – μαθηματικὸς συλλογισμὸς ἄψογος ἐπίσης, μόνο ποὺ παραγνωρίζει ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει τέτοια ἐνδιάμεση βιολογικὴ κατάσταση.

Στὴν περίπτωτη τοῦ ἐπαναστατικοῦ ντεφαιτισμοῦ τελεῖται, τηρουμένων κάποιων ἀναλογιῶν, μία ἀνάλογης λογικῆς ἐξίσωση μὲ ἀπάλειψη τῶν διαφορετικῶν κι ἐδῶ ἀριθμητῶν ἐν ὀνόματι τῆς δυνάμει ἐπαναστατικῆς προλεταριακῆς συνείδησης, ποὺ βεβαιώνεται ὡς ἐξ ὁρισμοῦ –ἰδεολογικοῦ– κοινὸς παρονομαστὴς Ἑλλήνων καὶ Γερμανῶν, ἀφαιρουμένων ὅλων τῶν ἄλλων τους ἰδιοτήτων, οἱ ὁποῖες δὲν συνιστοῦσαν ἁπλὲς ἀποχρώσεις ἀλλὰ ἀντιφερόμενα στοιχεῖα ἀπερίσταλτα. Τὸ ἴδιο σχετικὰ μὲ τὶς ἐμπόλεμες δυνάμεις ὡς ὀντότητες πολιτικές, ὡς καθεστῶτα πολιτειακά: Ἐξισώνεται τὸ ὁλοκληρωτικὸ ναζιστικὸ καθεστὼς μὲ τὶς κοινοβουλευτικὲς δημοκρατίες (ποὺ ἄλλωστε παρέχουν τὴ δυνατότητα νὰ ἀμφισβητοῦνται) σὰν νὰ μὴν εἶχαν καμμιὰ μεταξύ τους διαφορά, ἐπειδὴ κοινὸς οἰκονομικὸς παρονομαστὴς ἦταν ὁ καπιταλισμός.

 

Ὁ Ὀχτώβρης ὡς μήτρα ἰδεολογικὴ

Κι ἐξ ἴσου ἄ-τοπη καὶ ἄ-χρονη στάθηκε ἡ ἐπίκληση τοῦ λενινιστικοῦ μοντέλου, ποὺ ἐφαρμόστηκε στὴ Ρωσία τὸ 1917 κάτω ἀπὸ τὶς ἐντελῶς διαφορετικὲς συνθῆκες ἑνὸς πολέμου παρατεταμένα στατικοῦ, ὅπου ὅλες οἱ ἐμπόλεμες χῶρες δοκιμάζονταν δεινὰ κι αἱμορραγοῦσαν χωρὶς καμμιά τους νὰ νικᾶ. Εἰδικὰ στὴ Ρωσία ἡ κατάρρευση ἦταν τέτοια ποὺ ὁ ἐπαναστατικὸς ντεφαιτισμὸς μπόρεσε νὰ ἐνεργήσει ἀποτελεσματικά, ἀλλὰ μόνο σ’ αὐτὴ τὴ χώρα καὶ ὄχι στὴν ὑπόλοιπη Εὐρώπη ὅπου οἱ μπολσεβίκοι ὑπολόγιζαν σὲ μιὰ γενικὴ ἀντικαπιταλιστικὴ ἐξέγερση ποὺ δὲν ἦρθε. Κι ἄλλωστε τὸν ὑπέθαλψε κι ἡ ἴδια ἡ Γερμανία, ὅταν διευκόλυνε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Λένιν καὶ ἄλλων μπολσεβίκων μέσα σὲ σφραγισμένο βαγόνι, ὑπολογίζοντας εὐλόγως στὴν ὑπονομευτική τους δράση, ἐνῶ γερμανοὶ ἀξιωματικοὶ σκηνοθετοῦσαν συναδελφώσεις στρατιωτῶν στὸ μέτωπο, μοιράζοντας σοκολάτες καὶ τσιγάρα στοὺς ρώσους στρατιῶτες γιὰ νὰ ὑποσκάψουν περαιτέρω τὸ ἤδη εὔθρυπτο μαχητικό τους φρόνημα. Κι αὐτὸ σὲ μιὰ συνθήκη γενικευμένης κρίσης καὶ δεινοπάθειας στὴ Ρωσία, ὅπου κανεὶς δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του: οὔτε τὸ τσαρικὸ καθεστὼς οὔτε οἱ κυρίαρχες τάξεις οὔτε ὁ καταπονημένος στρατὸς οὔτε ὁ πάσχων λαός. Ἡ ἀποδιοργάνωση στὶς μεταφορὲς καὶ τὸν ἐπισιτισμὸ ἦταν τέτοια, ὥστε οὔτε κἂν ὁ ἀνεφοδιασμὸς τῆς ἴδιας τῆς πρωτεύουσας μποροῦσε νὰ ἐξασφαλιστεῖ. Ἔτσι, τὸν Μάρτιο τοῦ ’17, ξέσπασαν ἀπεργίες καὶ ταραχές, ἐπιθέσεις ἐναντίον κυβερνητικῶν κτηρίων καὶ πυρπόληση τοῦ Μεγάρου Δικαιοσύνης, μὲ ἀπολογισμὸ 200 νεκρούς. Οἱ στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς τοῦ Πέτρογκραντ, ποὺ ἐστάλησαν ὡς δύναμη καταστολῆς, συναδελφώθηκαν μὲ τοὺς ἐργάτες καὶ ἔστρεψαν τὰ ὅπλα ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν τους· λίγο ἀργότερα, κι οἱ ἴδιοι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατηγοὶ συντάχθηκαν μὲ τὴν Προσωρινὴ κυβέρνηση ἐναντίον τοῦ Τσάρου, ἐνῶ οἱ ἀγρότες κατελάμβαναν ἀκάθεκτοι τὴ γῆ, δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα ποὺ ὑποχρέωσαν τοὺς μπολσεβίκους νὰ τοὺς τὴν ὑποσχεθοῦν προγραμματικά, κι οἱ στρατιῶτες λιποτακτοῦσαν ἀπὸ τὸ μέτωπο γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν στὰ χωριά τους καὶ νὰ συμμετάσχουν στὶς καταλήψεις.

Ἐκμεταλλευόμενοι ἀποφασιστικὰ τὴ χαοτικὴ συγκυρία –καὶ παρ’ ὅλο ποὺ εἶχαν ὅλες τὶς δομὲς ἐναντίον τους– οἱ μπολσεβίκοι μπόρεσαν νὰ ἐνεργήσουν, σχεδὸν εἰρηνικὰ καὶ ἀναίμακτα ἐν σχέσει πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ διακυβεύματος, τὸ ἐπαναστατικό τους πραξικόπημα[*], ἀπευθύνοντας ταυτόχρονα ἔκκληση ἐπὶ ματαίῳ στὸ εὐρωπαϊκὸ προλεταριᾶτο, κι ἐν συνεχείᾳ, γιὰ νὰ σώσουν τὴν ἐπανάστασή τους, ἀναγκάστηκαν νὰ προχωρήσουν, κατόπιν πολλῶν δισταγμῶν, σὲ χωριστὴ συνθήκη εἰρήνης ἐπαχθέστατη, ἀποδεσμεύοντας τὰ γερμανικὰ στρατεύματα ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸ μέτωπο καὶ δυσχεραίνοντας ἔτσι καὶ τὸν ἀγῶνα τῶν συμμάχων καὶ τὴν ἐλπιζόμενη ἐπανάσταση τῶν γερμανῶν ἐργατῶν.

Καμμία ἀναλογία λοιπὸν μὲ τὸν Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ἀνάμεσα στὴν παραπαίουσα Ρωσία τοῦ ’17 μὲ τὸ μισοδιαλυμένο κράτος καὶ στρατὸ ἀπὸ τὴ μιά –ποὺ κατέστησε δυνατὴ τόσο τὴν ἀστικὴ ὅσο καὶ τὴν μπολσεβίκικη ἐπανάσταση– καὶ στὶς νικηφόρες στρατιὲς τοῦ σιδερόφραχτου ναζιστικοῦ κράτους ἀπὸ τὴν ἄλλη, ποὺ εἶχαν κατακτήσει τὴν ἠπειρωτικὴ Εὐρώπη, διαπνεόμενες φανατικὰ καὶ ὁμοιόμορφα ἀπὸ συνείδηση μείζονος ἱστορικῆς ἀποστολῆς καὶ ἔχοντας ἀναγάγει τὴν πειθαρχία σὲ ζήτημα τιμῆς – κι αὐτό, ἀκόμα κι ὅταν εἶχε ἀρχίσει ἡ ἀντίστροφη μέτρηση καὶ μέχρι τὴν ὕστατη σχεδὸν στιγμή. Διότι τὴν ὁπλική τους θωράκιση συμπλήρωνε ἀδιάτρητη ἰδεολογικὴ πανοπλία, ποὺ ἐξουδετέρωνε τὴν ὁποιαδήποτε ταξικὴ συνείδηση.

Σὲ ποιούς λοιπὸν συντρόφους ἐν ταξικῇ συνειδήσει, καὶ μὲ ποιά ἀποτελεσματικὰ πρακτικὰ μέσα, θὰ ἀπευθύνονταν οἱ συνειδητοὶ προλετάριοι τῶν κατακτημένων χωρῶν γιὰ ν’ ἀφυπνίσουν αὐτὴ τὴ δυνητικὴ συνείδηση; Καὶ ποιόν ἐξυπηρετοῦσε ὁ ἐντελῶς ἀνεδαφικὸς ὡς πρὸς τοὺς στόχους του «ἐπαναστα­τικὸς ντεφαιτισμὸς» τοῦ Στίνα, ποὺ ἐγκλωβισμένος στὴν περίκλειστη ἰδεολογία του καὶ στὸ ἀντιεθνικιστικό του μένος, ἀποκαλοῦσε «σωβινιστικὸ δηλητήριο» τὴν ἔκκληση γιὰ ἔνοπλη ἀντίσταση τῆς σκλαβωμένης χώρας ἀπέναντι στοὺς ἐντελῶς ἀπρόκλητους εἰσβολεῖς; Ἐδῶ, δηλαδή, ἐν ὀνόματι τοῦ ἀνέφικτου ἀπόλυτου χανόταν καὶ τὸ ἐφικτὸ σχετικό, κατὰ τὴ λογικὴ τοῦ ὅλα ἢ τίποτα.

Ἄν, λοιπόν, στὸν Πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο ἡ συνθήκη τῆς γενικευμένης κρίσης ὅλων τῶν ἐμπολέμων γεννοῦσε κάποιες εὐνοϊκὲς προϋποθέσεις γιὰ νὰ ἐνεργοποιηθεῖ ὁ «προλεταριακὸς διεθνισμός» –πρᾶγμα ὅμως ποὺ δὲν συνέβη–, στὸν Δεύτερο ἀντίθετα δὲν ὑπῆρχε καμμία τέτοια προϋπόθεση, κι ἡ μόνη λύση ἦταν ἡ παλλαϊκὴ ἐθνικὴ ἀντίσταση: πόλεμος στὸν πόλεμο διὰ τοῦ πολέμου ἐφ’ ὅσον αὐτὸ ἦταν ἀνέφικτο διὰ τῆς ἐπαναστάσεως. Καὶ στὴν Ἑλλάδα, τόσο ὁ πόλεμος τῆς Ἀλβανίας ὅσο καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντίσταση ἦταν οἱ μόνες ἐπιλογές, καὶ στάθηκαν μεγάλες ἐπικὲς στιγμὲς τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας, τὶς ὁποῖες γιορτάζουμε τιμώντας τοὺς ἀγῶνες ἐναντίον τοῦ φασισμοῦ καὶ τοῦ ναζισμοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὄχι ἐναντίον τῶν Ἰταλῶν καὶ Γερμανῶν, ποὺ ἄλλωστε ἔχουν ἔντονα καταγγείλει τὸ ζοφερὸ ἐκεῖνο παρελθὸν ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὑπέφεραν κι οἱ ἴδιοι φριχτά.

 

Ἡ λειτουργία τῆς ἰδεολογίας

Γενικά, ἡ ἰδεολογία ὡς τρόπος γνώσεως τοῦ κόσμου καὶ κυρίως τῶν πραγμάτων τῆς κοινωνίας, ἀκριβῶς ἐπειδὴ μετέχει σ’ αὐτὴν ἔντονα καὶ τὸ ἰδεοθυμικὸ στοιχεῖο, περιέχει ἀναπόφευκτα γνώση μαζὶ καὶ παραγνώριση, ποὺ φωτίζει ἀπὸ μιὰ πλευρὰ καὶ συσκοτίζει ἀπὸ μιὰν ἄλλη, ἀποκαλύπτει μαζὶ καὶ συγκαλύπτει, ὄντας ὀθόνη καὶ ταυτόχρονα προπέτασμα καὶ εὑρισκόμενη κάθε φορὰ λιγώτερο ἢ περισσότερο σὲ διάσταση μὲ τὴν πραγματικότητα. Καὶ βέβαια, ὁ κόσμος εἶναι ἀξεχώριστος ἀπὸ τὴν σχέση μας μαζί του καὶ τὰ γεγονότα σημασιώνονται ἀπὸ τὴν πρόσληψή τους, ὁπότε γνώση ἐντελῶς ἀντικειμενικὴ κι ἀξιολογικὰ οὐδέτερη δὲν εἶναι ἐφικτή, διότι δὲν ὑπάρχει καὶ ἀρχιμήδειο σημεῖο ἐκτὸς τῆς ἱστορικο-κοινωνικῆς ὁλότητος ποὺ νὰ ἐξασφαλίζει ἀπόσταση συνολικῆς θέασης καὶ ἀποστειρωμένη ἀπὸ ἀξιολογήσεις προσπέλαση. Ἔτσι, ἀφ’ ἑνὸς σκεφτόμαστε αὐτὴ τὴν ὁλότητα καὶ τὰ καθέκαστά της μὲ κατηγορίες, ποὺ αὐτὴ ἡ ἴδια μᾶς παρέχει μέσα ἀπὸ διάφορους διαύλους γιὰ νὰ τὴ σκεφτοῦμε· ἀφ’ ἑτέρου, κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι προσερχόμαστε στὴ γνωστικὴ διαδικασία ὡς ψυχοδιανοητικὴ ὁλότητα καὶ ὄχι μὲ τὴν ψυχρὴ ἀντικειμενικότητα τοῦ ἠλεκτρονικοῦ ὑπολογιστῆ ἢ ὡς tabula rasa μὲ βλέμμα παρθένο.

Γιὰ ν’ ἀποσπάσουμε κάτι ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ βέβαια δὲν μιλοῦν ποτὲ ἀπὸ μόνα τους, πρέπει καὶ νὰ ἐνέσουμε κάτι σ’ αὐτά, ἔτσι ὥστε ὁλόκληρος ὁ κόσμος μας εἶναι πλέον χτισμένος μὲ ἀλλεπάλληλα στρώματα ἑρμηνείας ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε ὀπτικὴ γωνία ἡ ὁποία σχηματίζει τὸ πεδίο καὶ «ντύνει» τὸν σκελετὸ τῶν γεγονότων μὲ σημασίες. Ὅμως τὸ ζήτημα ἐδῶ εἶναι ὁ βαθμὸς ἀποκλίσεως ἢ συμφωνίας αὐτῆς τῆς ὀπτικῆς μὲ τὰ ὑλικο-χωρο-χρονικὰ δεδομένα τῆς συγκεκριμένης ἱστορικῆς στιγμῆς σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ νοηματο-συμβολική της προσφορότητα, ποὺ καθορίζουν καὶ τὸ πλαίσιο ὁρίων καὶ δυνατοτήτων τῆς μεταμορφωτικῆς βούλησης – δηλαδὴ ὁ βαθμὸς ποὺ ἡ ὑποκειμενικὴ ἀλήθεια βρίσκει ἢ ὄχι ἐπαρκῆ στήριξη σὲ βασικὰ δεδομένα μιᾶς πραγματικότητος ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ἄμεση προβολὴ προϋπαρχουσῶν ἀξιῶν, πού, ἐπιδιώκοντας ἐπαλήθευση, «διασκευάζουν» ἐκβιαστικὰ τὴ γνωστικὴ ὕλη. Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ παρεμβαίνει ἡ ἰδεοθυμικὴ παραμόρφωση ἀπὸ τὴν ἤδη ἐγκατεστημένη ἀξιολογία, ἡ ὁποία ἀλληλενεργεῖ μὲ τὴν ἐπιθυμία, ὑπερβαίνοντας τὴν ἑρμηνευτικὴ ἐπιδεκτικότητα τῶν πραγμάτων, τὴν ἴδια τὴν ὁριακή τους ἀντοχὴ ποὺ ὁριοθετεῖ καὶ τὴ βουλητικὴ ἐλευθερία.

Στὴν περίπτωση τῆς Ὁμάδος Στίνα, ἡ ὅλη στρατηγική, εὐθυπορώντας ἀνελαστικά, χωρὶς τὶς προσαρμοστικὲς τακτικὲς μεσολαβήσεις μεταξὺ προθέσεων καὶ σκοποῦ, ἔμεινε ξεκρέμαστη καὶ τυφλή, καὶ μοιραῖα τὸ ἀποτέλεσμα στάθηκε ἀσύμπτωτο πρὸς τὴν πρόθεση, ἡ ὁποία ἐμφανίζει μὲν βούληση ἀποφασισμένη, ἄγονα ὅμως ἀμετάβατη, αὐτοαναλωνόμενη οὐσιαστικὰ σὲ ἔριδες ἐσωστρεφεῖς, μὲ σκοπὸ πρὶν ἀπ’ ὅλα νὰ κρατηθεῖ ἀνόθευτη ἡ ἱδρυτικὴ ἀρχὴ καὶ συνεπεῖς πρὸς αὐτὴν οἱ τρόποι, συμπτύσσοντας τὰ στάδια, συμπιέζοντας τὸν χρόνο καὶ ἐκβιάζοντας φαντασιωδῶς τὸ μέλλον διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἔνδοξου παρελθόντος καὶ χωρὶς ἐρείσματα στὸ παρόν. Ἡ ἰδεολογία ἐδῶ δὲν καταργοῦσε ἁπλῶς κάποιες ἀποχρώσεις τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καίριους δομικοὺς συσχετισμούς, ἐκλαμβάνοντας στὴν «εὐγενῆ της τύφλωση» τὴν πραγματικότητα τῶν νοσταλγικῶν ἐπιθυμιῶν ὡς δυνατότητα αὐτοεκπληρούμενης προσδοκίας, καταδικα­σμένης ἐξ ἐκκινήσεως στὴ ματαιοπραγία τοῦ ζωτικοῦ ψεύδους. Ἔτσι, τὰ πράγματα ἀπορροφῶνταν ἀπὸ τὶς λέξεις, κι αὐτὲς ἀπὸ τὸν ἴδιο τους τὸν ἦχο, ἐνῶ «τὸ ὅπλο τῆς κριτικῆς» δὲν ἐνεργοποίησε καμμιὰ «κριτικὴ τοῦ ὅπλου» γιατὶ δὲν «συνάρπασε» –κι οὔτε ἦταν δυνατὸν νὰ συναρπάσει– τὸ «φαντασιακὸ» τῶν «μαζῶν»: Τὰ πυρὰ ἦταν ἄσφαιρα ἐντελῶς, λέξεις ἀκατοίκητες, χωρὶς ἐκτόπισμα καὶ γείωση, ριγμένες στὸ βρόντο ἐλλείψει κατάλληλου παραλήπτη, κι ἡ Ὁμάδα, ὡς ἔμπρακτη βούληση, λειτούργησε ἐν κενῷ, ἀμέγεθη καὶ ἀβαρὴς καὶ πλήρως ἀναποτελεσματικὴ πρὸς κάθε κατεύθυνση: καὶ ὡς ἠθελημένη ἐπαναστατικὴ σκόπευση καὶ ὡς ἀθέλητη πέμπτη φάλαγγα.

[*] Ἐν προκειμένῳ, δὲν ὑπάρχει ἀντίφαση ἀνάμεσα σὲ πραξικόπημα καὶ ἐπανάσταση. Ἦταν πραξικόπημα ὡς πρὸς τὸν τεχνικὸ τρόπο ποὺ ἐκτελέστηκε, καὶ ἐπανάσταση ὡς πρὸς τοὺς στόχους: οἱ αὐτουργοί του ἐσκόπευαν νὰ ἀνατρέψουν ὄχι ἁπλῶς τὸ πολιτειακὸ καθεστώς, ποὺ ἄλλωστε εἶχε ἤδη ἀνατραπεῖ, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴν κοινωνικὴ δομή, ὅπερ καὶ ἔπραξαν. Ἐπαναστατικὸ πραξικόπημα λοιπόν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΙΟΡΗΣ