Month: Σεπτεμβρίου 2020

Ηλίας Κουρκούτας, Η συνωμοσία της πανδημίας

Στη χώρα μου οι νεκροί
δεν ήταν πολλοί
αλλά το σώμα κόπηκε
από το σώμα
η ψυχή από το ρούχο, (περισσότερα…)

Υλική και λαβυρινθώδης περιπλάνηση

Αχιλλέας Κυριακίδης
Το μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα

Αθήνα: Πατάκης
2018

Αχιλλέας Κυριακίδης
Σώμα
Αθήνα: Πατάκης
2017

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Τι κάνει τώρα μέσα μου αυτός ο αιχμάλωτος αέρας; … Τον νιώθω να γυρίζει σαν χαμένος, πεπλανημένος πλάνης, αίολος». (Σώμα, σ. 13)

Η περιπλάνηση, έννοια δυναμική, νοηματοδοτείται με νέους κάθε φορά όρους, ανάλογα με τη συνύφανση των γεγονότων και την οπτική των εμπλεκομένων σε αυτά. Η περιπλάνηση μπορεί επίσης να προταχθεί ως μεταφορά της γραφής και της κατασκευής ιστοριών για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη, η περιπλάνηση είναι υλική και λαβυρινθώδης και εμπλέκει τη διπλή ιδιότητά του ως συγγραφέα και μεταφραστή. Αριστοτεχνικός και έμπειρος μεταφραστής ο Κυριακίδης περιπλανιέται στον χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας πάνω από τριανταπέντε χρόνια, συνομιλώντας με το έργο του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κενό, του Περέκ και άλλων πολλών. Αν το ένα βιβλίο οδηγεί στο άλλο, στο πλαίσιο της σύνθεσης ενός υπό διαμόρφωση πολύμορφου διαλεκτικού λογοτεχνικού τοπίου, τότε ο Κυριακίδης εμπλέκει τους αναγνώστες/αναγνώστριες σε αυτή τη διαδικασία, προσκαλώντας τους να οικειοποιηθούν και οι ίδιοι τους χώρους που δημιουργούνται στα βιβλία των προαναφερθέντων συγγραφέων. Επομένως, η συμβολική αυτή περιπλάνηση είναι ατομική και συλλογική και παραμένει επίκαιρη, εφόσον δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά αναπροσδιορίζεται στην κάθε ιστορική στιγμή, θέτοντας στον συγκεκριμένο χρόνο νέα ερωτήματα σε κάθε ανάγνωση των μεταφρασμένων έργων. Έτσι, τα λογοτεχνικά έργα και οι συγγραφείς τους περιπλανιούνται αντίστοιχα στην κοινωνικο-ιστορική ελληνική πραγματικότητα σε αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες/αναγνώστριες, συνθέτοντας νέους τόπους/χώρους, στους οποίους η γραφή, ο λόγος και η ανάγνωση οικοδομούν το πραγματικό, αλλά και οικοδομούνται με τη σειρά τους από αυτό.

Η περιπλάνηση αυτή του Κυριακίδη, με την ιδιότητα του μεταφραστή, και η λεπτομερής εντρύφηση στον Μπόρχες δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και το λογοτεχνικό του έργο.

Στο Σώμα παρουσιάζεται το χρονικό της ζωής ενός γλωσσολόγου του Μαρτινιανού Σταύρου που τον φωνάζουν Μάρτη. Στο βιβλίο με αφορμή την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να εντοπίσει μια γλώσσα χαμένη, την οποία ακούει πρώτη φορά όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο το 1965, τη συνδέει με το σώμα. Επίσης, περιγράφεται σ’ αυτό η υλικότητα της γλώσσας που ομιλεί για τη φθορά και τον πόνο του ανθρώπινου σώματος, επαναλαμβάνοντας πως άνθρωποι και γλώσσες φθείρονται και σβήνουν σταδιακά. Πρόκειται, επομένως, για ένα χρονικό ανασύνθεσης της βιογραφίας ενός ανθρώπου και για μια συνεχόμενη διερώτηση για τον θάνατο, τη γλώσσα, τον ανθρώπινο πόνο, τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων: «Σ’ αυτές τις τρύπες, τις παράγκες, που ονομάζουμε εαυτό μας, κατοικεί ένα πρόσωπο απόκρυφο, που δεν μας μοιάζει».[1]

Τα όρια του σώματος συνδέονται με αυτά της προσωπικής διαδρομής του πρωταγωνιστή, καθώς αυτός αναστοχάζεται, σε διάφορες στιγμές του βίου του, το πώς διαμορφώνεται η υλικότητα της γλώσσας στην έκφραση του ανθρώπινου καημού. Συνδέονται επίσης με την επιτελεστικότητα της γλώσσας και την περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στην προσπάθειά του να εντοπίσει τις διαδρομές μιας χαμένης γλώσσας: «Αναδιφώντας στο σώμα αυτής της γλώσσας, σχολιάζει ο συγγραφέας, θαρρείς και ανέσκαψε τη γλώσσα του δικού του σώματος, σκαπάνευσε τις επιταγές του» (σ. 51).

Γλώσσα και σώμα σε μια λειτουργία αλληλεπίδρασης, καθοριστική για τον αναστοχασμό της ανθρώπινης πορείας. Όταν τελικά ο Μάρτης αρρωσταίνει, διαπιστώνει πως «ήταν μια γλώσσα χωρίς όνομα, δεν ζούσε πια, αυτά που ο Μάρτης είχε ακούσει ήταν σπαράγματα, μικροί μεταθανάτιοι ρόγχοι… ρήματα με κοινό τους μόρφημα το σώμα»(σ. 46).

Η φθορά του σώματος, αλλά και της γλώσσας αναδύονται σε κεντρικό μοτίβο. Ο πρωταγωνιστής αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την παιδική του ηλικία, τη μανιώδη του επιθυμία να εμποδίσει την έλευση της αρρώστιας. Όταν τον ρωτούσαν για το τι θα γίνει άμα γεράσει, μια από τις απαντήσεις ήταν: «δήμιος αναδρομικός όλων των νόσων» (σ. 15). Η επιθυμία να ελεγχθεί και να διατηρηθεί η γλώσσα, περιγράφοντας τα στιγμιότυπα της ζωής του ανθρώπου, είναι παράλληλα και μια διαδικασία διατήρησης μιας ενεργής μνήμης, που αντιστέκεται στην επέλαση του χρόνου. Η λέξη Curpesten, είναι μια από τις λέξεις της άγνωστης γλώσσας που άκουσε ξαφνικά, όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Την ερμηνεία της θα τη μάθει πολύ αργότερα. Curpesten «είναι μια λέξη που τα λέει όλα: Το σώμα είναι» (σ. 30).

Το βιβλίο του Κυριακίδη συνεχίζει τον διάλογο με τις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες[2] για την υλικότητα του σώματος και παράλληλα για τις κατασκευές του στον λόγο. Έτσι λοιπόν, το σώμα δεν είναι τόπος κοινωνικά και προσωπικά ουδέτερος, όπως εξάλλου η γλώσσα και η γραφή. Σώμα, γλώσσα, γραφή συγκροτούν νέες αναδυόμενες υποκειμενικές ταυτότητες και χώρους στην πορεία του κάθε ανθρώπου. Το σώμα κατασκευάζεται από σύνθετους λόγους και πρακτικές, ενώ παράλληλα διατηρεί την υλική του οντότητα, που μόνιμα επανανοηματοδοτείται στο ιστορικό παρόν. Είναι πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών (σ. 12). Ο Κυριακίδης δεν ενδιαφέρεται για το αδιαίρετο φυσικό σώμα, αλλά για το ρευστό αβέβαιο σώμα και τη σχέση του με τα όρια και το περιεχόμενο της γλώσσας, καθώς αυτά αλληλοπροσδιορίζονται. Η αναζήτηση της υλικότητας γλώσσας και σώματος δημιουργούν νέους τόπους ενδεχομενικότητας, επισημαίνοντας την «κοινωνικά κατασκευασμένη και διαρκώς μεταβαλλόμενη κειμενική σωματικότητα»[3].

Το σώμα είναι, λοιπόν, και αντίστοιχα, η γλώσσα είναι. Σώμα και γλώσσα σε μια διαδικασία περιπλάνησης του βίου, σε έναν ανοιχτό μνημονικό διάλογο, με όσα αισθανόμαστε, όσα επιθυμούμε, όσα αφήνουμε πίσω, καθώς και με όλους τους ανθρώπους που συναντάμε στη ζωή μας. Η κάθε ανάσα διατηρεί το σώμα και τις μνήμες του ζωντανές, σε μια απόπειρα αποφυγής του θανάτου. Ο θάνατος προσδιορίζεται από τον πρωταγωνιστή ως «αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους» (σ. 23), μέχρι να έλθει όμως μας προτρέπει να αναπνέουμε.

Στον αγώνα για επιβίωση ο γραπτός λόγος, τα αγαπημένα βιβλία, λειτουργούν ως λύτρωση και σωτηρία: «Είναι μια σκέψη που γαληνεύει και δίνει δύναμη, πως ανάμεσα στα βιβλία που έχουμε στην κατοχή μας υπάρχουν μερικά που αρκούν για τη λύτρωση και τη σωτηρία μας. Σχεδόν κάθε μέρα προστίθενται καινούρια, αλλά τα απαραίτητα υπάρχουν ήδη από καιρό».[4]

Στο σύμπαν του Αχιλλέα Κυριακίδη ο Μπόρχες είναι ένας από τους κλειδοκράτορες και στο βιβλίο: Το μουσείο των τύψεων, ο συγγραφέας αναρωτιέται για τους τρόπους με τους οποίους εκτυλίσσεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον συγγραφέα που τον έχει καθορίσει, και τη διαμόρφωση του δικού του λογοτεχνικού και προσωπικού κόσμου. Συνεκτικός ιστός για άλλη μια φορά είναι η εννοιολόγηση της μνήμης και οι συνέπειές της στην ανάδειξη των καλλιτεχνικών έργων, αλλά και των προσωπικών διαδρομών.

Το ερώτημα για το πώς συγκροτείται η μνήμη, ποιο περιεχόμενο έχει και ποιες είναι οι επιδράσεις της στη λογοτεχνία και τις επιλογές του καθενός εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους στο βιβλίο.

«Η μνήμη κάθε ανθρώπου είναι η μοναδική ισχυρή εκδοχή του χρόνου. Για να συντονιστούν, λοιπόν, δύο άνθρωποι, δεν αρκεί παρά να υπάρχει ο ένας στη μνήμη του άλλου. Κι’ η συνάντηση γίνεται πάντα στο παρόν, τη στιγμή που πυροδοτείται η ανάμνηση» (σ. 68)

Επομένως, η μνήμη δεν αφορά στη γραμμική αφήγηση του παρελθόντος, δεν αφορά στην παράθεση παρελθοντικών γεγονότων, δεν αφορά κάτι οριστικά τετελεσμένο. Η μνήμη συνδέεται με τους ανθρώπους και τις συναντήσεις μαζί τους. Είναι δράση που συμβαίνει διαχρονικά και μπορεί να ανακατασκευάζεται διαρκώς.

Ο συγγραφέας παίζοντας επίσης με τη μεταμυθοπλασία και τις υποκειμενικές εκδοχές ταυτότητας του ίδιου, ως μεταφραστή, επιμελητή, και αναγνώστη θίγει ζητήματα μνήμης και ταυτότητας. Ο Μπόρχες είναι παρών με διαφορετικούς τρόπους σχεδόν σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Παρίσταται ως κεντρικό πρόσωπο αναφοράς και ενορχηστρωτής της γραφής του Κυριακίδη. Στο βιβλίο, πέρα από τις κειμενικές επιδράσεις του έργου του στους ήρωες των διηγημάτων («The ender», «Το μουσείο των τύψεων», «Φάλαινες και αναισθητικά», «Το εξωφρενικό αριστούργημα») εμφανίζεται ένας ήρωας του Μπόρχες ο Φούνες, ενώ στα «Κτερίσματα» ο ίδιος ο Μπόρχες παίρνει τον λόγο και μάλιστα υπογράφει στο τέλος και το κείμενο με το όνομά του. Η «Λέσχη της μυστικής μελαγχολίας» χαρακτηρίζεται επίσης από μια κλασική μπορχεσιανή ατμόσφαιρα, καθώς ο ήρωας συναντά έναν Άλλο εαυτό, ο οποίος απολαμβάνει τη φανταστική ζωή που ονειρεύεται ο πρωταγωνιστής του διηγήματος. Ενώ ο ήρωας συμμετέχει στη λέσχη, όπου κάθε μέλος μπορεί ανενόχλητα να ξεδιπλώσει τη μελαγχολία του και να αναστοχαστεί τη ζωή και τις επιθυμίες του, ο Άλλος εαυτός στο τέλος μπορεί να πάρει τη θέση του, ώστε να γίνει η αντιστροφή στη ζωή του πρωταγωνιστή. Με όλες αυτές τις επινοήσεις ο Κυριακίδης καταθέτει τις «οφειλές» και την αγάπη του για τον Αργεντινό συγγραφέα, εξετάζοντας τα όρια της γραφής στον χρόνο, την κατασκευή της μνήμης στα κείμενα και τη ζωή, το πώς οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και τη χρήση του μπορχεσιανού έργου στους λογοτεχνικούς, καλλιτεχνικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Τα θραύσματα άλλωστε της καθημερινότητας λειτουργούν ως μόνιμες επισημάνσεις του ότι τίποτα δεν είναι οριστικό και ότι τα αποσιωπητικά ταιριάζουν σε όλες τις ανθρώπινες ιστορίες.

Στο «The ender» ο επιμελητής “πειράζει” το διήγημα του Μπόρχες «Ο Νότος» και παρεμβαίνει ευρύτερα στα κείμενα, καταργώντας την αμφισημία τους και βάζοντας ένα οριστικό τέλος. Γι’ αυτό αποπέμπεται από τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους είχε δοξαστεί. Το μότο του Βίκτορ Σκλόφκσι στην αρχή του διηγήματος: «Κάθε μυθιστόρημα μπορεί να τελειώσει αλλά δεν έχει τέλος […] γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ξέρουμε το μέλλον, κι εμείς το μέλλον δεν το ξέρουμε.» είναι παράλληλα και η διαπίστωση του συγγραφέα για τον ανοιχτό διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στα βιβλία και τους αναγνώστες και την πολυφωνικότητα που δημιουργείται στο διηνεκές του χρόνου.

Στα «Κτερίσματα» παρατίθεται ο Κρίστιαν Γκρείνβιλ, ο οποίος δηλώνει «ότι η μνήμη είναι η τέταρτη-και η μόνη-υποκειμενική εκδοχή του χρόνου» (σ. 76) μιας διαρκούς «work in progress» (σ. 77).

Ο Κυριακίδης θέτει, επιπλέον, ένα ανοιχτό δίλημμα. Η μνήμη δεν είναι ουδέτερη, αλλά αντίθετα αγγίζει τα όρια της οδύνης και της βίας όταν ξαφνικά έρχεσαι αντιμέτωπος/η με «έναν απίστευτο όγκο αυτοβιογραφικών αναμνήσεων», που λειτουργεί ως «παρελθόν-Ατλαντίδα» (σ. 77). Η συγκρότηση της μνήμης σε ένα τέτοιο πλαίσιο επιδρά και «στη γεωγραφία του μέλλοντος» (σ. 77), ορίζοντας την καθημερινότητα και τις επιλογές των ανθρώπων. Από την άλλη στο διήγημα «Με τον Φούνες» περιγράφεται ο τρόμος τού να «μπορείς ν΄ ανασύρεις τον πιο ακαριαίο έρωτα ή το πιο ποταπό μίσος» (σ. 72). Το να θυμάσαι διαρκώς με ένταση τα πάντα μπορεί να οδηγήσει σε ένα «στέγνωμα». Το συναισθηματικό αυτό στέγνωμα, η παύση της ενεργής νοηματοδότησης και επανατροφοδότησης, το πάγωμα του σώματος, της γραφής και της μνήμης είναι, νομίζω, και ένας ισχυρός συνδετικός ιστός ανάμεσα στο Σώμα και το Μουσείο των τύψεων.

«Λογοτεχνία είναι η ζωή που ξαναρχίζει όταν τελειώσεις το διάβασμα» (σ. 50), απαντά ο Κυριακίδης. Το πώς δεν θα αποστεγνωθούν οι γραφές, τα σώματα και οι μνήμες είναι πολιτικό ερώτημα-διακύβευμα, το οποίο απαιτεί τη ρευστότητα στους τρόπους που ορίζουμε το σώμα, την επιθυμία, τη λογοτεχνία και το πραγματικό. Για να επιστρέψουμε όμως, στην αρχή, η περιπλάνηση ως ενεργή διαδικασία θέασης του κόσμου ενδέχεται να ανατροφοδοτήσει με νέους όρους τη συγκρότηση της μνήμης με τρόπους που θα προσδιορίσουν και το μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, ίσως τελικά να γίνει πράξη το απόφθεγμα του Ceronetti ότι: «η βαθύτερη εκλογή του ανθρώπου θα είναι πάντα υπέρ μιας κόλασης πάθους και όχι ενός παράδεισου αδράνειας» (σ. 140).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


[1] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 33.

[2] Μακρυνιώτη, Δ. (2004) “Εισαγωγή”. Στο: Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δ., Αθήνα: Νήσος.

[3] Ό.π., σ. 20.

[4] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 65

Γεώργιος Κ. Τασούδης, Τρίπτυχο

 

Στον Γιάννη Σ. Καργάκο

α. διακονία

Τον καλαμώνα διάλεξε
να στρώσει η Ανατολή το μονοπάτι της.
Θροΐζει∙ στων ψαράδων τη σύναξη

Σίγουρα Βηματάρισσα,
σαν τον πρώτο καιρό ‒ τον πλέον ανόθευτο, (περισσότερα…)

Η προσωπική μαρτυρία ως γιατρειά του κοινού τραύματος

Δήμητρα Λουκά, Κόμπο τον κόμπο, Αθήνα, Κίχλη, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου της Δήμητρα Λουκά Κόμπο τον κόμπο (Αθήνα, Κίχλη, 2019), στις σελίδες του συντίθεται ένας «κόσμος τραχύς», ο οποίος «δονείται από δυνατά πάθη και ένστικτα και συνάμα κυριαρχείται από τους ισχυρούς δεσμούς της κοινότητας». Ενώπιον του αναγνώστη ξεδιπλώνουν τις ιστορίες τους «ηρωίδες που βίωσαν «τη σκληρότητα της αρχαϊκής κοινωνίας και άλλες που ύψωσαν το ανάστημά τους και πάλεψαν στις πιο αντίξοες συνθήκες∙ ήρωες-θύματα των κοινωνικών προκαταλήψεων και άλλοι που τους συνέθλιψαν οι μυλόπετρες της Ιστορίας». Όντως, χωρίς διστακτικότητα εξιστορούνται οι βαθιές πληγές της παραδοσιακής κλειστής κοινωνίας: από τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση της γυναίκας εντός του οίκου («Αράχνες», «Το αίμα σπαράζει», «Κόμπο τον κόμπο»), αλλά και εκτός αυτού («Δεν είχε τυχερό»), μέχρι την κακοποίηση των ζώων («Κανέλα»), έως και το μεγάλο τραύμα του εμφυλίου («Singer»). (περισσότερα…)

Σπύρος Κατσίμης, Πέντε ποιήματα της πανδημίας

(περισσότερα…)

Φώτης Δούσος, Γνωστή φάτσα

Η σειρήνα του συναγερμού με τον συριστικό και εκκωφαντικό της ήχο έκανε τα κεφάλια των περαστικών να στραφούν αυτόματα προς το κοσμηματοπωλείο που βρισκόταν Βόλακα και Αλφειού γωνία. Την ίδια ακριβώς στιγμή, δυο νεαροί πετάχτηκαν τρέχοντας από μέσα και σκουντουφλώντας ο ένας πάνω στον άλλο προσπάθησαν να χαθούν στην πολυκοσμία.

Ήταν μέρα μεσημέρι και πέρα από την αυξημένη κίνηση στην περιοχή υπήρχαν και αστυνομικοί που ρέμβαζαν πίνοντας καφέ καβάλα στις σβηστές μηχανές τους.

Οι αστυνομικοί χωρίς καν να μιλήσουν γυρίσαν τα κλειδιά των μηχανών και ξεχύθηκαν πίσω από τους ληστές κοσμημάτων. Η καταδίωξη δεν ήταν εύκολη με τόσο κόσμο στους δρόμους και στα πεζοδρόμια. (περισσότερα…)

Το κίνημα της αντιψυχιατρικής

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στη δεκαετία του 1960, με τη σταδιακή υποχώρηση της απήχησης του επαναστατικού μαρξισμού και την κυριαρχία του καπιταλιστικού ευδαιμονισμού, αναδύθηκαν στο προσκήνιο διάφορα άλλα κινήματα και τάσεις κριτικής της Δύσης, που συνήθως ήταν προσκείμενα στη Νέα Αριστερά. Κύριος στόχος τη κριτικής τους ήταν η μετατροπή του ανθρώπου να οδηγηθεί στη χειραφέτησή του, μακριά από τις διάφορες μορφές καταπίεσης των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών. Η Αντιψυχιατρική υπήρξε ένα από τις πιο αντισυμβατικά κινήματα εκείνης της περιόδου. Με πρωτεργάτες τους ψυχιάτρους David Cooper και τον Ronald Laing. Ο πολιτισμός μας καταπιέζει όχι μονάχα τα ένστικτα, όπως νόμιζε ο Freud, αλλά και κάθε μορφή υπερβατικότητας, θα πει ο Laing, αμφισβητώντας τις κλασικές ψυχιατρικές μεθόδους και απορρίπτοντας τον εγκλεισμό των φρενοβλαβών σε άσυλα. Να σημειωθεί πως η κόρη του, Fiona, θα διαγνωσθεί με σχιζοφρένεια και θα παραμείνει για χρόνια σε άσυλο φρενοβλαβών. (περισσότερα…)

Απόστολος Τζώτζης, Σιωπή

 

Γλυκό κι απέριττο το αψέντι της σιωπής μου
Και είναι η μέθη της βαθιά, σαν σάβανο, βελούδο
όσο να έρθει η λήθη, κάποτε, για τ’ όνειρο το φρούδο
αργά στο ηλιοβασίλεμα μιας κάποιας Κυριακής

Στοιχειά κακά οι μνήμες μου προσμένουνε τη σμίλη
του καιρού, φαντάσματα πικρά, ντυμένα από τη σκόνη
σαν ρεντιγκότα διάφανη, με φόβο που παγώνει
Οι λέξεις μου σκοντάφτουνε σε μουδιασμένα χείλη

Και τι άλλωστε να πω για όλα εκείνα τα άλλα
με λόγια που δεν λέγονται, δεν γράφονται, δεν σβήνουν
μονάχα φεύγουν κι έρχονται κι ανέστιο μ’ αφήνουν
δειλό, σαλό, βρυκόλακα στου Μούρναου τη σκάλα

Για λέξεις που δεν λέγονται, σκοτάδι, θα τις χάσεις
στου πλήθους μέσα τη ροή και στην βοή του κόσμου
τυφλός πλανιέμαι, πλάνητας, όσο να βρω το φως μου
κι αν δεν το βρω, καλώς, απέτυχα με πράξεις

Μισές κι αυτές, ατροφικές, σαν τις ιτιές που γέρνουν
όταν η μέρα φεύγει αργά στην ερημιά εκεί πέρα
που οι ψυχές χορεύουν κυκλικά, γελώντας, στον αιθέρα
στο λάβρο εκείνο φύσημα, στον ψίθυρο του ανέμου

Και ίσως κάπου θάπρεπε εδώ να σταματήσω
Τα μέτρα μου είναι άσχημα και οι ρίμες μου είναι λίγες
Κι ας πήγα κι έκανα πολλά, κι ας είδα όσα είδα
Μονάχα ένα μου έμεινε, κι αυτό: να σιωπήσω.

23/8/2020

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΖΩΤΖΗΣ

φωτογραφία Ιωάννα Χρονοπούλου

 

Ἡ Ἰχθυοσαυρική Ρήγαινα τῆς Νάσας Παταπίου, ἄλλως: Ἡ διφυής ἀθανασία χειρογράφων τε καί ποιημάτων

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Νάσα Παταπίου, Μελουζίνης ενώτια ή Η ωραία που έρχεται, Καστανιώτης, 2019

Eὐθύς ἐξαρχῆς θέλω νά πῶ ὅτι τό κυρίαρχο σύμβολο τῆς Ἰχθυοσαυρικῆς Κόρης πού βλέπω να ἐκδιπλώνεται σέ ὁλόκληρη τή συλλογή τῆς Νάσας Παταπίου, ἀποτελεῖ τόν συνδετικό ἱστό τεσσάρων διαφορετικῶν ἐπιπέδων:  ἱστορικό,  κοινωνικό,  ὑπεριστορικό καί ὑπερφυσικό. Ὡστόσο, δέν ἀποτελεῖ  «συνδετικό ἱστό» μόνο. Ἐλπίζω πώς στή συνέχεια θά δείξω γιατί. (περισσότερα…)