Μήνας: Ιουνίου 2019

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 17. Αυγή Λίλλη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Αὐγὴ Λίλλη

(Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ἕνα σωσίβιο, Λευκωσία, Ἀρμίδα, 2011)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Στὸ μπάρ

Ντύνομαι βιαστικά.
Τραβῶ δυὸ μαῦρες γραμμὲς στὰ μάτια μου.
Φορῶ τὸ ἀγαπημένο μου τζάκετ.
Κατεβαίνω κέντρο καὶ
μπαίνω στὸ μπὰρ ποὺ συχνάζω.
Δὲν χρειάζεται κὰν νὰ παραγγείλω.
Μὲ ξέρουν πολλοί,
ἀλλὰ κανεὶς δὲν μὲ γνωρίζει.
Πίνω
καπνίζω
χορεύω σὰν ἠλίθια
περιμένοντας μιὰ φωνὴ γιὰ νὰ οὐρλιάξω.
Ὅλοι μὲ βλέπουν καὶ χαμογελοῦν,
ἄλλοι χειροκροτοῦν.
Γελῶ κι ἐγὼ μαζί τους.
Εἶμαι πολὺ καλὴ
μὲ αὐτὰ ποὺ φοράω,
γιατὶ κανεὶς δὲν καταλαβαίνει ὅτι
ἐγὼ
θέλω ἁπλῶς νὰ ξαπλώσω στὸ ξύλινο δάπεδο
καὶ νὰ πεθάνω.

~.~

(Ἡ σφαγὴ τοῦ αἰώνα, Λάρισα, Θράκα, 2018)

26994039_1807708152586974_1526944588332815333_n

Σονετ-

Ὅλοι οἱ ἐραστές μου πέθαναν
κι ἐγὼ ἀκόμα
μὲ τὶς πιτζάμες,
ὠτοασπίδες φοράω
τὸν χρόνο νὰ κλείσω ἀπ’ ἔξω,
μὲ γιαούρτι καὶ λεμόνι ἢ ἀσπιρίνη
νὰ μὲ σώσω
ἀπὸ πανάδες, μνήμη καὶ χοληστερόλη,
τὸν πόνο νὰ λογαριάσω
στὸ κεφαλάρι τρίλιζα
τὶς προθέσεις μου νὰ διαγράψω –
μόλις ποὺ προλαβαίνω δηλαδὴ
νὰ πάρω τὰ αἵματα, 
κοντολογὶς
ἕνα σονέτο νὰ γράψω μόνο,
ἕνα σονέτο νὰ γράψω
μόνο.


Ἡ Αὐγὴ Λίλλη γεννήθηκε τὸ 1980. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴ Λευκωσία. Ἔχει γράψει δραματικοὺς μονολόγους γιὰ τὸ θέατρο, σενάρια γιὰ ταινίες μικροῦ μήκους κι ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ἕνα σωσίβιο (2011) και Ἡ σφαγὴ τοῦ αἰώνα (2018).

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

μετάφραση: Γιώργος Αποσκίτης

Κανονικά, αυτή την ιστορία δεν θα έπρεπε να την γράψουμε ή να την πούμε καθόλου. Με το να την γράψουμε ή με το να την πούμε την καταστρέφουμε. Κι αυτό διότι ο άνθρωπος που βίωσε την παράξενη εμπειρία για την οποία πρόκειται να μιλήσουμε δεν ανέφερε ποτέ σε κανέναν το παραμικρό και το γεγονός ότι κράτησε το μυστικό του επτασφράγιστο στη μνήμη του είναι όλο το ζουμί της ιστορίας. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να παραδεχτούμε ευθύς εξαρχής τη μειονεκτική θέση στην οποία βρισκόμαστε – ότι είναι παράλογο να πούμε εμείς την ιστορία, παράλογο να να την ακούσει κανείς και αδιανόητο να περιμένουμε πως κάποιος θα την πιστέψει.

Εντούτοις, θα κάνουμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο μια χάρη. Θα συγκρατηθούμε και δεν θα αναφέρουμε το πλήρες ονοματεπώνυμό του. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να πούμε το μυστικό του επιτρέποντάς του παράλληλα να συνεχίσει να κοιτά τους φίλους του στα μάτια. Μπορούμε πάντως να πούμε πως το επώνυμό του είναι Ντάφυ. Θα πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες με το επώνυμο Ντάφυ στον κόσμο∙ ακόμα κι αυτή τη στιγμή, ένας νέος Ντάφυ θα κάνει πιθανότατα την εμφάνισή του σε κάποια γωνιά του πλανήτη. Μπορούμε ακόμη ακόμη να φτάσουμε ως το σημείο να πούμε ότι είναι ο αδερφός του Τζων Ντάφυ. Δεν προδίδουμε κάτι λέγοντάς το, διότι αν υπάρχουν εκατό μόνον άνθρωποι με το ονοματεπώνυμο Τζων Ντάφυ, ακόμη κι αν δεχόμασταν πως θα μπορούσε να βρεθεί και να ερωτηθεί ο καθένας χωριστά από αυτούς, δεν θα ερχόταν στο φως τίποτα το ντροπιαστικό. Κι αυτό γιατί ο συγκεκριμένος Τζων Ντάφυ δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι του, δεν εγκατέλειψε ποτέ το κρεβάτι του, δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν όσο έζησε και δεν τον είδε παρά μονάχα ένας άνθρωπος. Και το όνομα αυτού Γκάμλυ. Ο Γκάμλυ ήταν γιατρός. Ήταν παρών κατά τη γέννηση του Τζων Ντάφυ όπως και κατά τη στιγμή του θανάτου του, μια ώρα αργότερα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ζούσε μόνος σε ένα μικρό σπίτι σ’ ένα ύψωμα στο Ίντσικορ. Το πρωί, καθώς ντυνόταν, είχε τη δυνατότητα να ατενίσει την πλατιά κοιλάδα του ποταμού Λίφυ στη μια άκρη, τις πλαγιές του πάρκου Φοίνιξ στην άλλη, και να γαληνέψει. Ο ποταμός σπανίως ήταν ορατός, όμως τα πρωινά που είχε ήλιο φαινόταν σαν μακρύ απαστράπτον δόρυ στην παλάμη της κοιλάδας. Έμοιαζε με αξιοσέβαστο παντρεμένο κύριο που μπαίνει βιαστικά στο Δουβλίνο για δουλειά.

Κάποιες φορές ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφερνε κατά νου το ότι το ρολόι του πηγαίνει μπροστά κι έτσι περνούσε μια στιγμή ραστώνης με το τηλεσκόπιο του πατέρα του, να κοιτά την κοιλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη με μάτι αετού. Το χωριό Τσαπελίζοντ βρισκόταν στα αριστερά, σχεδόν καλυμμένο στο βάθος, όμως κάθε πρωί οι κάτοικοι σήκωναν νωχελικά –το έκαναν θαρρείς για να επωφεληθεί ο κύριος Ντάφυ– ένα σύννεφο καπνού για να δείξουν ακριβώς το σημείο στο οποίο βρίσκονταν.

Ο φακός του κυρίου Ντάφυ συνήθως στεκόταν ακίνητος μόλις εντόπιζε τη μορφή ενός άντρα ο οποίος περπατούσε βιαστικά στα ψηλότερα σημεία του πάρκου και χανόταν από το οπτικό πεδίο κατευθυνόμενος προς το φρούριο Μαγκαζίν. Ένα μικρό λευκό τεριέ χοροπηδούσε μπροστά του και κατά διαστήματα επιτάχυνε για να τον προσπεράσει, αφού πρώτα είχε χασομερήσει κάπου πίσω του.

Ο άντρας κουβαλούσε παραμάσχαλα ένα εργαλείο το οποίο στην αρχή ο κύριος Ντάφυ το πέρασε για πυροβόλο όπλο ή επαναληπτική καραμπίνα, όμως κάποιο πρωινό o άντρας βαστώντας το απ’ την άκρη χτυπούσε ζωηρά μ’ αυτό τα βαρέλια κάτω στο δάπεδο καθώς περπατούσε, και τότε φανερώθηκε στον κύριο Ντάφυ –ο οποίος ένιωσε ορισμένη απογοήτευση– ότι το αντικείμενο ήταν μπαστούνι.

Τον άντρα έτυχε να τον λένε Μάρτιν Σμάλεν. Ήταν συνταξιούχος μηχανοδηγός και ζούσε ήσυχα μαζί με τη λεπτεπίλεπτη αδερφή του στο Πάρκγκεητ, στον αριθμό 4 της οδού Κάνον Ρόου. Ο κύριος Ντάφυ δεν ήξερε πώς τον λένε και δεν αξιώθηκε ποτέ να τον συναντήσει ή να βρεθεί στην ευχάριστη θέση να τον γνωρίσει, ίσως όμως αξίζει να αναφέρουμε πως οι δυο τους κάποτε στάθηκαν δίπλα δίπλα στη μπάρα μιας παμπ στην οδό Λιτλ Ήστερ, χωρίς να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον, ολότελα ξένοι. Ο κύριος Σμάλεν παρήγγειλε ουίσκι κι ο κύριος Ντάφυ μπύρα.

Την αδερφή του κυρίου Σμάλεν την έλεγαν όχι Σμάλεν αλλά Γκόγκινς, χήρα του εκλιπόντος Πωλ Γκόγκινς, χονδρεμπόρου υφασμάτων. Ο κύριος Ντάφυ ούτε που την είχε ακουστά. Αυτή πάλι είχε έναν ξάδερφο που λεγόταν Λήο Κορ κι ο οποίος είχε απασχολήσει την αστυνομία. Το 1924 καταδικάστηκε σε κάθειρξη και καταναγκαστικά έργα για κατασκευή πλαστών νομισμάτων. Η κυρία Γκόγκινς δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, είχε όμως ακούσει γι’ αυτόν πως μετανάστευσε στο Λάμπραντορ με το που αφέθηκε ελεύθερος.

Λίγα λόγια για το τηλεσκόπιο. Μια περίεργη ιστορία συνδέεται με τον ιδιοκτήτη του∙ Ντάφυ κι αυτός, συνταξιούχος του εμπορικού ναυτικού. Παρ’ ότι δεν καρπώθηκε τα οφέλη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης –στην πραγματικότητα μπάρκαρε στα δεκαέξι του εξαιτίας ενός περιστατικού που συνέβη λόγω ατελούς κατανόησης της σεξουαλικής σχέσης– είχε τη στόφα λογίου και συχνά περνούσε τα απογεύματα των αδειών του στη στεριά μόνος στην τραπεζαρία του σπιτιού του να φυλλομετρά με χαρά κάποιο βιβλίο του Ομήρου ή να υπομνηματίζει τα όχι καλά λατινικά του Αγγελικού Δασκάλου [Θωμά Ακινάτη] και να μειδιά, φανερώνοντας έτσι την πολυμάθειά του. Την 4η Ιουλίου του 1927 στις τέσσερις η ώρα, κι ενώ ήταν στην τραπεζαρία, έχασε τα λογικά του. Το ίδιο εκείνο σούρουπο, στις οχτώ η ώρα, τέσσερις άντρες έφτασαν με ένα φορτηγάκι, τον πήραν από τη χώρα του θανάτου και τον μετέφεραν σε κάποιο μέρος στο οποίο θα ήταν υπό περιορισμό για το δικό του καλό.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι πολλά από τα προαναφερθέντα δεν έχουν στην πραγματικότητα και μεγάλη σχέση με την ιστορία του αδερφού του Τζων Ντάφυ, όμως η μοντέρνα γραφή –υπάρχει αυτή η ελπίδα– έχει περάσει από το στάδιο κατά το οποία απλά συμβάντα παρατίθενται στο κενό δίχως κάποια ένδειξη ως προς τα ψυχολογικά και γενεσιουργά αίτιά τους τα οποία δουλεύουν στο βάθος. Έχοντας πάντως πει τόσα πολλά, ας μας επιτραπεί να καταγράψουμε τώρα εν συντομία τη φύση της περιπέτειας του αδερφού του Τζων Ντάφυ.

Κάποιο πρωί σηκώθηκε –ήταν 9 Μαρτίου του 1932–, ντύθηκε και ετοίμασε το πρωινό του για να φύγει. Αμέσως μετά τον κυρίευσε η παράξενη ιδέα πως είναι τρένο. Καμιά εξήγηση δεν στέκει να επιχειρήσουμε να δώσουμε. Στα αγοράκια ενίοτε αρέσει να παριστάνουν πως είναι τρένα κι υπάρχουν στον κόσμο κάτι χοντρές γυναίκες που από μακριά μοιάζουν λιγάκι με τρένα. Μα ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν βέβαιος πως είναι τρένο –μεγάλο σε μάκρος, βροντερό κι αχανές, πως απ’ τα πόδια του βγαίνει με κρότο λευκός καπνός και πως μακρόστενα φυσερά έρχονται ρυθμικά απ’ το σημείο στο οποίο βρισκόταν το φουγάρο του.

Συν τοις άλλοις, ήταν βέβαιος πως είναι ένα συγκεκριμένο τρένο, το τρένο των 9.20 για Δουβλίνο. Ο σταθμός του ήταν η κρεβατοκάμαρα. Στεκόταν εντελώς ακίνητος για είκοσι λεπτά, γνωρίζοντας πως τα καλά τρένα είναι πάντοτε στην ώρα τους τόσο κατά την αναχώρηση όσο και κατά την άφιξη. Έριχνε συχνά πυκνά ματιές στο ρολόι του ώστε να σιγουρευτεί ότι δεν θα του περάσει η ώρα χωρίς να το προσέξει. Το ρολόι του έφερε πάνω του τις λέξεις «αντικραδασμικό» και «σιδηροδρομικός χρονομέτρης».

Στις 9.20 ακριβώς εξέπεμπψε ένα διαπεραστικό σφύριγμα, έθεσε σε κίνηση τη μεγάλη μεταλλική μάζα του και αναχώρησε για την πόλη με ορμή αφήνοντας πίσω του καπνό. Το τρένο έφτασε δίχως καμιά καθυστέρηση στον προορισμό του, ο οποίος ήταν το γραφείο των κυρίων Πόλτερ και Πόλτερ, νομικών συμβούλων και υπευθύνων λήψης ένορκων βεβαιώσεων. Για προφανείς λόγους, η επωνυμία της εταιρείας είναι επινοημένη. Μέσα στο γραφείο βρίσκονταν δύο άντρες, ο γηραιός κύριος Κράνμπερυ κι ο νεαρός κύριος Χοτζ. Αμφότεροι ήταν υπάλληλοι κι αμφότεροι λογοδοτούσαν στον αδερφό του Τζων Ντάφυ. Φυσικά, και των δύο τα επώνυμα τα έχουμε φανταστεί.

«Καλημέρα κ. Ντάφυ», είπε ο κ. Κράνμπερυ. Ήταν μιας κάποιας ηλικίας κι ευγενέστατος κι είχε γίνει κατακίτρινος υπηρετώντας την εταιρεία.

Ο κ. Ντάφυ τον κοίταξε έκπληκτος. «Δεν το βλέπεις ότι είμαι τρένο;», είπε. «Γιατί με αποκαλείς κ. Ντάφυ;»

Ο κ. Κράνμπερυ γέλασε κι έκλεισε το μάτι στον κ. Χοτζ, ο οποίος καθόταν έτσι νεαρός, περιποιημένος κι ευπαρουσίαστος πίσω από τη γραφομηχανή του.

«Εντάξει, κ. Τρένο», είπε. «Κρύο σήμερα το πρωί, κύριε. Δύσκολο να ανεβάσετε ατμό ως επάνω κάτι τέτοια κρύα πρωινά, κύριε.»

«Δεν είναι εύκολο», είπε ο κ. Ντάφυ. Κατευθύνθηκε με χάρη στην καρέκλα του πιο πέρα και περίμενε υπομονετικά τους υπαλλήλους της εταιρείας να έρθουν να τον αποσυναρμολογήσουν όπως πρέπει. Ο κ. Χοτζ κρυφογελούσε πίσω απ’ τα στόρια του.

«Τίποτα φτηνές εκδρομές, κύριε;», ρώτησε.

«Όχι.», απάντησε ο κ. Ντάφυ. «Υπάρχουν, φυσικά, ετήσια εισιτήρια.»

«Τρίτης και τέταρτης θέσης να υποθέσω, κύριε;»

«Όχι.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Προς επίρρωση των θέσεων του Χερ Μαρξ όλες οι ταξικές διακρίσεις στον τροχαίο εξοπλισμό του σιδηροδρομικού οργανισμού καταργήθηκαν.»

«Α, μάλιστα», είπε ο κ. Κράνμπερυ.

«Αυτό είναι κομμουνισμός», είπε ο κ. Χοτζ.

«Εννοεί», είπε ο κ. Κράνμπερυ, «ότι τώρα υπάρχει μόνο πρώτη θέση.»

«Πόσους τροχούς έχει η μηχανή σας;», ρώτησε ο κ. Χοτζ. «Τρεις μεγάλους;»

«Δεν είμαι εμπορευματική αμαξοστοιχία», είπε δηκτικά ο κ. Ντάφυ. «Ο σχηματισμός στην επιβατική αμαξοστοιχία είναι τέσσερις-τέσσερις-δύο – δύο μεγάλοι κινητήριοι τροχοί σε κάθε πλευρά οι οποίοι ασφαλώς συνοδεύονται από ένα τρέηλερ με τέσσερις τροχούς στο μπροστινό μέρος και δύο μικρούς τροχούς στη θέση του οδηγού. Γιατί ρωτάς;»

«Είναι η αποβάθρα στη μέση.», είπε ο κ. Κράνμπερυ. «Δεν βλέπει καθαρά.»

«Α, ναι, έχεις δίκιο.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Το ξέχασα.»

«Να υποθέσω πως χρησιμοποιείτε πολύ κάρβουνο;», είπε ο κ. Χοτζ.

«Περίπου μισό τόνο για κάθε τριάντα μίλια.», είπε αργά ο κ. Ντάφυ, ελέγχοντας από μέσα του την κατανάλωση του συγκεκριμένου πρωινού. «Όπως θα φαντάζεστε κι αν ακόμη δεν σας το πω, το συνεχές σταμάτα-ξεκίνα στους προαστιακούς σταθμούς με εξαντλεί.»

«Είμαι σίγουρος», είπε συμπονετικά ο κ. Χοτζ.

Συνέχισαν να συνομιλούν κάπως έτσι για μισή ώρα ώσπου κατέφτασε ο κ. Πόλτερ ο πρεσβύτερος και κατευθύνθηκε σοβαρός σοβαρός στο γραφείο του στο βάθος. Με το που συνέβη αυτό η συζήτηση έφτασε στο τέλος της. Δεν ακούστηκαν και πολλά ακόμη ως την ώρα του γεύματος πέρα από τον γρατζουνιστό ήχο της πένας στο χαρτί κι από τους ακανόνιστους ήχους των πλήκτρων της γραφομηχανής.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφευγε πάντοτε απ’ το γραφείο στη μιάμιση και πήγαινε στο σπίτι για να γευματίσει. Κατά συνέπεια, ξεκινούσε να ανεβάζει ατμό στη μία παρά τέταρτο ούτως ώστε να μην υπάρχει καθυστέρηση στην ώρα της αναχώρησης. Κάθε φορά που ο «σιδηροδρομικός χρονομέτρης» έλεγε ότι είναι μιάμιση, έβγαζε ακόμη ένα στριγκό σφύριγμα κι έβγαινε ατμοκίνητος από το γραφείο αργά αργά δίχως να ανταλλάσσει ούτε κουβέντα ούτε ματιά με τους συναδέλφους του. Έφτανε στο σπίτι του ακριβώς στην ώρα του.

Πλησιάζουμε τώρα στο πλέον σημαντικό σημείο της πλοκής, στο περιστατικό που δίνει νόημα σε ολόκληρη την ιστορία. Στη μέση του γεύματός του ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ένιωσε κάτι σπουδαίο, κάτι παράδοξο, βαρυσήμαντο και μαγικό να συμβαίνει μες στο μυαλό του, κάποια υπέρμετρη ένταση να μαλακώνει, άπλετο φως να πλημμυρίζει έναν τόπο που ήταν ως τότε σκοτεινός. Τα μαχαιροπίρουνα έπεσαν απ’ τα χέρια του και κάθισε εκεί κάμποση ώρα με απελπισμένο βλέμμα∙ μια μπουκιά πατάτες παραμελημένη μες στο στόμα του. Στη συνέχεια κατάπιε, σηκώθηκε χωρίς δυνάμεις από το τραπέζι και περπάτησε ως το παράθυρο, σκουπίζοντας τον ιδρώτα που είχε αρχίσει να τρέχει στο μέτωπό του.

Έστρεψε το βλέμμα του έξω στο φως της μέρας, όχι πια τρένο αλλά άνθρωπος κατατρομαγμένος. Ξανάφερε στο νου του ολόκληρο το πρωινό του σπιθαμή προς σπιθαμή. Εξ όσων θυμόταν δεν είχε σκοτώσει κανέναν, δεν είχε βρίσει κανέναν, δεν είχε σπάσει τίποτα παράθυρα. Μονάχα είχε μιλήσει με τον Κράνμπερυ και τον Χοτζ. Κάτω στον αυτοκινητόδρομο δεν υπήρχε κανένα σκοτεινό φορτηγάκι που να το λυμαίνονται άνθρωποι με στολές. Κάθισε ξανά κάτω, συντετριμμένος, δίπλα στο μισοτελειωμένο γεύμα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν οπωσδήποτε θαρραλέος. Όταν γύρισε πίσω στο γραφείο είχε κατεβάσει λίγο ουίσκι στο στομάχι του κι ήταν σούρουπο, πιο αργά απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Ο Χοτζ κι ο Κράνμπερυ έμοιαζαν απορροφημένοι στις επιστολές τους. Κρέμασε το καπέλο του ανέμελα και είπε:

«Φοβάμαι πως το τρένο άργησε λιγάκι να γυρίσει πίσω.»

Κάτω από τα χαμηλωμένα του βλέφαρα έριξε ένα κοφτερό βλέμμα στο πρόσωπο του Κράνμπερυ. Νόμισε πως είδε ένα αμυδρό χαμόγελο να περνά φευγαλέα από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ηλικιωμένου την ώρα που αυτά παρέμεναν βυθισμένα σε μια κόλλα χαρτί. Το χαμόγελο έμοιαζε να σημαίνει πως αυτό το ίδιο πρωινό αστείο δεν ήταν αρκετά καλό λίγες ώρες αργότερα. Ο Χοτζ σηκώθηκε απότομα στη γωνιά του και κατευθύνθηκε ήσυχα στο γραφείο του κ. Πόλτερ κουβαλώντας μαζί του τις επιστολές του. Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ αναστέναξε και κάθισε αποκαμωμένος στο γραφείο του.

Εκείνη τη νύχτα, όταν έφυγε από το γραφείο, η καρδιά του ζύγιζε λιγότερο και πίστεψε πως έχει βρει μια καλή δικαιολογία για να αγοράσει κι άλλο αλκοόλ. Κανένας δεν ήξερε το μυστικό του παρά μόνον ο ίδιος και κανείς άλλος δεν επρόκειτο ποτέ να το μάθει.

Θεραπεύτηκε πλήρως. Το παράξενο νόσημα δεν επέστρεψε ποτέ. Ακόμα και σήμερα πάντως, ο αδερφός του Τζων Ντάφυ εμφανίζεται στη σήραγγα στον ποταμό Λίφι με το βουητό των τρένων και στέκει ριζωμένος στο έδαφος όποτε συναντά ισόπεδη διάβαση – σιωπηλός, που λέει ο λόγος, επάνω σε μια κορυφή στο Ντέριεν.

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

Flann O’Brien, The Short Fiction of Flann O’Brien, Σαμπέιν / Λονδίνο / Δουβλίνο, Dalkey Archive Press, 2013 [πρώτη δημοσίευση: Irish Digest (Ιούν. 1940), σ. 69–73 και (με λίγες αλλά σημαντικές διαφορές) Story: The Magazine of the Short Story (Ιούλ.-Αύγ. 1941), σ. 65–68].

Φλαν Ο’Μπράιαν (1911, Κάουντυ Τιρόουν – 1966, Δουβλίνο). Ιρλανδός συγγραφέας του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μπράιαν Ο’Νόλαν. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος και έγραψε (μυθιστορήματα, θεατρικά, διηγήματα και σατιρικά κείμενα διατηρώντας για χρόνια στήλη στην εφημερίδα The Irish Times) –με διάφορα ψευδώνυμα– στα αγγλικά αλλά και στα ιρλανδικά. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Ο τρίτος αστυφύλακας (Αλεξάνδρεια, 2008) σε μετάφραση του Άρη Μπερλή.

Νικόλας Κακατσάκης, Τρία ποιήματα

1280px-PairOfMules

Βιβλιοθήκη

Με την παλάμη ελαφρά απλωμένη
πάνω στο εξώφυλλο
αποστηθίζω το περιεχόμενο.
Με το νύχι δικάζω στις σελίδες
αναγιγνώσκω  την ποινή που η τύχη ίσως διάλεξε.
Η βιβλιοθήκη μου είναι ο καρμικός μου καθρέφτης.
Τις ράχες, σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών, με τα ακροδάχτυλα ακουμπώ
και σεμνά φιλώ.
Ότι υπήρξα γενναίος αγοραστής βιβλίων αλλά όχι μεταπωλητής, το ξέρω
και μου έχει μείνει φυρά για αυριανά διαβάσματα.
Μερικά κρυστάλλινα ποτήρια που δεν χώραγαν στο ντουλάπι
στάζουν στα ράφια ηδύποτο με γεύση από γάλα.
Άρωμα από σκελίδες πορτοκάλια, μαζί με το φρούδι,
υπενθυμίζει ότι πνευματικά δικαιώματα
δεν έχουν οι νεκροί
– ποτ πουρί για χρόνια κλειστό στα ερμητικά τζάμια.
Βιάζομαι λοιπόν και αποφασίζω
να μην γεμίσω υποσημειώσεις τα κείμενα
να μην τσακίσω τις σελίδες στην δεξιά γωνία
με τρίγωνα πανιά να μην ταξιδέψω
στην θάλασσα των φιλικών συγγραφέων
και οι σελιδοδείκτες των ποιητών πέφτουν,
δαίμονες σε αχρηστία.
Όταν μια μέρα τρελάθηκα
άνοιγα τις βιτρίνες για ν’ αεριστούν τα βιβλία
από τον φόβο ότι τα λερώνουν
έντομα και μύκητες.
Παρακάλεσα τον αέρα να μπει από τ’ ανοιχτά παράθυρα του σπιτιού
να ζωντανέψει την γνώση και την τέχνη
που κτήμα δικό μου θεωρώ,
κάθε τόμος κι αξίωμα.
Ουρλιάζουν οι τίτλοι γιατί δεν έχουν μάτια να δουν
και αυτιά ν’ ακούσουν,
δεν με αναγνωρίζουν
για αυθεντία ούτε για αφέντη.

~.~

Το Άλογο

Δεν ξέρεις πόσο όμορφα θα ένιωθα αγαπητέ
αν μου ανήκε ένα άσπρο άλογο,
να το έχω για δικό μου άνθρωπο.
Το άλογο ξυστρίζω και για τις οπλές του νοιάζομαι,
χτενίζω με την βούρτσα χαίτη και ουρά
κι απ’ τον λαιμό έως τα πλευρά
με ανοιχτή παλάμη θωπεύω.
Σκεπάζω τ’ άλογο με την παλιά κουβέρτα
και την αρματωσιά του
σέλα και χάμουρα, στολισμένα φυλαχτά
ακουμπώ προσεκτικά στην μάντρα.
Το περήφανο άτι τώρα έχω για θεό
γιατί έφιππος στην Μικρασία κάλπασα
να δω όλη την γη που περιουσία μου ήταν και κληρονομιά
και για να φθάσουμε ως εκεί που τα κτήματα τελειώναν
βάλαμε σημάδια στα δυο ποτάμια
και κοιμηθήκαμε μέσα στην σύναξη των αστεριών.

Στην διανυκτέρευση μου αυτή εφιάλτη είδα
το παππού μου πρόσφυγα να ψάχνει τ’ αδέρφια του
στους δρόμους απ’ όπου είχα περάσει
και σου μεταφέρω το λόγια του
πως κι ο Οδυσσέας
την Τροία για ν’ αλώσει
τον Δούρειο μηχανεύτηκε
το πελώριο κούφιο Άλογο
αλλά για την απάτη του αυτή
ζημιώθηκε απ’ τους θεούς στου νόστου το ταξίδι.

Άλλωστε  και τον Διομήδη τον Θρακιώτη
όταν απ’ τον Ηρακλή νικήθηκε
τα θαυμαστά κι άγρια άλογα του,
ίδιες οι κόρες του μεταμορφωμένες,
κατασπαράξαν.

~.~

 

Βωμός

Στην πέτρα την μονή και την μόνη λιόδεντρα κυκλωμένη,
που κερασφόρου θεού βάθρο
και βωμός, καρπών κι αίματος, στεκόταν
ο Φαύνος, παίζοντας ωραία,
το σουραύλι, την φλογέρα
διαλέγει την ανοιξιάτικη μέρα κι ανεβαίνει
ανεμίζοντας αλόγου χαίτη και ουρά
και με τις οπλές τα σαπρόφυτα που ήταν καλυμμένη
σαλεύει  με χλιμιντρίσματα
και των μυγών το βουητό.
Στα σάπια φρούτα της θυσίας, τάματα και προσφορές κι αποκαΐδια
Νύμφες κι Αμαδρυάδες τον ζητούν  στο σμίξιμο
του Έρωτα.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 16. Δανάη Σιώζιου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Δανάη Σιώζιου

(Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2016)

10338759_329864053829339_6072563862714354427_n

Ὕπνος μικρός

Ξεχωρίζει μὲ κλειστὰ μάτια
τὸ σούρσιμο τοῦ φιδιοῦ
ἀπὸ τῆς σαύρας

διαφορετικὰ βαραίνει πάνω του
τὸ φύλλο τῆς καστανιᾶς
ἀπὸ τῆς κερασιᾶς.

Δὲν κινδυνεύει ὁ λιλιπούτειος κόσμος
ἀπὸ τὸ σῶμα του
μικρὸ καὶ ἐλαφρὺ πολύ

λαγοκοιμᾶται
πάνω στὸ νερὸ χορτάρι
συμφιλιωμένο μὲ τὸ χῶμα

κανένα ἀπὸ τὰ δύο
δὲν τὸ διεκδικεῖ
ἀκόμα.

~.~

Ἡ ρίζα

Συχνὰ ὁραματίζεται ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα
σὰν ἄσκηση χαλάρωσης.

«Κράτησέ μου τὸ κεφάλι», μὲ παρακαλεῖ,
«πρέπει νὰ μοῦ κρατήσεις τὸ κεφάλι καὶ νὰ τὸ πιέσεις».
Τὸν διαβεβαιώνω πὼς δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα μὲ τὸ κεφάλι.
Στὴν πραγματικότητα τὸ φαντάζομαι ἀνοιγμένο,
νὰ τὸ ἐξερευνῶ μὲ τὸ δάχτυλο, μὲ ἕνα μικροσκόπιο
γιὰ μάτι.

Ὁραματιζόμαστε ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα.

Βρισκόμαστε τώρα στὸ βυθό
ἐκεῖ κάτι καίγεται.

~.~

Πιερότοι

Ποὺ ἤμασταν παχουλὰ μωρὰ
ποτὲ δὲν μᾶς τὸ συγχώρεσαν
μᾶς τσιμποῦσαν τὰ μάγουλα
μᾶς στρίμωχναν σὲ διχτυωτὰ πάρκα
μὲ κόπο σκαρφαλώσαμε
κι ὅταν ἐπιτέλους γλιτώσαμε
δὲν ξαναβάλαμε
ποτὲ πιὰ συνολάκια.


Ἡ Δανάη Σιώζιου γεννήθηκε τὸ 1987. Μεγάλωσε στὴν Καρλρούη καὶ στὴν Καρδίτσα. Ὑπῆρξε συνεκδότρια καὶ μέλος τῆς ὀμάδας τοῦ περιοδικοῦ Τεφλόν. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο: Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια (2016).

Κωνσταντίνος Πρωτόπαπας, Τσιν (μια επιλογή)

«Πώς σε λένε είπαμε», με ρώτησε αυτός
που ονομάζεται Τσιν σε μια
προσπάθεια συμφιλίωσης.

~ . ~

Κάθε πρωί
Η ίδια διαδρομή
Με το ίδιο τρένο
Πλάι στους ίδιους αγνώστους
Κι ο Τσιν
Αυτός ο δήθεν νεωτεριστής
Να κάνει ακριβώς
Το ίδιο
~ . ~
Σήμερα ο Τσιν πειραματίστηκε.
Κάθισε για άλλη μια φορά σπίτι του.
~ . ~
Αυτός ήταν,
έλεγες στον Τσιν,
Ο πιο μεγάλος σου έρωτας.
Και μάλλον
έρωτας
δεν ξέρεις
τι θα πει.
~ . ~
Αν το σώμα σου είναι εύπλαστο
Όπως ο Τσιν θυμάται
Και τα δυο σου πορτοκάλια
Κυρτώνουν γαλλικά προς τα επάνω
Αν τα πόδια σου λάμπουν σαν δυο
ασπρουλιάρικες λαμπάδες
Και τα χέρια σου δυο κλαδιά βασιλικού
Αν τα μαλλιά σου πέφτουν ως τη γη
Και σκουπίζουν αδιάκοπα
την ατσούμπαλη σου κίνηση
Και αν τα απόκρυφα σου σημεία
Μοιάζουν ακόμη με τα πιο παρθένα δάση
~ . ~
Έχει τις μαύρες του
Έξω φυσάει
Ψιλoβρέχει
Και το κρύο μπαίνει μέσα
Από τα τρύπια κουφώματα
Της οδού Λομβάρδου
Διαβάζει πράγματα που δεν θα έπρεπε
Γραμμένα από ανθρώπους που πρέπει
Και κοιτάει πέρα από την οθόνη
Ο Τσιν
Αυτός ο γέρο σκύλος
Μυξοκλαίει
~ . ~
Στο δρόμο δεν έβλεπε
Τίποτε
Ούτε ανθρώπους
Ούτε αυτοκίνητα
Τίποτε
Ο Τσιν
Μια φιγούρα της επαρχίας
Περπατούσε σκυθρωπός
Ενώ σκεφτόταν όλα όσα είχαν πάει λάθος
~ . ~
( Ο Τσιν είπε πως )
Βρίζοντας εσένα
Σε μια κόλλα χαρτί
Το όνομα σου
Γίνεται πλουσιότερο
~ . ~
Και χαθήκατε
Στο πρώτο φιλί
Στη λεωφόρο πάνω
Με τα αυτοκίνητα
Να παίζουν παιάνες
Ο Τσιν ήταν εκεί
~ . ~
Ο Τσιν υπενθυμίζει
πως η καρδιά
βρίσκεται
στο αριστερό μέρος
του σώματος
~ . ~
Ατέλειωτες
Σιωπές
Σπουδάζεις
Στη νύχτα
Τον Μπαχ
Με διάλειμμα
Το μήλο
Και κοιτάω
Αυτό το κορίτσι
Εγώ, ο Τσιν
Που δε λέει
Τίποτα
Παρά
Στο τέλος της
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ