Χρήστος Μαρκίδης

Χρήστος Μαρκίδης, «Ο τόπος και ο καιρός δεν μας χωρούν πλέον»

*

Με αφορμή την αναδρομική έκθεση του ζωγράφου στην γκαλλερύ Art Projekt Space (Φαλήρου 66, Αθήνα, 10 Σεπτεμβρίου – 8 Οκτωβρίου 2025), το ΝΠ αναρτά μια παλαιότερη, του 2004, αλλά αδημοσίευτη συνομιλία του Χρήστου Μαρκίδη με τη στιχουργό Αγαθή Δημητρούκα.

~.~

ΑΓΑΘΗ ΔΗΜΗΤΡΟΥΚΑ: Η ζωγραφική σου, οι μορφές στη ζωγραφική σου, περιέχουν την ηχηρή μοναξιά. Μια μοναξιά διττή. Της προβαλλόμενης μορφής και του δημιουργού, που “κρύβεται” πίσω απ’ το έργο παρακολουθώντας το, ενώ παρακολουθεί ταυτόχρονα και τον θεατή. Θέλω να πω ότι όταν παρατηρώ ένα έργο σου, ακόμη κι αν στέκεσαι δίπλα μου και με “ξεναγείς” σ’ αυτό, έχω την αίσθηση πως με κοιτάς κρυμμένος πίσω από τον καμβά, με τη ματιά κάποιου θεού που βλέπει, εξετάζει, ερευνά, χωρίς να παρεμβαίνει. Χωρίς να παρεμβαίνει ακόμη, ίσως;

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ: Αυτό σημαίνει ότι η ζωγραφική φέρει ακόμη τη μνήμη του Θεού κι ότι στο έργο μου υπάρχει κατά κάποιο τρόπο η παρουσία της. Η καθ’ ημάς παράδοση περιείχε πάντοτε τούτο το βλέμμα. Στην αντίστοιχη δυτική, τη θέση του Θεού έχει καταλάβει από ένα σημείο και πέρα, απολύτως βέβαιος για τον εαυτό του και τον κόσμο, ο καλλιτέχνης. Στον Βελάσκεθ, π.χ., δεν υπάρχει κανενός είδους μοναξιά. Υπάρχει το περιβάλλον της Αυλής και οι βεβαιότητες οι ακμαίες της εποχής του. Πώς να παρέμβει ο Θεός. Σήμερα δε, μοιάζει να μην μπορεί να παρέμβει όχι μόνον ο Θεός αλλά και ο άνθρωπος. Είμαστε υποχείρια της Τεχνικής, που ένας συγκεκριμένος επιθετικός πολιτισμός, δημιούργησε.

Α.Δ.: Μέσα στον επιθετικό πολιτισμό, η μοναξιά εκλαμβάνεται ως άμυνα, άμυνα καρτερική, αλλά ακλόνητη, δεν σπάει. Όσο και να λυγίζουν οι μορφές στα έργα σου, δεν σπάνε, δεν διαλύονται. Γέρνουν για ν’ αποτυπώσουν στην ύλη τη δική τους μνήμη του Παραδείσου, ή ατενίζουν. Είναι άραγε μνήμη του σκοταδιού πριν από τη δημιουργία του κόσμου; Η μορφή στο έργο σου μου δίνει την εντύπωση ότι συλλέγει και συμπυκνώνει εντός της το σκοτάδι του σύμπαντος για να μείνει η γη φωτεινή. Αλλά φωτιζόμενη εκ των έσω, σαν να φλέγεται εσωτερικά, σαν να πυρπολείται εσωτερικά και να εκπέμπει ένα στιλπνό φως και συγχρόνως πυκνό, απροσδιορίστου βάθους. Κι είναι φως, μόνο φως, όχι φωτιά.

Χ.Μ.: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός», θα έλεγα, προσυπογράφοντας τον στίχο του ποιητή. Πορευόμαστε με το πυρ δημιουργικά και καταστροφικά από τις απαρχές της υπάρξεώς μας. Η φωτιά και η στάχτη είναι οι υλικές πλευρές του κόσμου, ζωή-θάνατος και τανάπαλιν, δύο αρχέγονες δυνάμεις που αντιπαλεύουν στην πράξη. Το φως και το σκοτάδι ορίζουν ποιοτικής τάξεως συνειδητοποιήσεις, συνδιαλέγονται. Στις καθ’ ημάς νωπογραφίες, π.χ., το σκότος λειτουργεί ως φόντο για να προβάλλει τις μορφές. Στις ιερές Εικόνες η νύχτα μεταμορφώνεται σε απαστράπτον φως, ο υπερούσιος γνόφος αποτελεί πνευματικό συστατικό της παρηγορητικής θεοπτίας. Σήμερα ο καβγάς γίνεται για το πάπλωμα. Αυτό που ενδιαφέρει συνολικά είναι η αυτονομημένη προοπτική του φόντου της Αναγέννησης· ούτε o Θεός ούτε o κόσμος ούτε o άνθρωπος. Ανάγκη ποσοτικής επιβεβαίωσης, μ’ άλλα λόγια, και φαντασίωση ανελέητη της αδιαφάνειας. Έτσι η μοναχικότητα του εικαστικού ταμπλώ ταυτίζεται μαρτυρικά με την εξομολογητική αμηχανία του γραπτού λόγου. Είναι θαρρώ οι μόνες εναπομένουσες φωταγωγικές άμυνες.

*

(περισσότερα…)

Τέχνη εν λόγω

της ΠΑΓΩΝΑΣ ΞΕΝΑΚΗ

Χρήστος Μαρκίδης,
Κατάματα,
γ΄ έκδοση, Αρμός 2022

Στο βιβλίο του, ο Χρήστος Μαρκίδης δεξιώνεται εκλεκτούς επισκέπτες «ένθεους» ή «κοσμικούς», για ραφινάτες τελετές τσαγιού ή αδρά φαγοπότια. Τους συναντά ένα δωμάτιο με καθρέφτες, όπου εκείνοι αέναα πολλαπλασιάζουν το «Κατάματα». Η καταγωγή της πρωτινής ματιάς ανιχνεύεται, φορές πάλι συγχέεται, θαρρείς, και όλοι αυτοί που έχουν τις γενετικές τους ανεμόσκαλες συγγενικές μα και διάφορες, τις συντονίζουν με απόλυτα αρμονικούς ελιγμούς.

Στο δωμάτιο αυτό, δεν λείπει και ένας καθρέφτης για τον αναγνώστη. Είναι τόσο αλλόκοτος καθρέφτης αφού το είδωλό μας εξακολουθεί να μας κοιτά κατάματα ακόμα και αν αποστρέψουμε το βλέμμα μας από αυτόν. Είναι αξιοσημείωτο το πόσο μεγάλη συνάφεια έχει η εικαστική διαδρομή του Χρήστου Μαρκίδη με τον λόγο του, τον ποιητικό ή πεζό. Πώς τα συστατικά του γραπτού και του εικαστικού λόγου του, έρπουν αρχικά σαν το αόριστο ανιχνευτικό φως ενός φακού πάνω στα πλέγματα μιας ιδιαίτερης χάραξης και πώς κατόπιν αναδύονται καθαρμένα, στεμμένα με μιαν άλω, ολότελα πια δική τους.

Στην ζωγραφική του, οι κοίλες μορφές της ενδοσκόπησης που εγκολπώνονται θαρρείς μια φιάλη γεμάτη ιχώρ, θυμίζουν τις μορφές που αναφέρονται στο βιβλίο «Κατάματα», έτσι όπως δίνει η μία την σκυτάλη στην άλλη, με μια αλληλουχία τόσο ευφάνταστη και πολύτροπη. Οι περσόνες αυτές, μαγικές σαν φάσματα παρειδωλίας, αγγίχτηκαν μεταξύ τους με την αισθαντική τυχαιότητα μιας ακουαρέλλας πάνω σε απορροφητικό χαρτί και κατόπιν δουλεύτηκαν από τον αφηγητή πάνω στις ιδιαιτερότητές τους, με λεπτεπίλεπτους χειρισμούς, αποτίμηση, στοχασμό, μέχρι την ούγια της κάθε σελίδας.

Σε ένα βιβλίο με δοκίμια; Θα έλεγα σε ένα βιβλίο με έργα τέχνης του λόγου και της ευαίσθητης ακοής. Ολόγλυφα και ολόκληρα με ένα βαθύτατο ακριβό πυρήνα. Σφουγγάρια γεμάτα, που όμως δεν στάζουν, δεν αναλώνονται αναίτια. Πεταλίδες που έχουν την ρόδινη ευάλωτη σάρκα τους ανάμεσα σε ένα φαιό κέλυφος και έναν ασάλευτο βράχο.

Η έμπνευση του Χ.Μ. άλλοτε μοιάζει λαμνοκόπος στον Αχέροντα και άλλοτε
ραδινό δελφίνι σε αίσια νερά. Η στίλβη της έμπνευσης παγίδεψε την πάχνη, την άβαρη γύρη, τα ρινίσματα κάθε πρωτόφαντης συγκίνησης. Όλα τα πτητικά αρώματα κάποιου κήπου που θυμιάζει τη γύρη του γύρω από το κιόσκι της ύπαρξης. Της ύπαρξης που σαν ρωσική κούκλα μπορεί (πόσο απρόσμενα) να κυοφορεί τις ήδη γεννημένες μορφές που ζουν κρυπτικά η μία στην γαστέρα της άλλης.

Είναι πράγματι πολύτιμα τα βιβλία στα οποία ο αναγνώστης επιθυμεί να ανατρέξει ξανά και ξανά και με ένα αιφνίδιο κάθε φορά ξάφνιασμα να αφουγκράζεται την υπόκωφη εσωτερική παλμικότητά τους. Θαρρεί κανείς τότε πως τα βιβλία αυτά δεν είναι τυπωμένα, αφού μπορούν κάθε φορά να αλλάζουν, να εκπλήσουν, άλλοτε να γίνονται αποκαλυπτικά και άλλοτε αινιγματικά.

Είναι ακόμα θαυμαστό, πώς την έμπνευση που αναρριχάται σαν κλιματσίδα, μπορεί ο συγγραφέας να την διαχειριστεί, έτσι ώστε να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ σαφήνειας και υπέρβασης. Να έχει πάντα μια τόσο εύστοχη και «κατάματη» ματιά, απέναντι σε ένα σύμπαν που συχνά ο οφθαλμός του μας κοιτά με μιαν έκκεντρη κόρη.

Με την μνήμη και την μοίρα, τις δύο λέξεις που ο Χρήστος αγαπά, έπλασε και ονομάτισε μιαν ηγερία ολότελα δική του, την Μνήμοιρα. Αυτή κράτα το πινέλο και το μολύβι, αυτή κρατά και το λεπίδι που κόβει απρόσιτους καρπούς. Πόσο μεγάλο είναι το προνόμιο να μπορεί κάποιος να κοινωνεί στους άλλους αυτά που έχει πανάκριβα. Να μην θρυμματίζονται στην μεταφορά, να μην χάνονται στην μετάφραση που γίνεται από τον βαθύ εσώτερο βόμβο που μας σαστίζει και μας μεθά, σε μια καθομιλουμένη που πάλι θα μας σαστίζει και πάλι θα μας μεθά.

Η τέχνη του Χρήστου Μαρκίδη σε κάθε της έκφανση, δεν είναι μια τέχνη άσωτη. Δεν είναι ένα οπωροφόρο δέντρο που ανθίζει και καρπίζει με διαρκώς διαθέσιμα απλωμένα κλαδιά, Μου θύμιζε ανέκαθεν το κυπαρίσσι που μέσα στον ερμητικόν οβελίσκο του, ζουν αθέατα και ιδιωτικά, πουλιά και έντομα, μια γοητευτική, μυστική ζωή.

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

(περισσότερα…)

Η διαχρονική επικαιρότητα των κειμένων του Χρήστου Μαρκίδη

του ΓΙΑΝΝΗ Χ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα,
3η έκδοση, Εκδόσεις Αρμός, 2022

Πενήντα έξι δοκίμια περιέχονται στην 3η έκδοση αυτού του ιδιαίτερα φροντισμένου βιβλίου. Η πλούσια θεματολογία του κινείται σε όλους σχεδόν τους τομείς της τέχνης, με αναφορές σε πρόσωπα και έργα, καθώς και στις πηγές που τα γεννούν και τα θρέφουν. Κυριαρχούν τα θέματα γύρω από εικαστικές τέχνες και λογοτεχνικές καταθέσεις, ένα δίπολο στο οποίο σαν δόκιμος ζωγράφος και ποιητής, ο Μαρκίδης έχει βαρύνουσα άποψη.

Κοντινά όμως είναι και τα θέματα κριτικής της τέχνης, αισθητικής παιδείας καθώς και οι προσεγγίσεις του σε ζητήματα κινηματογράφου, χορού, μουσικής και ερμηνευτών, όπου διαπιστώνει κανείς το εύρος και το βάθος της παιδείας του. Οι αναφορές του, ευκαιριακά μεν εστιάζουν σε συγκεκριμένα σύγχρονα πρόσωπα, που παρέχουν την αφορμή για προεκτάσεις ευρύτερης σημασίας.

Όμως τα θέματά του δεν σταματούν εκεί: η οικολογική συνείδηση, τα βάρβαρα ένστικτα των πολεμικών συρράξεων και οι προβληματισμοί γύρω από τα αιώνια θέματα της φιλοσοφίας, του χρόνου και της ευτυχίας, καταλαμβάνουν ένα σημαντικό μέρος των διαλογισμών του. Τέλος, σημειώνεται και ένα πολύτιμο ποσοστό αυτοαναφορικών στοιχείων, που ανατρέχουν με συγκρατημένο λυρισμό σε καταγωγικές πηγές και στην ανάγκη του εγώ να συναντήσει το εμείς. Παντού περιρρέουσα και συνεκτική όλων, υπάρχει μια μεταφυσική αντίληψη και μια βαθιά πίστη στην αποκαλυπτικότητα του υπερβατικού. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα

*

Μετά από τρεις ποιητικές συλλογές, Κιννάβαρι, Άγρα 2009, Δράκων κατήλθες, Τυπωθήτω-Λάλον Ύδωρ 2013, Έρεβος ή το άλλο φως, Εκδόσεις του Φοίνικα 2020, ο Χρήστος Μαρκίδης επανέρχεται στα εικαστικά δρώμενα με μια έκθεση 32 επιλεγμένων σχεδίων της τελευταίας δεκαετίας (μολύβια, κάρβουνα, μελάνια, παστέλ) στην Gallery 7 (Σόλωνος 20 & Βουκουρεστίου, Αθήνα από 13 Σεπτεμβρίου έως 1 Οκτωβρίου 2022) και παράλληλα με το βιβλίο των στοχαστικών δοκιμίων του Κατάματα σε 3η συμπληρωμένη έκδοση από τον Αρμό. Από το βιβλίο αυτό προδημοσιεύουμε τρία μικροδοκίμια.

http://markidis54.blogspot.com

 

~.~

 

ΠΡΟΣ ΕΩ

Αναρωτιέμαι καμιά φορά για το αβέβαιο παρόν της ζωγραφικής. Άλλοτε θεωρώ ότι η αρχέγονη τέχνη μας διαθέτει ακόμη τόλμη και αρετή, άλλοτε ότι ο καιρός την έχει προ πολλού προσπεράσει. Το ζωηφόρο μήνυ­μα του μοντερνισμού, όπου ακαδημαϊσμοί και συμβά­σεις αιώνων εξανεμίστηκαν απέναντι στην εσωτερική ανάγκη για ελευθερία και οικουμενικότητα -πρώτη φορά η νεότερη ευρωπαϊκή τέχνη διαλογίστηκε ου­σιαστικά στο πνεύμα της Ανατολής- δεν γονιμοποιεί πλέον τον νοητό κόσμο· μύρια υποκατάστατα ηχούν και σκάφανδρο στα καθ’ ημάς Επιφάνια.

Το δωρικό απαραίτητο, όπως το διατύπωσε ένας από τους πατέρες της αισθητικής επανάστασης ο Ζωρζ Μπρακ, Η αλήθεια δεν έχει αντίθετο,1 έπαψε σχεδόν οριστικά να ισχύει. Το ιλιγγιώδες αίσθημα ενός πορτρέτου του Φαγιούμ, ενός στίχου του Ρωμα­νού, μιας μουσικής φράσης του Χαίντελ, έστω μιας στροφής του Ρίλκε και του Σεφέρη ή ό,τι απέμεινε να μας θυμίζει την καταγωγική φύση και θέση του ζω­ντανού λόγου, μοιάζουν απολιθώματα ενός μακρινού παρελθόντος. Ξεχνούμε πως διαχρονικά όλα τούτα μετεωρίζονται έμπλεα νοημάτων, προσμένοντας από εμάς νέα θεώρηση του απολύτου, νέα κατανόηση έναντι του μυστηρίου, νέα παραμυθητική υποθήκη στο μέλλον. Όταν τα μέσα έχουν χάσει το στόχο, πρέ­πει να επανέλθει κανείς στις ουσιαστικές αρχές που δημιούργησαν την ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι οι αρχές παίρνουν ζωή και ξαναδίνουν ζωή.2 Ξέρω ότι τότε που ειπώθηκαν αυτά τα λόγια, οι συνθήκες ήταν το ίδιο στεγνές. Πεντακόσια χρόνια δυτικής ρασιοναλι­στικής σχιζοφρένειας ήρθαν μέσα σε τρεις δεκαετίες ανάποδα, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον ασκό του Αι­όλου σ’ αυτό που σήμερα δεν μας αρκεί· έπαψε προ πολλού να τέμνει και να ορίζει. Ωστόσο οι ανανεωτές του κινήματος διέβλεψαν με περισσή ενάργεια την εξακολουθητική έκπτωση που απειλούσε, απειλεί και θα απειλεί τον αδιάκοπο πολιτισμό της συνείδησης: η ελευθερία δεν θα έχει αξία, παρά μόνον αν μπει στο δρόμο μιας παράδοσης. Παράδοση δεν σημαίνει συ­νήθεια.3 Ανακαινίζοντας εκ βαθέων το σύνολο των μορφών, οι δάσκαλοι του περασμένου αιώνα σεβά­στηκαν ολοκληρωτικά τις α ρ χ έ ς· να το μεγάλο παράδοξο! Ο μοντερνισμός ορθώνεται ως η έσχατη αναλαμπή της οικουμενικής ουτοπίας στην τέχνη. Κι εμείς οι κατοπινοί -του παγκοσμιοποιημένου πια τό­που- συλλέκτες της αγωνίας όσων ορυκτών μάς από­μειναν. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, Ποιήματα

 

ΤΟ ΦΑΣΜΑ

Στὴ σιωπὴ ἐν μέσῳ τῆς νυκτὸς
Τὸ φάσμα ἦρθε καὶ μοῦ μίλησε.
Ἄκου, μοῦ εἶπε, τ’ ἀλόγατα σὲ φέραν ὣς ἐδῶ
κι ἄκου νὰ δεῖς τί εἶπαν:
Ἕρπουν λογῆς λογῆς νιφάδες
ὁ οὐρανὸς ἀνέτειλε, κατέβηκε στὴ γῆ.
Κι ἐκείνη τὴ σκηνὴ μὲ τὸν Ζαγρέα
ὁ μανιασμένος ἄνεμος τὴ σήκωσε ἀπ’ τὰ βάθρα
τὴν ἔριξε στῆς οἰκουμένης τὸ σταμνὶ
εὐχὴ εἱρκτὴ θὰ βρεῖς ἐσύ, νὰ τὴ νυμφεύσεις πάλι.
Ἐγὼ ἐξέπεσα, καλὲ
μήτε γι’ ἀρνὶ ὀδύρομαι μήτε γιὰ λύκο.
Ἐντόσθια μόνον ἐνθυμοῦμαι.

~.~

ΕΑΣΙ

Καμιὰ στροφὴ
κανένα ποίημα δὲν νογᾶ, ἀγαπημένε
μαζὶ τοῦ Διονύσου ἢ τοῦ Πανὸς
τὸν οἶστρο ἐξιστορήσαμε
μὰ ἡ κοινωνία τ’ ἄλλα ὑπηρετεῖ.
Τ’ ἄθλια καὶ τὰ φρικτὰ ἰσοζύγια.
Κι ἡ φύσις; Αὐτὴ κι ἂν θέλει νὰ κρυφτεῖ
κανεὶς δὲν ξεύρει πῶς ὁ κόσμος προχωρεῖ
Ἐρχόμαστε ποῦ; Πηγαίνουμε ποῦ;
Ἑρημία τρισμέγιστη. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τη ζωγραφική του Μαρκίδη την είπαν ανθρωποκεντρική. Ο χαρακτηρισμός είναι σωστός, θέλει όμως διευκρίνιση. Τι λογής κέντρο είναι αυτό που διεκδικεί στην τέχνη του ο άνθρωπος και με ποιον τρόπο; Στο κάτω της γραφής, ώς χθες ακόμη, σε κάθε ερώτημά μας, το ξέρουμε από τους καιρούς του Οιδίποδα, η απάντηση ήταν: ο άνθρωπος. Όμως, ποιος είναι ο άνθρωπος της εποχής μας γενικά, και ειδικά του Μαρκίδη;

Ανθρωποκεντρική, ανθρωπιστική, ουμανιστική, πείτε την όπως θέλετε, είναι κατ’ εξοχήν η τέχνη της αρχαιότητας. Εδώ ο Άνθρωπος είναι αυτονόητος, απτός, ορατός. Είναι κομμάτι οργανικό του σύμπαντος κόσμου, της πανωραίας δηλαδή αρμονίας του παντός: κόσμος θα πει στολίδι. Στα έργα του Φειδία και του Πραξιτέλη συναντούμε τον ιδεώδη του τύπο, με άλλα λόγια συναντούμε το ιδεώδες του ανθρώπου. Ναι, αυτός ο ιδεώδης άνθρωπος είναι θνητός, είναι τρωτός, είναι άθυρμα στα χέρια των θεών και της τραγικής Μοίρας. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ο αγαπημένος των Μουσών, ο εραστής της Μνημοσύνης, είναι ο απομνημειωμένος και ο μνημονευόμενος, είναι περατός και όμως εις τους αιώνας αξεπέραστος. Ακόμη και η φρίκη του είναι στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ευμορφίας. Απόδειξη: οι αθάνατοι, με όλα τα κουσούρια τους, τού μοιάζουν.

Με την έλευση του Χριστού έχουμε το πρώτο ρήγμα. Ο άνθρωπος παραμερίζεται, εξορίζεται στον προθάλαμο του ιδεώδους. Η αθανασία παύει να είναι μνημοτεχνία, θύμηση των προγεγενημένων, αλλά γίνεται μελλοντικό πρόγραμμα μεταφυσικό. Πλέον δεν μοιάζουν οι θεοί στον άνθρωπο, εκείνος έχει πλαστεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του Κυρίου. Και οφείλει να αρθεί ώς Εκείνον, θανάτω θάνατω πατήσας. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς ευάλωτος, όπως στην Αρχαιότητα. Είναι ατελής, αμαρτωλός, ανάπηρος. Γι’ αυτό και η τέχνη του Πανσέληνου ή του Θεοφάνη ας πούμε, τον αποτραβά από τους οφθαλμούς μας, ο άνθρωπος ο απτός, ο ατομικός παύει να υπάρχει. Και στη θέση του, προβαθμίδα θεώσεως, τίθεται ένα άλλο υπερβατικό πλέον ιδεώδες – ο Άγγελος ή ο Άγιος. Ωστόσο κι εδώ, το ανθρώπινο σχήμα, η ανθρώπινη μορφή, παραμένει οδηγός. Ο Άγιος παραμένει άνθρωπος, έστω εξαϋλωμένος και αναφής. Ο ίδιος ο θεός πρέπει να γίνει θεάνθρωπος, Υιός του Ανθρώπου, για να φανερωθεί.

Η Αναγέννηση και οι αιώνες που ακολούθησαν, σε αδρές γραμμές από τον Μποτιτσέλλι ώς τον Ντελακρούα, θ’ αντισταθεί σ’ αυτήν την πρώτη θεολογική απανθρώπηση του ανθρώπου. Θα προσπαθήσει να τον επανεγκαταστήσει στο χοϊκό του ενδιαίτημα, τη Φύση. Σήμερα ωστόσο το ξέρουμε. Χωρίς μόνιμη επιτυχία. Ο σκώληξ του Παραδείσου, με άλλα λόγια ο πειρασμός της Ουτοπίας, που με τόση σοφία είχαν αποφύγει οι Έλληνες, είχε τρυπώσει πια για τα καλά στο μήλο, στο ασυνείδητο του Δυτικού κόσμου. Η Φλωρεντία και η Βαϊμάρη μπορεί να λατρεύουν την Αθήνα, η ήπειρος που τις γέννησε ωστόσο εξακολουθεί να προσκυνά την Ιερουσαλήμ. Στο τέλος ο Γολγοθάς θα πάρει εκδίκηση απ’ τον Όλυμπο. Το αίτημα της υπέρβασης του ανθρώπου, που σήμαινε βέβαια την Πτώση της παρούσας του μορφής σε μια οντολογικά παρακατιανή βαθμίδα, εκείνη του αμαρτωλού προσταδίου, θα υιοθετηθεί επισήμως από τον Διαφωτισμό και τα συνοδά του ιδεολογήματα, πολιτικά και μη. Εκκοσμικευμένη, η Ανάσταση θα βαπτιστεί Επανάσταση. Και η ιστορία σύμπασα, η ζωή μας όλη, από τα χείλη του Καντ θα καταγγελθεί ως «ανωριμότης αυθυπαίτια». (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, Πέντε ποιήματα

005

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ

Ύστερα ήρθαν οι ίσκιοι
φέρνοντας άλλους ίσκιους
εκείνους που ταράζουν το κορμί
κι εκείνους που αλώνουν τα όνειρα
σημαδεμένος είσαι μου είπαν
ο ένας σ’ έκοψε στα δυο
ο άλλος το μυστήριο σου χάρισε
ο τρίτος ο φαρμακερός σε βάφτισε στο πυρ
ο τοξοφόρος στην άβυσσο.
Όμως εσύ οξεία είχες για νυγμό και
τυχερή περισπωμένη στον λέοντα
και δουλεμένα χέρια στο υνί
ψυχή από οίστρο και άργιλο
χρόνια εξερευνούσες σήραγγες σεμνές
ποτάμια με φιδίσια αινίγματα
στέρνες στεγνές άλλοτε πληρωμένες
από θεσπέσια ερείπια και ύδωρ
άλογα λόγια, κάμπους βατούς
τοπάζια περίοπτα, άβατα νάματα
ψιλές και δασείες, αιώρες και ρήγματα.

Ποιος άραγε τεχνούργησε τέτοια χαρά;
Ποιος πίσω την άρπαξε;

~.~

090

ΝΙΨΕ

Ανυπεράσπιστο παιδί ή παιδαριογέρων;
ρώτησε ο σοφός το νήπιο.
Όφις καημένε και νερό
νερόφιδο του απάντησε με στόμφο εκείνο
καθώς κροτάλιζαν τα τόξα
καθώς δεξαμενές αδειάζαν από ήχο
και θύρες ανοιχτές με πάταγο βροντούσαν
τι πάταγος κι αυτός, ο προαιώνιος
Κύριος, ο από μηχανής ελεήμων
μα και θυσιασμένος απολωλός
Άγγελος, τι στήθος που πορεύεται
στην ιστορία με γυμνωμένους μυς
δίχως νοήματα, δίχως ελπίδα
στυγνό κουφάρι πολλαπλασιασμένο
στο άπειρο, τι σώματα τερπνά
μέσα στον ύπνο, τι τέρατα δεμένα
στης κοινωνίας τον χαμό
ιδιοτέλεια σαύρας, σκύμνου κραυγή
αητού τροφή, έπος τριήμερο
χαντακωμένο μίσος, θέα παράλογη
μνήμης φωτιά, φύτρα περίοπτη
ξεμωραμένη νύχτα.

Στύψε το αίμα να χαρείς, μωρέ
Νίψε την άβυσσο.

~.~

L1020697

ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

Κάποτε  τα όνειρα δικαιώνονται
κάποτε παραμονεύουν
κάποτε σκύβουν και ρωτούν:
Ζεις; Για δεν ζεις;
Ζήσε! Να στοιχηθείς δεν θέλησες
να μοιραστείς δεν ήρθες
στην αλχημεία της φωτιάς πορεύτηκες ολκός
σ’ ανυπεράσπιστα βλέμματα γεύτηκες ύδωρ
τρυγόνια νοερά, βρύσες λιμένων άντλησες
στης αγωνίας τον αχό εντοιχισμένα μάρμαρα
και δυστοπίες αιώνων συνόψισες
δόρατα φίλων, μνήμες νεκρών, κατηγορίες απίστων
με παρρησία κατήγγειλες
πέρατα ιερά, περιπολίες αγίων
χνάρια πολύφερνα, δόκανα χώματα
μνήματα αθύρματα, σώματα ασώματα.

Πέτρα την πέτρα σκάναρες μαρτυρικά στο γέρμα
της ερημιάς το τρίστρατο και τα κρυφά μαντάτα.

~.~

xq 035.JPG

ΝΥΚΤΩΡ ΑΛΕΚΤΩΡ

Ψες στ’ όνειρό μου είδα τον θεό
νεκρές οι φύσεις στέκονταν λαμπρές
τελειωμένες, οριζόντιες
μαύρες βαμμένες και χρυσές

– Θα πάμε στην Εικοσιφοίνισσα μωρέ;
– Αμέ! Αν μας αφήσουν τα σκυλιά θα πάμε
– Θα τα στραβώσουμε με τους φακούς.
– Γυάλινα μάτια ζύγωσες Μιχάλη

Σκέψου Μιχάλη τις σκιές τις μοναχές
τα κυπαρίσσια σκέψου, κινήσαμε
γυρίσαμε, οι πιπεριές ποτίσματα
δικά μας περιμένουν
για να τραφούν να μαζωχτούν
νύκτωρ αλέκτωρ, τα καπνά να σπάσουν

Τηρ

Φων

Φως   Περσεφόνη

– Πού είν’ ο λόφος, πού ειν’ ο Τρύφων;
– Δες από δω σύρσου εκεί
αριστερά ο Λ., δεξιά η Ε., χαμαί ο Φωστήρας.

~.~

Ζ 012

ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΒΡΟΧΗ

Ξύπνησα με βροχή
κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.
Δύο εικοσιτετράωρα ο θεός
καταδέχτηκε να συνωμοτήσει στο νόημα
εκείνο των σαράντα ημερών, το μέγα.

Μα τα φαινόμενα ως είθισται απατούν
μέχρι το ποίημα να τραφεί
ήλιος ανέτειλε χλωμός, δεν συμφωνεί η φύσις.

Η βούληση από το συμβάν έτη φωτός απέχει.


* Τὰ εἰκαστικὰ ἔργα ποὺ πλαισιώνουν τὰ ποιήματα ἀνήκουν στὸν συγγραφέα.