ποίηση

«Με σπασμένα φτερά γιγάντων και δάκρυ αγγελικό»: Πάνος Β. Λιαλιάτσης (1936-2025)

 *

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Θ’ ακούς πάντα τη βοή του Αργολικού
αγαπημένου που πασχίζει να σου πει τα μυστικά του.
Κι ο κάμπος με τις διψασμένες πορτοκαλιές
που τις πότισαν τα δάκρυα της μάνας σου
της καλαμιάς
Σε καρτερεί να τον δεις πάλι την αυγή του Θεού
όταν ξυπνάνε τα πουλιά και τραγουδούν το φως του.

Έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 2025 ο ποιητής Πάνος Λιαλιάτσης. Γεννήθηκε το 1936 ανήμερα των Τριών Ιεραρχών στην ιστορική Ασίνη: «στη θάλασσα της λησμονημένης Ασίνης […] μετρηθήκαμε με το χρόνο / και νικήσαμε το φθονερό του γέλιο. / Κι ο βασιλιάς ψηλά απ’ τη βίγλα του / μετρούσε περίεργος τ’ αχνάρια μας στην άμμο / πιότερο απ’ το πέρασμα των ποιητών / που τον ξύπνησαν απ’ τον αθώο ύπνο του…»

Φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και στη συνέχεια σπούδασε Θεολογία και Φιλοσοφία, ενώ μέχρι το 1972 υπηρέτησε ως επιμελητής ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Αργότερα, μετά από εργασιακή περιήγηση, αποφασίζει να ασχοληθεί με αυτό που πάντα ήθελε (τη διδασκαλία), ώστε να βρίσκεται κοντά στους νέους, οπότε και εργάστηκε στη δημόσια επαγγελματική εκπαίδευση στο Άργος και στο Ναύπλιο.

Μοίρα της λευτεριάς
και της ποίησης
αγγίλωσες τα μάτια μου,
στη βουή της μνήμης
δίπλα στα κοιμώμενα κάστρα
με την αιχμηρή συνοφρύωση
δίπλα στις στέρφες κρήνες
με τα ξόμπλια της πίκρας
δίπλα στους θνησιμαίους παραθεριστές
πού τους απέμεινε μόνο
το βλέμμα της βουλιμίας
χωρίς το αίμα που θυμάται
χωρίς τη συλλογή του Τερζάκη
χωρίς τη χλόη του Καρούζου,
Ανάπλι ρίζα του έρωτα,
Ανάπλι φλέβα των οραμάτων.
(περισσότερα…)

Μοχάμεντ ελ-Κουρντ, Κανένας Μωυσής δεν πολιορκείται

*

Ο Μοχάμεντ ελ-Κουρντ γεννήθηκε στις 15 Μαΐου 1998. Είναι Παλαιστίνιος συγγραφέας και ποιητής. Διεθνώς γνωστός έγινε με τα κείμενά του όπου περιγράφει τη ζωή των Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Ανατολική Ιερουσαλήμ και την λοιπή Δυτική Όχθη.

Επιλογή-μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

Αυτός είναι ο λόγος που χορεύουμε

Για την Κάρμελ

Πατρίδα στη μνήμη μου είναι ένας πράσινος φθαρμένος καναπές
και η γιαγιά μου σε κάθε ποίημα:
κάθε γιασεμί να πλήττει την ανάκρουση,
κάθε ανάκρουση να πλήττει τα δακρυγόνα,
τα δακρυγόνα να κουράρονται με γιαούρτι και κρεμμύδι,
με την άσκηση στην αντοχή,
με γυναίκες να τραγουδούν, κρούοντας
κατσαρόλες και τηγάνια
με αναθέματα και hasbiyallah.

Αυτοί δουλεύουνε τα τανκς, εμείς ξέρουμε από πέτρες.

Στους βομβαρδισμούς της Γάζας το 2008
η ιεροτελεστία μου βλέποντας τηλεόραση
ήταν να ταλαντεύομαι ανάμεσα στο θρήνο
και το αιγυπτιώτικο τσιφτετέλι,
ανερμάτιστος ανάμεσα σε μίσος και λατρεία,
σωρεύοντας και στοιβάζοντας τους λόγους των δερβίσηδων για να ζει κανείς
άλλοτε υιοθετώντας τους
άλλοτε βουτώντας απλώς το ψωμί μου στην ανοχή,
γνωρίζοντας πως τα παιδιά στο Καν Γιούνις δεν έχουν ψωμί,
βουτηγμένα στα μπάζα μιας οροφής…

Αν με ρωτήσεις από πού είμαι, μην περιμένεις μονολεκτική απάντηση.
Έσο έτοιμος, καθιστός, νηφάλιος κι εν εγρηγόρσει.
Αν το να ακούς για κόσμους άλλους από τον δικό σου
σε αναστατώνει,
πιες τη θάλασσα,
κόψε τα αφτιά σου,
φύσηξε άλλη μια φούσκα να φουσκώνει τη φούσκα σου και την υποκρισία.
Ανατίναξε άλλη μια πόλη από κορμιά στο όνομα του φόβου. (περισσότερα…)

«Τρανή ζωή του τραγουδιού σε αδράχνω»: Σπήλιος Πασαγιάννης (1874-1909)

Σκίτσο που απεικονίζει τον ποιητή από το εξώφυλλο της Ελληνικής Δημιουργίας (τχ. 86, «Η Μάνη και οι λογοτέχνες της – Πασαγιάννηδες»).

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Διαβάζοντας τις Λυρικές παραλλαγές του Νίκου Γρυπάρη, δημοσιογράφου, ποιητή και εκδότη («είμαι ποιητής / δεν γράφω στίχους, μα σφιχτοδένω το φεγγάρι / με των αντίλαλων τους ήχους»), το αντάμωμα με ένα άλλο βιβλίο του, τα Νεοελληνικά φιλολογικά παραλειπόμενα, με οδήγησαν σε έναν ομόσταβλό του, τον Σπήλιο Πασαγιάννη, του οποίου η ζωή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως επίσης κι όσα ακολούθησαν μετά τον θάνατό του.

Πλανεμένη φωνή, που με ποτίζεις ήλιο,
εσένα ακούω μονάχα στον αιθέρα.
Τάμα πανέμορφο κρατούν
παρθένες στο κεφάλι,
με το υπερούσιο το κρασί
γιομάτες ωραιοσκάλιστες λαγήνες·
διάπλατα οι θύρες ανοιχτές
με τις θλιμμένες Μάνες,
που άσπρα ντυμένες καρτερούν
να με γαμπροστολίσουν.

Πρωτοπαρουσιάζεται στη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών, στην εφημερίδα Μούσαι της Ζακύνθου, την οποία εκδίδει ο Λεωνίδας Ζώης, με την «Πρωτομαγιά της Χτικιασμένης», ενώ στη Φιλολογική Ηχώ της Κωνσταντινούπολης δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα.

Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες.
Έλα να σμίξουμε γλυκά. Θυμήσου με και μένα,
που τόσα χρόνια ρέβουμαι στης ερημιάς τους πόνους.
Διάβηκαν χρόνια και καιροί οπού σου τρώει τα νιάτα
η άσπλαχνη η ξενιτιά με το τυράγνισμά της.
Το έρμο το κορμάκι σου στα ξένα παραδέρνει,
και στα πικρά τους βάσανα, και στις ανεμοζάλες,
θα μαραζώσει, θα καεί, θα σβήσει κολασμένο.
Τα ξένα δε σε γέρασαν; δε σ’ έφαγαν τα ξένα;
Φεύγα τα ξένα, κι είν’ οχιές, φίδια φαρμακωμένα,
και φαρμακώνουν και ρουφούν το αίμα σου καλέ μου.
Έλα, γιατί βαλάντωσα και ρέψε την καρδιά μου
αφ’ όντας ξενιτεύτηκες και πήγες σ’ άλλους τόπους.
Έλα να ιδείς το γιόκα μας λεβέντη, παλικάρι
από μωρό που τ’ άφησες και μίσεψες καλέ μου.
Έλα να ιδείς την όμορφη και λυγερή μας κόρη
που μ’ άφησες μικρή μικρή και τώρα θα την εύρεις
με τις πλεξούδες σαν οχιές, παρθένα βυζωμένη.
Έλα να ζήσουμε μαζί μες το νοικοκυριό μας
να ’χουμε τα χωράφια μας, να σπέρνουμε τα στάρια,
που άσκαφτα κι ανόργωτα είν’ τόσα χρόνια τώρα,
Να ’ρχετ’ ο θέρος με καλό, που ’ναι ξανθά τα στάχυα,
μαζί να τα θερίζουμε, μ’ ολόγλυκα τραγούδια,
Και να το τρώμε το ψωμί χωρίς πικρά φαρμάκια.
Να ’ρχετ’ ο τρύγος εύτυχος τ’ αμπέλι να τρυγάμε,
τα ζουμερά σταφύλια του κρασί να τα πατάμε;
Να ’χουμε στο κατώγι μας ολοχρονίς για πιόμα.
Να ’χουμε το λεβέντη μας, και τη χρυσή μας κόρη,
να τραγουδούν στο πλάι μας της νιότης τα τραγούδια,
να μας θυμίζουν τους καιρούς που διάβηκαν για πάντα,
να μας γλυκαίνουν την καρδιά με το χαμόγελό τους,
να μας χαρίζουνε ζωή, παρηγοριά κι ανάσα,
κι έτσι τα χρόνια να περνούν για μας ευτυχισμένα.
Χωρίς καημούς και βάσανα και πόνους και φαρμάκια.
Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες. (περισσότερα…)

«Τη λευτεριά μου ορίζω με το θάνατό μου»: Κώστας Θρακιώτης (1909-1994)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Με τα λουλούδια
και με τους βατράχους;
 
Τι έρχεστε εσείς με τις ανόητες Γραφές
Και τα χρεόγραφα του Σίτυ
Να δώσετε μια καινούργια ενέργεια στους πεθαμένους;
 
Στ’ ολογάλαζο κενό
Μια καινούργια στολή και πανοπλία
Όταν,
 
Η ντροπή κυλάει στις φλέβες σας
Κι ο αγέρας μας
Είναι μολεμένος και βαρύς
Απ’ την αναπνοή σας μονάχα
Όπου σκοτώνει τα λεύτερα πουλιά;

Ο Κώστας Θρακιώτης –ψευδώνυμο του Θαλή Προδρόμου–, ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός, λαογράφος και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1909 και έζησε για λίγο στην Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας, αφού ο πατέρας του Θεοδόσιος ήταν διευθυντής στην Λεονταρίδειο Σχολή, και η μητέρα του επίσης δασκάλα, ενώ τις γυμνασιακές του σπουδές τις περάτωσε στο Σουφλί, όπου μαζί με συμμαθητές του, εξέδιδε το μαθητικό περιοδικό Έβρος.

Ω, φέρτε μου τις παιδικές φωλιές των τζιτζικιών
Κι ένα γαρούφαλλο ματωμένο
απ’ το ματόκλαδο της αυγής
Φορτωμένο είναι τ’ όνομά σου από πέτρα κι όνειρα
Και το ποτήρι σου ξέχειλο απ’ το Θρακιώτικο κρασί…

Αφότου πέθανε ο πατέρας του, στα δέκα του χρόνια, το 1919, αποβιβάστηκε στον Πειραιά με τη μητέρα του και αργότερα τελείωσε τις σπουδές του στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διετέλεσε καθηγητής στην Μέση Εκπαίδευση καθώς και σε Δραματικές Σχολές. (περισσότερα…)

Η τέχνη της γλώσσας

 *

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

2905

Τι θα γινόταν αν ξυπνούσαμε ένα πρωί και διαπιστώναμε ότι όλα τα βιβλία στον κόσμο είναι πλέον ανώνυμα, δίχως ταυτότητα ή σήμανση συγγραφέα, ορφανά; Σε τι ποσοστό τους οι πάγιες αξίες μας θ’ άντεχαν στη νέα τάξη πραγμάτων, πόσα περιώνυμα έργα θα βούλιαζαν στην ανυποληψία και τη λήθη, πόσα σήμερα ασήμαντα θα αναδύονταν θριαμβικά; Άραγε θα θύμιζε ο καινούργιος κανόνας που αργά ή γρήγορα θα σχηματίζαμε, σε τίποτα τον παλιό;

3005

书不尽言, 言不尽意. «Η γραφή προδίδει τη λαλιά. Η λαλιά προδίδει την ιδέα». Το κομφουκιανό τρίτον από της αληθείας. Είτε λαλούμενη είτε γραφόμενη, η γλώσσα εμπρός στη βαθύτερη πραγματικότητα υστερεί αθεράπευτα, όσο και να τη μιμείται δεν μπορεί ποτέ να τη χωρέσει ακέραια.

3105

Ξεφυλλίζοντας μιαν όποια ιστορία της λογοτεχνίας, τον κατάλογο των εκθεμάτων ενός κορυφαίου μουσείου, το διαπιστώνεις: η συντριπτική πλειονότητα των δημιουργών του παρελθόντος που ακόμη θαυμάζουμε, ήταν διάσημοι ήδη εν ζωή. Κι όμως το bon mot ότι «οι μεγάλοι αναγνωρίζονται μετά θάνατον» δεν χάνει ποτέ τη δημοτικότητά του. Για τις στρατιές των «παραγνωρισμένων», των «υποτιμημένων», των «αγνοημένων» του σήμερα, οι αναξιοπαθούντες του χθες είναι συνάδελφοι. Σαν την ελπίδα, η αλληλεγγύη τους πεθαίνει τελευταία.

0106

Σ’ ένα μόνο κοινό απευθύνεται ο συγγραφέας: της εποχής του. Το μέλλον έχει γούστα απρόβλεπτα και ούτως ή άλλως δεν δίνει δεκάρα για τις δικές μας προθέσεις. Ακόμη και όταν ταχυδρομεί τα έργα του στην Αιωνιότητα, ο συγγραφέας συνομιλεί πρωτίστως με το Παρόν.

0206

Στην τέχνη της γλώσσας, η ιθαγένεια και να μην την επιζητείς προκύπτει. Φυσάει μέσ’ απ’ τις λέξεις όπως το μελτέμι τον Αύγουστο.

0306

Να μην έχεις ιδέα απο σχέδιο και να σκαρώνεις ready-mades, νά ’χεις μεσάνυχτα από ριμάδες και ν’ ανεβάζεις τον Ερωτόκριτο, να συνθέτεις όπερες αλεατοριστί ενώ δεν είσαι καν σε θέση ένα νανούρισμα να φτιάξεις, δεν σε κάνει πρωτοπόρο. Σε κάνει φουκαρά.

0406

Αιωνόβιες δέλτοι με τετιμημένα ονόματα, Κανόνες, κατάλογοι λαμπρών ονομάτων, έπαθλα εν παρατάξει στις αστραφτερές προθήκες, επετηρίδες δαφνοστεφών ποιητών. Οι λίστες, όλες οι λίστες, άρα και οι αντιλίστες που φτιάχνουμε τώρα, αποδεικνύουν απλώς πόσο πρόσκαιρα και παροδικά είναι τα γούστα μας. Σ’ έναν αιώνα από τώρα, οι ειδήμονες θα γελούν μαζί μας για τους συγγραφείς που θεωρούμε μεγάλους, όπως κι εμείς γελάμε με τους ειδήμονες του Μεσοπολέμου.

(περισσότερα…)

Σκέψεις πάνω στην πολιτική διάσταση της ποίησης

*

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ

Η ποίηση είναι πολιτική όταν στοχάζεται πάνω στη σχέση του ατόμου με το σύνολο, όταν εκφράζει τη ρήξη ή την ενότητα, όταν θεωρεί τη μοίρα του όλου μέσα στη διαχρονία και τη συγχρονία του. Η ποίηση είναι πολιτική όταν ο άξονας περιστροφής της είναι η πράξη. Ενάρετη ή κακή, η πράξη εντός του κοινωνικού πλαισίου ορίζει την πολιτική υπόσταση του ατόμου. Αυτός που απέχει από τη δράση, όχι μόνο τοποθετείται εκτός του πολιτικού ιστού, αλλά ακυρώνει την οποιαδήποτε ταυτότητα. Και η ταυτότητα είναι μνήμη και η μνήμη είναι το σύνολο, ή αλλιώς το άθροισμα των παραγόντων που ορίζουν το είναι του ατόμου. Με άλλα λόγια, η πολιτική είναι μια φυσική οντολογία. Αλλά ποιος είναι ο λόγος της ποίησης σε όλα αυτά;

Λένε ότι κάθε ποίημα είναι μια πολιτική πράξη. Κι όμως, μπορώ να σκεφτώ πολλά ποιήματα που αρνούνται τον πολιτισμό, που επιλέγουν τη φυγή προς τη δήθεν αρχαϊκή κατάσταση του ανθρώπου, που, με άλλα λόγια, ακυρώνουν την έννοια της πολιτείας. Ρεμπώ, Λωτρεαμόν, Τρακλ είναι μερικοί μόνο από τους ποιητές που αρνήθηκαν την ενσωμάτωση, αιχμαλωτίστηκαν από το όνειρο. Αυτή η άρνηση καθιστά την ποίησή τους μη πολιτική; Νομίζω πως όχι. Γιατί αποτελεί μέρος του διαλόγου για την πολιτεία: η άρνηση δεν είναι σιωπή, δεν είναι απραξία. Ακόμη και η φυγή είναι πολιτική. Είναι μια δήλωση με πολιτικό πρόσημο. Σίγουρα, όμως, δεν είναι μια συμμετοχική στάση. Οι πολιτικοί ποιητές πρέπει να ιδωθούν ως αρχιτέκτονες του μέλλοντος της πολιτείας. Κρίνοντας το παρόν, ελέγχοντας το παρελθόν, καταφάσκουν σ’ ένα νέο μέλλον. Η πολιτική ποίηση, λοιπόν, σ’ αυτό το δοκίμιο εξετάζεται περισσότερο ως κατάφαση προς την πολιτεία και τις προϋποθέσεις της.

Κι εδώ ακριβώς προκύπτει το πρόβλημα: μεγάλο μέρος της πολιτικής ποίησης είναι απλώς μια κριτική του παρόντος. (περισσότερα…)

Παιδιά στα καλαμπόκια

*

Φωνὴ ἐν Ραμᾷ(λα) ἠκούσθη, θρῆνος
καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς·

Παιδιὰ στὰ καλαμπόκια συναντιοῦνται
κάθε αὐγή, στῆς προσευχῆς τὴν ὥρα
καὶ σὲ καινὰ εὐαγγέλια μυοῦνται
καπνίζοντας λουλούδια ὑπνοφόρα.

Ἀλλάζοντας φορὰ στὴν ἐξουσία
μὲ τὰ δρεπάνια καὶ πυρσοὺς στὰ χέρια
μοιράζουνε ξανὰ τὴν περιουσία
τοῦ γένους τους μὲ δίκαια μαχαίρια.

Κι’ ὁρμοῦνε στοῦ ναοῦ τὸν ἀχυρώνα
τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς σοδειὰ γυρεύει
μὲ δέηση στοῦ Κύριου τὴν κορώνα.

Τὸ αἷμα τῶν μεγάλων πλέον ὑδρεύει
τὰ καλαμπόκια ἐκτὸς θερμοκηπίων·
μιὰ ἐκδίκηση σφαγῆς ἀθώων νηπίων.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

*

*

*

 

Τ’ ανυφαντοπάνια της ποιητικής του Δημήτρη Αρμάου

*

του ΠΑΝΟΥ ΣΤΑΣΙΝΟΥ

ΚΑΠΟΙΑ φορά   κάποιον καιρό   ἕνας ψαρὰς-ζωγράφος
  ῎Ελεγε ἀτός του «Καθετόσο
»Ψαρεύω στὰ νερὰ τούτης τῆς θάλασσας
  »Κι ἀνακαλύπτω τὴν Κακία της
»Μὰ πότε θὰ τὸ πάρω ἀπόφαση
  »Πῶς εἶναι θάλασσα-ἐγωίστρια;»
 
᾿Ετοῦτος ὁ ψαρὰς τὰ δίχτυα του
  Τὰ στόριζε περίφημα   ποὺ λὲν
Εἶχε τὰ τέλεια δίχτυα   ἰδεατὲς
  Πλεχτάνες γι᾿ ἄλλα ψάρια
Μὲ βλεφαρίδες καὶ σκιὲς
  Καὶ τὸν ἀρχαῖο κοπετὸ στὴν προστασία τους
 
Λοιπὸν αὐτὸς περιπλανήθηκε
  Στὴ φρυκτωρία τῶν τενάγων   τῶν παθῶν του
Οἱ δισυπόστατες φρικτές του ἐξαπάτησες
  Εἰσέλαυναν ἀργὰ-βουερὰ
Στὴν πνιγηρὴν εὐαισθησία του
  Καὶ προσπορίζονταν τὸ αἷμα καὶ τὴ νιότη του
Ἀνταποδίδοντας ὀδύνη
 
Ἀχά! δυσώνυμε ψαρά
  Οἱ ἀνυφαντάκοι ποὺ ζωγράφιζες σ᾿ ἀδράξανε.

Στη «Βαρκαρόλα τοῦ Ψαρᾶ-Ζωγράφου» (Βίαιες Ἐντυπώσεις, ύψιλον: 2009, σ. 325), σκοντάφτω στο καταληκτικό δίστιχο: «Ἀχά! δυσώνυμε ψαρά / Οἱ ἀνυφαντάκοι ποὺ ζωγράφιζες σ’ ἀδράξανε.». Λέξη αν μη τι άλλο λιγοφορεμένη, οι «ανυφαντάκοι» μού φανερώνονται μόλις ανατρέξω στην παλιότερη εκδοχή του ποιήματος (βλ. «Ἡ Βαρκαρόλα τοῦ Ψαρᾶ-Ζωγράφου» στον τόμο Ποιήματα ΙΙ [1979-1984], Gutenberg: 1985, σ. 22). Εκεί το δίστιχο έχει ως εξής: «(Ἀχά! δυσώνυμε ψαρά· / σ’ ἀδράξανε οἱ ἀράχνες πού ζωγράφιζες).» Ακαριαία ανακαλώ ένα άλλο —απ’ τα μικρά του αυτό— ποίημα του Αρμάου, όπου συναντάται επίσης το εν λόγω αρθρόποδο ζωγραφισμένο: «Ἐλέησέ μας       Κύριε / Τὰ παιδάρια // Ζωγραφίζουμε ἀράχνες.» (Βίαιες Ἐντυπώσεις, «Μικρὸς Παρακλητικός», σ. 170). Εδώ οι αράχνες δεν σαρκώνονται και δεν επιτίθενται — ίσως εξαιτίας ακριβώς της αφέλειας και του ερασιτεχνισμού των καλλιτεχνούντων ποιητικών υποκειμένων… Κάνοντας ο Αρμάος τις «αράχνες» «ανυφαντάκους», για ν’ αποφύγει την επανάληψη της διατύπωσης, κατορθώνει μια ισχυρότερη αντήχησή της: η ίδια εικόνα επιστρέφει κάμποσες σελίδες μετά (διότι οι Βίαιες Ἐντυπώσεις δεν είναι συγκεντρωτική συλλογή ποιημάτων αλλά Βιβλίο Στίχων) ενισχυμένη, εμπλουτισμένη με μια λέξη σημαντικά βαρύτερη· δεν είναι τυχαίο πως απαλείφονται και οι παρενθέσεις της αρχικής εκδοχής. Η λέξη παίρνει, εδώ, τα ηνία και καθίσταται σημαντικότερη από την ενέργεια. Αφού οι «αράχνες», λοιπόν, απαλείφθηκαν, και μαζί τους και η παρήχηση με το ρήμα «αδράξανε», αυτό εκτοπίζεται στο τέλος του στίχου. Σε μια υποσημείωση της ανάλυσής του επί του «Μικρού Παρακλητικού» (βλ. Ἀναγνωστικὸ τῶν Βίαιων Ἐντυπώσεων τοῦ ποιητῆ Δημήτρη Ἀρμάου, Gutenberg: 2018, σ. 33), ο Α. Κ. Χριστοδούλου επισημαίνει την ενδεχόμενη ετυμολογική συγγένεια «αράχνης» και «ἄρκυος» (διχτυού), θεωρώντας πως ο Αρμάος την «εκμεταλλεύεται»· παρ’ ότι ομολογώ πως δυσκολευόμουν να συμμεριστώ την οπτική αυτή στο πλαίσιο του «Μικρού Παρακλητικού», στη «Βαρκαρόλα τοῦ Ψαρᾶ-Ζωγράφου» είναι σαφές και πως και πώς την εκμεταλλεύεται. Χάρη στην αναστροφή του τελευταίου στίχου, δε, δημιουργούνται δύο παράλληλες διατυπώσεις: «τὰ δίχτυα του / Τὰ στόριζε» (σττ. 7-8) και «Οἱ ἀνυφαντάκοι ποὺ ζωγράφιζες» (στ. 21). Ο ένας στίχος παραλλάσσει τον άλλον νοηματικά, εναλλάσσοντας, σε κάθε μια απ’ τις δύο παραλλαγές, μία λέξη κοινή και μία καθόλου κοινή, με χιαστί μεταξύ τους τρόπο· σταυροβελονιά. Ακόμα και οι «φριχτές εξαπάτησες» της πρώτης εκδοχής (που έπαιζαν με τα «δίχτυα» και τις «πλεχτάνες») γίνονται εδώ «φρικτές», ώστε να παρηχούν με τη «φρυκτωρία» — κι έτσι ν’ ανακτάται η χαμένη παρήχηση του τέλους… (περισσότερα…)

«Η γλώσσα μου εις ουδεμίαν τάξιν ανήκει»: Ο ποιητής Ηλίας Κατσόγιαννης (1887-1970)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Ας αποθέσουμε σε μια άκρη τη σοδειά
του πόνου, της πνιγμένης οιμωγής,
κι οι δυο μας γέροι,
κι έλα και πάλι, μόνοι μας, καρδιά
να πάρουμε το δρόμο της φυγής
χέρι με χέρι

Παράξενες γεωγραφίες κάνει το μυαλό σαν βγαίνεις από φαρμακείο, και ο ήλιος χάνεται κάπως σήμερα κι ίσως βρέξει, και αυτό το ίσως φέρνει μιαν εικόνα από παλιά, το φαρμακείο-εντευκτήριο του ποιητή Ηλία Κατσόγιαννη (στο τετράγωνο Βενιζέλου και Ρογκότη, δίπλα από το επίσης ιστορικό βιβλιοπωλείο “Μόλχο”), πρυτανείο λογοτεχνικών μαζώξεων, αντίστοιχο μ’ εκείνο του Πεντζίκη. Ένα φαρμακείο-πρακτορείο διακίνησης πνευματικού υλικού, αφού στο συγκεκριμένο έστελναν βιβλία οι λογοτέχνες από όλη την Ελλάδα για να τα παραλάβουν οι Θεσσαλονικείς. Εκεί επίσης στεγαζόταν άτυπα και τα γραφεία του παραρτήματος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών, κι από το εν λόγω φαρμακείο του Κατσόγιαννη ξεκίνησε και το περιοδικό Μορφές που έβγαζε ο Βασίλης Δεδούσης ‒ το φαρμακείο του Μπαρμπαλιά όπως τον αποκαλούσαν, που αν και Πελοποννήσιος, συνταγογραφήθηκε Σαλονικιός.

Ο Ηλίας Κατσόγιαννης γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου του 1887 στα Λαγκάδια της Γορτυνίας και ήταν γιος του ιεροδιδάσκαλου Πανάγου και της Ασπασίας Οικονομοπούλου. Τελείωσε το γυμνάσιο της Δημητσάνας και το 1911 αποφοίτησε από την Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών του συμμετείχε σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς με το ψευδώνυμο Ηλίας Θερινός, στους οποίους κέρδιζε με τη μορφή του δημοψηφίσματος δίχως τη μεσολάβηση κριτικών επιτροπών. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους και απολύθηκε το 1922 με τον βαθμό του Λοχαγού. Το πρώτο του φαρμακείο το άνοιξε στον Πύργο Ηλείας, κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ενώ από το 1920 έζησε και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στην Θεσσαλονίκη, αρχικά επί της οδού Βουλγαροκτόνου κοντά στην πλατεία Ελευθερίας. Ως φαρμακοποιός έγινε γνωστός όταν ανακάλυψε το φάρμακο αιθερμόλη, το οποίο και παρείχε δωρεάν σε όσους θερίζονταν από την ελονοσία. (περισσότερα…)

Μια μελέτη σταθμός στις μοντικές σπουδές

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Η πρόσφατη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά και στέρεα μελέτη του Παντελή Βουτουρή με τίτλο Κάπου στην Κύπρο, στον νομό Πρεβέζης. Εισαγωγή στην ποιητική του Κώστα Μόντη (εκδ. Ερατώ 2024) –ο τίτλος αποτελεί στίχο από το ποίημα του Μόντη «Προς Ζωή»– αποτελεί σημαντικό φιλολογικό και επιστημονικό γεγονός στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο δεν είναι μόνο μια αποκαλυπτική και τεκμηριωμένη φιλολογικά και επιστημονικά εισαγωγή στο έργο του σημαντικότερου ίσως ποιητή της Κύπρου, αλλά αποτελεί, κατά την άποψή μου, σταθμό για τις μοντικές σπουδές. Κι αυτό γιατί, εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και είκοσι από τον θάνατό του, έχουμε για πρώτη φορά μια συστηματική εισαγωγή-μονογραφία στο σύνολο του λογοτεχνικού έργου του Μόντη (ποιητικό και πεζογραφικό) η οποία φωτίζει επαρκώς αφενός την εξέλιξη της ποιητικής του Μόντη σε σχέση πάντα με το οικογενειακό, ιστορικό και πνευματικό του πλαίσιο και αφετέρου σημαίνουσες θεματικές περιοχές, διακειμενικές σχέσεις και μορφολογικά στοιχεία της ποίησής του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Οι μοντικές σπουδές προϋποθέτουν, βεβαίως, μέχρι σήμερα μερικά αφιερώματα σε περιοδικά,[1] αλλά και σημαντικές φιλολογικές μελέτες για το έργο του ποιητή (Α. Χριστοφίδης, Μ. Πιερής, Γ. Κεχαγιόγλου, Γ. Π. Σαββίδης, Α. Παστελλάς, Π. Βουτουρής, Λ. Γαλάζης, Α. Αθανασοπούλου, Γ. Γεωργής, Δημήτρης Αγγελάτος κ.ά.). Η σημαντικότερη, επομένως, συνεισφορά της ανά χείρας μελέτης στην ανάδειξη του εκδοτικά χαοτικού και δύσχρηστου εκδομένου έργου του ποιητή αποτελεί, βεβαίως, το διαυγές και λειτουργικό σχήμα της ποιητικής εξέλιξης του Κ. Μόντη, το οποίο τίθεται εμβληματικά στην «Εισαγωγή» του βιβλίου και αναπτύσσεται στη συνέχεια σε τρία μέρη-κεφάλαια: «Μέρος Πρώτο: Ποιητικά πρωτόλεια και προσωπικά αδιέξοδα», «Μέρος Δεύτερο: Ο πολιτικός Μόντης και τα συλλογικά αδιέξοδα. Η διάσπαση στα χρόνια του Αγώνα», «Μέρος Τρίτο: Τα Γράμματα στη μητέρα». Σύμφωνα, λοιπόν, με το πιο πάνω τριμερές σχήμα το οποίο προτείνει ο Βουτουρής, η εξέλιξη της ποιητικής του Κώστα Μόντη αντιστοιχεί σε «τρεις αλληλένδετες και επικαλυπτόμενες ισοτοπίες (προσωπική, συλλογική, οικουμενική)» (σ. 15), αλλά ταυτόχρονα προϋποθέτει μια μεγάλη ποιητική τομή που διαχωρίζει αφενός την πρώιμη, ιδιωτική ποιητική περιοχή με το συλλογικό και οικουμενικό πέλαγος του ώριμου Μόντη και αφετέρου την παραδοσιακή τεχνουργική που δεσπόζει στις πρώτες συλλογές του ποιητή με τη μοντέρνα τεχνοτροπία που κυριαρχεί στην ωριμότητά του. (περισσότερα…)

Μια μακάβρια χορογραφία

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Γιάννης Πάσχος, Ο Χριστός παρακαλάει το σώμα του
να κατέβει απ’ τον σταυρό, Αθήνα, Περισπωμένη, 2024
///

Προλογικοί χοροί διαλόγων [1]

— Το παρατράβηξες
Μια γυναίκα σε περιμένει στο σπίτι να σε πλύνει
Κατέβα επιτέλους νυχτώνει
Δεν αξίζει να πεθάνεις στον σταυρό
Φόβοι ανθρώπων σε οδηγούν.
Με ξέχασες και χώρια αποφασίζεις;

—  Ο πόνος που ζω ξεπερνά κάθε μαρτύριο
που θα μπορούσε καρδιά να σκεφτεί
ή θα ήξερε γλώσσα να πει,
χωρίς παρηγοριά ούτε αντίδοτο,
όσο διαρκεί όλο αυτό τόσο πληγώνει:
δεν υπάρχει χειρότερο κακό.

— Αλίμονο, αλίμονο, άθλιο κορμί,
κάνεις ό,τι σου αρέσει,
ό,τι θέλεις με τις ψεύτικες επιθυμίες σου,
και δεν σε νοιάζει τι απομένει.

—  Τώρα, θέλω να πεθάνω.
Φύγε αν θέλεις! Φύγε, διάλεξε άλλο σώμα!
Φοβερό του θανάτου το ποδοβολητό.
Μην με αφήνεις μόνο μου.
Σε ικετεύω μη με αφήνεις

— Επίδειξη θανάτου κάνεις!

(περισσότερα…)

Χαντίθ (απόσπασμα)

*

Η ΒΟΥΣ

Τῶν πιστευόντων εἰς τὰ ἀποκαλυφθέντα σοι
καὶ εἰς τὰ πρὸ σοῦ γενόμενα·
τῶν
πιστευόντων εἰς τὴν ἡμέραν τὴν ἐσχάτη
(K, B΄ 3)

I.

Ἐκσφενδονίζει πύρινες τὶς λέξεις
στὰ μάτια σου ἀνάμεσα σὰν ξίφος,
ἀφοῦ θαρρεῖς κακὸ πὼς βάζει ὁ νοῦς του
μονάχα, καὶ καλὸ πολὺ σπανίως.
Τὶς λέξεις ἢ τὴ λέξη· ναί, σὰν βέλος
ποὺ τρίτο ἀνοίγει μάτι στὸ κρανίο
μὲ φλόγες καθὼς σβήνει ἀπιστίες
ἀπίστων καὶ πιστῶν ποὺ ἀμφιβάλλουν.
Μὰ αὐτὸς τὰ τρίχινά του τὰ σαλβάρια
τὰ πέταξε καὶ τώρα τὸ μετάξι
χαϊδεύει τὸ ἱδρωμένο του σαρκίο.
Καρφάκι δὲν τοῦ καίγεται ‒ κοιτάει
τὸν ἥλιο, τὶς καμῆλες, τὰ τουρμπάνια
ποὺ πάνω στὰ εὐτελῆ χρυσαφικά του
(κάθε ἕναν, δηλαδή, κόκκο ἐρήμου)
τρέχουν νὰ ἐκτελέσουν τὶς βουλές του
ποὺ μὲ ἀναγκαιότητα μεγάλη
ξεπρόβαλαν σὰν νύχτα μὲ δρεπάνι.
Δὲν θέλει καὶ πολλά: μονάχα λόγια.
Μιὰν ἄρνηση καὶ μιὰ μικρὴ ἐλπίδα,
ἁπλά, πολὺ ἁπλά,
σὰν ἀγελάδα. (περισσότερα…)