Κώστας Κουτσουρέλης

O Μπιροττώ, ο Μπόρκμαν κι εμείς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τον homo oeconomicus, τον άνθρωπο της οικονομίας και τους τρόπους του, η λογοτεχνία τον είδε εξ αρχής κριτικά. Μοτίβα σαν κι αυτά της φιλοχρηματίας, της κερδοσκοπίας, της πλουτοθηρίας επανέρχονται διαρκώς στις σελίδες της. Να νουθετήσουν, να διαφωτίσουν τον αναγνώστη για τις ολέθριες συνέπειές τους ζητούν ανά τους αιώνες στα γραφτά τους ποιητές τόσο διαφορετικοί όσο ο Οράτιος ή ο Καισάριος Δαπόντες. Απαράμιλλα περιγράφει ο Πετράρχης την καθηλωτική δύναμη του χρυσού:

«σε μας, φίλε, είναι τα πάντα από χρυσό: οι ασπίδες και τα δόρατα, οι αλυσίδες και τα στέμματα. Ο χρυσός μάς συνέχει και μας συγκρατεί. Ο χρυσός μάς κάνει πλούσιους και φτωχούς, ελεεινούς και ευδαίμονες. Ο χρυσός εξανδραποδίζει τους ελεύθερους και απελευθερώνει τους ηττημένους. Καταδικάζει τους αθώους και απαλλάσσει τους ενόχους. Δίνει μιλιά στους μουγγούς και βουβαίνει τους ευφραδέστερους ρήτορες… Συμφιλιώνει θεούς, ή όπως μερικοί διατείνονται, και ανθρώπους ακόμη. Τίποτα δεν του αντιστέκεται. Τίποτα δεν είναι για εκείνον ανέφικτο. »

Αμίμητοι είναι οι στίχοι του Αχιλλέα Παράσχου με τους οποίους τη δεκαετία του 1870 κατακεραυνώνει την παντοδυναμία του κεφαλαίου στην Ευρώπη:

Κ’ έπεσαν, όλα έπεσαν! Το παν εις τέφραν κείται!
Υψούνται μόνον τράπεζαι και μόνον τραπεζίται…

Ο Παράσχος ανήκει ακόμη στους νοσταλγούς. Θρηνεί τον χαμό του παλιού κόσμου του πνεύματος και της πίστης. Σε τραπεζίτες και τράπεζες βλέπει τους αποστόλους της νέας υλοφροσύνης, σατανικές μηχανές που εξαργυρώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα στην αναπόλησή του, προανακρούονται όμως και οι αυριανοί αρνητές του νέου καθεστώτος. Η ιερεμιάδα του Πάουντ κατά των πιστωτικών θεσμών («με την τοκογλυφία, / δεν φτιάχνουν οι άνθρωποι σπίτια γερά… »), για παράδειγμα. Ή η οργίλη πολεμική του Μπρεχτ («τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας εμπρός στην ίδρυσή της; »). (περισσότερα…)

Ο Αλκιβιάδης του καιρού μας

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Δέκα χρόνια τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ένας αρτίστας της επιβίωσης. Επέζησε κάθε συνωμοσίας, κάθε πλεκτάνης εναντίον του. Χάρη στην εξωπραγματική αφοβία του αλλά και σ’ ένα εντελώς παράδοξο επικοινωνιακό χάρισμα δοκιμασμένο επί δεκαετίες στις φυλλάδες του κίτρινου τύπου και στους δέκτες της trash TV, συνάθροισε ένα γιγαντιαίο κίνημα γύρω του, αν και βέβαια χωρίς ποτέ να πείσει ολότελα ότι και ο ίδιος έπαιρνε τα αιτήματά του τοις μετρητοίς.

Ο λόγος της ανάδειξής του ήταν προφανής, στοχαστές όπως ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ είχαν προβλέψει την έλευση κάποιου σαν αυτόν ήδη από τη δεκαετία του 1990, και μόνο κάτι απονενοημένοι liberals καμώνονται μέχρι σήμερα ότι τον λόγο αυτόν τον αγνοούν. Πρόκειται βέβαια για την παταγώδη αποτυχία της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων, αυτής που επονομάστηκε ψευδώς παγκοσμιοποίηση ενώ στην πράξη ήταν η ακύρωση του κοινωνικού συμβολαίου της Δύσης προς όφελος μιας δράκας όψιμων ολιγαρχών και η επαναποικιοποίηση του πλανήτη από ένα δίκτυο χρηματοπιστωτικών και τεχνολογικών κογκλομεράτων.

Ο Τραμπ ήταν γέννημα και θρέμμα αυτής της ολιγαρχίας, αλλά η ρητορική του ερχόταν απ’ αλλού, έθιγε τις ευαίσθητες χορδές πλατιών εργατικών στρωμάτων, πρεκάριων και απόβλητων του συστήματος, μιλούσε σ’ αυτούς σε ένα ιδίωμα μεικτό, με όρους ταυτόχρονα χριστιανοσυντηρητικούς, νεοπατριωτικούς, ακόμη και κεϋνσιανίζοντες-κοινωνιστικούς. «Trump Is Making Socialism Great Again», ανέκραζε τον Ιούλιο που μας πέρασε το συστημικότατο The Atlantic. Από κοντά, το Fortune αγωνιούσε έναν μήνα αργότερα: «Is MAGA going Marxist and Maoist?» Και το The Hill διαπίστωνε με φρίκη τον Σεπτέμβριο: «‘Marxism-Trumpism?’ Trump’s try at a planned economy is still socialism».

Και δεν ήταν μόνο η ρητορική του. Ο Τραμπ κατείχε την απίστευτη ικανότητα να αψηφά επιδεικτικά τους εχθρούς του, να τους κάνει να γελοιοποιούνται από τον εκνευρισμό τους, να υστεριάζουν, να διασύρονται. Πρόσφερε έτσι στους οπαδούς του μια ανεκτίμηση ηθική ικανοποίηση: την ευκαιρία να σπάσουν πλάκα με τα φαρμακωμένα μούτρα της Χίλλαρυ, με τα φαιδρά παθήματα των τηλεαστέρων του CNN ή του MSNBC, με τις ψηλομύτικες φάτσες των εστέτ διανοουμένων και των μη μου άπτου κουλτουριάρηδων. Την ώρα που η λεγόμενη αριστερά μήδιζε ανεμίζοντας κούφια λόγια και παρδαλά σημαιάκια, εκείνος κερνούσε τους losers της παγκοσμιοποίησης, τους deplorables και τους ταπεινωμένους τη μια ταξική νίκη μετά την άλλη. Συμβολικές νίκες, θα πει κανείς, άυλες νίκες. Νίκες όμως. Πώς να μην τον λατρέψουν; (περισσότερα…)

Μια στάλα τύχη

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 02:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.

Το δίστιχο της Κασσιανής απηχεί τον παλιό γνωμικό στίχο του Μενάνδρου: «Καλύτερα μια στάλα τύχη από ένα πιθάρι γεμάτο μυαλό». Και οι δύο ποιητές έχουν φυσικά απόλυτο δίκιο. Ούτε η ομορφιά, ούτε η διάνοια, ούτε ο πλούτος, ούτε το ταλέντο, ούτε η δουλειά, ούτε η βούληση, ούτε η πρόνοια, θεία ή ανθρώπινη, μετράει εμπρός στα καμώματα της τύχης. Η τύχη ορθώνει και σαρώνει αυτοκρατορίες ολόκληρες, θριαμβευτές και δορυάλωτοι βλέπουν τη μοίρα τους να επισφραγίζεται από ένα της νεύμα, για καθέναν τυχερό που αποδίδει τα κατορθώματά του στις ατομικές του δυνάμεις, υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι που είχαν τις ίδιες ή και μεγαλύτερες δυνάμεις από εκείνον, αλλά τους συνέτριψε μια ατυχία ή ένα δυστύχημα ή ένας παρατυχών παράγοντας.

Επιτυχία, αποτυχία, ευτυχία, δυστυχία: πολύ σοφά η ελληνική γλώσσα βάζει κάτω από κάθε πτυχή της ζωής μας την υπάτη, την μόνη υπάρχουσα θεότητα. Η βιοπορία ενός εκάστου, από τη γέννησή του ώς τον θάνατο, η ιστορία, η βιολογία, είμαι βέβαιος ότι και η ίδια η κοσμολογική τάξη, είναι γεννήματα της τύχης.

Στην κυριολεξία, είμαστε όλοι τυχάρπαστοι. Όλα τα νοηματοδοτικά συστήματα που έχουμε στήσει, και που προσπαθούν να εξηγήσουν την πραγματικότητα αποδίδοντάς την στους μηχανισμούς μιας φασματικής ιεραρχικής αιτιότητας (μύθοι, επιστήμες, τέχνες, θρησκείες, φιλοσοφίες…) δεν είναι παρά μια απέλπιδα προσπάθεια να αρνηθούμε αυτό το απλό γεγονός: ότι είμαστε όλως διόλου τυχάρπαστοι. Και ότι δεν μπορούμε ποτέ να γίνουμε οτιδήποτε άλλο. (περισσότερα…)

«Αυτός ο θάνατος δεν πρέπει να πεθάνει»

*

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ερασιτέχνης πιθανόν. Με ύφος λοχία
που δυσμενώς τον πέταξαν στην Αττική,
του Τρίτου Ράιχ την πιο απαίσια επαρχία
– αυτή η θητεία πόσο, α πόσο διαρκεί…

Σφίγγει στα χέρια του τη φωτογραφική
κι ο νους του φεύγει… Νά τον, στην τραπεζαρία
μ’ όλη την οικογένεια πλάι, Κυριακή,
κι έχει Apfelstrudel, και Glühwein, και ησυχία…

Μα όλα αυτά είναι πια της μνήμης τα καρρέ.
Απ’ την αυγή, σ’ ένα πεδίο βολής στημένος
γυρεύει τώρα ένα γκρο πλαν ή ένα πλονζέ
των σκοτωμένων όταν θα τους κουβαλούν
– κι ο λάκκος ήδη περιμένει ο νιοσκαμμένος.
Κάποιοι πεθαίνουν, ναι. Και κάποιοι όμως δεν ζουν.

~.~

Ο ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΣ

Πολύ βαθύτερα ο φακός τον διαπερνάει
απ’ όσο οι σφαίρες που στο στήθος του θα μπουν.
Έτσι όπως προχωρά κι αυτός στους άλλους πλάι
τα βλέφαρά του, ασάλευτα, λες και ρουφούν

όλο το φως – το τελευταίο που θα δουν.
Πρωί Δευτέρας, παγωνιά, Πρώτη του Μάη,
τα «Stillgestanden!» και τα «Marsch!» δεν τον πτοούν;
– διερωτώνται όσοι τον βλέπουν να περνάει.

Κι ύστερα πάλι, ποιον κοιτάει, τη ζωή,
αυτά που πίστεψε, εκείνα που θα χάσει,
ακούει των όπλων γύρω την οχλοβοή;
Δίπλα στις κάννες ο φακός, μια ακόμα κάννη,
το «Πυρ!» το ανέκκλητο κορδώνεται να πιάσει.
Αυτός ο θάνατος δεν πρέπει να πεθάνει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Από τα «Διπλά σονέτα»

*

*

*

 

Ο Δημοσθένης και η λιτότητα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Γύρω στα 1300 η καρδιά του κόσμου χτυπάει στην Ιταλία. Γενουάτες και Βενετοί είναι θαλασσοκράτορες, στην Τοσκάνη γεννιούνται οι τράπεζες και η λογιστική, μηχανικοί, οπλοποιοί, ναυπηγοί δοκιμάζουν επαναστατικές εφευρέσεις, ο Μάρκο Πόλο φτάνει ώς την Κίνα. Στις τέχνες και στα γράμματα, οι εξελίξεις είναι παρόμοιας σημασίας: ο Τζιόττο περνάει από το stilo greco στο stilo moderno, ο Ακυινάτης βάζει στη θεωρητική σκέψη τους μηχανισμούς της απόδειξης, στη Σικελία ο νοτάριος Γιάκοπο ντα Λεντίνο επινοεί το σονέτο, ο Δάντης από τη Φλωρεντία ξεκινά να συνθέτει την Commedia.

Διακόσια χρόνια αργότερα, όλα έχουν τελείωσει. Οι Μέδικοι, πλουσιότερη οικογένεια της Ευρώπης, χρεοκοπούν πρώτοι γύρω στα 1490. Τον 16ο αιώνα καταρρέουν οι τράπεζες, τελευταίος ισχυρός κλάδος της οικονομίας. Γεωργία, βιοτεχνία και εμπόριο έχουν προηγηθεί. Τέχνες και επιστήμες εξακολουθούν να ακμάζουν για ένα διάστημα, όμως μετά τον Καίσαρα Βοργία, μετά τον Μακιαβέλλι, η Ιταλία παύει να παίζει τον όποιο ρόλο στις εξελίξεις. Από υποκείμενο γίνεται αντικείμενο, κάποτε και παίγνιο της ιστορίας για αιώνες.

Στην πορεία της ανθρωπότητας, η ακμή και η παρακμή των λαών είναι η πιο συνηθισμένη υπόθεση. Και λίγο πολύ τα σημάδια τους είναι παντού τα ίδια. Η πρώτη άνθηση βασίζεται στην εργασία, τη σκληρή πειθαρχία, την ατομική αυταπάρνηση. Κίνητρό της έχει τη συλλογική έξοδο από την ανάγκη και την ένδεια.

Στο δεύτερο στάδιο, οι σωρευμένοι πόροι μετατρέπονται σε πλούτο, σε περίσσεια δηλαδή που αίρει την εξάρτηση από την εργασία και χαλαρώνει τους κοινωνικούς δεσμούς. Τα άτομα σιγά σιγά μαθαίνουν να τρων από τα έτοιμα, παύουν να ρισκάρουν και να επινοούν. (περισσότερα…)

Οι αμβλώσεις και η μεταφυσική των δικαιωμάτων: Ένα διπλό σχόλιο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Για τον σημερινό φιλελεύθερο (κεντροδεξιάς ή κεντροαριστερής κοπής, αδιάφορο), τα δικαιώματα είναι οντότητες μεταφυσικές. Μπορεί επί το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας να ήταν εντελώς ἀγνωστα, ή και αδιανόητα ακόμη, όμως άπαξ και «κατακτηθούν», θεωρούνται απαρασάλευτα. Υπερισχύουν και αυτής της δημοκρατίας: ακόμη και η λαϊκή βούληση δεν δικαιούται να τα ακυρώσει. Ακόμη και ο δημόσιος διάλογος γι’ αυτά θεωρείται σκανδαλώδης.

Φυσικά, η ιστορία γέμει από «κατακτήσεις» που ποδοπατήθηκαν αδιάφορα από τον νέο κυρίαρχο. Αν αύριο μεθαύριο διαμορφωθεί πλειοψηφία πρόθυμη να απαγορεύσει εκ νέου τις αμβλώσεις λ.χ. (ή την οπλοκατοχή, την ελευθεροτυπία, τη χοιροτροφία, την εργασία τις Κυριακές και τις αργίες κ.ο.κ.), καμιά επίκληση ιερού και απαρασάλευτου δικαιώματος δεν πρόκειται να την αποτρέψει. Το αντίθετο: «δικαίωμα» πλέον θα λογίζεται το αντίθετο του νυν ισχύοντος.

Σε κάθε περίπτωση, η «συζήτηση» περί αμβλώσεων όπως γίνεται σήμερα, είναι περί όνου σκιάς. Κανένας ποινικός νόμος δεν μπορεί να αποτρέψει ουσιωδώς την εφαρμογή μιας πρακτικής όσο αυτοί που την υποστηρίζουν υπερισχύουν κοινωνικά και ιδεολογικά. Άλλωστε, ούτε η απόφαση του αμερικανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου είχε κάποια σοβαρή επίπτωση στον αριθμό των αμβλώσεων στις ΗΠΑ, παρά τη μελοδραματικότητα των αντιδράσεων ένθεν κακείθεν.

Έχουμε να κάνουμε επομένως με ένα ζήτημα πρωτίστως συμβολικό, τουτέστιν πρακτικώς ανεπίλυτο. Όσοι το προτάσσουν, το κάνουν μάλιστα ακριβώς για αυτόν τον λόγο: για να αποτρέψουν την όποια συννενόηση και να μαντρώσουν τους οπαδούς τους. (Οι αντιδράσεις των κομμάτων, ιδίως του κυβερνώντος, στις δηλώσεις Καρυστιανού είναι χαρακτηριστικές).

Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο. Πόσο πιθανόν είναι η σημερινή αντίληψή μας για το επιτρεπτό ή το ανεπίτρεπτο των αμβλώσεων να μεταβληθεί δραστικά στο ορατό μέλλον; (περισσότερα…)

Η απόφαση και άλλα διπλά σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

1. Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Όρος δεν ήταν. Έτσι του ’χαν πει.
Είχε όλο το ελεύθερο να κρίνει
με τρόπο που θεωρούσε συνεπή –
δική του και η τιμή και η ευθύνη.

Απ’ την πλευρά τους, μόνη προτροπή:
η απόφασή του άλλο μη βραδύνει –
ας πάψει πια να ομφαλοσκοπεί,
τι παίρνει, αυτό μετράει, και τι δίνει.

Κι εκείνος τους κατάλαβε σωστά:
δεν είχε τίποτε ν’ αποφασίσει,
η πόρτα που έβλεπε ανοιχτή μπροστά
ήταν η μία και μοναδική.
Ήδη, το μέλλον του ήταν όλο εκεί.
Δεν είχε παρά να τη δρασκελίσει.

2. Η ΠΟΡΤΑ

Στα λόγια μένει πάντοτε ανοιχτή
για όλους: βασιλείς, αστούς ή εργάτες, (περισσότερα…)

Εις εαυτόν

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

2010
Εσύ και ο εαυτός σου. Το ίδιο πάντοτε παιχνίδι, ποιος πρώτος θα ξεγελαστεί.

2110
Εκείνος ο Άλλος μέσα στο κεφάλι σου που όλη την ώρα σού επαναλαμβάνει: Μη νοιάζεσαι, δεν είναι αυτή η δική σου ζωή, είναι η ζωή ενός Άλλου. Εκείνου του Άλλου που τον λένε Εσύ.

2210
Τα ιδεώδη σβέρκο δεν διαθέτουν. Οι σφαλιάρες που τρως είναι όλες δικές σου.

2310
Και η πείρα σου όλη; Ένα μικρόβιο απ’ το παρελθόν με ξενιστή τη μνήμη.

2410
Εδώ μέσα, τα παραμύθια σου και οι μαυλιστικοί σου σκοποί. Κι εκεί έξω, το ζώο που σου δείχνει τα νύχια του.

2510
Ποιον ελεείς; Αυτόν που δεν φοβάσαι. (περισσότερα…)

«Αμετακίνητος μετανάστης»: Θραύσματα για τον Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [4/4]

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~ 

1.

Βιβλία του Γιώργη Μανουσάκη πρωτόπεσαν στα χέρια μου πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Ήμουν μαθητής του Λυκείου εδώ στα Χανιά, και θυμάμαι σαν να ’ταν σήμερα τον πατέρα μου να φέρνει στο σπίτι δύο ή τρεις ολιγοσέλιδες, κομψά τυπωμένες συλλογές. Αγορασμένες από τον ίδιο, χαρισμένες από τον ποιητή (μακρινή συγγένεια τους συνέδεε), το αγνοώ. Αδυνατώ ν’ ανασύρω απ’ τη μνήμη μου την εντύπωση που τα βιβλία άσκησαν τότε στον έφηβο που υπήρξα. Ιδιαίτερα έντονη πάντως δεν πρέπει να στάθηκε.

Ήταν για μένα η εποχή της υπακοής στα κοινά πρότυπα, στους σπουδαίους Δασκάλους. Σεφέρης, Ελύτης, Καβάφης, ο Έλιοτ ήταν θεοί, έτρεφα πειθήνιο θαυμασμό εμπρός στο εκτόπισμα κάθε λογής αυθεντίας. Ποιας λογής ήταν αυτή, πόσο πρωτογενής, πόσο αυτόφωτη, λίγο μετρούσε, μια νύξη του Γιώργου Σαββίδη ή του Δημήτρη Μαρωνίτη, λ.χ., αρκούσε για να μου προκαλέσει επί εβδομάδες φιλολογικά ρίγη. Όλα αυτά, όπως είναι επόμενο, άφηναν λίγο χώρο για ονόματα ακόμη αχαρτογράφητα στη δημόσια μνήμη, σαν κι αυτό του Μανουσάκη.

Ό,τι μου εντυπώθηκε τότε ήταν πάνω απ’ όλα οι τίτλοι: Ταριχευτήριο πουλιών, Το σώμα της σιωπής. Μου φάνηκε τότε, μου φαίνεται ακόμα και σήμερα, ότι ο ένας δεν είναι παρά επεξήγηση, νοερή προέκταση του άλλου. Από τα αρχαία χρόνια ώς τις μέρες μας, η ισχυρότερη μεταφορά της ανθρώπινης φωνής, υπήρξε πάντα το πουλί που κελαηδά. Αν η σιωπή έχει πράγματι σώμα, σκεφτόμουν, σκέφτομαι ακόμη σήμερα, τότε αυτό πρέπει, δεν μπορεί παρά να είναι το σώμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού.

2.

Σ’ αυτήν την πρώτη, την αρχέτυπη έννοια της σιωπής, έμελε να γυρίσω πολλές φορές τα μετέπειτα χρόνια. Θα την ανακάλυπτα στον Λόρδο Τσάντος, τον περίφημο ήρωα του νεαρού Χόφμανσταλ που στη περιβόητη Επιστολή του αρνείται στη γλώσσα κάθε ικανότητα να αρθρώσει τα ουσιώδη. Θα την συναντούσα στον γέροντα Πάουντ, των ύστερων Κάντος, όταν μας παρακινεί ν’ ακούσουμε τον άνεμο. Let the wind speak: όταν τα ανθρώπινα λόγια αστοχούν, μόνη πραγματική ομιλία μένει εκείνη της φύσης. Θα την έβρισκα τέλος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πάμπολλες σελίδες της μεταπολεμικής μας ιδίως ποίησης, με διαφορετική κάθε φορά μορφή, κάποτε αδύναμη και εξασθενημένη, αλλά πάντα παρούσα. (περισσότερα…)

«Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία…»

*

130 χρόνια από την πρώτη δημοσίευση των «Πατρίδων» του Κωστή Παλαμά τα Χριστούγεννα του 1895

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Θα ξεκινήσω δογματίζοντας. Οι «Πατρίδες» του Κωστή Παλαμά είναι η κορωνίδα της ελληνικής σονετογραφίας. Ως τομείς ενός άρτιου κύκλου –του αρτιότερου κύκλου του είδους που διαθέτουμε στη γλώσσα μας– τα δώδεκα αυτά ποιήματα απαρτίζουν μια σύνθεση ευρύτερη, μια σφιχτοδεμένη ενότητα που η αξία της ως όλον ξεπερνά κατά πολύ το άθροισμα των μεμονωμένων της μερών.

Έργο του 1895, όταν ο Παλαμάς είναι 36 ετών, οι «Πατρίδες» πρωτοείδαν το φως της δημοσιότητας τα Χριστούγεννα της ίδιας εκείνης χρονιάς στην Εφημερίδα, «το αρχαιότερον των εν Ελλάδι ημερησίων φύλλων», που ίδρυσε ο Δημήτριος Κορομηλάς. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1904, θα βρουν τη θέση τους στη σημαδιακότερη συλλογή του δημιουργού της, την Ασάλευτη ζωή. Σε ό,τι αφορά τη μορφή τους, τα σονέτα των Πατρίδων συμμορφώνονται προς το κλασσικό πετραρχικό υπόδειγμα, οι ρίμες στις οκτάβες τους είναι τετραπλές, ΑΒΑΒΑΒΑΒ ή σπανιότερα ΑΒΒΑΑΒΒΑ, ενώ τα τρίστιχα ομοιοκαταληκτούν ποικιλοτρόπως. Αντί του ιταλικού ενδεκασύλλαβου ωστόσο, κι αυτή είναι η κύρια απόκλισή του από το πετραρχικό σχήμα, ο Παλαμάς επιλέγει τον δεκατρισύλλαβο, στίχο που είχε καθιερώσει λίγα μόλις χρόνια πριν ο Ιάκωβος Πολυλάς με τη μετάφραση του σαιξπηρικού Αμλέτου (1889).

Ως προς το περιεχόμενό τους, τα σονέτα των «Πατρίδων» είναι διαρθρωμένα ως κλίμακα: καθένα τους αντιστοιχεί και σ’ ένα σκαλοπάτι μιας αργής μυητικής ύψωσης – του Ποιητή προς τον Κόσμο. Έτσι, τον παρακολουθούμε να ανέρχεται σταδιακά από τους τόπους της προσωπικής του βιογραφίας προς αυτούς της μείζονος ιστορίας που στην πορεία του επέχουν θέση σταθμού και συμβόλου. Στα τελευταία σονέτα του κύκλου η μυητική ανάβαση εκτείνεται ακόμη περισσότερο ώστε να περιλάβει και τους τόπους που ο ποιητής προσπελάζει όχι πλέον βιογραφικά ή ιστορικά, αλλά με όχημά του τη σκέψη, τον μύθο και την φαντασία – για να καταλήξει στα δύο νοερά άκρα της συμπαντικής κλίμακας: τον αστρικό και γαλαξιακό Μεγάκοσμο, από τη μια, και τον Μικρόκοσμο των Πρωταρχικών Στοιχείων, από την άλλη.

Ο τίτλος του κύκλου πρέπει να νοηθεί συνεπώς στην ευρύτερή του έννοια, ως ανοιχτή αενάως διερώτηση. Ποια είναι η Πατρίδα του ανθρώπου, αυτό ρωτά ο Παλαμάς: ο τόπος που γεννήθηκε, ο τόπος που έζησε ή έτυχε να ταξιδέψει, ο τόπος που ονειρεύτηκε απλώς αλλά ουδέποτε αξιώθηκε να δει, οι μεγάλοι τόποι της ιστορίας που τον καθόρισαν ή αυτοί που έπλασε με την πρώτη ύλη της σκέψης και της ποίησης; Και η απάντηση που δίνει, είναι ανάλογη: όπως το εγώ του ανθρώπου δεν είναι ποτέ ένα, έτσι και οι πατρίδες του είναι πολλαπλές, είναι συγχρόνως πλάσματα της πείρας και της επιθυμίας, τόποι απτοί και άπιαστοι. Η ανθρώπινη ψυχή είναι καταδικασμένη να παλινδρομεί ανάμεσά τους ατελεύτητα, να παλινωδεί διαρκώς από την εστία στην περιπλάνηση, και από την εξορία στον νόστο. (περισσότερα…)

Στους ομοτέχνους του Νέου Πλανοδίου – Ένα ποιητικό δώρο Χριστουγέννων

*

ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ

Χριστέ μου, δεν θ’ αντισταθώ καθόλου αυτό το βράδυ,
πετώ με θάρρος την αιδώ μες στο ξερό πηγάδι.
Καλπάζει η αγάπη μου η σφοδρή με του έρωτα τον ίππο
και στάθηκε να πιει νερό στον μυστικό μου κήπο.
Μακάριο το πένθος μου και το πικρό μου δάκρυ
αν έβρισκα το ταίρι μου στου πέλαγου την άκρη,
μα αν κάποτε ξεστράτιζε το γλυκερό της βέλος
δεν θα έκλεινα τα μάτια μου μπροστά στο βίαιο τέλος.

Τριγύρω μου καλή χορεία
φωτίζει την τρωτή πορεία
και δώρα τέτοια με κερνάει
στη θλίψη που με προσπερνάει:

σονέτα απ’ τη Μαρία πρίμα
της Άννας την ωραία ρίμα
του Νίκου τους στεντόρειους ήχους
μελωδικούς του Θάνου στίχους
σφοδρές απ’ τον Θανάση δόσεις
στον Ρίλκε τέλειες αποδόσεις
από του Κώστα τη γραφίδα.
Ζαλίζει το άγγιγμα του Μίδα
όμως το φρούτο δεν αλλάζει·
η γεύση πάντα συναρπάζει.

Στην πτώση μου με τέτοια συνοδεία
ξορκίζω την πανάρχαιη τραγωδία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*

«Μια δευτέρα παρουσία σωμάτων»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«…ξαπλωμένος πάνω σε μια κασέλα σαν ένας κοινός κουρασμένος εργάτης. Τον άγγιξα στο στήθος, εκεί που δένει το μπράτσο με τον ώμο, στην κοιλιά, στα μαλλιά του. Μου φάνηκα πως άγγιζα το δικό μου σώμα. Σκέφτηκα πως θα του έδινα μ’ ευχαρίστηση να γλεντήσει τη γυναίκα που θ’ αγαπούσα. Συλλογίστηκα ακόμη πως ο τεχνίτης που έπλασε τούτο το σώμα είχε στα  χ έ ρ ι α  τη συνειδηση πως έδινε ζωή σ’ έναν θεό που είχε πολύ μοιχέψει ανάμεσα στους θνητούς· μου φάνηκε παράξενο. Αυτός ο μεγάλος άντρας, πλαγιασμένος ανάσκελα, είχε μια διάταξη βρέφους».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Τρίτη, 4.6.1945

Πενήντα τόσα χρόνια κρυμμένος στα άδυτα της Casa Buonarroti, περίμενε καρτερικά τους συντηρητές του. Πρόπλασμα ενός μαρμάρινου αγάλματος που δεν φτιάχτηκε ποτέ, ο ποτάμιος θεός του Μιχαήλ Αγγέλου, αυτός ο «Fluß-Gott des Bluts» όπως θα τον έλεγε ο Ρίλκε, αποκατεστημένος πια στην αρχική μαρμάρινη λάμψη του, απαλλαγμένος από τη χαλκόχρωμη παλιά του πατίνα, εδώ και λίγα χρόνια περιμένει και πάλι το βλέμμα μας στην πατρική Φλωρεντία. Και μας αντιγυρίζει, κιόλας, το δικό του:

Όμως το στήθος του φλογίζει σαν κερί
κι εκεί το βλέμμα, λες ριζωμένο τώρα σ’ άλλη
θέση, ζει και διαρκεί…

Σαν το ξέθαμμα του Δία ή Ποσειδώνα του Αρχαιολογικού Μουσείου μετά τον Πόλεμο, που περιγράφει στις Μέρες του ο Σεφέρης, το ίδιο συναίσθημα κι εδώ: «αναστάσιμος χορός αναδυομένων, μια δευτέρα παρουσία σωμάτων». (περισσότερα…)